Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

-Δεν καταλαβαίνεις εσύ που τη λες την ευχή, αλλά καταλαβαίνει ο διάβολος και καίγεται



Διάλογος ενός υποτακτικού με τον γέροντά του, (του πατέρα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη)

-Γέροντα, λέω την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτα.
-Δεν καταλαβαίνεις εσύ που τη λες την ευχή, αλλά καταλαβαίνει ο διάβολος και καίγεται, και φεύγει.
Ε, καλά παιδί μου, θέλεις να δείς θαύμα, από την ευχή, απ’ την προσευχή;
-Και βεβαίως θέλω!
-Καλά, του λέει, θα προσευχηθώ στον Θεό να σού δείξει ένα θαύμα να καταλάβεις πόση δύναμη έχει η ευχή. Αυτό το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» που στην οποίαν ευχή αναφέρονται όλα τα πατερικά μας βιβλία∙ και ειδικότερα βέβαια η Φιλοκαλία.
Έκανε προσευχή ο γέροντας, έκανε νηστεία, τριήμερο νηστεία, μόνο με λίγο νερό.

-Έλα δω παιδί μου τώρα, του λέει, ύστερα από τις τρεις ημέρες, του έδωσε ένα καλάθι – ξέρετε τι ήταν τα καλάθια;- και
- Πήγαινε να το γεμίσεις νερό.
- Γέροντα, λέει, με συγχωρείς, τα μυαλά τα έχω, το λογικό το έχω, πως θα γεμίσει αυτό νερό; Γεμίζει το καλάθι νερό; Βρέχεται, ναί, αλλά να γεμίσει νερό;
- Καλά, παιδί μου, του λέει, δεν ήθελες να δείς ένα θαύμα;
Λέει: Μάλιστα.

- Ε, και να δείς τι δύναμη έχει η ευχή; Το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» τι δύναμη έχει; Γιατί την παντοδυναμία της ευχής την παίρνει απ’ τον παντοδύναμο Θεό, διότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι και σωτήρας του κόσμου, αλλά είναι και Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού. Δε θέλεις να τη δείς;
- Πως, πως, πως!
- Ε, κάνε αυτό που λέω, αλλά θα λες την ευχή, όλο την ευχή. Θα πας και θάρθεις χωρίς να την διακόψεις καθόλου. Θα λες συνέχεια «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».- Να’ναι ευλογημένο. Πάει λοιπόν στο δρόμο, περπατάει να πάει μέχρι την, εκεί που ήταν το νερό,

Προς εκείνους που δυσανασχετούν για τις παντός είδους δυσκολίες που συμβαίνουν Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς



Τονίζει ότι, αν μας βρίσκουν κακά, αυτό οφείλεται στις αμαρτίες μας. Η αμαρτία είναι το φυσικό κακό, και αυτό έχει σημασία, ενώ το αισθητικό κακό είναι δευτερεύον.

 1. Το από τη φύση του κακό, δηλαδή η αμαρ­τία, έχει από εμάς τους ίδιους την αρχή, το σχετικό όμως με την αίσθησή μας κακό, δηλαδή το οδυνηρό και επίπονο, θα μπορούσε να γίνει και από τον Θεό που σαν ιατρός συγκρατεί μέσω αυτού και θεραπεύει το αληθινά κακό, και όταν αυτοί που αμάρτησαν είναι θεραπεύσιμοι προσφέρει τις παντός είδους φροντίδες, ενώ όταν είναι αθεράπευτοι, τους παίρνει και από τη ζωή ακόμη για τη σωτηρία των άλλων. Για τις υπόλοιπες όμως συμφορές εμείς είμαστε αίτιοι, καθιστώντας τους εαυτούς μας άξιους για καυτήρες, ενώ εκείνος και έτσι είναι ευεργέτης και σωτήρας ως καθαιρέτης του πραγματικά κακού. 

Πολλές φορές μάλιστα προσθέτει στους ανδρείους και αγώνισμα, τις προσβολές των μη από τη φύση τους κακών. Όπως δηλαδή η νόσος δεν έχει δημιουργηθεί από τον Θεό, έστω και αν αυτό που νοσεί είναι το από εκείνον δημιουργημένο ζώο, έτσι ούτε η αμαρτία δεν έχει γίνει από αυτόν, έστω και αν αυτή που εκτρέπεται προς αυτήν είναι η δημιουργημένη από αυτόν λογική ψυχή.

 Γιατί αυτή, αφού τιμή­θηκε με αυτεξουσιότητα και ελεύθερη ζωή, γιατί αν δεν είχε αυ­τή την τιμή θα ήταν μάταια λογική, αφού έλαβε τη γνώμη ελεύ­θερη από κάθε ανάγκη, αν παραμένει δίπλα στον Θεό και συνά­πτεται με αυτόν με την αγάπη, τηρεί για τον εαυτό της το αγαθό και την κατά φύση ζωή, αν όμως, χορταίνοντας κατά κάποιο τρόπο εκείνη την ιερή προσήλωση στο αγαθό, κλίνει προς τις κάτω σαρκικές ηδονές, εκτρεπόμενη από το από τη φύση του καλό, νοσεί ως προς το από τη φύση του κακό, δηλαδή την αμαρτία, δημιουργώντας για τον εαυτό της τον θάνατο με την έκπτωσή της από τη ζωή με τη θέλησή της.

