Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

αέρας μύριζε προδοσία

132
Μαζί. Πόσο περίεργα ηχεί αυτή η λέξη;; Κι ακόμα πιο περίεργα βιώνεται.
Τι σημαίνει μαζί; Δηλαδή τώρα θα υπολογίζω και σένα; Θα ακούω και σένα; Θα σκέφτομαι και σε σένα;
Ναι! Και εσένα!! Και , όχι μόνο! Μην τα μπερδεύεις.
Κι εγώ που χωράω σε αυτό; Δεν βλέπεις; Για να υπάρχουμε εμείς, με αφήνω πίσω. Κι ούτε καν κοιτάς πως να με πάρεις μαζί. Δεν με θες μαζί; Χάνομαι πάλι σε σκέψεις και γιατί. Γιατί;
Εντάξει μιλάς για έναν εγωισμό που ανέπτυξα υπό την σκέπη της μοναξιάς. Δεν σε αδικώ αλλά εσύ μου ζητάς να κόψω τον ομφάλιο λώρο που με δένει με το είναι μου. Γιατί να υποχωρήσω μόνο εγώ; Γιατί να χάσω εγώ; Γιατί δεν με δέχεσαι έτσι; Αυτή είμαι.
Λες πως αν σου αφήσω το τιμόνι θα την βρούμε την Ιθάκη μας. Ειρωνεία. Εγώ, Εσύ και ο Εγωισμός σου σε ένα επικό τρίο πάνω σε ένα πλοίο φάντασμα, ακυβέρνητο. Για ποιο τιμόνι πολεμάς; Δεν θες το τιμόνι, να μου το πάρεις από τα χέρια απλά σε νοιάζει.
Και την στιγμή που εσύ με μαλώνεις. Την στιγμή που εσύ όλο ζητάς. Κάτω στο αμπάρι ο Εγωισμός μου, ο δικός μου εγωισμός είναι φυλακισμένος και τον κρατάνε με δεσμά μίσους οι απαιτήσεις σου.
Δούλα, σκλάβα, ερωμένη σε ένα δικό σου παραμύθι εποχής. Μα στο χα πει δεν τα μπορώ τα παραμύθια. Δεν μου πάνε. Διαρκούν για μερικές σελίδες, μετά η μαγεία χάνεται.
– “Μην με αλλάζεις καρδιά μου. Μην προσπαθείς. Σε ικετεύω. Έκανα χρόνια να με βρω και τώρα εγώ… θα…”
– ” Σ’αγαπώ” μου λες.
Ένιωσα σαν να με διαπέρασε ένα ρεύμα. Είδα την ψυχή μου να κρύβεται, φοβισμένη. Με αγαπάς! Κατάλαβες τι μου είπες; Σαν να ήμουν γητεμένη αντιδρούσα μετά το μαγικό σου “Σ’ αγαπώ” . Ένα ξόρκι που έκανες εσύ για να επιτύχεις τον σκοπό σου. Γιατί μου το πες, γιατί; Ήξερες πως θα το πιστέψω. Γνώριζες, πως το είχα ανάγκη να το κάνω. Αυτό ζητούσα άλλωστε, να με αγαπάς.
Τότε άκουσα Εκείνον, δισταχτικά να φεύγει. Έτρεξα να Τον προλάβω να του πω να μείνει. Θα Τον φυλάξω μέσα μου και κάπου κάπου θα τον ακούω που θα μιλά. Αυτά σκεφτόμουν να του πω. Μα όταν κατέβηκα είχε φύγει πια. Στο άκουσμα του “Σ αγαπώ” σου ξεψύχησε. Έσφιξα τα χέρια μου γροθιά και ανέβηκα πάνω να αναπνεύσω.
Και τώρα; Καθισμένη σε μια γωνιά, βλέποντας αυτό το πλοίο να ξεμακραίνει και να ανοίγεται σε μια θάλασσα “αγάπης”, νερά άγνωστα για μένα προσπαθούσα να εστιάσω στην Ιθάκη που μου υποσχέθηκες. Άλλωστε μόνο αυτή μου είχε μείνει πια.
Ένα όνειρο για ένα κομμάτι ελπίδας.
Με σήκωσες και κάτσαμε να φάμε. Τραπέζι στρωμένο για τρεις. Εσύ καθόσουν στην μια πλευρά του τραπεζιού, ατάραχος και δίπλα σου ο εγωισμός σου που γέλαγε τόσο ξεδιάντροπα. Στην απέναντι πλευρά εγώ. Μόνη. Σηκώνω το ποτήρι να κάνω μια πρόποση.
“Στον Εγωισμό μου. Ενός λεπτού σιγή, για σένα που ζούσες για να υπάρχει το εγώ μου και τώρα πέθανες για να ζήσει η καρδιά μου”.
Δεν μπήκες στον κόπο να σηκώσεις το ποτήρι σου. Ήπιες απλά μια γουλιά και το άφησες. Ο εγωισμός σου το έχυσε επιδεικτικά.
-“Μυρίζει ο αέρας κρασί” είπες πνιχτά.
Για μένα πάλι,  ο αέρας μύριζε προδοσία…

Ημερομηνία δημοσίευσης  2-12-11 @ 13:30
©2011,2014 Marina Tsard
Οι Κρυφές μου Σκέψεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου