Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Ο ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΕΝΟΣ ΛΗΣΤΟΥ




    Ένα από τα πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, που συγκέντρωσαν την προσοχή των πατέρων της Εκκλησίας και απέσπασαν τα μεγαλύτερα εγκώμια, είναι και ο ληστής, που γνώρισε τον Χριστό πάνω στο σταυρό. Έχοντας ως βάση, κυρίως τους λόγους του Χρυσοστόμου «Εις τον σταυρόν και εις τον ληστήν», θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε το πορτρέτο του, ώστε και εμείς να συναισθανθούμε το μεγαλείο του.

    Σύγκριση με τον Πέτρο και τους άλλους αποστόλους.
Ο Πέτρος αρνήθηκε τον Χριστό χωρίς να είναι στον σταυρό· ο ληστής τον πίστεψε ενώ ήταν στο σταυρό.
Ο Πέτρος φοβήθηκε μία παιδίσκη (Ματθ 26,9)· ο ληστής αγνόησε ολόκληρο αφηνιασμένο λαό.
Ο Πέτρος δειλίασε μπρος στη αδυναμία του Χριστού· ο ληστής θαμπώθηκε και μαγνητίσθηκε απ’ αυτήν.
Ο Πέτρος ξέχασε την θεότητα του Χριστού, το Θαβώρ, τα θαύματα του Χριστού, τη χάρη που είχε λάβει να θαυματουργεί ο ίδιος και οι άλλοι μαθητές. Ο ληστής ενώ δεν άκουσε «δεύρο οπίσω μου και ποιήσω σε αλιέα ανθρώπων», ενώ δεν άκουσε αυτό που άκουσαν οι δώδεκα απόστολοι ότι «θα καθίσουν πάνω σε δώδεκα θρόνους και θα κρίνουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ», ενώ δεν άκουσε ούτε ένα κήρυγμα ούτε μία λέξη, ενώ δεν είδε κανένα θαύμα ούτε την αποκάλυψη της θεότητας στο Θαβώρ, εν τούτοις, ανακάλυψε τον Θεό την ώρα της έσχατης ταπείνωσής του. Τον ομολόγησε ως Θεό, ζήτησε το έλεός του, και έγινε ο πρώτος οικήτωρ του παραδείσου, προσπερνώντας όλους τους άλλους και τερματίζοντας πρώτος.

    Ο λαός δεν τον βοήθησε καθόλου. Αντίθετα με τα όσα έλεγαν τον απέτρεπαν. Κοροϊδεύανε τον Χριστό, τον ειρωνευότανε, τον μυκτηρίζανε, τον εμπαίζανε. Λέγανε· «εσύ που θα γκρέμιζες το ναό και σε τρεις ημέρες θα τον οικοδομούσες ξανά! σώσε τον εαυτό σου· εάν είσαι υιός Θεού κατέβα από τον σταυρό». Μαζί με το λαό ήταν το ιερατείο και οι θεολόγοι και οι νομικοί των Ιουδαίων οι οποίοι λέγανε· «άλλους έσωσε, τον εαυτό του όμως δεν μπορεί να σώσει· εάν είναι βασιλιάς του Ισραήλ, ας κατεβεί από το σταυρό και τότε εμείς θα τον πιστεύσουμε· είχε εμπιστοσύνη στο Θεό, τώρα ας τον σώσει, εάν τον θέλει· διότι είπε ότι είμαι υιός του Θεού» (Ματθ. 27,39-43)
    Ακόμη και ο συνάδελφός του, ο άλλος ληστής, κορόιδευε και ειρωνευόταν τον Χριστό και απιστούσε. «Εις δε των κρεμασθέντων κακούργων εβλασφήμει αυτόν λέγων· ει συ ο Χριστός σώσον σεαυτόν και ημάς» και ο ληστής τον μάλωσε και τον ήλεγξε· «ουδέ φοβή συ τον Θεόν, ότι εν τω αυτώ κρίματι ει; και ημείς μεν δικαίως· άξια γαρ ών επράξαμεν απολαμβάνομεν· ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε. Και έλεγε τω Ιησού· μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. 23,39-42). Τα λόγια αυτά του σωσμένου ληστού αξίζουν όσο τίποτα· και θα πρέπει να εντρυφήσουμε με μεγάλο ζήλο στα νοήματά τους.
    «Ουδέν άτοπον έπραξε»! Ο ληστής διαπίστωσε ότι ήταν αθώος ο Χριστός και όμως σταυρώθηκε. Αυτό το άδικο τον μαγνήτισε. Πόσο μεγάλη η δύναμη της αδικίας. Αιχμαλώτισε ένα ληστή, έμπειρο και δεξιοτέχνη στο ν’ αποφεύγει τη σύλληψη. Ο Χριστός πριν σπάσει τις πέτρες των μνημείων έσπασε την πέτρινη καρδία του ληστή. Με την αθωότητά του, με το ότι έπασχε άδικα, και με την ανεξικακία του. «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23,34).
    Ο ληστής δείχνει αντοχή, θάρρος, πίστη, και ευσέβεια, σε ασυνήθιστο βαθμό. Ενώ είναι σταυρωμένος, ενώ τα καρφιά τον τρυπούν, ενώ το αίμα χύνεται συνεχώς, ενώ είναι νηστικός, διψασμένος, αφυδατωμένος από την αιμορραγία, και ως εκ τούτου άκρως εξαντλημένος και ξεθεωμένος, εν τούτοις είναι κύριος του εαυτού του, έχει τα λογικά του τετρακόσια. Αδιαφορεί για τα βάσανά του και φροντίζει για τα βάσανα του Χριστού. Διδάσκει, νουθετεί, ελέγχει, πάνω από το σταυρό. Προσεύχεται θεολογικώτατα. Ένα πράγμα μόνο τον στεναχωρεί· ότι ο αθώος Χριστός, τιμωρείται το ίδιο, μ’ αυτόν που υπήρξε ρεμάλι και παλιάνθρωπος.
    Ο ληστής επίσης εξομολογείται σωστά. Κατηγορεί τον εαυτό του, ομολογεί τις αμαρτίες του. Κανείς δεν τον ανάγκασε, κανείς δεν τον πίεσε, αλλά ό ίδιος, από μόνος του, κάνει ό,τι κάνει. Εφαρμόζει αυτό που λέγει ο προφήτης Ησαΐας· «λέγε συ τας αμαρτίας σου πρώτος, ίνα δικαιωθής» (Ησ.43,26). Δεν δικαιολογεί τον εαυτό του, δεν τον θεωρεί αθώο, δεν λέγει ότι άλλοι τον παρέσυραν, δεν θεωρεί ότι είναι θύμα δικαστικής πλάνης ή της κακίας της κοινωνίας, όπως συνηθίζουν να λένε οι κατάδικοι, ούτε λέγει ψέματα, για να ελαφρύνει τη θέση του και να κερδίσει τη συμπάθεια του Χριστού. Θεωρεί ότι δικαίως και αυτός και ο συνάδελφος του καταδικάστηκαν· «άξια γαρ ων επράξαμεν απολαμβάνομεν» λέγει. Και, επειδή η εξομολόγηση του ληστού ήταν σωστή, απέσπασε τη θεία δωρεά. «Και είπεν αυτώ ο Ιησούς· αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω» (Λουκ. 23,43). Ποιος βασιλιάς παίρνει για συνοδό του ένα διάσημο κακούργο; Κι όμως ο Χριστός παίρνει για συνοδό ένα ληστή. Όχι γιατί παρέμεινε ληστής αλλά γιατί μετανόησε. Γιατρός μεγάλος είναι αυτός που θεραπεύει ανίατες αρρώστιες. Και ο Χριστός θεραπεύει, την ανίατη ανθρωπίνως, ασθένεια της αμαρτίας. Αρκεί να θελήσουμε και να μετανοήσουμε.
    Ο ληστής αναγνωρίζει και ομολογεί την θεότητα του Χριστού. Ενώ οι μαθητές του Χριστού τον εγκαταλείψανε και τον αρνηθήκανε, όλοι εκτός του Ιωάννου του θεολόγου, ενώ το πλήθος των Ιουδαίων, το ποικίλως ευεργετηθέν από το Χριστό, γεμάτο αχαριστία τον κοροϊδεύει, τον ειρωνεύεται, τον βλασφημεί, και ζητεί έξαλλο τη σταύρωση του, προτιμώντας τον Βαραββά απ’ αυτόν, ενώ οι θρησκευτικοί αρχηγοί των Ιουδαίων πλειοδοτούν σε εμπάθεια και μισαλλοδοξία κατά του Χριστού, ο ληστής, παραμένοντας ακλόνητος και άκαμπτος στο φρόνημά του, γίνεται κήρυκας και απόστολος της θείας φύσεως του Χριστού. «Μνήσθητί μου,Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» κραυγάζει μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του. Είναι σαν να λέγει· «ας σε βλασφημούν Κύριε, ας σε ειρωνεύονται, ας σε εμπαίζουν, ας μη σε αναγνωρίζουν ως Θεό, ας ζητούν λυσσασμένα να σε σταυρώσουν. Εγώ σε ομολογώ Κύριο και Θεό μου, σε αγαπώ, σε πιστεύω, σε δοξολογώ, και σε ικετεύω να με θυμηθείς, όταν έλθεις στη βασιλεία σου».
    Η κραυγή του ληστού, «μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου» και η διαπίστωση, του εμπείρου και νοήμονος, Ρωμαίου ειδωλολάτρου αξιωματικού, «αληθώς Θεού υιός ην ούτος», η οποία έγινε μετά τα φοβερά σημεία που ακολούθησαν τη θανάτωση του Ιησού (Ματθ. 27,51-54), είναι τα δύο πρώτα ισχυρά ραπίσματα και μαστιγώματα, της συνειδήσεως και του φρονήματος των Ιουδαίων. Ναι ο Χριστός είναι ο Θεός. Ναι είναι ο βασιλιάς των βασιλευόντων και ο Κύριος των κυριευόντων. Και γνώρισμα του αληθινού βασιλιά είναι να πεθαίνει υπέρ των υπηκόων του. «Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων» (Ιω. 10,11). Και σύμβολο και σημείο και θυρεός του αιωνίου βασιλιά, που θα φανεί σαν προπομπός και κήρυκάς του, όταν έρθει στη δευτέρα παρουσία του (Ματθ. 24,30), είναι ο τίμιος σταυρός. Ο ληστής είναι ο πρώτος που το αναγνώρισε και το αντιλήφθηκε, και χωρίς να σκανδαλισθεί ούτε να λιποψυχήσει, ομολόγησε τη θεότητα του Χριστού. Ο ληστής είναι ο πρώτος που εννόησε αυτό που δεν εννόησε ο απόστολος Πέτρος ή δεν θέλησε να εννοήσει· ότι «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Ματθ. 16,24). Δικαίως λοιπόν είναι ο πρώτος οικήτωρ του παραδείσου!
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Φλωρόφσκυ Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος: ο Προφήτης της φιλανθρωπίας


Ο Χρυσόστομος υπήρξε πολύ δυνατός ιεροκήρυκας. Υπεραγαπούσε το κήρυγμα και το θεωρούσε ως το κατ’ εξο­χήν καθήκον ενός χριστιανού κληρικού. Η ιεροσύνη είναι εξουσία, αλλ’ είναι εξουσία λόγου και πειθούς. Αυτό είναι το διακριτικό γνώρισμα της χριστιανικής αρχής. Οι βασιλείς εξαναγκάζουν, οι κληρικοί πείθουν. Οι πρώτοι ενεργούν με διαταγές, οι δεύτεροι με προτροπές. Οι κληρικοί απευθύνονται στην ανθρώπινη ελευθερία, στην ανθρώπινη θέληση και ζητούν αποφάσεις. Όπως ο ίδιος ο Χρυσόστομος συνήθιζε να λέει, «είμαστε υποχρεωμένοι να επιτύχου­με τη σωτηρία των ανθρώπων με τον λόγο, την πραότητα και την προτροπή». Η όλη αξία της ανθρώπινης ζωής για τον Χρυσόστομο βρισκόταν στο ότι αυτή ήταν, και έπρεπε να είναι, μια ζωή εν ελευθερία, και γι’ αυτό μια ζωή χρήσιμη. Στα κηρύγματά του μιλούσε συνεχώς για την ελευθερία και την απόφαση. Η ελευθερία ήταν γι’ αυτόν μια εικόνα του Θεού στον άνθρωπο. Ο Χριστός ήλθε, όπως ο Χρυσόστομος συνήθιζε να υπενθυμίζει, ακριβώς για να θεραπεύσει τη βούληση του ανθρώπου. Ο Θεός πάντοτε ενεργεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη καταστρέφει την ελευθερία μας, Ο ίδιος ο Θεός ενεργεί διά κλήσεων και προτροπών, όχι καταπιεστικώς. Δείχνει την ευθεία οδό, καλεί και προσκαλεί, και προειδοποιεί για τους κινδύνους της κακίας, αλλά δεν εξαναγκάζει. Οι χριστιανοί κληρικοί πρέπει να ενεργούν κατά παρόμοιο τρόπο. Εξ ιδιοσυγκρασίας ο Χρυσόστομος ήταν μάλλον υπέρ των άμεσων και επαναστατικών λύσεων,οξύς και αυστηρός, αλλ’ ήταν πάντοτε κατά του εξαναγκασμού, ακόμα και στον αγώνα με τους αιρετικούς. Απαγορεύεται στους Χριστιανούς, συνήθιζε να επαναλαμβάνει, να μετέρχονται βία, ακόμα και για αγαθούς σκοπούς. «Η πολεμική μας δεν κάνει τους ζωντανούς νεκρούς, αλλά μάλλον κάνει τους νεκρούς να ζήσουν, γιατί ασκείται με πνεύμα πραότητας και ταπεινοφροσύνης. Καταδιώκω με λόγια, όχι με έργα. Καταδιώκω την αίρεση, όχι τους αιρετικούς. Είναι δικό μου γνώρισμα το να καταδιώκομαι μάλλον, παρά να καταδιώκω. Έτσι ο Χριστός ήταν νικητής ως εσταυρωμένος και όχι ως σταυρωτής». Η δύναμη του Χριστιανισμού βρισκόταν, γι’ αυτόν, στην ταπείνωση και στην ανεκτικότητα, όχι στη δύναμη. Έπρεπε κανείς να είναι αυστηρός με τον εαυτό του και επιεικής προς τους άλλους.
Εν τούτοις, ο Χρυσόστομος δεν ήταν καθόλου ένας αισιόδοξος αισθηματίας. Η διάγνωσή του για την ανθρώπινη κατάσταση ήταν μαύρη κι άραχνη. Ζούσε σε μια εποχή που η Εκκλησία κατακλύσθηκε ξαφνικά άπα πλήθη κατ’ όνομα μόνον Χριστιανών. Είχε την εντύπωση ότι κήρυττε σε νεκρούς. Παρατηρούσε την έλλειψη φιλανθρωπίας και την επαναπαυόμενη αδικία και τις είδε σχεδόν μέσα σε μια αποκαλυπτική προοπτική: «Κατεσβέσαμεν τον ζήλον και το σώμα του Χριστού είναι νεκρόν». Είχε την εντύπωση ότι μιλούσε σε ανθρώπους για τους οποίους ο Χριστιανισμός ήταν μόνον ένας συμβατικός συρμός, ένας κενός τύπος, μια επιτήδευση και τίποτα περισσότερο: «Μέσα στις χιλιάδες μπορεί κανείς δύσκολα να βρει περισσότερους από εκατό που έχουν σωθεί, και ακόμα και γι’ αυτό αμφιβάλλω». Ένοιωθε μάλλον στενοχώρια για τον μεγάλο αριθμό των κατ’ όνομα μόνον Χριστιανών, που τους θεωρούσε «μια επί πλέον τροφή για το πυρ».
Η ευημερία ήταν γι’ αυτόν ένας κίνδυνος, το χειρότερο είδος διωγμού, χειρότερο κι από ένα φανερό διωγμό. Κανείς δεν βλέπει κινδύνους. Η ευημερία εκτρέφει την αδιαφορία. Οι άνθρωποι πέφτουν στον ύπνο και ο διάβολος σκοτώνει τους υπνώττοντας. Ο Χρυσόστομος ανησυχούσε ιδιαίτερα για το φανερό και αυθαίρετο χαμήλωμα των αξιολογικών κριτηρίων και των απαιτήσεων, που παρατηρείτε ακόμα και μεταξύ του κλήρου. Το άλας έχανε την ολιστική του δύναμη. Αντέδρασε σ’ αυτό όχι μόνο με λόγους αποδοκιμασίας και επιπλήξεως, αλλά και με έργα φιλανθρωπίας και αγάπης. Αγωνιζόταν απεγνωσμένα για την ανανέωση της κοινωνίας, για τη θεραπεία των κοινωνικών κακών. Κήρυττε και ασκούσε τη φιλανθρωπία, ιδρύοντας νοσοκομεία και ορφανοτροφεία, βοηθώντας τους φτωχούς και τους ενδεείς. Ήθελε να ανακτηθεί το πνεύμα ασκήσεως της αγάπης. Ήθελε περισσότερη δραστηριότητα και αφοσίωση μεταξύ των Χριστιανών. Ο Χριστιανισμός γι’ αυτόν ήταν ακριβώς «η οδός», όπως είχε μερικές φορές ορισθεί στους αποστολικούς χρόνους, και ο ίδιος ο Χριστός ήταν «η οδός». “Ο Χρυσόστομος ήταν πάντα εναντίον όλων των συμβιβασμών, εναντίον της πολιτικής της συνδιαλλαγής και της προσαρμογής. Ήταν προφήτης ενός ολοκληρωμένου Χριστιανισμού.
Ο Χρυσόστομος ήταν κυρίως ένας κήρυκας της ηθικότητας, αλλ’ η ηθική του ήταν βαθειά ριζωμένη στην πίστη. Συνήθιζε να ερμηνεύει τη Γραφή στο ποίμνιο του, και ο αγαπημένος του συγγραφέας ήταν ο αγ. Παύλος. Ήταν στις επιστολές του που μπορούσε κανείς να δει αυτή την οργανική σχέση μεταξύ πίστεως και ζωής. Ο Χρυσόστομος είχε το αγαπημένο του δογματικό θέμα, στο οποίο επανειλημμένα επανήρχετο –πρώτ’ απ’ όλα το θέμα της Εκκλησίας, που συνδεόταν στενά με το δόγμα της λυτρώσεως, δηλαδή της θυσίας του αρχιερέως Χριστού· η Εκκλησία είναι η καινούργια ύπαρξη, η εν Χριστώ ζωή, και η εν ανθρώποις ζωή του Χριστού. Δεύτερον, το θέμα της θείας Ευχαριστίας, ενός μυστηρίου και μιας θυσίας. Είναι πολύ δίκαιο να ονομάζουμε τον Χρυσόστομο, όπως πράγματι καλείτο, «ο διδάσκαλος της θείας Ευχαριστίας», doctor eucharisticus. Και τα δύο θέματα συνδέονται μεταξύ τους. Ήταν εν τη θεία Ευχαριστία, και δ’ αυτής, που η Εκκλησία μπορούσε να είναι ζώσα.
Ό Χρυσόστομος ήταν μια μαρτυρία της ζωντανής πίστεως και γι’ αυτό το λόγο η φωνή του ακουγόταν τόσο πρόθυμα και στην Ανατολή και στη Δύση· αλλά γι’ αυτόν η πίστη ήταν κανόνας ζωής κι όχι απλώς μια θεωρία. Τα δόγματα πρέπει να γίνονται πράξεις. Ο Χρυσόστομος κήρυττε το Ευαγγέλιο της σωτηρίας, το Ευαγγέλιο της καινούργιας ζωής. Δεν ήταν κήρυκας μιας αυτόνομης ηθικής. Κήρυττε τον Χριστό, και τούτον εσταυρωμένον και αναστάντα, τον αμνόν και τον αρχιερέα. Η ορθή ζωή ήταν γι’ αυτόν η μόνη επαρκής απόδειξη της ορθής πίστεως. Η πίστη ολοκληρώνεται στα έργα, τα έργα της φιλανθρωπίας και της αγάπης. Χωρίς την αγάπη, η πίστη, η μυστική θεωρία, και η θέα των μυστηρίων του Θεού είναι αδύνατα. Ο Χρυσόστομος παρακολουθούσε τον απεγνωσμένο αγώνα για την αλήθεια μέσα στην κοινωνία των χρόνων του. Ενδιαφερόταν πάντοτε για ζωντανές ψυχές. Μιλούσε σε ανθρώπους, σε ζωντανά πρόσωπα. Πάντοτε απευθυνόταν σ’ ένα ποίμνιο, για το οποίο αισθανόταν ευθύνη. Πάντοτε συζητούσε συγκεκριμένες περιπτώσεις και καταστάσεις.
Ένα από τα συνήθη και αγαπημένα του θέματα ήταν το θέμα του πλούτου και της φτώχειας. Το θέμα το έθετε ή το υπαγόρευε το περιβάλλον μέσα στο οποίο ο Χρυσόστομος έπρεπε να εργαστεί. Έπρεπε να αντιμετωπίσει τη ζωή όπως είχε διαμορφωθεί μέσα σε μεγάλες και πολυάνθρωπες πόλεις, με όλες τις προστριβές μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών. Απλούστατα δεν μπορούσε να αποφύγει τα κοινωνικά προβλήματα χωρίς να απομακρύνει τον Χριστιανισμό από τη ζωή, αλλά τα κοινωνικά προβλήματα ήταν γι’ αυτόν κυρίως θρησκευτικά και ηθικά προβλήματα. Δεν ήταν κατά κύριο λόγο ένας κοινωνικός αναμορφωτής, έστω κι αν είχε τα δικά του σχέδια για μια χριστιανική κοινωνία. Ενδιαφερόταν για τη συμπεριφορά των Χριστιανών μέσα στον κόσμο, για τα καθήκοντά τους, για το επάγγελμά τους.
Στα κηρύγματά του βρίσκουμε, πρώτ’ απ’ όλα, μια διεισδυτική ανάλυση της κοινωνικής καταστάσεως. Βρίσκει πάρα πολλή αδικία, ψυχρότητα, αδιαφορία και πόνο και θλίψη στην κοινωνία των χρόνων του. Και βλέπει καλά σε ποιά έκταση αυτή η κατάσταση οφείλεται στον άπληστο χαρακτήρα της σύγχρονης κοινωνίας, στο άπληστο πνεύμα της ζωής. Αυτό το πνεύμα πλεονεξίας εκτρέφει την ανισότητα και επομένως την αδικία. Δεν ενοχλείται ο Χρυσόστομος μόνον από τη μάταιη πολυτέλεια της ζωής· φοβάται τον πλούτο ως ένα μόνιμο πειρασμό. Ο πλούτος διαφθείρει τον πλούσιο. Ο πλούτος καθ’ εαυτόν δεν έχει καμιά αξία. Είναι μια μάσκα, κάτω απ’ την οποία κρύβεται το πραγματικό πρόσωπο του ανθρώπου, άλλ’ εκείνοι που έχουν πλούτη φθάνουν στο σημείο να τα αγαπούν, και εξαπατώνται· φθάνουν στο σημείο να τα εκτιμούν και να στηρίζονται σ’ αυτά. Όλα τα πλούτη, όχι μόνο τα μεγάλα, είναι επικίνδυνα, εφ’ όσον ο άνθρωπος μαθαίνει να στηρίζεται πάνω σ’ ό,τι είναι, απ’ την ίδια του τη φύση, κάτι το πρόσκαιρο και χιμαιρικό.
Ο Χρυσόστομος είναι πολύ ευαγγελικός σ’ αυτό το σημείο, θησαυροί πρέπει να θησαυρίζονται εν ουρανώ και όχι επί της γης και όλοι οι γήινοι θησαυροί είναι χιμαιρικοί και καταδικασμένοι να φθαρούν. «Μια αγάπη για τον πλούτο είναι αφύσικη αγάπη», λέγει ο Χρυσόστομος. Είναι απλώς ένα φορτίο της ψυχής και μάλιστα ένα επικίνδυνο φορτίο. Υποδουλώνει την ψυχή· την αποσπά από την υπηρεσία προς τον Θεό. Το χριστιανικό πνεύμα είναι πνεύμα αυταπαρνήσεως και ο πλούτος προσδένει τον άνθρωπο σε άψυχα πράγματα. Το πνεύμα πλεονεξίας διαστρέφει την δράση, διαστρεβλώνει την προοπτική. Ο Χρυσόστομος ακολουθεί πιστά τις εντολές της επί του Όρους Ομιλίας. «Μη μερι­μνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε…». Η ψυχή είναι σπουδαιότερη από το ένδυμα ή την τροφή, αλλ’ η αγωνία είναι η κυριαρχούσα διάθεση της άπληστης κοινωνίας.
Οι Χριστιανοί καλούνται να απαρνηθούν όλα τα πλούτη και να ακολουθήσουν τον Χριστό με πλήρη εμπιστοσύνη και πίστη. Τα πλούτη μπορούν να δικαιωθούν μόνο με τη χρήση τους: θρέψετε τους πεινασμένους, βοηθήστε τους φτωχούς, και δώστε τα πάντα στους ενδεείς. Εδώ είναι η κυρία ένταση, η κυρία σύγκρουση μεταξύ του πνεύματος της Εκκλησίας και της ψυχικής διαθέσεως της κοσμικής κοινωνίας. Η ωμή αδικία της καθημερινής ζωής είναι η αιμορροούσα πληγή αυτής της κοινωνίας. Σ’ ένα κόσμο θλίψεως και στερήσεως, όλα τα πλούτη είναι άδικα —είναι απλώς αποδείξεις ψυχρότητας και συμπτώματα ολιγοπιστίας. Ο Χρυσόστομος προχωρεί τόσο πολύ, ώστε να αποκηρύσσει ακόμα και την πολυτέλεια των ναών. «Η Εκκλησία», λέγει, «είναι ένας θριαμβευτικός χορός αγγέλων και όχι ένα χρυσοχοείο. Η Εκκλησία ζητά τις ψυχές των ανθρώπων και μόνο προς χάριν των ψυχών ο Θεός δέχεται κάθε άλλη προσφορά. Το ποτήρι που ο Χριστός προσέφερε στους μαθητές κατά τον Μυστικό Δείπνο δεν ήταν από χρυσάφι. Κι όμως ήταν πολύτιμο όσο τίποτα άλλο. Όταν θέλεις να τιμήσεις τον Χριστό, κάνε το όταν τον βλέπεις γυμνό στο πρόσωπο των φτωχών. Δεν έχει καμιά αξία, αν φέρεις μετάξι και πολύτιμα μέταλλα στον ναό και αφήσεις έξω τον Χριστό να υποφέρει από το κρύο και τη γύμνια. Δεν έχει καμιά αξία, αν ο ναός είναι γεμάτος από χρυσά σκεύη, αλλά ο ίδιος ο Χριστός πεθαίνει από την πείνα. Κατασκευάζετε χρυσά δισκοπότηρα, αλλά παραλείπετε να προσφέρετε ένα ποτήρι κρύο νερό στους φτωχούς. Ο Χριστός, ως ένας άστεγος ξένος περιφέρεται έξω και ζητιανεύει και αντί να τον δεχθήτε, σεις κάνετε διακοσμήσεις».
Ο Χρυσόστομος φοβόταν πως κάθε τι που αποθηκευόταν, ήταν κατά κάποιο τρόπο κλεμμένο από τους φτωχούς. Ένας δεν μπορεί να είναι πλούσιος, παρά μόνο αν κρατήσει τους άλλους φτωχούς. Η ρίζα του πλούτου βρίσκεται πάντα βυθισμένη σε κάποια αδικία. Εν τούτοις, η φτώχεια καθ’ εαυτή δεν ήταν για τον Χρυσόστομο μια αρετή. Φτώχεια σήμαινε γι’ αυτόν πρώτ’ απ’ όλα στέρηση και ανάγκη και θλίψη και πόνο. Γι’ αυτό τον λόγο ο Χριστός μπορεί να βρεθεί ανάμεσα στους φτωχούς, και έρχεται σε μας μεταμφιεσμένος σαν ζητιάνος, και όχι σαν πλούσιος άνθρωπος. Η φτώχεια είναι μια ευλογία μόνο όταν γίνει χαρούμενα αποδεκτή για χάρη του Χριστού. Οι φτωχοί έχουν λιγότερη αγωνία από τους πλούσιους και είναι πιο ανεξάρτητοι -ή τουλάχιστον μπορεί να είναι. Ο Χρυσόστομος γνωρίζει καλά ότι η φτώχεια μπορεί επίσης να αποτελέσει πειρασμό, όχι μόνο γιατί είναι ένα βάρος, αλλά και γιατί μπορεί να ενθαρρύνει τον φθόνο ή την απελπισία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ήθελε να πολεμήσει τη φτώχεια, όχι μόνο για να απαλύνει τον πόνο, αλλά και για να απομακρύνει τους πειρασμούς.
Ο Χρυσόστομος ενδιαφερόταν πάντοτε για τα ηθικά θέματα. Είχε τις δικές του απόψεις για μια δίκαιη κοινωνία και το πρώτο που θεωρούσε απαραίτητο γι’ αυτήν ήταν η ισότητα. Αυτή αποτελεί την πρώτη αξίωση κάθε γνήσιας αγάπης. Αλλά ο Χρυσόστομος ήθελε να προχωρήσει ακόμα περισσότερο. Αισθανόταν ότι μόνο ένας κάτοχος όλων των πραγμάτων υπήρχε στον κόσμο -ο ίδιος ο Θεός, ο ποιητής των όλων. Στην κυριολεξία, καμιά ατομική περιουσία δεν έπρεπε να υπάρχει. Τα πάντα ανήκουν στον Θεό. Το κάθε τι δεν δίδεται, αλλά δανείζεται μάλλον εμπιστευτικά από τον Θεό στον άνθρωπο, για τους σκοπούς του Θεού. Ο Χρυσόστομος θα ήθελε να προσθέσει: Τα πάντα είναι του Θεού εκτός των καλών έργων του ανθρώπου  -αυτά είναι το μόνο πράγμα που ο άνθρωπος μπορεί να κατέχει. Αφού τα πάντα ανήκουν στον Θεό, τον Κύριο όλων μας, τα πάντα δίδοντα για κοινή χρήση. Δεν αληθεύει τούτο ακόμα και για τα εγκόσμια πράγματα; Πόλεις, αγορές, δρόμοι δεν είναι κοινά για όλους; Η οικονομία του Θεού είναι του ιδίου είδους. Νερό, αέρας, ήλιος και σελήνη και η υπόλοιπη κτίση δόθηκαν για κοινή χρήση. Έριδες αρχίζουν συνήθως, όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να οικειοποιηθούν πράγματα, τα οποία, λόγω  της φύσεως τους, δεν δόθηκαν για ιδιαίτερη κατοχή από μερικούς με αποκλεισμό των άλλων.
Ο Χρυσόστομος είχε σοβαρές αμφιβολίες για την ατομική ιδιοκτησία. Δεν αρχίζει η διαμάχη απ’ τη στιγμή που η ψυχρή διάκριση μεταξύ του «δικού μου» και του «δικού σου» πρωτοεμφανίζεται; Ο Χρυσόστομος δεν νοιαζόταν τόσο πολύ για τα αποτελέσματα, όσο για τις αιτίες -για τον προσανατολισμό της βουλήσεως. Πού πηγαίνει ο άνθρωπος να συγκεντρώσει τους θησαυρούς του; Ο Χρυσόστομος επιζητούσε τη δικαιοσύνη προς υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Δεν δημιουργήθηκε κάθε άνθρωπος κατ’ εικόνα Θεού; Δεν θέλει ο Θεός τη σωτηρία και μεταστροφή κάθε επί μέρους ανθρώπου, άσχετα από τη θέση του μέσα στη ζωή, και μάλιστα άσχετα από τη διαγωγή του κατά το παρελθόν; Όλοι καλούνται σε μετάνοια και όλοι μπορούν να μετανοήσουν. Δεν υπήρχε, όμως, στο κήρυγμά του καμιά περιφρόνηση των υλικών πραγμάτων. Τα υλικά αγαθά προέρχονται επίσης από τον Θεό και δεν είναι κακά καθ’ εαυτά. Εκείνο που είναι κακό είναι μόνο η άδικη χρήση των αγαθών, προς όφελος μερικών, ενώ οι άλλοι αφήνονται να πεινούν. Η απάντηση βρίσκεται στην αγάπη. Η αγάπη δεν είναι εγωιστική, «ου περπερεύεται, ου ζητεί τα εαυτής». Ο Χρυσόστομος κοίταζε πίσω προς την πρώτη Εκκλησία. «Κοιτάξετε την αύξηση της ευσέβειας. Αποχωρίζονται τα πλούτη τους, και χαίρονται, και είχαν μεγάλη χαρά, γιατί μεγαλύτερα ήταν τα πλούτη που έπαιρναν χωρίς κόπο. Κανένας δεν ονειδιζόταν, κανένας δεν εφθονείτο, κανένας δεν μνησικακούσε· δεν υπήρχε υπερηφάνεια, δεν υπήρχε καταφρόνηση. Δεν γινόταν λόγος για «δικό μου» και «δικό σου». Γι’ αυτό και η χαρά υπηρετούσε στο τραπέζι τουςκανένας δεν φαινόταν να τρώει από τα δικά του ή από του άλλου. Ούτε θεωρούσαν την περιουσία των αδελφών τους ξένη γι’ αυτούς· ήταν περιουσία του Κυρίου. Ούτε πάλι νόμιζαν ότι κάτι ήταν δικό τους, όλα ήταν των αδελφών». Πώς ήταν τούτο δυνατόν; ρωτά ο Χρυσόστομος: Με την έμπνευση της αγάπης, σε αναγνώριση της άπειρης αγάπης του Θεού.
Με καμιά έννοια ο Χρυσόστομος δεν κήρυττε τον «κομμουνισμό». Η γενική περιγραφή καθ’ εαυτή μπορεί να ξεγελάσει και να παραπλάνηση όπως κάθε άλλη. Η ουσία είναι το πνεύμα. Ό,τι ο Χρυσόστομος κήρυττε στις πόλεις, οι μοναχοί με θέρμη το εφάρμοζαν στις κοινότητές τους, ομολογούντες με έργα ότι ο Θεός ήταν ο μόνος κύριος και ο κάτοχος των πάντων. Ο Χρυσόστομος δεν θεωρούσε τη μοναστική ζωή απλώς ως μια ανώτερη οδό που προοριζόταν για τους εκλεκτούς, αλλά μάλλον ως ένα κανονικό ευαγγελικό υπόδειγμα ζωής που δόθηκε για όλους τους Χριστιανούς. Σ’ αυτό το σημείο συμφωνούσε πλήρως με την κυρία παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας, από του αγ. Βασιλείου και του αγ. Αυγουστίνου μέχρι του αγ. Θεοδώρου του Στουδίτου στους μεταγενέστερους χρόνους. Αλλά η δύναμη του μοναχισμού δεν βρίσκεται στο ίδιο το πρότυπο, αλλά στο πνεύμα της αφιερώσεως, στην εκλογή μιας «υψηλότερης κλήσεως». Ήταν αυτή η κλήση μόνο για τους λίγους; Ο Χρυσόστομος πάντα υποπτευόταν την ανισότητα. Δεν ήταν επικίνδυνο να διακρίνεις μεταξύ των «ισχυρών» και των «αδυνάτων»; Ποιός θα έκρινε και θα αποφάσιζε εκ των προτέρων; Ο Χρυσόστομος πάντα είχε στον νου του πραγματικούς ανθρώπους. Υπήρχε κάποιο είδος εξατομικεύσεως έμφυτο στη μέθοδο με την οποία προσέγγιζε τους ανθρώπους, αλλά εκτιμούσε πάρα πολύ την ομοθυμία -το πνεύμα αλληλεγγύης, της κοινής φροντίδας και ευθύνης, του πνεύματος της διακονίας. Κανένας δεν μπορεί να αυξηθεί στην αρετή, παρά μόνο αν υπηρετεί τους αδελφούς του. Γι’ αυτόν τον λόγο πάντα τόνιζε την αξία της φιλανθρωπίας. Εκείνοι που παραλείπουν να ασκούν εμπράκτως τη φιλανθρωπία, θα αφεθούν έξω από τον νυμφώνα του Χριστού. Δεν είναι αρκετό, λέγει, να υψώνετε τα χέρια στον ουρανό -απλώστε τα στους ενδεείς, και τότε θα εισακουσθείτε από τον Πατέρα. Υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την παραβολή της τελικής κρίσεως, η μόνη ερώτηση που θα τεθεί τότε είναι η ερώτηση για τη φιλανθρωπία. Αλλά πάλι δεν ήταν ένας απλός μοραλισμός αυτό που ενδιέφερε τον Χρυσόστομο. Η ηθική του είχε ένα ολοφάνερο βάθος. Το αληθινό θυσιαστήριο είναι το ίδιο το σώμα των ανθρώπων. Δεν είναι αρκετό να λατρεύεις τον Θεό στα θυσιαστήρια. Υπάρχει ένα άλλο θυσιαστήριο, καμωμένο από ζωντανές ψυχές και αυτό το θυσιαστήριο είναι ο ίδιος ο Χριστός, το σώμα του. Η θυσία της δικαιοσύνης και της ευσπλαχνίας θα έπρεπε να προσφερθεί επίσης πάνω σ’ αυτό το θυσιαστήριο, αν πρόκειται οι προσφορές μας να γίνουν δεκτές στα μάτια του Θεού. Τα έργα της φιλανθρωπίας πρέπει να εμπνέονται από την απόλυτη αφοσίωση και αφιέρωση στο Χριστό, που ήλθε στον κόσμο να ανακουφίσει κάθε ανάγκη  και λύπη και πόνο.
Ο Χρυσόστομος δεν πίστευε σε αφηρημένα σχήματα· είχε μια φλογερή πίστη στη δημιουργική δύναμη της χριστιανικής αγάπης. Γι’ αυτόν τον λόγο έγινε ο διδάσκαλος και ο προφήτης για όλες τις εποχές μέσα στην Εκκλησία. Κατά τη νεότητά του έζησε μερικά χρόνια στην έρημο, αλλά δεν θα ήθελε να παραμείνει εκεί. Γι’ αυτόν η μοναστική απομόνωση ήταν μόνο μια περίοδος καταρτισμού. Γύρισε στον κόσμο να κηρύξει τη δύναμη του Ευαγγελίου. Ήταν ένας κεκλιμένος από τον Θεό ιεραπόστολος· είχε έναν αποστολικό και ευαγγελικό ζήλο. Ήθελε να μοιραστεί την έμπνευσή του με τους αδελφούς του. Ήθελε να εργαστεί για τη στερέωση της βασιλείας του Θεού. Προσευχόταν για τέτοια πράγματα μέσα στην κοινή ζωή, ώστε κανένας δεν θα είχε ανάγκη να αποτραβηχτεί στην έρημο αναζητώντας την τελείωση, γιατί θα υπήρχε η ίδια ευκαιρία και μέσα στις πόλεις. Ήθελε να μεταμορφώσει την ίδια την πόλη και γι’ αυτό τον σκοπό διάλεξε για τον εαυτό του το δρόμο της ιεροσύνης και του αποστολικού αξιώματος.
Ήταν τούτο ένα ουτοπικό όνειρο; Ήταν δυνατό να αναμορφώσει τον κόσμο και να αφαιρέσει την κοσμικότητα του κόσμου; Επέτυχε ο Χρυσόστομος στην αποστολή του; Η ζωή του ήταν θυελλώδης και σκληρή, ήταν μια ζωή καρτερίας και μαρτυρίου. Καταδιώχθηκε και αποδοκιμάστηκε όχι από τους εθνικούς, αλλά από φευδαδέλφους, και πέθανε άπατρις σαν αιχμάλωτος στην εξορία. Όλα όσα του δόθηκαν για να τα υποστεί τα δέχθηκε με πνεύμα χαράς, σαν να ερχόταν από το χέρι του Χριστού, που και ο ίδιος αποδοκιμάσθηκε και θανατώθηκε. Η Εκκλησία με ευγνωμοσύνη αναγνώρισε εκείνον τον μάρτυρα και πανηγυρικά ανακήρυξε τον Χρυσόστομο ως ένα από τους «οικουμενικούς διδασκάλους» για όλους τους μελλοντικούς αιώνες.
Υπάρχει κάποια ασυνήθιστη γεύση επικαιρότητος στα κείμενα του Χρυσοστόμου. Ο κόσμος στον οποίον έζησε ήταν σαν τον δικό μας, ένας κόσμος εντάσεων, ένας κόσμος άλυτων προβλημάτων σ’ όλους τους τομείς της ζωής. Οι συμβουλές του μπορεί να βρίσκουν όχι λιγότερη απήχηση στην εποχή μας από εκείνη που εύρισκαν στη δική του εποχή. Αλλά η σπουδαιότερη συμβουλή του είναι μια πρόσκληση προς πραγμάτωση του ολοκληρωμένου Χριστιανισμού, στον οποίον πίστη και φιλανθρωπία, πίστη και πρακτική εφαρμογή, συνδέονται οργανικά σε μια απόλυτη εγκατάλειψη του ανθρώπου στην καταπληκτική αγάπη του Θεού, σε μια απόλυτη εμπιστοσύνη στο έλεός του, σε μια απόλυτη προσήλωση στην υπηρεσία του, δια Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας.

(π. Γεωργίου Φλορόφσκυ, «Θέματα Εκκλησιαστικής ιστορίας»,  εκδ. Π. Πουρναρά -Θεσ/νίκη, σ. 93-103)

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ σημασία του στὴν ζωή μας Τοῦ Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Γρηγορίου


Τοῦ Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Γρηγορίου
Οἱ ὀδυνηρὲς καὶ ἀνίατες ἀσθένειες, ὁ θάνατος προσφιλῶν μας προσώπων, ὅπως καὶ ὁ ἰδικός μας θάνατος, ἡ ἀδικία, ἡ ἀχαριστία καὶ περιφρόνησις, οἱ διωγμοὶ ποὺ ἐνίοτε ὑφιστάμεθα, ἡ πτωχεία καὶ ἄλλες δοκιμασίες, ἀποτελοῦν εὐκαιρίες πού, ἂν τὶς χρησιμοποιήσουμε σωστά, μᾶς συσταυρώνουν καὶ συνεγείρουν μὲ τὸν Χριστό.
Ἡ Σταύρωση Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Αἰκατερίνης Σινᾶ, 13ος-14ος αἰ.
Ἂν ἀγανακτήσουμε, ζημιωνόμαστε πνευματικά. Ἂν τὶς δεχθοῦμε παθητικά, στωικά, γιατὶ δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε διαφορετικά, πάλι δὲν ὠφελούμεθα. Ἂν ὅμως τὶς δεχθοῦμε ὡς ἐπίσκεψι Θεοῦ καὶ ὡς εὐκαιρίες γιὰ τὴν πνευματική μας τελείωσι, τότε πολὺ εἶναι τὸ κέρδος. Ἡ ἑκούσια ἀποδοχὴ τοῦ πόνου ὡς Σταυροῦ, ὡς δώρου τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν πνευματική μας τελείωσι, μᾶς ἀνεβάζει στὸ ὕψος τῶν ἁγίων μαρτύρων. Ὁ Χριστιανὸς π.χ. ποὺ στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου ὀδυνᾶται καὶ ὑπομένει καὶ εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, ἀναδεικνύεται σὲ ὁμολογητὴ τῆς δυνάμεως τῆς πίστεως καὶ σὲ σύγχρονο μάρτυρα, ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ Σταυροῦ μεταβάλλει τὸ ἀκούσιο τοῦ πόνου σὲ ἑκούσιο.
Ἁγιορείτης ἀσκητὴς εἶπε ἐνδεικτικά: Ἕνα «δόξα σοι ὁ Θεὸς» τὴν ὥρα ποὺ πονᾶμε, ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ χίλια «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», ὅταν δὲν πονᾶμε.
Ὁ συσταυρωμένος μὲ τὸν Χριστὸ Παῦλος, ὁ φέρων στὸ σῶμα του τὰ στίγματα τοῦ Χριστοῦ, μᾶς ἐβεβαίωσε ὅτι: «εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν» (Β ́ Τιμ. β ́, 12). Αὐτὴν τὴν στάσι ἔδειξαν στὰ παθήματα τῆς ζωῆς ὅλοι οἱ Ἅγιοι, μὲ κορυφαῖο τὸν μακάριο καὶ πολύαθλο Ἰώβ, ποὺ γι’ αὐτὸ θεωρεῖται καὶ τύπος Χριστοῦ. Ὁ Ἰὼβ ἦταν δίκαιος, δὲν ἦταν ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλός. Καὶ ὅμως παρεχώρησε ὁ Θεὸς νὰ περάση ἀβάστακτους πόνους, ἐνῷ ἄλλοι ἀσεβεῖς εὐημεροῦσαν.[...]
Κατὰ ἕνα ἰδιαίτερο τρόπο συμμετεῖχε στὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ ἡ Θεοτόκος, «συμπράττουσα καὶ συμπάσχουσα τῇ δι’ αὐτῆς ὑψοποιῷ κενώσει τοῦ Λόγου» (ἡ Θεοτόκος συνέπραττε καὶ συνέπασχε μὲ τὸ νὰ συνεργήση στὴν ὑψοποιὸ κένωσι τοῦ Λόγου), κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ.1 Ἀπὸ τὴν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου σύλληψι, στὴν ἁγία γαστέρα της, τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ της, ἄρχισαν καὶ οἱ δοκιμασίες της. Μὴ μπορώντας ὁ Ἰωσὴφ νὰ ἐξηγήση τὴν ὑπερφυῆ σύλληψι καὶ ἐγκυμοσύνη της «ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν» (Ματθ. α ́, 19). Μεγάλη ἔπρεπε νὰ εἶναι τότε ἡ ὀδύνη τῆς ἁπλῆς καὶ ἀσήμου κόρης Μαρίας.
Δοκιμασία καὶ οἱ δυσκολίες νὰ βρεθῆ τόπος ἐν τῷ καταλύματι γιὰ νὰ γεννήση τὸν Μονογενῆ της. Σπανίως γυναίκα ἔγκυος καὶ ἑτοιμόγεννη δὲν εὑρίσκει τόπο νὰ γεννήση.
Δοκιμασία ἡ προσπάθεια τοῦ Ἡρώδου νὰ φονεύση τὸ Θεῖο Βρέφος, δοκιμασία καὶ ἡ φυγή τους στὴν Αἴγυπτο. Ἄστεγη στὴν Βηθλεέμ, πρόσφυγας στὴν Αἴγυπτο.
Δοκιμασία καὶ ἡ ἀγωνία, ὅταν κατὰ τὸ προσκύνημά τους στὰ Ἱεροσόλυμα ἔχασε ἐπὶ τριήμερο τὸν δωδεκαετῆ Ἰησοῦ.
Κάθε πόνος καὶ κατατρεγμὸς τοῦ Ἰησοῦ κατὰ τὴν τριετῆ του δράσι ἦταν καὶ ἰδική της δοκιμασία.
Ἂς ἀκούσουμε τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα: «Καὶ συμμετεῖχε μὲ τὸν Υἱό της στὴν αἰσχύνη καὶ στὶς ὕβρεις καὶ σὲ ὅλα ὅσα ἀποκάλυπταν τὴν φτώχεια, στὴν ὁποία ἦρθε γιὰ χάρη μας. Καὶ ἀνεχόταν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ φαινομενικοῦ πατέρα του, τοῦ Ἰωσήφ, καὶ μακροθυμοῦσε, παίρνοντας τὸ μέρος τοῦ Υἱοῦ της γιὰ τὴν δική μου σωτηρία...
Κι ὅταν ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους εὐεργετοῦσε τὸν φθονοῦσαν καὶ τὸν μισοῦσαν, ἡ Παρθένος πονοῦσε μαζί Του καὶ δεχόταν τὰ βέλη τοῦ μίσους των...
Ὅταν πάλι χρειάσθηκε νὰ ὑποφέρη γιὰ μᾶς ὁ Σωτὴρ καὶ νὰ πεθάνη, πόσο μεγάλες ἦσαν οἱ ὀδύνες, μὲ τὶς ὁποῖες τοῦ συμπαραστάθηκε ἡ Παρθένος! Τί βέλη τὴν διαπέρασαν! Γιατὶ κι ἂν ὁ Υἱός της ἦταν μόνο ἄνθρωπος καὶ τίποτε ἄλλο, τίποτε ὀδυνηρότερο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ προσθέση κανεὶς σὲ μιὰ μητέρα. Ἀλλὰ τώρα εἶναι ὁ μόνος Υἱός της, ποὺ τὸν ἔφερε στὸν κόσμο μόνη της, κατὰ τρόπο παράδοξο, ποὺ δὲν λύπησε ποτὲ οὔτε τὴν ἴδια οὔτε κανένα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἀντίθετα, τοὺς εὐεργέτησε ὅλους τόσο, ὥστε νὰ ξεπεράση ὅλες τὶς προσδοκίες τους. Τί λοιπὸν συναισθήματα εἶναι φυσικὸ νὰ εἶχε ἡ Παρθένος, ὅταν ἔβλεπε τὸν Υἱό της σὲ τόσο φοβερὲς ὀδύνες, αὐτὸν ποὺ ἦταν ὁ εὐεργέτης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, «τὸν πρᾶον, τὸν ταπεινὸν τῇ καρδίᾳ», αὐτὸν ποὺ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ «ἐρίζων οὐδὲ κραυγάζων», τὸν ὁποῖον κανεὶς ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κατηγορήση γιὰ τὸ παραμικρό, ὅταν τὸν ἔβλεπε νὰ σέρνεται ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἄγρια θηρία, νὰ γυμνώνεται, νὰ δέρνεται, νὰ κρίνεται ἄξιος τῆς χειρότερης καταδίκης, νὰ πεθαίνη τὸν ἐξευτελιστικότερο θάνατο μαζὶ μὲ τοὺς ἁμαρτωλότερους ἀνθρώπους, ἔξω ἀπὸ κάθε ἔννοια δικαιοσύνης καὶ νόμου, ὅπως συμβαίνει σὲ τυραννικὰ καθεστῶτα; Προσωπικὰ πιστεύω ὅτι τέτοια ὀδύνη ποτὲ σὲ κανένα ἄνθρωπο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξη...
Γι’ αὐτὸ τὴν ὥρα τῶν παθῶν κατέλαβε τὴν Παρθένο θλίψη ὑπερβολικὴ καὶ ἀπερίγραπτη, τέτοια ποὺ παραπλήσια ποτὲ δὲν ἔνοιωσε ἄνθρωπος. Γιατὶ αὐτὴ εἶδε τὴ σταύρωση σὰν μητέρα, ἀλλὰ καὶ σὰν ἄνθρωπος μὲ σωστὴ κρίση, σὰν κάποιος ποὺ μπορεῖ νὰ διακρίνη καθαρὰ τὴν ἀδικία.
Γιατὶ ἔπρεπε νὰ λάβη μέρος σὲ κάθε τι ποὺ ἔκανε ὁ Υἱός της γιὰ τὴν σωτηρία μας. Ὅπως τοῦ μετέδωσε τὸ αἷμα καὶ τὴν σάρκα της κι ἔλαβε ἀμοιβαῖα μέρος στὶς δικές του χάριτες, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἔλαβε μέρος καὶ σὲ ὅλους τοὺς πόνους καὶ τὴν ὀδύνη του. Κι αὐτὸς βέβαια καρφωμένος στὸν Σταυρὸ δέχθηκε στὴν πλευρὰ τὴν λόγχη, ἐνῷ διαπέρασε τὴν καρδιὰ τῆς Παρθένου ρομφαία, ὅπως ἀνήγγειλε ὁ ἁγιώτατος Συμεών. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μαρτύρια τὰ προξενοῦσαν οἱ «κύνες» ἐκεῖνοι ἀπὸ κοινοῦ στὸν Υἱὸ καὶ στὴ μητέρα. Τὸ ἴδιο καὶ ὅταν χρησιμοποιώντας παλαιοτέρους λόγους του τὸν κατηγοροῦσαν σὰν ἀλαζόνα, κι ὅταν τὸν ὀνόμαζαν πλάνο κι ἀγωνίζονταν ν’ ἀποδείξουν τὴν πλάνη του».2
Ὁ δίκαιος Συμεὼν κατὰ τὴν Ὑπαπαντὴ εἶχε προφητεύσει ὅτι ρομφαία θὰ περνοῦσε τὴν ἁγία ψυχὴ τῆς Θεοτόκου.
Αὐτὴ ἡ ρομφαία πολλὲς φορὲς τὴν ἐπόνεσε. Πάντα ὅμως ὑπέμενε καὶ ἐπιτελοῦσε, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, «ἆθλον τῆς ἀπαραμίλλου καρτερίας».
Καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψι τοῦ Υἱοῦ της, πάλι ἀνάμεσα στοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς πρώτους Χριστιανοὺς πρώτη αὐτὴ σηκώνει τὸν Σταυρὸ τῶν διωγμῶν, τοὺς στηρίζει καὶ τοὺς καθοδηγεῖ στὸ ἀποστολικό τους ἔργο. Ὅπως τότε στὴν Σταύρωσι τοῦ Υἱοῦ της «εἱστήκει παρὰ τῷ Σταυρῷ» καὶ συνέπασχε καὶ συσταυρωνόταν μαζί Του, ἔτσι καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψί Του αὐτὴ σηκώνει τὸν Σταυρὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ συμπάσχουσα μητέρα τῶν Χριστιανῶν.
Παραπομπές
1. Ἁγ. Γρηγ. Παλαμᾶ, Εἰς τὴν Κοίμησιν, Ε.Π.Ε., τ. 10, σελ. 443.
2. Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, ἐνθ’ ἀνωτ. σελ. 209-213.

Τὸ θεμέλιο τῆς νέας ζωῆς Τοῦ Ὁσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς


«Πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν, οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν, νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ.» (Φιλιππησίους 3, 18)
Σταυρός, Σταύρωσις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Θεοφάνης ο Κρης ΙΜ Σταυρονικήτα
Ἀντίθετα στὴ ζωὴ ἐν Χριστῷ στέκει ἡ ζωὴ χωρὶς τὸ Χριστὸ καὶ ἐνάντια στὸ Χριστό. Αὐτὴ ζοῦν οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Χριστοῦ, «οἱ ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ». Μποροῦν καὶ ὑπάρχουν τέτοιοι; Μὰ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸ θάνατο, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀπὸ τὸ διάβολο, ἀπὸ τὴν κόλαση. Ὁ σταυρὸς εἶναι ἡ «δύναμη τοῦ Θεοῦ» καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ εἶναι καὶ ἀνθρώπινη δύναμη καὶ ἀνθρώπινη δόξα. Ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι θεμέλιο τῆς νέας ζωῆς, τῆς αἰώνιας ζωῆς, θεμέλιο τῶν Ἀποστόλων, θεμέλιο τῶν Μαρτύρων, θεμέλιο τῶν Ὁμολογητῶν, θεμέλιο τοῦ ἀσκητισμοῦ, θεμέλιο τῆς ἁγιοσύνης, μὲ μία λέξη, θεμέλιο ὅλου τοῦ εὐαγγελίου καὶ τῆς πίστης καὶ τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας καὶ τῆς πραότητας καὶ τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς ἀπάθειας καὶ τῆς θεοποίησης. Ναί, εἶναι «ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ», μὲ τὴν ὅποια οἱ ἄνθρωποι νικοῦν ὅλους τοὺς θανάτους, ὅλες τὶς ἁμαρτίες, ὅλα τὰ κακά. Καὶ τὸ ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἐνάντιοι στὸ σταυρό, τοῦτο εἶναι πράγματι ἀξιοθρήνητο. Γι’ αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἀπόστολος κλαίγοντας μιλάει περὶ τῶν ἐχθρῶν τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ εἶναι πρωτίστως ἐχθροὶ τοῦ ἑαυτοῦ τους, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων, ἀφοῦ σκοτώνουν τὸν ἑαυτό τους ὄχι μ’ ἕνα θάνατο ἀλλὰ μ’ ἑκατοντάδες, καὶ ρίχνουν τὸν ἑαυτό τους ὄχι σὲ μία κόλαση ἀλλὰ σὲ χιλιάδες. Ὀφθαλμοφανῶς, ἐκεῖνοι εἶναι ἐχθροὶ τῆς ἀθανασίας τους, τοῦ παραδείσου τους, τῆς σωτηρίας τους, τοῦ θεϊκοῦ τους προορισμοῦ, καὶ μ’ αὐτὸ εἶναι ἐχθροὶ καὶ τῆς σωτηρίας ἀλλήλων καὶ τῆς ἀθανασίας ἀλλήλων, ἀφοῦ μποροῦν νὰ τοὺς σκανδαλίσουν καὶ νὰ τοὺς ἀποτρέψουν ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας καὶ νὰ τοὺς σπρώξουν στὸν γκρεμὸ τοῦ πνευματικοῦ θανάτου.
Συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, οἱ ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ εἶναι πάντα μαθητὲς τοῦ διαβόλου, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος ἐχθρὸς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καὶ αὐτὸς παρακινεῖ τοὺς ἀνθρώπους σ’ αὐτὴ τὴν ἔχθρα καὶ μέσῳ τούτου τοὺς σκλαβώνει γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι τοὺς κρατᾶ στὴ σκλαβιὰ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ κακοῦ. Αὐτός, ὁ «ἀνθρωποκτόνος» ( Ἰωάν. η’, 44), μέσῳ τῶν ἐχθρῶν τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ κάνει τὴν ἀπὸ καταβολῆς ἐργασία του, δηλαδὴ μὲ τὶς ἁμαρτίες σκοτώνει τὸν ἕναν ἄνθρωπο μετὰ τὸν ἄλλο. Μόνο τοὺς χριστιανοὺς δὲν μπορεῖ νὰ σκοτώσει, γιατὶ ἀμύνονται σ’ αὐτὸν μὲ τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, τὸν νικοῦν σ’ ὅλες τὶς μάχες, κι ἔτσι σώζουν τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, ἀπὸ κάθε κακό, ἀπὸ κάθε πειρασμό.
Ὁ Ἀντιόχειος Χρυσόστομος εὐαγγελίζεται: «Τίποτα δὲν εἶναι ἔτσι ἀνάρμοστο καὶ ξένο στὸν χριστιανὸ ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιζητεῖ τὴν ἄνεση καὶ τὴν ἀνάπαυση. Τίποτε δὲν εἶναι τόσο ξένο ἀπὸ τὴν προσήλωση σ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Ὁ Κύριός σου σταυρώθηκε κι ἐσὺ ἀναζητᾶς τὴν ἄνεση; Ὁ Κύριός σου καρφώθηκε στὸ σταυρὸ κι ἐσὺ ζεῖς στὴν πολυτέλεια; Καὶ ταιριάζουν αὐτὰ σ’ ἕνα γενναῖο στρατιώτη; Γιὰ αὐτὸ λέει ὁ Παῦλος «Πολλοὶ ἔχουν ἀνάρμοστη συμπεριφορά, γιὰ τοὺς ὁποίους πολλὲς φορὲς σᾶς εἶπα καὶ τώρα κλαίγοντας σᾶς λέω! Ἀναφέρομαι στοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ». Τὰ λέει αὐτὰ ἐπειδὴ κάποιοι ὑποκρίνονταν τοὺς χριστιανούς, ζώντας μὲ ἀνέσεις καὶ πολυτέλεια, πράγμα ποὺ εἶναι ἐνάντια στὸ σταυρό, ἐπειδὴ ὁ σταυρὸς εἶναι γνώρισμα τῆς ψυχῆς ποὺ ἀγωνίζεται ἕτοιμη γιὰ τὸ θάνατο καὶ δὲν ψάχνει τὴν ἄνεση. Αὐτοὶ ὅμως συμπεριφέρονται ἀντίθετα. Ἔτσι, ἂν καὶ λένε ὅτι εἶναι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ, γιατί, ἐὰν ἀγαποῦσαν τὸ σταυρό, θὰ προσπαθοῦσαν νὰ ζοῦν τὴ ζωὴ τοῦ ἐσταυρωμένου. Δὲν σταυρώθηκε ὁ Κύριός σου; Ἐὰν δὲν μπορεῖς νὰ σταυρωθεῖς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, μιμήσου Τον μὲ ἄλλο τρόπο· σταύρωσε τὸν ἑαυτό σου, ἔστω καὶ ἂν δὲν σὲ σταυρώσει κανείς· δὲν ἐννοῶ νὰ καταστρέψεις τὸν ἑαυτό σου (μακάρι κάτι τέτοιο νὰ μὴν γίνει, γιατὶ εἶναι ἀσέβεια), ἀλλὰ ὅπως ἔλεγε ὁ Παῦλος: «ὁ κόσμος νεκρώθηκε κι ἐγὼ γι’ αὐτόν».
Ἐὰν ἀγαπᾶς τὸν Κύριό σου, πέθανε ὅπως ἐκεῖνος. Μάθε πόση εἶναι ἡ δύναμη τοῦ σταυροῦ, πόσα κατόρθωσε, πόσα κατορθώνει⋅ μάθε ὅτι εἶναι ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς. Μέσῳ αὐτοῦ γίνονται τὰ πάντα, διὰ τοῦ σταυροῦ τὸ βάπτισμα (γιὰ νὰ λάβουμε τὴ σφραγίδα), διὰ τοῦ σταυροῦ ἡ χειροτονία. Εἴτε εἴμαστε στοὺς δρόμους, εἴτε στὸ σπίτι, εἴτε ὁπουδήποτε, ὁ σταυρὸς εἶναι μέγα ἀγαθό, ἀνίκητο ὅπλο, ἀκατανίκητη ἀσπίδα, ἀντίπαλος τοῦ διαβόλου. Πότε;
Ὅταν πολεμᾶς τὸ διάβολο κρατώντας τὸ σταυρό σου, ὄχι κάνοντάς τον ἁπλὰ σὰν σημεῖο, ἀλλὰ ὑποφέροντας τὶς συνέπειές του. Γνώριζε πὼς ὁ Χριστὸς ἀποκαλεῖ τὰ πάθη σταυρό, ὅταν λέει: «Ἐὰν κάποιος δὲν σηκώσει τὸν σταυρό του καὶ μὲ ἀκολουθήσει», δηλαδὴ ἐὰν κάποιος δὲν εἶναι ἕτοιμος γιὰ τὸ θάνατο. Αὐτοὶ ποὺ ἀγαποῦν τὴ ζωὴ καὶ τὸ σῶμα τους ὄντας ἐλεεινοί, εἶναι ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ. Καὶ καθένας ποὺ ἀρέσκεται στὶς ἀπολαύσεις καὶ τὴν ἐνταῦθα βεβαιότητα εἶναι ἐχθρὸς τοῦ σταυροῦ».

Εἰς τὴν Ὕψωσιν τοῦ τιμίου Σταυροῦ


Ἰωάννης Χρυσόστομος - Εἰς τὴν Ὕψωσιν τοῦ τιμίου Σταυροῦ
Πᾶσα μὲν ἡ ἀπὸ τῶν χειρόνων ἐπὶ τὰ κρείττονα μεταβολὴ μεγίστην χαρὰν καὶ εὐφροσύνην τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων κατεργάζεται.
Πέφυκε γὰρ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, τῶν κρειττόνων ὀρεγομένη, ἀεὶ σπεύδειν ἐπὶ τὴν τῶν βελτιόνων κατάληψιν.
Οὕτω γοῦν ἡδεῖα τοῖς πλέουσιν ἡ ἐκ χειμῶνος εἰς εὐδίαν καὶ γαλήνην μετάβασις·
ἡδεῖα δὲ καὶ τοῖς ὁδοιπόροις ἡ ἐκ καμάτου ἐπ᾿ ἀνάπαυσιν ἡσυχία·
ἡδεῖα δὲ καὶ τοῖς λυπουμένοις ἡ ἐκ κατηφείας εἰς εὐφροσύνην μετάθεσις·
ἡδυτέρα δὲ καὶ τοῖς νοσοῦσιν ἡ ἐξ ἀσθενίας εἰς ὑγίειαν καὶ εὐρωστίαν ἀνάληψις·
ἡδεῖα δὲ καὶ τοῖς πολεμίοις ἡ ἀπὸ ἔχθρας εἰς φιλίαν καὶ εἰρήνην βεβαίωσις·
ἡδυτέρα δὲ καὶ ἡ ἀπὸ τοῦ σκότους καὶ τῆς νυκτὸς εἰς τὴν ἡμέραν μετάπτωσις.
Καὶ πᾶσα πρᾶξις, ὡς ἔστιν εἰπεῖν, ἡδυτέραν ἔχει τὴν ἐργασίαν, ὅταν ὄφελος μετὰ τοῖς ποθοῦσιν αὐτὴν ἀπεργάζηται.
Οὕτω γοῦν ὁρῶμεν καὶ τὴν ὑπὸ Θεοῦ δεδομένην ἡμῖν ἀπόλαυσιν, τῇ μεταβολῇ τὴν εὐφροσύνην ἡμῖν παρεχομένην.
Σῖτος μὲν γάρ ἐστιν οὕτως ἡδύς·
εἰς δὲ τὴν γῆν μετὰ κόπου καταβαλλόμενος καὶ πολυπλασιαζόμενος, ἡδύτερος ἀναδείκνυται μετὰ πάσης χαρᾶς εἰς πλῆθος τροφῆς λαμβανόμενος.
Εἷς μὲν γάρ ἐστι τῷ σπόρῳ κόκκος εἰς ἀδηλίαν ῥιπτόμενος.
Οὕτω καὶ φύσις ἀμπέλου ἡδυτέραν ἡμῖν παρέχει τὴν ἀνάπαυσιν, τῇ μεταβολῇ τοῦ καρποῦ τὸ ποτὸν ἀπὸ τοῦ ξύλου προφερομένη.
Ἕλικες μὲν γὰρ καὶ φύλλα δριμυτάτην καὶ στυπτικωτάτην ἔχουσι τὴν ἐνέργειαν, ὡς μηδὲ στόματι δυνατὸν πρὸς γεῦσιν ἐφάψασθαι·
σταφυλὴ δὲ σὺν ἕλιξι καὶ φύλλοις ἐν ἐνὶ ξύλῳ συμφυομένη, τοιαύτην γλυκεῖαν ἔχει τὴν αἴσθησιν, ὡς γλυκαίνειν τῶν πικρῶν καὶ λυπηρῶν τὴν ἕξιν, τὸν ἴδιον καρπὸν εἰς εὐφροσύνην τῇ πόσει παρεχομένη.
Οὕτω καὶ τῆς ἐλαίας τὸ πρέμνον ἀειθαλὲς μὲν ἔχει τὸ φύλλον, ἀεὶ δὲ νεάζον τὸ δένδρον·
φέρεται δὲ κατὰ καιρὸν ὁ καρπὸς, οὐχ ὁμοίως τοῖς πᾶσιν ἀπὸ τοῦ ξύλου φαινόμενος, ἀλλ᾿ ἰδίαν τινὰ φύσιν ἐν ἑαυτῷ ἐπιδεικνύμενος.
Ἄνθος μὲν γὰρ πρῶτον ὡς χοῦν λεπτότατόν ἐστι περιβαλλόμενος, ἐν μέσῳ δὲ τούτου αὐτός ἐστιν ὡς κέγχρος ἀναφυόμενος·
καὶ βότρυϊ μὲν παρεοικὼς πλῆθος ἀναρίθμητον ἐπιδείκνυται, εἰς αὔξησιν δὲ προϊὼν, τοῦ πλήθους μὲν ὡς ἀνωφελοῦς ἀπαλλάττεται, καὶ πικρὸς μέν ἐστιν ἕως τέλους ἀπογευόμενος, ἄγευστος δὲ διὰ χειρῶν λαμβανόμενος·
φύλαξ δὲ διὰ τούτου τῆς ἑαυτοῦ πιότητος γινόμενος, ἤδη τῆς πικρότητος τῇ μεταβολῇ τοσαύτην ἡδεῖαν παρέχει τὴν γεῦσιν, ὡς πάσης μὲν τρυφῆς ἄρτυμα παρεισφέρεσθαι, πάσης δὲ ἑστιάσεως κέρασμα πρὸς τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων γίνεσθαι.
Καὶ οὕτω πᾶσα φύσις φυτῶν τε καὶ σπερμάτων τῇ μεταβολῇ τῶν καρπῶν τὴν εὐφροσύνην τοῖς πᾶσι παρέχουσιν.
Ἐπεὶ τοίνυν τῶν χαλεπωτέρων ἐπὶ τῇ τῶν βελτιόνων μεταβολῇ τοσαύτην χαρίζεται τὴν ἀπόλαυσιν, φέρε δὴ, μεταβάντες ἐπὶ τὰ τούτων τιμιώτερα;
θεασώμεθα πόσων ἡμῖν ἀγαθῶν πρόξενος γέγονεν ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, διὰ τῆς αὐτοῦ ἐνεργείας τοσαύτην μεταβολὴν ἀγαθῶν κατεργασάμενος.
Εἰ γὰρ καὶ λυπηρὸς καὶ στυγνὸς ὁ τοῦ Κυρίου σταυρὸς ἀκουόμενος, ἀλλὰ χαρᾶς πλήρης καὶ φαιδρότητος ἔμπλεος, οὐ πάθους, ἀλλ᾿ ἀπαθείας αἴτιος γενόμενος.
Εἰ δὲ καὶ σκάνδαλόν ἐστιν Ἰουδαίοις ὀνομαζόμενος, μωρία δὲ καὶ τοῖς ἔθνεσι κηρυττόμενος, ἀλλ᾿ ἡμῖν τοῖς πιστεύουσι σωτηρία μνημονευόμενος.
Εἰ γὰρ καὶ ἐν ἐκκλησίᾳ σταυροῦ ἀναγινωσκομένου, καὶ πάθους διὰ σταυροῦ μνημονευομένου, λαὸς ὁ σταυρῷ πιστεύων ἀγανακτεῖ ἐλεεινὴν φωνὴν καὶ γογγυσμὸν ἀφιέμενος, οὐ διὰ τὸν σταυρὸν, ἀλλὰ διὰ τοὺς σταυρώσαντας καὶ ἀπιστήσαντας.
Σταυρὸς γὰρ σωτηρία τῆς Ἐκκλησίας, σταυρὸς τὸ καύχημα τῶν εἰς αὐτὸν ἠλπικότων, σταυρὸς ὁ ἀπαλλάξας ἡμᾶς τῶν προλαβόντων κακῶν, καὶ ἀπαρχὴ τῶν ἐπιγενομένων ἡμῖν ἀγαθῶν, σταυρὸς ἡ πρὸς Θεὸν ἐχθρῶν καταλλαγὴ, καὶ ἐπὶ Χριστὸν ἁμαρτωλῶν ἐπιστροφή.
Διὰ σταυροῦ γὰρ τῆς ἔχθρας ἐῤῥύσθημεν, καὶ διὰ σταυροῦ τῷ Θεῷ εἰς φιλίαν συνήφθημεν·
διὰ σταυροῦ τῆς τοῦ διαβόλου τυραννίδος ἠλευθερώθημεν, καὶ διὰ σταυροῦ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀπωλείας ἀπηλλάγημεν.
Διὰ τοῦτο ὁ λαὸς πρότερον μὲν περὶ σταυροῦ ἀκούων ἐγόγγυζεν, αὖθις δὲ περὶ ἀναστάσεως ἀκούων τὸν γογγυσμὸν εἰς χαρὰν μετέβαλε, καθαρᾷ τῇ φωνῇ τὴν δόξαν προφερόμενος.
Σταυρὸς τὴν ἀνθρωπείαν φύσιν εἰς ἀγγελικὴν μετέβαλε τάξιν, πάσης φθαρτῆς πράξεως ἀλλοτρίαν ἀποδείξας, καὶ τῆς ἀφθάρτου ζωῆς ἐνδιαιτᾶσθαι καταξιώσας.
Οὐκ ἔτι γὰρ ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ θεοὺς προσηγόρευσε λέγων·
Ἐγὼ εἶπα, Θεοί ἐστε, καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες.
Οὐκ ἔτι δούλους, ἀλλὰ φίλους καὶ ἀδελφοὺς ὠνόμασεν, Ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, λέγων.
Ὁρᾷς πόσην μεταβολὴν ὁ σταυρὸς κατειργάσατο;
Ἵνα δὲ μάθῃς ἀκριβέστερον τὴν δύναμιν τοῦ σταυροῦ, κατανόησον τί πρὸ σταυροῦ, καὶ τί μετὰ σταυρὸν, καὶ εὑρήσεις τοῦ σταυροῦ τὴν ἐνέργειαν.
Πρὸ σταυροῦ Υἱὸς οὐκ ἦν γινωσκόμενος, σήμερον σταυροῦ κηρυττομένου Υἱὸς ὀνομάζεται, καὶ Πατὴρ δι᾿ Υἱοῦ γνωρίζεται·
πρὸ σταυροῦ διάβολος προσεκυνεῖτο, νῦν σταυροῦ κηρυττομένου διάβολος πέπτωκε, καὶ δαίμονες φυγαδεύονται·
πρὸ σταυροῦ πορνείαις καὶ ἀσελγείαις ἐσχολάζομεν, νῦν δὲ σταυροῦ κηρυττομένου οὐ μόνον πορνείας ἀπέστημεν, ἀλλὰ καὶ γάμων κατεφρονήσαμεν, παρθενίαν δὲ, ἣν οὐκ ᾔδειμεν, δεξάμενοι, ὡς ἰδίαν φυλάττομεν.
Οὐκ ἦν σταυρὸς κηρυττόμενος, καὶ διάβολος τοὺς Ἰουδαίους κατὰ τοῦ Χριστοῦ συνήγαγε·
σήμερον σταυρὸς κηρύσσεται, καὶ οἱ ἀπόστολοι Ἰουδαίους διὰ τῆς πίστεως προσάγουσιν.
Οὐκ ἦν σταυρὸς κηρυττόμενος, καὶ ὑπὸ θανάτου κατειχόμεθα·
νῦν σταυρὸς κηρύσσεται, καὶ ὡς μὴ ὄντος θανάτου κατεφρονήσαμεν·
τὴν δὲ αἰώνιον ζωὴν ἐποθήσαμεν.
Οὐκ ἦν σταυρὸς κηρυττόμενος, καὶ παραδείσου ἀλλότριοι ἦμεν·
σταυροῦ δὲ φανέντος παραχρῆμα λῃστὴς παραδείσου ἠξιώθη.
Ὢ μεγάλης δυνάμεως σταυροῦ, ὅσην μεταβολὴν τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων κατειργάσατο!
Ἀπὸ τοσούτου σκότους εἰς φῶς ἀπέραντον μετέστησεν, ἀπὸ θανάτου εἰς ζωὴν αἰώνιον ἀνεκαλέσατο, ἀπὸ φθορᾶς εἰς ἀφθαρσίαν ἀνεκαίνισεν.
Οὐκ ἔτι γὰρ ὀφθαλμοὶ καρδίας ἀπὸ ἀγνοίας ὑπὸ τοῦ σκότους καλύπτονται, ἀλλὰ διὰ σταυροῦ τῷ φωτὶ τῆς γνώσεως καταυγάζονται·
οὐκ ἔτι ὦτα κωφῶν ὑπὸ ἀπιστίας κέκλεισται·
οἱ κωφοὶ γὰρ ἤκουσαν λόγον Κυρίου, καὶ οἱ τυφλοὶ ἀνέβλεψαν τοῦ ἰδεῖν τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
Ταῦτα τοῦ σταυροῦ τὰ κατορθώματα, ταῦτα ἡμῖν διὰ σταυροῦ τὰ δωρήματα.
Τί γὰρ καλὸν ἡμῖν οὐκ ἀπὸ σταυροῦ δεδώρηται;
τί δὲ ἀγαθὸν οὐ διὰ σταυροῦ ἡμῖν κατώρθωται;
Διὰ σταυροῦ εὐσεβεῖν ἐδιδάχθημεν, καὶ τῆς θείας φύσεως τὴν δύναμιν ἐπέγνωμεν·
διὰ σταυροῦ δικαιοσύνην Θεοῦ παιδευόμεθα, καὶ σωφροσύνης ἀρετὴν μεταδιώκομεν·
διὰ σταυροῦ ἀλλήλους γνωρίζομεν, καὶ οἱ μακρὰν ὄντες Χριστῷ συνήφθημεν, καὶ τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἠξιώθημεν·
διὰ σταυροῦ ἀγάπης τὴν δύναμιν ἔγνωμεν, καὶ ὑπὲρ ἀλλήλων ἀποθανεῖν οὐ παραιτούμεθα·
διὰ σταυροῦ πάντων τῶν ἐν τῷ κόσμῳ καταπεφρονήκαμεν, καὶ ὡς οὐδὲν αὐτὰ εἶναι ἡγησάμεθα, τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ὀρεγόμενοι, καὶ τῶν ἀοράτων ὡς ὁρωμένων ἀντιποιούμενοι.
Σταυρὸς κηρύττεται, καὶ πίστις ἡ εἰς Θεὸν ὁμολογεῖται, καὶ ἀλήθεια εἰς ἅπασαν τὴν οἰκουμένην πολιτεύεται·
σταυρὸς κηρύττεται, καὶ μάρτυρες ἀναδείκνυνται, καὶ ἡ εἰς Χριστὸν ὁμολογία κρατύνεται·
σταυρὸς κηρύττεται, καὶ ἡ ἀνάστασις ἀναδείκνυται, καὶ ἡ ζωὴ πεφανέρωται, καὶ ἡ τῶν οὐρανῶν βασιλεία καταπιστεύεται, καὶ οἱ ἄπιστοι τῷ σταυρῷ πιστεύουσι, καὶ σωτηρίας τυγχάνουσιν οἱ τὸν σταυρὸν κατὰ τῆς ζωῆς ἐπινοήσαντες.
Σταυρὸς τούτων ἁπάντων ἡμῖν πρόξενος γέγονε, καὶ διὰ σταυροῦ ᾄδειν ἐδιδάχθημεν.
Τί τοίνυν σταυροῦ τιμιώτερον;
τί δὲ τούτου ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς ὠφελιμώτερον;
Μὴ οὖν ἐπαισχυνθῶμεν σταυρὸν ὀνομάζοντες, ἀλλὰ μετὰ πάσης παῤῥησίας αὐτὸν ὁμολογήσωμεν, δι᾿ οὗ εἰς σωτηρίαν ἀνεκλήθημεν, καὶ εἰς αἰώνιον ζωὴν παραπεμπόμεθα.
Ὁρᾷς πόσην ὁ σταυρὸς οὗτος οἰκονομίαν τῷ κόσμῳ κατειργάσατο;
Μετέβαλεν αὐτοῦ τὰ ἄνομα πράγματα, καὶ ἠλλοίωσε τὰ ἄθεα δόγματα, οὐκ ἔτι νόμοις διαβολικοῖς ἐμπολιτεύεται, οὐ θεσμοῖς θανατικοῖς ἀναστρέφεται.
Θεὸς γὰρ ἐπεδήμησε, καὶ τῆς οἰστρηλασίας τὰ πάθη ἐξέτεμε, τὰ ἴδια ἐνομοθέτησε, καὶ τὰ συμφέροντα καὶ ἐπωφελῆ ἐδογμάτισε·
δόγματα σωφροσύνης ἐθέσπισε, καὶ τὴν ἡδυπάθειαν ἐξέκοψεν·
ὅρους ἁγιωσύνης ἐνέθηκε, καὶ νόμον ἁγνείας ἥρμοσε, καὶ ἄνομον πορνείαν ἐκποδὼν ἐποίησε·
τοὺς τῆς ἐγκρατείας ἐνομοθέτησε κανόνας, καὶ τὰς τῶν ἡδονῶν ἐπικρατείας ἀνέτρεψε·
δόγματι θεϊκῷ τὰ τῶν ἐπιθυμιῶν ὄργανα κατέσπασε, καὶ πᾶσαν τὴν δι᾿ ἡδονῆς ἐντικτομένην ἁμαρτίαν ἐμείωσεν.
Ἐπειδὴ γὰρ ἀρχὴ πορνείας, ἐπίνοια εἰδώλων, εὕρεσις δὲ αὐτῶν, φθορὰ ζωῆς, διὰ τοῦτο τὴν ῥίζαν τῆς ἀνομίας ἐξέκοψεν, ἵνα παύσῃ πάντα τὰ ῥεύματα τῆς ἀσεβείας.
Καὶ κατήργησε μὲν τὰ μυσαρὰ σεβάσματα τῆς εἰδωλολατρείας, διέφθειρε δὲ τὰ τῶν ἀθεμίτων ἐπιτηδεύματα, ἠχρείωσε τὰ σχίσματα τῆς βακχικῆς παρανομίας, καὶ ἠμαύρωσε τὰ πλάσματα καὶ τὰ καλλωπίσματα τῆς ἀσεβείας·
τὰ τῆς ἀπάτης ἐνέκοψεν ἀδικήματα, καὶ τὰ τῆς ἀπωλείας ἐνέφραξε ῥεύματα·
ἐκαθάρισε τὰς ψυχὰς ἐκριζώσας τὰς ἀκάνθας τῆς ἀσεβείας, καὶ ἤνεγκεν ὡς κόκκον σίτου τὰ σπέρματα τῆς θεοσεβείας, ἵν᾿ ἀποδείξῃ τὰς ψυχὰς καρποφορούσας γεννήματα δικαιοσύνης·
ἤνοιξε τοὺς καταῤῥάκτας τῆς πνευματικῆς σιτοδοσίας, καὶ ἐπλήρωσε τὰς λογικὰς ἀποθήκας τῶν θεϊκῶν γεννημάτων τῆς ἐπουρανίου σοφίας·
ἐνεφόρησε τοὺς πιστεύοντας τῆς τοῦ Πνεύματος ἁγιαστίας, καὶ γέγονεν ἕκαστος δοχεῖον τῆς ἐνθέου ἁγιωσύνης, καὶ ποταμὸς τῆς θείας εὐπρεπείας.
Τούτων ἡμῖν ἁπάντων ὁ σταυρὸς ἐχορήγησε τὴν κτῆσιν, καὶ πάντων τῶν τηλικούτων ἀγαθῶν διὰ τοῦ σταυροῦ ἀπολαύομεν.
Τούτων ἁπάντων τὴν γνῶσιν διὰ σταυροῦ εἰλήφαμεν, καὶ ταῦτα πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐδιδάχθημεν.
Ἵνα δὲ μάθῃς τοῦ σταυροῦ τὴν δύναμιν καὶ πόσον ἰσχύει σταυροῦ ἐνέργεια, κατάμαθε τὰ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ γενόμενα, καὶ εὑρήσεις ἔργα θεϊκῆς δυνάμεως δι᾿ αὐτοῦ τελούμενα.
Σταυρὸς κατὰ τῆς ζωῆς πήγνυται, καὶ ζωὴ τῷ κόσμῳ διὰ σταυροῦ εἰς θάνατον ἐπινενόηται, καὶ θάνατος νεκρὸς δι᾿ αὐτοῦ ἀποδέδεικται·
σταυρὸς κατὰ τῆς ἀληθείας ἥπλωται, καὶ διὰ σταυροῦ κόσμος τῆς ἀληθείας πεπλήρωται·
σταυρὸς ἐκτέταται κατὰ τοῦ Δεσπότου, καὶ ὁ Δεσπότης δι᾿ αὐτοῦ τὰς χεῖρας ἐκτείνας, τὰ πάντα πρὸς ἑαυτὸν συνήγαγε.
Χριστὸς ἐπὶ σταυροῦ κρέμαται, καὶ διάβολος νενέκρωται·
Χριστὸς ἐπὶ σταυροῦ ἥπλωται, καὶ σημεῖον σωτηρίας τῷ κόσμῳ δεδώρηται·
Χριστὸς ἐπὶ σταυροῦ προσήλωται, καὶ πᾶσα ψυχὴ ἐκ δεσμῶν λελύτρωται·
Χριστὸς ἐπὶ σταυροῦ πέπηγε, καὶ ἡ σύμπασα κτίσις ἀπὸ τῆς φθορᾶς τῆς δουλείας ἠλευθέρωται·
Χριστὸς ἐπὶ σταυροῦ ἀναπέπαυται, καὶ τεράστιον καινότερον τῷ κόσμῳ ἀναδέδεικται·
ἡλίου γὰρ τὸ φῶς σκοτίζεται.
Σύμβολον τοῖς μὲν ἀπίστοις ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως τὸ σκότος ταμιευόμενον, τοῖς δὲ πιστεύουσι τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἀπὸ σκότους μεταβαλλόμενον.
Τοῦτο δὲ καὶ προφητικόν που λόγιον βοᾷ λέγον·
Καὶ ἔσται ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, λέγει Κύριος, δύσεται ὁ ἥλιος μεσημβρίας, καὶ συσκοτάσει ἐν ἡμέρᾳ τὸ φῶς, καὶ μεταστρέψω τὰς ἑορτὰς ὑμῶν εἰς πένθος, καὶ πάσας τὰς ᾠδὰς ὑμῶν εἰς θρήνους.
Ὁρᾷς, ἀγαπητὲ, ἡλίκον περιέχει μυστήριον τὸ προφητικὸν λόγιον;
Ἐνταῦθα γὰρ ἀμφοτέρων αἰνίττεται τὰ πράγματα, Ἰουδαίων τε λέγω τῶν ὑπὸ νόμον, καὶ ἐθνῶν ἔξω τοῦ νόμου τὴν ἀνομίαν ἐπιτελούντων.
Οἱ μὲν γὰρ κατὰ νόμον ἑορτάζοντες πενθήσουσι τὰς ἑορτὰς ἀποτελέσαντες, καὶ ἀντὶ ᾠδῶν κοπετὸν περὶ τῆς Ἱερουσαλὴμ ποιήσονται.
Οὐκ ἔτι γὰρ ἔσται Ἱερουσαλὴμ ἔχουσα τὰς λατρείας, οὔτε ἐπιτελεσθήσεται ἑορτὴ ἐν αὐτῇ, τέλος εἰληφότων ἁπάντων μετὰ τὴν Χριστοῦ ἐπιδημίαν καὶ τὸ πάθος αὐτοῦ καὶ τὴν οἰκονομίαν.
Διὰ τοῦτο οὖν φησι·
Μεταστρέψω τὰς ἑορτὰς ὑμῶν εἰς πένθος, καὶ πάσας τὰς ᾠδὰς ὑμῶν εἰς θρήνους·
τῶν νομικῶν ἀποστερούμενοι καὶ εἰς δουλείαν παντὶ ἔθνει παραδιδόμενοι, ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἐπίστευσαν τῷ θείῳ καὶ παραδόξῳ τοῦ σταυροῦ κηρύγματι.
Πενθήσει δὲ καὶ ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις ἐξομολογούμενα ἔθνη πένθος μακαρισμοῦ πρόξενον.
Μακάριοι γὰρ, φησὶν, οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται.
Πενθήσουσιν οὖν ἐπὶ ταῖς ματαίαις αὐτῶν ἑορταῖς, καὶ ᾄσμασιν ἀθεμίστοις, οἷς ἐπετέλουν τοῖς ἀκαθάρτοις δαίμοσιν.
Ὅρα γάρ μοι σήμερον, πῶς μετανοήσας ἐθνικὸς, ὁ πρότερον τοῖς εἰδώλοις ἑορτάζων, μεταστρέφει τὴν ἑορτὴν εἰς πένθος, μετανοῶν ἐφ᾿ οἷς κακῶς ἔπραττε, καὶ λέγει θρηνῶν τὸ προφητικὸν ἐκεῖνο λόγιον·
Ἐπλανήθημεν ἐν τῇ αἰσχύνῃ ἡμῶν, καὶ ἐπεκάλυψεν ἡμᾶς τὰ ἁμαρτήματα ἡμῶν, ὅτι ἐπλήσθημεν ἀσεβείας ἡμῶν.
Ἔγνωμεν ἀδικίας πατέρων ἡμῶν.
Οὕτως οὖν καὶ ἡμεῖς καλῶς θρηνοῦντες καὶ πενθοῦντες ἐν τοῖς προγεγραμμένοις ἡμῖν κακοῖς, τῷ σταυρῷ ἑαυτοὺς προσπλέξωμεν, σταυρῷ τὰς ἐλπίδας ἀνατιθέντες, ἵνα διὰ σταυροῦ παιδαγωγηθέντες, καὶ εἰς οὐρανὸν τὴν διάνοιαν τείναντες, Χριστῷ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν πλησιάσαντες, ἐγγὺς Θεοῦ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν γενέσθαι καταξιωθῶμεν, ἐν αὐτῷ Χριστῷ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Εἰς τὸν τίμιον καὶ ζωοποιὸν σταυρὸν, καὶ περὶ τῆς τῶν πρώτων ἀνθρώπων παραβάσεως.


Τί εἴπω, ἢ τί λαλήσω;
ἢ τίνας ὑμᾶς καλέσω;
πρόβατα, ἢ ποιμένας;
ναύτας, ἢ κυβερνήτας;
μαθητὰς, ἢ διδασκάλους;
πῶς ὑμῶν θαυμάσω τὸν ζῆλον τὸν πυρὸς λαβρότερον;
Πρόβατα ὑμᾶς καλέσω, καὶ γάρ ἐστε πραεῖς καὶ ἡσύχιοι.
Ποιμένας ὑμᾶς καλέσω;
καὶ γάρ ἐστε μιμούμενοι τὸν ἑαυτῶν ∆εσπότην.
Ναύτας ὑμᾶς καλέσω;
καὶ γάρ ἐστε τῇ πείρᾳ τῶν κλυδωνίων χειμῶνα ὑπομείναντες.
Κυβερνήτας ὑμᾶς καλέσω;
καὶ γάρ ἐστε καθάπερ γάρ τις ἄριστος κυβερνήτης καθήμενος ἐπὶ τῶν οἰάκων,
τῇ τέχνῃ τὰς τρικυμίας διαφεύγων,
καὶ σῶον ἀποσώζων τὸ σκάφος,
ἐπ' εὔδιον λιμένα χειραγωγεῖ·
οὕτω δὴ καὶ ὑμεῖς.
Ἀλλὰ μαθητὰς ὑμᾶς καλέσω;
καὶ γάρ ἐστε ἕτοιμοι πρὸς τὴν ὑπακοήν.
Ἀλλὰ διδασκάλους ὑμᾶς καλέσω;
Πάλιν ἐρῶ,
Ἐστὲ, ἁπάσης γὰρ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι ἐγένεσθε.
Τί οὖν ἐροῦμεν;
Βούλομαι σήμερον ὑμῖν τράπεζαν παραθεῖναι πνευματικὴν, οὐ σῶμα τρέφουσαν, ἀλλὰ πνεῦμα τειχίζουσαν,
μᾶλλον δὲ καὶ σῶμα τρέφουσαν, καὶ ψυχὴν ἀποσμήχουσαν.
Τοιαύτη γάρ ἐστιν ἡ τράπεζα πνευματικὴ,
οὐ καθὼς ἡ τράπεζα τῶν γαστριμάργων κόρον ἐμποιοῦσα.
Λόγος γάρ ἐστι πνευματικὸς εὐωδίας πνέων·
ὑπομιμνησκόμενος γὰρ αὐτὸν ἄνθρωπος, καθάπερ μύρον μασσώμενος, εὐωδίαν τινὰ ἐκπέμπει, οὐ μόνον ἑαυτὸν τῇ εὐωδίᾳ παραμυθούμενος, ἀλλὰ καὶ τοὺς παρεστῶτας αὐτῷ πληροῦσθαι τῆς εὐωδίας ἐκείνης παρασκευάζων.

Συντείνατε δὴ ἑαυτούς·
λόγον γὰρ ἐξαγαγεῖν βούλομαι.
Καὶ γάρ τινές εἰσι τῶν κολυμβητῶν ῥίπτοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ τοῦ σκάφους ἐπὶ τὴν θάλασσαν, περιερχόμενοι τὸν βυθὸν, βουλόμενοι μαργαρίτην ἀνιμήσασθαι·
ἡμεῖς δὲ ἔχοντες ἀντὶ σκάφους τὴν Παλαιὰν καὶ Καινὴν ∆ιαθήκην,
ἀντὶ πηδαλίου τὸν σταυρὸν,
ἀντὶ κυβερνήτου τὸν Χριστὸν,
ἀντὶ πρωρέως τὸν Πατέρα,
ἀντὶ ζεφύρου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,
ἀντὶ ἱστίου τὴν χάριν,
ἀντὶ ναυτῶν τοὺς μαθητὰς,
ἀντὶ ἐπιβατῶν τοὺς προφήτας,
οὐκοῦν καὶ ἡμεῖς ῥίψωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ τοῦ σκάφους ἐπὶ τὸ πέλαγος τῶν νοημάτων, οὐχ ἵνα μαργαρίτην ἀνιμησώμεθα, ἀλλὰ μαργαρίτου τιμιώτερον.
Συντείνατέ μοι ἑαυτοὺς, παρακαλῶ,
παρέχοντές μοι τὴν ὑπακοήν·
καθὼς γὰρ προλαβὼν εἶπον, ὅτι μαργαρίτου τιμιώτερον μέλλω ἀνιμᾶσθαι ἐκ τοῦ βάθους τῶν νοημάτων.
Μὴ οὖν παραπέμψησθε,
καὶ ὡς ἀλογίστοις χρήσησθε ἑαυτοῖς.
Γέγραπται γάρ·
Μὴ βάλητε τὸν μαργαρίτην ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, καὶ μὴ ῥίπτητε τὰ ἅγια τοῖς κυσί.
Χοίρους δὲ ὅταν ἀκούσῃς, μὴ τὰ ἄλογα ζῶα ταῦτα νομίσῃς·
καὶ κύνας ὅταν ἀκούσῃς, μὴ τοὺς κύνας τούτους νομίσῃς.
Χοίρους γὰρ λέγει τοὺς ἐν ἀσωτίᾳ ζῶντας·
κύνας δὲ λέγει τοὺς εἰκῆ λυσσῶντας κατὰ τοῦ ∆εσπότου.
Ποιήσατε οὖν ἀξίους ἑαυτοὺς εἶναι τοῦ μαργαρίτου οὗ μέλλω ὑμῖν σήμερον παρατιθέναι.
Καὶ γὰρ οἱ γηπόνοι οὐχ ἁπλῶς τὰ σπέρματα καταβάλλονται, ἐὰν μὴ πρῶτον βοῦς ζεύξωσι, καὶ ἄροτρον ἑλκύσωσι,
καὶ ἀκάνθας ἀνασπάσωσι, καὶ αὔλακας ἀνατέμωσι,
καὶ τότε τὰ σπέρματα καταβάλλονται ἐπὶ τὴν γῆν,
ἵνα εὑρὼν αὐτὰ ὁ ὑετὸς κατενέγκῃ εἰς τὰς λαγόνας τῆς γῆς·
καὶ τότε λαβοῦσα ἡ γῆ, τίκτει τὸν ἄσταχυν.
Ἀλλὰ ἐκεῖνα μὲν ἐκδέχονται καὶ χειμῶνα, καὶ θέρος,
καὶ ὄμβρον οὐράνιον, καὶ ἡλίου ἀκτῖνας, καὶ καιρὸν θερισμοῦ, καὶ τότε συνάγουσιν αὐτὰ εἰς τὰς ἀποθήκας·
ἐγὼ δὲ οὐ χειμῶνα ἐκδέχομαι, οὐδὲ θέρος, οὐδὲ ἡλίου ἀκτῖνας, οὐδὲ ὄμβρον, οὐδὲ βόας ζευγνύω, οὐδὲ ἄροτρον ἑλκύω, οὐδὲ αὔλακας ἀνατέμνω, οὔτε ἀκάνθας ἀνασπῶ·
σήμερον γὰρ σπείρω, σήμερον καὶ θερίζω.
Οὐκ ἐργάζομαι γὰρ γῆν ἄλογον,
ἀλλὰ γῆν λογικὴν,
οὐκ ἀναίσθητον, ἀλλ' αἰσθητὴν,
οὐκ ἄψυχον, ἀλλὰ ψυχικήν.
Καὶ μακάριος ἐγὼ ποταπῆς γῆς γεωργὸς ἐκληρώθην·
τότε γὰρ μακάριός εἰμι, ὅταν λαλῶ εἰς ὦτα ἀκουόντων. Καὶ πάλιν λέγει·
Παρακοὴ θάνατον κατεργάζεται.
Μακάριος οὖν ἐγώ·
μακάριοι καὶ ὑμεῖς.
Καὶ γὰρ Ἰησοῦς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ λέγει τοῖς μαθηταῖς·
Μακάριοί ἐστε, ἐὰν τὸν ἐμὸν λόγον τηρήσετε.

Συντείναντες οὖν ἑαυτοὺς προσέχετε τοῖς λεγομένοις.
Βούλομαι δὲ ὑμῖν ἐν ὑποδείγμασι δεῖξαι τί ἐστι Θεός·
λόγῳ χρησάμενος λέγω·
Ἔοικεν ὁ Θεὸς ἀνδρὶ καθημένῳ ἐπὶ σκοπέλῳ,
καὶ θεωροῦντι πᾶσαν τὴν θάλασσαν,
πλοῖα δὲ βαδίζοντα ἐν αὐτῇ, τὴν δὲ ἐπίσαλον οὖσαν, τρικυμίαις δὲ ἐγείρουσαν ἑαυτὴν,
διὰ τὸ σφοδροὺς ἐν αὐτῇ πνεῖν ἀνέμους·
ἄριστος δέ τις κυβερνήτης φιλονεικῶν τοῖς κύμασιν ἐπ' εὔδιον λιμένα τὸ σκάφος ὁρμίσαι,
διὰ τὸ ὀψίαν αὐτοὺς καταλαμβάνειν, δεδοικὼς μήποτε ὑποβρύχιον γένηται τὸ πλοῖον, ἄλλων πλοίων τὴν ὀρθὴν ὁδὸν βαδιζόντων, ἑτέρων δὲ τῇ ῥύμῃ τῶν ἀνέμων ὑποβρυχίων γενομένων καὶ διαλυθέντων, τεθνηκότων δέ τινων, τινῶν δὲ περιγενομένων, καὶ ἐπιλαβομένων οἰκτροῦ τινος πηδαλίου, καὶ ταῖς τρικυμίαις ἐπὶ τὴν στερεὰν ἐξελκομένων, καὶ τῶν ἤδη τεθνηκότων τὰ σώματα ἐξεῤῥιμμένα.
Ταῦτα δὲ πάντα θεωρεῖ ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ σκοπέλῳ·
οὗτός ἐστιν ὁ Θεός·
καὶ καθὼς προλαβὼν εἶπον, ὅτι λόγῳ χρησάμενος λέγω.
Ὅταν δὲ εἴπω Θεὸν καθήμενον ἐν ὑψηλοῖς,
μὴ νόμιζε αὐτὸν ἐν τοῖς ὑψηλοῖς εἶναι μόνον,
ἀλλὰ καὶ πανταχοῦ.
Οὐ γὰρ τόπου διάστασιν ἔχει, αὐτὸς ἑαυτοῦ τόπος ὢν,
αὐτὸς τὰ πάντα χωρῶν, χωρεῖ δὲ αὐτὸν οὐδέν.
Τί γὰρ δύναται χωρῆσαι τὴν ἀσώματον φύσιν καὶ ἄϋλον καὶ ἀπέραντον καὶ ἀνεξιχνίαστον, καὶ ἀνώλεθρον καὶ ἄφθαρτον καὶ ἀκατάληπτον;
παρὰ γὰρ τοῖς εὐσεβοῦσιν οὕτω δεῖ νοεῖν Θεόν.
Αὕτη γὰρ ἡμῶν ἡ ἐλπὶς, καθὼς γέγραπται·
Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωὴ, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν, καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν.

Ἐντεῦθεν ἡμῶν ἐπιλαμβάνονται οἱ αἱρετικοὶ, οἱ ὄντες ἀγνώμονες, οἱ ἀναγινώσκοντες, καὶ μὴ ἐπιγινώσκοντες·
Χριστὸν δὲ σὺ ὅταν ἀκούσῃς, μὴ τὸν Θεὸν λογίζου μόνον, μήτε τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν μόνην,
ἀλλὰ τὸ συναμφότερον,
καὶ τὸν Θεὸν Λόγον καὶ τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν.
Ἐπεὶ οἶδα Χριστὸν πεινάσαντα,
καὶ οἶδα Χριστὸν ἐκ πέντε ἄρτων καὶ δύο ἰχθύων
θρέψαντα πεντακισχιλίους χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων·
οἶδα Χριστὸν διψήσαντα,
καὶ οἶδα Χριστὸν τὸ ὕδωρ εἰς οἶνον μεταβαλόντα·
οἶδα Χριστὸν πλεύσαντα,
καὶ οἶδα Χριστὸν ἐπὶ τῶν ὑδάτων περιπατήσαντα·
οἶδα Χριστὸν ἀποθανόντα,
καὶ οἶδα Χριστὸν νεκροὺς ἐγείραντα·
οἶδα Χριστὸν Πιλάτῳ παρεστῶτα,
καὶ οἶδα Χριστὸν τῷ Πατρὶ συγκαθεζόμενον·
οἶδα Χριστὸν ὑπὸ Ἰουδαίων ἐμπτυόμενον,
καὶ οἶδα Χριστὸν ὑπὸ ἀγγέλων προσκυνούμενον·
καὶ τὸ μὲν ἐπάγω τῇ θεότητι, τὸ δὲ τῇ ἀνθρωπότητι.
∆ιὰ γὰρ τοῦτο συναμφότερον εἴρηται, ἐπεὶ οἶδα Χριστὸν ἐκ Μαρίας γεννηθέντα, καὶ οἶδα Χριστὸν πρὸ τῶν αἰώνων ὄντα.

∆οξάσωμεν μὲν οὖν Ἰησοῦν τὸν Χριστὸν,
τὸ τεῖχος τὸ ἄῤῥηκτον,
τὸν θεμέλιον τὸν ἐπὶ τὴν πέτραν τεθεμελιωμένον.
Αὐτὸς λέγει τῷ Πέτρῳ·
Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.
Ὁμοίως δὲ καὶ Παῦλος λέγει·
Θεμέλιον ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον,
ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός.

Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς ἵνα πάσῃ πραότητι προσέχωμεν ἀλλήλοις,
ἐν μὲν γὰρ τῷ παρόντι βίῳ
βρώσει καὶ πόσει καὶ ποικίλαις ἡδοναῖς δελεαζόμεθα,
ἐν δὲ τῷ μέλλοντι,
κρίσις καὶ δίκη.
Μὴ δώσωμεν οὖν τόπον τῷ διαβόλῳ.
Οὐ γὰρ ἡμῖν ἐστιν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα,
ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχὰς,
πρὸς τὰς ἐξουσίας,
πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου.

Σπεύσωμεν οὖν φυγεῖν τὴν αἰώνιον κόλασιν.
Οὐ γὰρ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὴν κόλασιν, ἵνα ἡμᾶς ἐμβάλῃ,
ἀλλ' ἵνα ἐμπεσόντα σε ἐκβάλῃ·
τοιοῦτον γὰρ ἔχομεν φιλάνθρωπον Θεὸν καὶ ἐλεήμονα.
Μαρτυρεῖ γὰρ ∆αυῒδ λέγων·
Ὁ Θεὸς κριτὴς δίκαιος, καὶ ἰσχυρὸς, καὶ μακρόθυμος,
καὶ μὴ ὀργὴν ἐπάγων καθ' ἑκάστην ἡμέραν.

Ἐὰν μὴ ἐπιστραφῆτε, τὴν ῥομφαίαν αὐτοῦ στιλβώσει·
τὸ τόξον αὐτοῦ ἐνέτεινε, καὶ ἡτοίμασεν αὐτὸ,
καὶ ἐν αὐτῷ ἡτοίμασε σκεύη θανάτου
.
Ταῦτα λέγει ὁ Θεὸς, οὐχ ἵνα ἡμᾶς κρίνῃ,
ἀλλ' ἵνα μὴ ῥᾳθυμότεροι γενώμεθα.
Εἰ γὰρ ἐβούλετο ἡμᾶς ἀπολέσαι,
οὐκ ἂν τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐξέχεεν ὑπὲρ ἡμῶν.
Ἀπέθανεν οὖν, ἵνα σοι ἀθανασίαν χαρίσηται·
ἐπείνασεν, ἵνα σε τὴν ἑαυτοῦ σάρκα χορτάσῃ·
ἐδίψησεν, ἵνα σε τὸ ἑαυτοῦ αἷμα ποτίσῃ·
ἐν πλοίῳ ἐκάθισεν, ἵνα σε ὑπεράνω τῶν Χερουβὶμ καθίσῃ·
ἐβαπτίσθη, ἵνα σε φωτίσῃ·
ἐῤῥαπίσθη, ἵνα σε ἐλευθερώσῃ·
ὡδοιπόρησεν, ἵνα σε ἀκάματον ποιήσῃ·
ἔπλευσε, ἵνα σε ἄφοβον καταστήσῃ·
ἐκοιμήθη, ἵνα σε ἀμέριμνον ποιήσῃ·
ἐκ γυναικὸς προσῆλθεν, ἵνα τὴν παράβασιν τὴν ἐν τῷ παραδείσῳ οἰκτειρήσῃ·
ἐκλήθη ἄνθρωπος, ἵνα σε θεὸν καλέσῃ·
ἐκλήθη Υἱὸς ἀνθρώπου, ἵνα σε υἱὸν Θεοῦ καλέσῃ·
ἔλαβε τὰ ἡμέτερα, καὶ ἔδωκεν ἡμῖν τὰ ἑαυτοῦ·
ηὔξατο, ἵνα σε πιστὸν ποιήσῃ, καθὼς λέγει ἐπὶ τοῦ Λαζάρου·
Πάτερ, δόξασόν σου τὸν Υἱὸν, ἵνα καὶ ὁ Υἱός σου δοξάσῃ σε.
Καὶ ἦλθε φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν, λέγουσα·
Καὶ ἐδόξασα, καὶ πάλιν δοξάσω.
Οἶδα ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις, ἀλλὰ διὰ τὸν παρεστῶτα ὄχλον εἶπον, ἵνα πάντες πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.

Εἴ τι οὖν ὑπέστη, οὐ δι' ἑαυτὸν ὑπέστη, οὐδὲ διὰ τὸν Πατέρα τὸν ἑαυτοῦ, ἀλλ' ἵνα σώσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος διὰ τοῦ σταυροῦ.
Καὶ εἰ θέλεις γνῶναι, ἀγαπητὲ,
τὴν δύναμιν τοῦ σταυροῦ,
καὶ ὅσα δὴ ἐγκώμια περὶ τοῦ σταυροῦ, ἄκουε.

Σταυρὸς Χριστιανῶν ἐλπὶς,
σταυρὸς νεκρῶν ἀνάστασις,
σταυρὸς τυφλῶν ὁδηγὸς,
σταυρὸς ἀπηλπισμένων ἐλπὶς,
σταυρὸς πεπλανημένων ὁδὸς,
σταυρὸς ἀδικουμένων ἔκδικος,
σταυρὸς χωλῶν βακτηρία,
σταυρὸς πενήτων παραμυθία,
σταυρὸς πλουσίων χαλινὸς,
σταυρὸς ὑπερηφάνων καθαίρεσις,
σταυρὸς ἀκολάστων μετάνοια,
σταυρὸς τρόπαιον κατὰ δαιμόνων,
σταυρὸς διαβόλου νῖκος,
σταυρὸς νηπίων παιδαγωγὸς,
σταυρὸς ἀπόρων εὐπορία,
σταυρὸς πλεόντων κυβερνήτης,
σταυρὸς χειμαζόντων λιμὴν,
σταυρὸς πολεμουμένων τεῖχος,
σταυρὸς πατὴρ ὀρφανῶν,
σταυρὸς προστάτης χηρῶν,
σταυρὸς ἀδίκων κριτὴς,
σταυρὸς δικαίων στῦλος,
σταυρὸς θλιβομένων ἄνεσις,
σταυρὸς νηπίων φύλαξ,
σταυρὸς ἀνδρῶν κεφαλὴ,
σταυρὸς πρεσβυτέρων τέλος,
σταυρὸς φῶς τοῖς ἐν σκότει καθημένοις,
σταυρὸς βασιλέων μεγαλοπρέπεια,
σταυρὸς βαρβάρων φιλανθρωπία,
σταυρὸς δούλων ἐλευθερία,
σταυρὸς ἀπαιδεύτων σοφία,
σταυρὸς ἀνόμων νόμος,
σταυρὸς προφητῶν κήρυγμα,
σταυρὸς ἀποστόλων κατάγγελμα,
σταυρὸς μαρτύρων καύχημα,
σταυρὸς μοναζόντων ἄσκησις,
σταυρὸς παρθένων σωφροσύνη,
σταυρὸς ἱερέων χαρὰ,
σταυρὸς Ἐκκλησίας θεμέλιος,
σταυρὸς οἰκουμένης ἀσφάλεια,
σταυρὸς ναῶν καθαίρεσις,
σταυρὸς βωμῶν ἀνατροπὴ,
σταυρὸς κνίσσης ἀφανισμὸς,
σταυρὸς Ἰουδαίων σκάνδαλον,
σταυρὸς ἀσεβῶν ἀπώλεια,
σταυρὸς ἀδυνάμων δύναμις,
σταυρὸς νοσούντων ἰατρὸς,
σταυρὸς λεπρῶν καθαρισμὸς,
σταυρὸς παραλυτικῶν σφίγξις,
σταυρὸς πεινώντων ἄρτος,
σταυρὸς διψώντων πηγὴ,
σταυρὸς γυμνῶν σκέπη·
γυμνότητα δὲ ὅταν εἴπω, οὐ τὴν τοῦ σώματος λέγω,
ἀλλὰ τὴν τῆς πίστεως.
Ὅταν δὲ πιστεύσας βαπτισθῇς, τότε ἀκούσεις ἐνδεδυμένος.
Καὶ ἄκουε Παύλου λέγοντος·
Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε.
Χριστὸν δὲ ὅταν ἀκούσῃς, μὴ τὸν Θεὸν λογίσῃ μόνον,
μηδὲ τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν μόνην,
ἀλλὰ τὸ συναμφότερον.
Πολλάκις γὰρ εἶπον, καὶ νῦν λέγων οὐ παύσομαι·
Ἐμοὶ μὲν γὰρ τὸ λέγειν οὐκ ὀκνηρὸν, ὑμῖν δὲ ἀσφαλές·
βούλομαι γὰρ πάντας διδασκάλους εἶναι.
Χριστὸς οὖν εἴρηται, ἐπειδὴ σάρκα ἐνεδύσατο·
Ἰησοῦς Χριστὸς εἴρηται, τὸ ὄνομα τῆς σαρκὸς αὐτοῦ·
Λόγος εἴρηται, ἐπειδὴ ἔκ τινος Υἱός·
Υἱὸς, ἐπειδὴ ἐκ Πατρός·
Μονογενὴς, ἐπειδὴ μόνος ἐκ μόνου Θεοῦ·
Θεὸς, ἐπειδὴ ποιητής.
Καὶ ἄκουε Ἰωάννου λέγοντος·

Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν,
καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος·
οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν·
πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο
καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν,
ὃ γέγονεν.

Ὁρᾷς ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ λόγῳ τὸν οὐρανὸν ἐκτείνας,
καὶ τὸν ποικίλον χορὸν τῶν ἄστρων κοσμήσας,
καὶ δείξας καθάπερ λειμῶνα τὸν οὐρανόν;
Οὗτός ἐστιν ὁ τὸν ἥλιον ἀνάψας, καὶ τοὺς αὐτῷ τάξας δρόμους·
οὗτός ἐστιν ὁ τὴν σελήνην ὁρίσας εἰς δυσμάς·
οὗτός ἐστιν ὁ τὴν γῆν θεμελιώσας ἐπὶ τῶν ὑδάτων·
οὗτός ἐστιν, ὁ τῇ γῇ ἐπιτάξας ἀνατεῖλαι βοτάνην χόρτου,
καὶ ταῖς πηγαῖς βρύειν ὕδατα, καὶ ποταμοῖς ῥέειν,
καὶ λίμναις συναχθῆναι·
καὶ τῇ θαλάσσῃ ὅρια θεὶς διὰ ψάμμου,
καὶ τοῖς ὕδασιν ἐπιτάξας ἐκβαλεῖν ψυχὰς ζώσας,
καὶ τοῖς ἀνέμοις πνέειν,
καὶ τὰ ὄρη σταθμήσας ζυγῷ, νεφέλαις κινεῖσθαι, κτήνεσι, τετράποσιν, ἑρπετοῖς, πετεινοῖς διατρέχειν ἐπὶ τῆς γῆς.

Τί δὲ λέγω ἀγγέλους, ἀρχαγγέλους, θρόνους, τὰ Χερουβὶμ, τὰ Σεραφὶμ, Ἀρχὰς, Ἐξουσίας, τάξεις, χρόνους, καὶ ἐνιαυτοὺς, καὶ μῆνας, καὶ ἑβδομάδας, καὶ ἡμέρας, καὶ ὥρας, καὶ νύκτας, καὶ φῶς, καὶ σκότος, καὶ τὰς τῶν πραγμάτων οὐσίας;
Ἔσχατον δὲ ποιήσας τὸν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωσιν ἑαυτοῦ, ἐν τῷ παραδείσῳ ἔθετο αὐτόν.
Ἰδὼν δὲ τὸ ἀνθρώπινον γένος νικώμενον ὑπὸ τῆς τοῦ διαβόλου κακίας, ἐβουλήθη τὴν ἀπαρχὴν τὴν ἡμετέραν ἐνδύσασθαι, καὶ προσηλῶσαι αὐτὴν ἐν τῷ ξύλῳ, ἵν',
ὥσπερ διὰ τοῦ ξύλου ἡ παράβασις, οὕτω πάλιν διὰ τοῦ ξύλου ἡ σωτηρία.
Ζηλώσας οὖν ὁ διάβολος ὅτι αὐτὸς μὲν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐῤῥίφη, ὁ δὲ Ἀδὰμ ἐν τῷ παραδείσῳ ἦν, καθάπερ ὅπλῳ χρησάμενος τῷ ὄφει ἐνήργησεν εἰς αὐτόν·
καὶ οὕτω προδιελέχθη αὐτοῖς οὖσιν ἐν τῷ παραδείσῳ·
ἀσώματος γὰρ σωματικοῖς διαλεχθῆναι οὐκ ἠδύνατο·
καί φησι πρὸς τὴν Εὔαν, ὅτι καλὸν τὸ ξύλον τοῦτο καὶ ὡραῖον εἰς βρῶσιν·
καὶ, Ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγησθε ἀπ' αὐτοῦ, ἔσεσθε ὡς θεοὶ πάντα γινώσκοντες.
Πείσας οὖν τὴν Εὔαν, ἠπάτησεν·
εἶτα ἐκείνη συνέπεισε τὸν ἑαυτῆς ἄνδρα,
καὶ ἔφαγον ἀπὸ τοῦ ξύλου.
Φαγόντων δὲ αὐτῶν ὤφθησαν γυμνοί·
καί φησιν ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Ἀδάμ·
Ποῦ εἶ;
Ὅταν ἀκούσῃς, Ποῦ εἶ, μὴ ἄγνοιαν λογίσῃ.
τῷ Θεῷ·
ἔλεγε δὲ, Ποῦ εἶ, ἐπειδὴ ἔλεγεν αὐτοῖς ὁ διάβολος, ὅτι Ἐν ᾗ ἡμέρᾳ φάγητε, ἔσεσθε ὡς θεοί·
ὡς ὑπολαμβανόντων αὐτῶν, ὅτι μέλλουσι γενέσθαι ὡς θεοὶ, διὰ τοῦτο ἔλεγεν ὁ Θεὸς αὐτῷ·
Ἀδὰμ, ποῦ εἶ;
ἀνθ' ὧν, ὅτι ἔφαγες καὶ ἔμεινας ἄνθρωπος·
οὐ παρήγγειλά σοι ἐκ τοῦ ξύλου τούτου μὴ φαγεῖν;
ἔφαγες δὲ, καὶ παρέβης·
τοῦτό ἐστι τὸ, Ποῦ εἶ;
Φύλλα δὲ συκῆς ἦσαν περιβεβλημένοι, σκέποντες τὸ εἶδος τῆς ἁμαρτίας.
Καὶ τί φησιν ὁ Ἀδάμ;
Ἤκουσά Σου τῆς φωνῆς περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ, καὶ ἐκρύβην.
Καί φησι·
Τί τοῦτο ἐποίησας;
Καί φησι πρὸς τὸν Θεόν·
Ἡ γυνὴ, ἣν ἔδωκάς μοι, αὕτη με ἠπάτησεν.
Εἶτα πρὸς τὴν Εὔαν,
Τίς σέ;
Καὶ τί φησιν ἐκείνη;
Ὁ ὄφις ἠπάτησέ με.
Ὦ Εὔα, ἔστω, σὲ τῷ ἀνδρί σου ἔδωκα,
μὴ καὶ τῷ ὄφει σε ἔδωκα;

Ταῦτα δὲ προεφασίζοντο,
ὡς βουλόμενοι ἑαυτοὺς ὑπεξαιρεῖν τῆς τιμωρίας.
Καί φησιν ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Ἀδάμ·
Ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἐν τοῖς ἔργοις σου,
ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἀνατελεῖ σοι·
ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φάγῃ τὸν ἄρτον σου.

Εἶτα πρὸς τὴν γυναῖκα·
Ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα,
καὶ πληθύνων πληθυνῶ τὰς λύπας σου·
καὶ πρὸς τὸν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου, καὶ αὐτός σου κυριεύσει.

Εἶτα πρὸς τὸν ὄφιν·
Ἐν τῷ στήθει καὶ τῇ κοιλίᾳ σου πορεύσῃ,
καὶ γῆν φάγῃ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου·
καὶ ὁ ἄνθρωπος σοῦ κυριεύσει·
αὐτός σου τηρήσει κεφαλὴν, καὶ σὺ αὐτοῦ πτέρναν.

∆ιὰ τί δὲ τῷ ὄφει ἐπικατηράσατο ἐπὶ τῷ στήθει καὶ τῇ κοιλίᾳ πορεύεσθαι, καὶ γῆν τρώγειν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ;
Τὸ στῆθος κατηράσατο, ἐπειδὴ ἐν αὐτῷ ἐγκάθηται ἡ καρδία ἡ ἐνθυμηθεῖσα τὸ κακόν·
τὴν κοιλίαν, ἐπειδὴ διὰ βρώσεως ἠπάτησε·
γῆν δὲ ἐκέλευσε φαγεῖν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ, ἐπειδὴ ὁ Ἀδὰμ ἐκ γῆς χοϊκὸς ἦν.
Ἔλαβον οὖν οἱ τρεῖς τὴν ἀπόφασιν,
ἐπειδὴ καὶ οἱ τρεῖς τὴν παράβασιν ἐποιήσαντο.
Ἐπειδὴ ἀπὸ ξύλου ἡ παράβασις ἐγένετο,
καθὼς προλαβὼν εἶπον, διὰ τοῦτο εἰς ξύλον ἠβουλήθη τὴν ἀπαρχὴν ταύτην προσηλῶσαι, ἵν' ὥσπερ διὰ ξύλου ἡ παράβασις, οὕτω διὰ ξύλου ἡ σωτηρία.
Ὑπὲρ δὲ τούτων ἁπάντων δόξαν ἀναπέμψωμεν τῷ Πατρὶ,
καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ,
καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἱστορικὸν ἐγκώμιον περὶ τῆς εὑρέσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ


Ὕψωσις Τιμίου ΣταυροῦΚατ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον ὁ τῆς Αἰλίας ἐπίσκοπος Μακάριος ὁ φερώνυμος ἦν Ἑρμονᾶν διαδεξάμενος.
Ὁ δὲ Μέγας Κωνσταντῖνος μονοκράτωρ γενόμενος πᾶσαν τὴν φροντίδα εἰς τὰ θεῖα μετήνεγκεν.
Ἀνοικοδομῶν τὰς ἐκκλησίας, ἐπεὶ φιλοτίμως πλουτῶν ἦν ἐκ τοῦ δημοσίου λόγου, ἔν τε χρήμασι καὶ ἀναλώμασι, καὶ παντοίοις κειμηλίοις.
Καὶ πρῶτον νόμον ἔγραψεν ἀποδίδοσθαι τοὺς τῶν εἰδώλων ναοὺς τοῖς τῷ Χριστῷ ἀφιερωμένοις, καὶ τοὺς ἕτι εἰδωλολατροῦν τας, κεφαλικαῖς ἐπιτιμᾶσθαι τιμωρίαις.
∆εύτερον νόμον ἔγραψεν, Χριστιανοὺς μόνους ὀρθοδοξοῦντας στρατεύεσθαι, ἐθνῶν τε καὶ στρατοπέδων τούτους ἄρχειν.
Τρίτον νόμον ἔγραψεν, ἀπράκτους εἶναι τὰς πασχαλίας ἑβδομάδας δύο, μίαν πρὸ, καὶ μίαν μετά.
Καὶ ἦν λοιπὸν εἰρήνη βαθεῖα, καὶ χαρὰ ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ, πάντων τῶν ἐθνῶν ὁσημέραι προστρεχόντων τῇ πίστει, καὶ βαπτιζομένων, καὶ ἰδίαις χερσὶ τοὺς πατρῴους θεοὺς συντριβόντων.
Ἀλλὰ ταῦτα οὐκ ἦν φορητὰ τῷ ἀλάστορι δαίμονι, ἀλλὰ πάλιν εἰς ἑαυτὸν ἐδραματούργει, πῶς ἂν ἐκκόψει τὴν τοσαύτην τῶν ἀνθρώπων χαρμονήν.
Καὶ πεῖσαι μὲν τοὺς ἀνθρώπους θεοποιεῖσθαι τὴν κτίσιν οὐκέτι οἷός τε ἦν·
ἐφωράθη γὰρ ἡ ἀπάτη αὐτοῦ.
Τὸν δὲ Κτίστην συντάξαι τοῖς κτίσμασι παραπεῖσαι ἐπειράθη τοὺς ἀστηρίκτους.
Καὶ ἦν πάλιν τάραχος οὐκ ὀλίγος ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις τοῦ Θεοῦ, Ἀρείου τινὸς Ἀλεξανδρέως ἄνω καὶ κάτω κυκλοῦντος, καὶ τὴν οἰκουμένην ταράττοντος.
Συναπήχθησαν δὲ αὐτῷ ἐπίσκοποί τινες ὀλίγοι τὸν ἀριθμὸν, ὧν πρῶτος Εὐσέβιος ὁ Νικομηδείας, καὶ Εὐσέβιος ὁ Παμφίλου, καὶ ἕτεροι σὺν αὐτοῖς.
Θεωρῶν δὲ τὴν μεγάλην φιλονεικίαν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἠνιᾶτο τὴν ψυχήν·
καὶ πρῶτον μὲν ἐπειρᾶτο διὰ παραινετικῶν γραμμάτων τῶν ἑκατέρων μερῶν κατασβέσαι τὴν ἔριν.

Ὡς δὲ ἴδεν ἀνήκεστον γινόμενον τὸ κακὸν, προσέταξε γενέσθαι οἰκουμενικὴν σύνοδον ἐν τῇ Νικαέων πόλει, καὶ συνῆλθον ἐπίσκοποι τὸν ἀριθμὸν τριακόσιοι δέκα καὶ ὀκτώ.
Ὧν οἱ πλεῖστοι ἦσαν ὁμολογηταὶ, τὰ στίγματα τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι βαστάζοντες.
Ἦν δὲ σὺν αὐτοῖς καὶ ὁ πανεύφημος Κωνσταντῖνος, καὶ δὴ τῆς ὑποθέσεως κινηθείσης, ἔκθεσιν πίστεως ἔγγραφον ἐξήνεγκαν, τὴν κατὰ πᾶσαν Ἐκκλησίαν ὀρθοδόξων νῦν ἀπαγγελλομένην.
Τοὺς δὲ περὶ Ἄρειον καὶ Εὐσέβιον τὸν Νικομηδέα ἐπιμένοντας τῇ κακοδοξίᾳ ἀνεκήρυξαν, καὶ ἐξωρίσθησαν, καὶ ἐχειροτονήθησαν ἕτεροι ἀντ' αὐτῶν.
Φιλοτιμησάμενος δὲ ὁ βασιλεὺς τοὺς ἐπισκόπους, καὶ ἀσπασάμενος ἀπέλυσε μετ' εἰρήνης εἰς τὰς ἰδίας παροικίας, χαίρων ἐπὶ τῇ συμφωνίᾳ τῶν Ἐκκλησιῶν.
Παρεκελεύσατο δὲ τῷ τῆς Αἰλίας ἐπισκόπῳ Μακαρίῳ παρόντι ἐν τῇ συνόδῳ, καὶ τῶν ἀποστολικῶν δογμάτων ὑπερμαχοῦντι ἀναζητῆσαι τὸν ζωοποιὸν σταυρόν, καὶ τὸ θεοδόχον μνῆμα, καὶ πάντας τοὺς ἁγίους τόπους, καὶ τοὺς ἄλλους δὲ ἐπισκόπους ὁμοίως προετρέψατο, αἰτήσασθαι, εἴ τι συνορᾷ εἰς ἀπαρτισμὸν ἔκαστος τῆς ἰδίας Ἐκκλησίας.
Ἦν δὲ ἐννεακαιδέκατον ἔτος τῆς βασιλείας αὐτοῦ, ὅτε ἐγένετο κατὰ Νίκαιαν σύνοδος.

Μετὰ ταῦτα ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς τὴν ἑαυτοῦ μητέρα Ἑλένην, τὴν ἀξιέπαινον καὶ θεοφιλῆ, εἰς Ἱεροσόλυμα, μετὰ γραμμάτων καὶ χρημάτων ἀφθονίας, πρὸς τὸν φερώνυμον Μακάριον τῆς Αἰλίας ἐπίσκοπον ἐπὶ ἀναζητήσει τοῦ ζωοποιοῦ ξύλου τοῦ ἐνδόξου σταυροῦ καὶ οἰκοδομῇ τῶν ἁγίων τόπων·
αὐτῆς τοῦτο αἰτησάσης τῆς βασιλίδος, φασκούσης ὀπτασίαν τινὰ θείαν ἑωρακέναι κελεύουσαν αὐτῇ τὰ Ἱεροσόλυμα καταλαβεῖν, καὶ τοὺς ἁγίους τόπους εἰς φῶς ἀγαγεῖν χωσθέντας ὑπὸ τῶν ἀνέμων, καὶ ἀφανεῖς γεγονότας ἐπὶ τοσούτους χρόνους.
Μαθὼν δὲ ὁ ἐπίσκοπος ἀφικομένην τὴν βασιλίδα, συναγαγὼν τοὺς τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόπους, μετὰ τῆς δεούσης τιμῆς ἀπήντησεν αὐτῇ.
Εὐθέως δὲ παρεκέλευσε τοὺς ἐπισκόπους τὴν ζήτησιν τοῦ ποθουμένου ξύλου ποιήσασθαι.
Ἀπορούντων δὲ πάντων ἐπὶ τοῦ τόπου, καὶ ἄλλου ἄλλο ὑποψίας διηγουμένου, ὁ τῆς πόλεως ἐπίσκοπος πάντας παρεκάλει ἡσυχίαν ἄγειν, καὶ σπουδαιοτέραν εὐχὴν ὑπὲρ τούτου τῷ Θεῷ προσφέρειν.
Τούτου δὲ γενομένου, εὐθέως ἐδείχθη θεόθεν ὁ τόπος τῷ ἐπισκόπῳ, ἐν ᾧ ἵδρυτο τοῦ ἀκαθάρτου δαίμονος ὁ ναὸς καὶ τὸ ἄγαλμα.

Τότε ἡ βασίλισσα, τῇ βασιλικῇ αὐθεντίᾳ χρωμένη, συναγαγοῦσα πλῆθος πολὺ τεχνιτῶν καὶ ἐργατῶν, ἐκέλευσεν ἐκ βάθρων ἀνατραπῆναι τὸ μυσαρὸν οἰκοδόμημα, καὶ τὸν χοῦν πόῤῥω που ἀποῤῥιφῆναι.
Τούτου δὲ γενομένου, ἀνεφάνη τὸ θεῖον μνῆμα, καὶ ὁ τόπος τοῦ Κρανίου, καὶ οὐ μήκοθεν τρεῖς σταυροὶ κεχωρισμένοι·
ἐπιμελῶς δὲ ἐρευνήσαντες εὗρον καὶ τοὺς ἥλους.
Ἐκεῖθεν λοιπὸν ἀμηχανία καὶ θλίψις κατέλαβε τὴν βασίλισσαν, ἐπιζητοῦσαν, ποῖος ἄρα εἴη ὁ ∆εσποτικὸς σταυρός.
Ὁ δὲ ἐπίσκοπος διὰ πίστεως τὴν διάκρισιν ἔλυσεν.
Γυναικὶ γὰρ ἀῤῥωστούσῃ τῶν ἐμφανῶν, καὶ ἀπεγνωσμένῃ ὑπὸ πάντων, καὶ τὰ τελευταῖα πνεούσῃ, προσαγαγὼν ἑκάτερον τῶν σταυρῶν, τὸν ζητούμενον ηὗρεν·
μόνον γὰρ ἤγγισεν ἡ σκιὰ τοῦ σωτηρίου σταυροῦ τῇ ἀσθενούσῃ, εὐθὺς ἡ ἄπνους καὶ ἀκίνητος θείᾳ δυνάμει παραχρῆμα ἀνεπήδησεν καὶ μεγάλῃ τῇ φωνῇ βοῶσα, καὶ δοξάζουσα τὸν Θεόν.
Ἡ δὲ βασίλισσα Ἑλένη τῇ φωνῇ βοῶσα καὶ δοξάζουσα τὸν Θεὸν, μετὰ χαρᾶς μεγάλης καὶ φόβου ἀνελομένη τὸν ζωοποιὸν σταυρὸν, μέρος μέν τι σὺν τοῖς ἥλοις ἀνεκόμισε πρὸς τὸν παῖδα.
Τῷ δὲ λοιπῷ γλωσσόκομον ἀργυροῦν ποιήσασα, παρέδωκε τῷ ἐπισκόπῳ τῆς πόλεως, εἰς μνημόσυνον πάσαις γενεαῖς, καὶ θεσπίσασα ἐκκλησίαν γενέσθαι ἐν τῷ ζωοποιῷ μνήματι καὶ τῷ ἁγίῳ Γολγοθᾷ καὶ ἐν τῇ Βηθλεὲμ ἐν τῷ σπηλαίῳ, ἔνθα ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν κατὰ σάρκα γέννησιν ὑπέμεινε, καὶ ἐν ὄρει τῶν Ἐλαιῶν, ἔνθα ὁ Κύριος εὐλογήσας τοὺς μαθητὰς ἀνελήφθη.
Καὶ ἄλλα πολλὰ ποιήσασα ἐν Ἱεροσολύμοις, ἀνέστρεψε πρὸς τὸν παῖδα.
Ὁ δὲ μετὰ χαρᾶς αὐτὴν ὑποδεξάμενος, τὴν μὲν τοῦ τιμίου σταυροῦ μερίδα ἐν χρυσῇ θήκῃ ἀποθέμενος, παρέδωκε τῷ ἐπισκόπῳ εἰς τήρησιν, ἐνιαυσίαις μνήμαις ἑορτάζειν τὴν ἀνάδειξιν τοῦ τιμίου σταυροῦ προστάξας.
Τῶν δὲ ἤλων τοὺς μὲν εἰς τὴν ἰδίαν περι κεφαλαίαν ἐχάλκευσεν, τοὺς δὲ ἀνέμιξε τῷ συμβαρίῳ τοῦ ἵππου αὐτοῦ, ἴνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος·
«Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, ἔσται τὸ ἐπὶ τὸν χαλινὸν τοῦ ἵππου, ἅγιον Κυρίῳ παντοκράτορι.»
Ὁ δὲ βασιλεὺς ἔγραψε ἐπισκόπῳ Μακαρίῳ ἐπισπεύδειν τὴν οἰκοδομὴν, καὶ ἄρχοντα τοῦ ἔργου ἀπέστειλε μετὰ δαψιλείας χρημάτων, παραγγείλας αὐτῷ φιλοτίμως κτισθῆναι τοὺς ἁγίους τόπους, ὡς μὴ εἶναι τοιαύτην καλλονὴν ἐν πάσῃ τῇ γῇ.
Ἔγραψε δὲ καὶ τοῖς ἡγεμόσι τῆς ἐπαρχίας παντοίως συνελθεῖν τῷ ἔργῳ ἐκ τοῦ δημοσίου λόγου, ἔν τε χρήμασι καὶ ἀναλώμασι καὶ ὕλαις.
Ἦν δὲ ὁ βασιλεὺς φαιδρῶς ἄγων τῆς εἰκοσαετηρίδος τὴν ἑορτὴν, εὐχαριστῶν τῷ Θεῷ ὑπὲρ πάντων τῶν ἀγαθῶν, ὧν ἐποίησεν ἐν τοῖς χρόνοις τῆς βασιλείας αὐτοῦ.
Συνάγονται δὲ τὰ ἔτη ἀπὸ μὲν Χριστοῦ παρουσίας ἕως τῆς εὑρέσεως τοῦ σταυροῦ, τριακόσια πεντήκοντα δύο ἔτη.
Ἀπὸ δὲ Ἀδὰμ ἕως παρουσίας Χριστοῦ, ἔτη πεντακισχίλια πεντακόσια.
Καθ' ἑτέρους δὲ πεντακισχίλια τετρακόσια ἐβδομήκοντα πέντε.
Ἐν δὲ Αἰλίᾳ τὸν φερώνυμον Μακάριον διεδέξατο Μαξιμωνᾶς.
Οὗτος δὲ πρᾶος ἀνὴρ καὶ ἐπίσημος λίαν.
Ἐν γὰρ τῷ διωγμῷ πολλὰς βασάνους ὑπέμεινε διὰ τὸν Θεὸν, καὶ τὸν δεξιὸν ὀφθαλμὸν ἀπολέσας ἀπελύθη ἐπὶ τῇ ὁμολογίᾳ τῆς πίστεως.

Κατ' ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν ἡ μακαρία Ἑλένη ἡ βασίλισσα τέλος τοῦ βίου ἐχρήσατο, ἐτῶν οὖσα ὀγδοήκοντα, πολλὰ ἐντειλαμένη τῷ παιδὶ περὶ τῆς εἰς Χριστὸν εὐσεβείας.
Ἕως ὧδε περὶ τῆς εὑρέσεως τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ ἡ ἱστορία ἔστω.
Καὶ μηδεὶς ἑαυτὸν ἀπατάτω ματαιολογῶν ἀσύμφορα καὶ μυθοποιίας δι' ὀνομάτων παραξένων παρεισάγων τῇ ὑποθέσει.
Οὐδὲ γὰρ ἐπίσκοπος ἕτερος Ἱεροσολύμων γέγονε πώποτε παρὰ τοὺς προγεγραμμένους, οὐδὲ βασιλεὺς ἕτερος Ῥωμαίων, οὐδὲ μὴν ἑτέρῳ τρόπῳ ὁ τίμιος σταυρὸς εὑρέθη.
Ἀπὸ γὰρ Αὐγούστου τοῦ βασιλέως, ἐφ' οὗ ἐγεννήθη ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τὸ κατὰ σάρκα, ἔως τοῦ εὐσεβοῦς βασιλέως Κωνστατίνου, τριάκοντα καὶ πέντε γεγόνασι βασιλεῖς.
Ὁμοίως δὲ καὶ ἀπὸ Ἰακώβου τοῦ ἀποστόλου καὶ πρώτου τῶν ἐπισκόπων ἕως τῆς αὐτῆς βασιλείας, τριάκοντα καὶ πέντε Ἱεροσολύμων ἐπίσκοποι γεγόνασι.

Τὴν δὲ σεβάσμιον ἡμέραν τῶν ἐγκαινίων τῶν ἁγίων τόπων, καὶ τῆς ὑψώσεως τοῦ προσκυνητοῦ σταυροῦ, ὡρίσαντο οἱ Πατέρες μετὰ βασιλικοῦ προστάγματος γίνεσθαι ἀνὰ ἔτος ἕκαστον τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνὸς, ἤτις ἐστὶν ἡ πρὸ δεκαοκτὼ Καλανδῶν.
Ὀκτωβρίων, εἰς δόξαν τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Ἐπειδὴ δὲ χάριτι τοῦ Θεοῦ κατηντήσαμεν τῷ λόγῳ εἰς τὴν εὔσημον ἡμέραν τῆς ἑορτῆς ἡμῶν, ἥτις ἐστὶν ἡ ἀνάδειξις τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ, φέρε καθὼς οἷόν τέ ἐστι μικρὰ χαιρετήσαντες τοῦτον καταπαύσωμεν τὸν λόγον.
Χαίροις τοίνυν, σταυρὲ τίμιε, χαίροις, ὅτι ἐν σοὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ὑψώθη οἰκονομικῶς, ἐν ᾧ πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς χαρᾶς καὶ τῆς χάριτος.
Χαῖρε, σταυρὲ τίμιε·
διὰ σοῦ γὰρ ἀένναος χαρὰ ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς βραβεύεται.
Χαῖρε, σταυρὲ τίμιε, ὅτι ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ὁ ∆ημιουργὸς ἐν πάσῃ κτίσει τὴν εἰκόνα σου ἐζωγράφησεν.
Χαῖρε, σταυρὲ ἔνδοξε, ὅτι πᾶσαι αἱ κατ' οὐρανὸν δυνάμεις ἴσως τῇ διὰ σοῦ σωτηρίᾳ φρικωδεστάτους ὕμνους ἀναπέμπουσι τῷ ∆εσπότῃ.
Χαῖρε, σταυρὲ ἔνδοξε·
διὰ σοῦ γὰρ καὶ ἐν πόλεσι, καὶ ἐν νήσοις, καὶ ἐν παντὶ ἔθνει Ἐκκλησίαι ὀρθοδόξων τεθεμελίωνται.
Χαῖρε, σταυρὲ ἔνδοξε·
διὰ σοῦ γὰρ πᾶν στόμα πιστῶν εἰς θεολογίαν ἠνέῳκται.
Χαῖρε, σταυρὲ μακάριε·
διὰ σοῦ γὰρ ἄγγελοι οὐράνιοι σὺν ἀνθρώποις ἐπὶ γῆς Χριστὸν ὑμνοῦσι.
Χαῖρε, σταυρὲ μακάριε·
διὰ σοῦ γὰρ ἐν οὐρανοῖς ἐπίγειοι ἄνθρωποι ὁμοίως παρίστανται τῷ Θεῷ, μετὰ ἀνεκλαλήτου χαρᾶς τὸν Ποιητὴν δοξάζοντες.
Χαῖρε, σταυρὲ μακάριε·
διὰ τοῦ γὰρ ὁ Ἀδὰμ τῆς κατάρας ἐλευθερωθεὶς, σκιρτῶν καὶ ἀγαλλιώμε νος εἰς τὸν παράδεισον εἰσελήλυθεν ἀπολαβὼν τὸ ἀρχαῖον ἀξίωμα.
Χαῖρε, σταυρὲ ἅγιε·
διὰ σοῦ γὰρ πᾶσα διαβολικὴ δύναμις καταβέβληται, καὶ πᾶσα δαιμονικὴ ἐνέργεια κατελύθη.
Χαῖρε, σταυρὲ ἅγιε·
διὰ σοῦ γὰρ ἡ τρισαγία καὶ ὁμοούσιος Τριὰς παντὶ τόπῳ γνωρίζεται καὶ πιστεύεται καὶ δοξολογεῖται.
Χαῖρε, σταυρὲ ἅγιε·
διὰ σοῦ γὰρ τὰ ἀναφαίρετα ἀγαθὰ τοῖς ἀνθρώποις δεδώρηται.
Καὶ τί εἴπωμεν καὶ τί παραλείψωμεν;
πῶς ἀνυμνήσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ ∆εσποτικοῦ σταυροῦ;
Ὦ ὄνομα σταυροῦ, ἐν ᾧ τὰ μεγαλεῖα τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ ἐγκέκρυπται, ἀγγέλοις αἰδέσιμον, καὶ ἀνθρώποις σεβάσμιον!
Τί γὰρ ἐρασμιώτερον ὀνόματος σταυροῦ, ἢ ἡδύτερον Χριστιανοῖς;
Τί δὲ τούτου ἐνεργέστερον εἰς θαυματουργίαν;
Σταυρὸς, θείας δυναστείας ἐνεργέστατον σημεῖον.
Σταυρὸς, ἀγγέλων χαρὰ καὶ δαιμόνων πένθος.
Σταυρὸς, Ἐκκλησίας θεμέλιος.
Σταυρὸς, τοῦ παντὸς κόσμου φωστὴρ ἀειφανὴς καὶ παντοφανής.
Σταυρὸς, τεῖχος ἀκράδαντον καὶ ἀῤῥαγὲς καὶ ἀκαταπολέμητον πάσης τῆς οἰκουμένης.
Σταυρὸς, ἱερέων δόξα ἱεροπρεπὴς καὶ ἀνεπηρέαστος.
Σταυρὸς, βασιλέων κράτος καὶ δυναστεία, καὶ νικητικὸν ὅπλον κατὰ τῶν πολεμίων.
Σταυρὸς, στρατοπέδων παντευχία παναλκεστάτη, καὶ ἀκατάπληκτος τοῖς ἐναντίοις.
Σταυρὸς, πόλεων φυλακτήριον ἀνεπιβούλευτον καὶ ἀσκύλευτον.
Σταυρὸς, λαῶν εὐφροσύνη διηνεκὴς καὶ ἀκατάληκτος.
Σταυρὸς, διαβόλων πανολεθρία διηνεκὴς καὶ ἀκατάπαυστος.
Σταυρὸς, δαιμόνων κατάπτωμα αἰώνιόν τε καὶ ἐξαίσιον.
Σταυρὸς, Χριστιανῶν ἐλπὶς βεβαία τε καὶ ἀνεπαίσχυντος καὶ ἀμείωτος.
Σταυρὸς, ἀσθενούντων ἴασις εὐπρεπεστάτη ψυχῶν τε καὶ σωμάτων.
Σταυρὸς, εὐεκτούντων ἀδιάπτωτος ὑγίεια.
Σταυρὸς, χειμαζομένων λιμὴν εὐδιέστατος.
Σταυρὸς, πολεμουμένων εἰρήνη ἀστασίαστος.
Σταυρὸς, ὀρθοδόξων καύχημα καυχημάτων, καὶ αἱρετικῶν κατάκριμα ἀκατάπαυστον.
Σταυρὸς, εἰδωλολατρείας κατάλυσις καὶ εὐσεβείας ἀνόρθωσις.
Σταυρὸς, παρθενίας διδάσκαλος καὶ σωφροσύνης φύλαξ.
Σταυρὸς, δικαίων ἀσφάλεια καὶ ἁμαρτωλῶν μετάνοια.
Σταυρὸς, μοναζόντων ἐγκαλλώπισμα καὶ σεμνῶς βιούντων εὐκοσμία.
Σταυρὸς, νηπίων φύλαξ, καὶ νέων σωφρονισμὸς, καὶ γερόντων στηριγμοῦ βακτηρία.
Σταυρὸς, πτωχῶν ἀδαπάνητος θησαυρὸς, καὶ πλουσίων αὐταρκείας διδάσκαλος.
Σταυρὸς, πεπλανημένων ὁδὸς, καὶ ἀπολλυμένων ἀπλανὴς ὁδηγός.
Σταυρὸς, ἀνάπαυσις ἐν κόποις ἡμερινοῖς, καὶ βοήθεια ἐν φόβοις νυκτερινοῖς.
Σταυρὸς, ἐθνῶν εὐταξία, καὶ παντὸς τοῦ κόσμου βαθυτάτη γαλήνη.
Καὶ τί εἴπωμεν, ἢ τί παραλείψωμεν, ἢ πῶς σε ἀνυμνήσωμεν, πανένδοξε σταυρέ; ὅτι σὲ μόνον ἀπὸ πάσης τῆς κτίσεως ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης ἀνέδειξεν ὅπλον ἀήττητον κατὰ τοῦ διαβόλου, καὶ τῆς ἁμαρτίας, καὶ τοῦ θανάτου.
∆ιὸ μακάριοί ἐσμεν πάντες οἱ καταξιωθέντες τὴν ἁγίαν ἰδεῖν ἡμέραν τῆς σῆς ἀναδείξεως.
Σὺ εἶ τῶν προφητῶν τὸ κήρυγμα·
περὶ σοῦ γὰρ ἀγαλλιώμενοι ὁσημέραι κελαδοῦσι λέγοντες πρὸς τὸν Θεόν·
«Ἔδωκας τοῖς φοβουμένοις σε σημείωσιν τοῦ φυγεῖν ἀπὸ προσώπου τόξου.»
Σὺ εἶ τὸ καύχημα τῶν ἀποστόλων.
Ἀδιαλείπτως γὰρ βοῶσιν ἐν Ἐκκλησίᾳ ἁγίᾳ δι' ἑνὸς αὐτῶν ἱεροκήρυκος·
«Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι, εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
«Σὺ εἶ καὶ τῶν μαρτύρων στέφανος·
ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ τὸν σταυρὸν ἄραντες ἠκολούθησαν τῷ Κυρίῳ.
Σὺ εἶ τὸ καύχημα καὶ τὸ ἀγαλλίαμα τῶν ἐν ὅρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς κατοικούντων διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου·
ὅτι καὶ αὐτοὶ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις.
Σὺ τῶν ἐγγὺς καὶ τῶν μακρὰν ἀναψυχὴ καὶ ἀνάπαυσις.
Ὢ τῆς ἀνεκλαλήτου χάριτος τοῦ ∆εσποτικοῦ σταυροῦ! Ὢ τῶν ἐν αὐτῷ ἀνεκλαλήτων καὶ ἀκαταλήπτων μυστηρίων!Καὶ ἵν' εἴπω κἀγὼ ἐκστατικόν τι μετὰ τῆς ἱερᾶς σάλπιγγος·
«Ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ, ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ!»
Παρὰ γὰρ τῷ ξύλῳ τῆς ζωῆς νεκρωθέντες, παρὰ τῷ ξύλῳ τῆς κατακρίσεως ἐζωοποιήθημεν.
∆ιὰ τὴν ἄμετρον χάριν τοῦ σεσωκότος ∆εσπότου δέον ἡμᾶς τὴν πανέορτον ταύτην συστήσασθαι «ἐν τοῖς πυκάζουσιν ἕως τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου.»
Πυκάζοντα δέ εἰσιν, ὥς φασιν οἱ περὶ ταῦτα δεινοὶ, τὰ ἐξ ἀμελείας ἢ παλαιότητος ῥυπωθέντα, εἶτα ἐξ ἐπιμελείας καὶ σπουδῆς πάλιν ἐπὶ τὸ τιμαλφέστερον μετακοσμούμενα εἰς εὐφροσύνην καὶ τέρψιν τῶν εὐωχηθησομένων ἐν γάμοις ἐν ἑτέρᾳ τινὶ φαιδρᾷ θυμηδίᾳ.
∆ιατεθῶμεν τοίνυν ὡς προτετάγμεθα, καὶ τὴν συμβᾶσαν ἡμῶν ἐκ ῥᾳθυμίας τῷ συνειδότι ἀπεκδυσάμενοι ἀειδίαν, τὴν φαιδρὰν ταύτην καὶ πάνσεπτον ἡμέραν τῆς τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ μνήμης ἐπιτελέσωμεν, ἐλεημοσύναις τε καὶ πίστει, καθώς φησιν ἡ θεία Γραφὴ, παῤῥησίαν ἐν εὐλαβείᾳ κεκοσμημένην ἀναλαβόντες, καὶ ἄραντες ἐπὶ τῶν ὤμων τὸ νικητικὸν ὅπλον τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ, τὸν δωρηθέντα ἡμῖν οὐρανόθεν εἰς παῦσιν πάσης ὀργῆς ἀγγελικὸν ὕμνον συνήθως πρὸς τὸν Θεὸν βοήσωμεν·
«Ἅγιος ὁ Θεὸς, ἅγιος ἰσχυρὸς, ἅγιος ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς·» ἁγία Τριὰς, ἀκατάληπτε, ἀπεριόριστε, ἀνεκφοίτητε, ὁμοούσιε, καὶ ὁμόθρονε, καὶ ὁμόχρονε, καὶ ὁμόδοξε, ἐλέησον ἡμᾶς, καὶ ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου τοῦ ἁγίου, καὶ δὸς ἡμῖν εὑρεῖν ἔλεος καὶ οἰκτιρμοὺς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς ἀνταποδόσεώς σου τῆς δικαίας.
Σὺ γὰρ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ πρέπει σοι τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ Πνεύματι δόξα, μεγαλοσύνη, κράτος καὶ ἐξουσία πρὸ παντὸς αἰῶνος, καὶ νῦν καὶ εἰς τοὺς σύμπαντας αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ὁ σταυρός μας καὶ ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ


Ὁ Κύριος εἶπε στοὺς μαθητές Του: «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ».
Γιατὶ εἶπε, «τὸν σταυρό του»; Ἐπειδὴ εἶναι σταυρὸς προσωπικός. Κάθε ἄνθρωπος, δηλαδή, ἔχει νὰ σηκώσει τὸν δικό του σταυρό, ὁ ὁποῖος, ὅμως, ὁνομάζεται συνάμα καὶ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ κάθε ἄνθρωπο «ὁ σταυρός του» εἶναι οἱ θλίψεις καὶ οἱ ὀδύνες τῆς ἐπίγειας ζωῆς, θλίψεις καὶ ὀδύνες προσωπικές.
Γιὰ κάθε ἄνθρωπο «ὁ σταυρός του» εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καὶ οἱ ἄλλες ἀσκήσεις τῆς εὐσέβειας, μὲ τὶς ὁποῖες ταπεινώνεται ἡ σάρκα καὶ ὑποτάσσεται τὸ πνεῦμα. Εἶναι κι αὐτὲς προσωπικές, καθώς πρέπει νὰ ἀναλογοῦν στὶς δυνάμεις τοῦ καθενός.
Γιὰ κάθε ἄνθρωπο «ὁ σταυρός του» εἶναι οἱ ἁμαρτωλὲς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη, προσωπικά ἐπίσης. Μὲ ὁρισμένα ἀπ' αὐτὰ γεννιέται, ἐνῶ ἄλλα τὰ ἀποκτᾶ στὴν πορεία τῆς ἐπίγειας ζωῆς του.
Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ.
Μάταιος καὶ ἀτελέσφορος ὁ σταυρός -ὅσο βαρὺς κι ἂν εἶναι- ποὺ σηκώνουμε, ἀκολουθώντας τὸν Χριστό, ἂν δὲν μεταβληθεῖ σὲ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ τὸν μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ «ὁ σταυρός του» γίνεται Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὴν ἀκλόνητη πεποίθηση ὅτι Ἐκεῖνος πάντοτε ἀγρυπνεῖ γι' αὐτόν, ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ παραχωρεῖ ὅλες τὶς θλίψεις, ὡς ἀπαραίτητο καὶ ἀναπόφευκτο ὅρο τῆς χριστιανικῆς ἰδιότητας, καὶ ὅτι μ' αὐτὲς μιμεῖται καὶ οἰκειώνεται τὸν Χριστό, γίνεται μέτοχος τῶν παθημάτων Του στὴ γῆ, γιὰ νὰ γίνει μέτοχος καὶ τῆς δόξας Του στὸν οὐρανό.
Γιὰ τὸν μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ «ὁ σταυρός του» γίνεται Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ ὁ ἀληθινὸς μαθητής τοῦ Χριστοῦ μοναδικό σκοπό τῆς ζωῆς του ἔχει τὴν ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν Ἐκείνου. Οἱ πανάγιες ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ γίνονται γιὰ τὸν μαθητή Του σταυρός, ποὺ πάνω του διαρκῶς σταυρώνει τὸν παλαιὸ ἁμαρτωλὸ ἑαυτό του «μαζὶ μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες του».
Ἔτσι γίνεται φανερό ὅτι, γιὰ νὰ σηκώσει κανεὶς τὸν σταυρό του καὶ ν' ἀκολουθήσει τὸν Χριστό, πρέπει ν' ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του νὰ τὸν ἀπαρνηθεῖ ὡς τὸν ἀφανισμὸ τῆς ψυχῆς του! Ναί, γιατὶ τόσο βαθιά, τόσο πληθωρικὰ διαπότισε ἡ ἁμαρτία τὴ φθαρμένη φύση μας, ὥστε ἡ ψυχή μας πρέπει ν' ἀφανιστεῖ καὶ νὰ γεννηθεῖ πάλι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Γιὰ νὰ σηκώσεις τὸν σταυρό σου, πρέπει, πρῶτον, νὰ ἀρνηθεῖς στὸ σῶμα τὴν ἱκανοποίηση τῶν ἰδιότροπων ἐπιθυμιῶν του, προσφέροντας του μόνο τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ συντήρηση του• δεύτερον, νὰ παραδεχθεῖς ὅτι τὸ δίκαιό σου εἶναι ἀπάνθρωπη ἀδικία καὶ ἡ λογική σου τέλειος παραλογισμὸς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί, τρίτον, νὰ παραδοθεῖς στὸν Κύριο μὲ ἀκλόνητη πίστη καὶ νὰ ἐπιδοθεῖς στὴν ἐπιμελὴ σπουδὴ τοῦ Εὐαγγελίου, ἀποστεργώντας τὸ θέλημά σου.
Ὅποιος μ' αὐτὸν τὸν τρόπο ἀπαρνεῖται τὸν ἑαυτό του, εἶναι ἱκανὸς νὰ σηκώσει τὸν σταυρό του. Μὲ πνεῦμα ὑποταγῆς στὸν Θεό καὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς βοήθειας Του, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ τὸν ἐνισχύσει, κοιτάζει ἄφοβα καὶ ἀτάραχα τὴ θλίψη νὰ τὸν πλησιάζει καὶ ἑτοιμάζεται μεγαλόψυχα νὰ τὴν ὑπομείνει. Ἐλπίζει ὅτι ἔτσι θὰ γίνει μέτοχος τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ φτάσει στὴν ὁμολογία Του, ὁμολογία μυστική, μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά, ἀλλὰ καὶ φανερή, μὲ τὶς πράξεις καὶ ὁλόκληρη τὴ ζωή.
Ὅσο ὁ σταυρὸς παραμένει μόνο δικός μας, εἶναι πολύ βαρύς. Ὅταν μεταβληθεῖ σὲ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἐξαιρετικὰ ἐλαφρός. «Γιατὶ ὁ ζυγός μου εἶναι χρηστὸς καὶ τὸ φορτίο μου ἐλαφρό», εἶπε ὁ Κύριος.
Ὁ σταυρὸς τοποθετεῖται στοὺς ὥμους τοῦ μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ, ὅταν αὐτὸς ἀναγνωρίσει πὼς εἶναι ἄξιος τῶν θλίψεων ποὺ τοῦ ἔστειλε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
Ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ σηκώνει ὀρθὰ τὸν σταυρό του, ὅταν παραδέχεται ὅτι οἱ θλίψεις εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴ μεταμόρφωση του, τὴν ὁμοίωση του μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴ σωτηρία του.
Ἡ καρτερική ἄρση τοῦ σταυροῦ σου εἶναι ἡ καθαρή θέαση καὶ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς σου. Σ' αὐτὴ τὴν ἐπίγνωση δὲν ὑπάρχει αὐταπάτη. Ἀπεναντίας, ἂν ὁμολογεῖς πὼς εἶσαι ἁμαρτωλὸς ἀλλὰ βαρυγκωμᾶς γιὰ τὸν σταυρό σου, ἀποδεικνύεις πὼς ἔχεις ἐπιφανειακὴ γνώση τῆς ἀμαρτωλότητάς σου καὶ βρίσκεσαι μέσα στὴν αὐταπάτη.
Ἡ καρτερική ἄρση τοῦ σταυροῦ σου εἶναι ἡ πραγματικὴ μετάνοια.
Καρφωμένος στὸν σταυρό, ὁμολόγησε μπροστὰ στὸν Κύριο πὼς οἱ ἀποφάσεις Του εἶναι ἀλάθητες. Κατηγόρησε τὸν ἑαυτό σου, δικαίωσε τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ λάβεις τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου.
Καρφωμένος στὸν σταυρό, γνώρισε τὸν Χριστό, καὶ θ' ἀνοιχθοῦν γιὰ σένα οἱ πύλες τοῦ παραδείσου.
Καρφωμένος στὸν σταυρό σου, δόξασε τὸν Κύριο, ἀποδιώχνοντας ὡς ἄνομο καὶ βλάσφημο κάθε λογισμὸ παραπόνου καὶ γογγυσμοῦ.
Καρφωμένος στὸν σταυρό σου, εὐχαρίστησε τὸν Κύριο γι' αὐτὸ τὸ ἀνεκτίμητο δῶρο Του τὴ δυνατότητα, δηλαδή, ποὺ σοῦ δίνει νὰ Τὸν μιμηθεῖς μὲ τὶς ὀδύνες σου.
Καρφωμένος στὸν σταυρό σου, νὰ θεολογεῖς- γιατὶ ὁ σταυρὸς εἶναι τὸ ἀληθινό σχολεῖο, τὸ μοναδικό θησαυροφυλάκιο καὶ ὁ ὕψιστος θρόνος τῆς αὐθεντικῆς θεολογίας. Δίχως σταυρὸ δὲν ὑπάρχει ζωντανὴ γνώση τοῦ Θεοῦ.
«Μὴ ζητᾶς τὴν τελειότητα τοῦ νόμου τῆς ἐλευθερίας (δηλ. τοῦ Εὐαγγελίου) σὲ ἀνθρώπινες ἀρετές, γιατὶ τέλειος ἄνθρωπος μ' αὐτὲς τὶς ἀρετὲς δὲν ὑπάρχει, ἡ τελειότητα του εἶναι κρυμμένη στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ».
Σὲ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μεταβάλλεται ὁ σταυρὸς τοῦ μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ, ὅταν αὐτὸς τὸν σηκώνει μὲ εἰλικρινὴ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητα του εὐχαριστώντας καὶ δοξολογώντας τὸν Κύριο. Ἀπὸ τὴν εὐχαριστία καὶ τὴ δοξολογία ἔρχεται ἡ πνευματικὴ παρηγοριά. Ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ δοξολογία γίνονται πλούσιες πηγὲς ἀσύλληπτης καὶ ἄφθαρτης χαρᾶς, ποὺ κοχλάζει εὐεργετικά μέσα στὴν καρδιά, ξεχύνεται στὴν ψυχή, ἀπλώνεται στὸ σῶμα, κυριεύει ὅλη τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι γιὰ τοὺς σαρκικοὺς ἀνθρώπους ἀσήκωτος. Γιὰ τὸν μαθητὴ καὶ ἀκόλουθο τοῦ Χριστοῦ, ὅμως, εἶναι ἀστείρευτη πηγὴ ἀνέκφραστης πνευματικῆς εὐφροσύνης. Τόσο μεγάλη εἶναι αὐτὴ ἡ εὐφροσύνη, ποὺ ἐξουδετερώνει ἐντελῶς τὴ θλίψη καὶ τὸν πόνο.
Ἡ νεαρὴ Μαύρα εἶπε στὸν σύζυγό της Τιμόθεο, ὅταν ἐκεῖνος, ὑπομένοντας μὲ καρτερία φοβερὰ βασανιστήρια γιὰ τὴν πίστη του στὸν Χριστό, τὴν καλοῦσε στὸ μαρτύριο: "Φοβᾶμαι, ἀδελφέ μου, νὰ μὴ δειλιάσω, ὅταν δῶ τὰ βασανιστικὰ ὅργανα καὶ τὸν ὀργισμένο ἡγεμόνα φοβᾶμαι μήπως λυγίσω, ἐπειδὴ εἶμαι νέα". Καὶ ὁ Τιμόθεος τῆς ἀπάντησε: "Νὰ στηρίξεις τὴν ἐλπίδα σου στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, καὶ τὰ βασανιστήρια θὰ γίνουν λάδι, ποὺ θὰ χυθεῖ πάνω στὸ σῶμα σου, θὰ γίνουν πνοὴ δροσιᾶς, ποὺ θὰ σὲ ἀνακουφίσει ἀπὸ τοὺς πόνους σου".
Ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα τῶν Ἁγίων ὅλων τῶν αἰώνων.
Ὁ Σταυρὸς εἶναι ὁ θεραπευτὴς τῶν παθῶν καὶ ὁ ἐξολοθρευτὴς τῶν δαιμόνων.
Θανατηφόρος εἶναι ὁ σταυρός τους γιὰ ὅσους δὲν φρόντισαν νὰ τὸν μεταβάλουν σὲ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, γιὰ ὅσους βαρυγκωμοῦν ἐνάντια στὴ θεία πρόνοια, γιὰ ὅσους παραδίνονται στὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀπόγνωση. Οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ δὲν ἔχουν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς τους, ἑπομένως οὔτε καὶ μετάνοια, πεθαίνουν γιὰ πάντα πάνω στὸν σταυρό τους καὶ στεροῦνται, ἀπὸ ἔλλειψη αὐτογνωσίας καὶ καρτερίας, τὴν ἀληθινὴ ζωή, τὴ ζωή μαζὶ μὲ τὸν Θεό. Οἱ ψυχές τους κατεβαίνουν ἀπὸ τὸν σταυρὸ τῶν θλίψεων μόνο νεκρές, γιὰ νὰ ριχθοῦν στὸν αἰώνιο τάφο, στὴ φυλακὴ τοῦ ἄδη.
Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἀνυψώνει πάνω ἀπὸ τὴ γῆ τὸν σταυρωμένο σ' αὐτὸν μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, καρφωμένος στὸν σταυρό του καὶ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, ἔχει τὶς σκέψεις του στραμμένες στὰ αἰώνια καὶ ἄφθαρτα ἀγαθά, μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του ζεῖ στὸν οὐρανὸ καὶ θεωρεῖ τὰ μυστήρια τοῦ Πνεύματος.
«Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει», εἶπε ὁ Κύριος, «ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του καὶ ἂς μὲ ἀκολουθήσει». Ἀμήν.