2. Επειδή λοιπόν τέτοιοι είμαστε σχεδόν όλοι και χρειαζόμαστε κοινωφελή διδασκαλία και συμβουλή, θα εκθέσομε τώρα τους λόγους προς σας κυρίως από τους λόγους του Θεού, ώστε, αφού αντιληφθείτε ότι αίτιο της παγκόσμιας επιβολής των κακών εί­ναι η αμαρτία, ας εγκαταλείψομε τη γνώμη μας που αγαπά την αμαρτία, και ας μετατρέψομε τους εαυτούς μας προς κάθε τι θεάρεστο, και έτσι, εξιλεώνοντας και λατρεύοντας το Θείο με έργα αρετής, ας μετατρέψομε σε έλεος την εναντίον μας οργή του Κυ­ρίου. Γιατί αυτός είναι που μέσω του Μωϋσή μας διαβεβαίωσε και μας είπε, «εάν ακούσεις με προσοχή τη φωνή του Κυρίου του Θεού σου και πράξεις τα αρεστά σ’ αυτόν και υπακούσεις στις εντολές του, καμμιά νόσο δεν θα σου επιφέρω· γιατί εγώ είμαι ο Κύριος που σε θεραπεύει» (Εξ. 15, 26).

Ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Περιεχόμενα Αόρατος Πόλεμος - Μέρος 1ον


Εἶναι πολὺ ἀναγκαῖο σε αὐτὸν τὸν πόλεμο, τὸ νὰ μὴν ἐμπιστευώμαστε τὸν ἑαυτόν μας, ὅπως εἴπαμε· παρόλα αὐτά, ἐὰν ἀπελπισθοῦμε μόνο, δηλαδή, ἐὰν ἀποβάλουμε, μόνον κάθε πεποίθησι τοῦ ἑαυτοῦ μας, βέβαια, ἢ τραποῦμε σὲ φυγή, ἢ θὰ νικηθοῦμε, καὶ θὰ κυριευθοῦμε ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Γι᾿ αὐτό, κοντὰ στὴ ὁλοκληρωτικὴ ἀπάρνησι τοῦ ἑαυτοῦ μας, χρειάζεται ἀκόμη καὶ ἡ πλήρης ἐλπίδα καὶ ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό, ἐλπίζοντας δηλαδὴ ἀπὸ αὐτὸν μόνο κάθε καλὸν καὶ κάθε βοήθεια καὶ νίκη. Γιατὶ, καθὼς ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, ὅπου εἴμαστε τὸ τίποτα, τίποτα ἄλλο δὲν περιμένουμε, παρὰ γκρεμίσματα καὶ πτώσεις, γιὰ τὰ ὁποῖα καὶ πρέπει νὰ μὴν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό μας τελείως, κατὰ αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ ἀπολαύσουμε ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὸν Θεὸν κάθε νίκη, ἀμέσως μόλις ὁπλίσουμε τὴν καρδιά μας μὲ μίαν ζωντανὴ ἐλπίδα σὲ αὐτόν, ὅτι θὰ λάβουμε τὴν βοήθειά του σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο τὸ ψαλμικὸ «σ᾿ αὐτὸν ἔλπισε ἡ καρδιά μου καὶ βοηθήθηκα» (Ψαλμ. 27,9).
Αὐτὴν τὴν ἐλπίδα, μαζὶ καὶ βοήθεια, μποροῦμε νὰ πετύχουμε γιὰ τέσσερις λόγους.
α) Γιατὶ τὴν ζητᾶμε ἀπὸ ἕνα Θεό, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ νὰ εἶναι Παντοδύναμος, ὅ,τι θέλει μπορεῖ νὰ τὸ κάνῃ καὶ στὴ συνέχεια μπορεῖ νὰ βοηθήσῃ καὶ μᾶς.
β) Γιατὶ, τὴν ζητᾶμε ἀπὸ ἕνα Θεὸ ὁ ὁποῖος, ὄντας ἄπειρα σοφός, ὅλα, τὰ πάντα γνωρίζει μὲ πλήρη τελειότητα, καὶ ἑπομένως γνωρίζει ὅλο ἐκεῖνο ποὺ ταιριάζει στὴ σωτηρία μας.
γ) Γιατὶ ζητᾶμε αὐτὴ τὴν βοήθεια, ἀπὸ ἕνα Θεό, ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ εἶναι ἀτέλειωτα ἀγαθός, μὲ μία ἀγάπη καὶ θέλησι ποὺ δὲν περιγράφεται, εἶναι πάντα ἕτοιμος γιὰ νὰ δώσῃ ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα, καὶ ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή, ὅλη τὴ βοήθεια ποὺ μᾶς χρειάζεται, γιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ νίκη τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀμέσως ὅταν τρέξουμε στὴν ἀγκαλιά του μὲ σταθερὴ ἐλπίδα.
Καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, ὁ καλὸς ἐκεῖνος Ποιμένας μας, ποὺ ἔτρεχε τριαντατρία χρόνια ἀναζητώντας τὸ χαμένο πρόβατο, μὲ τόσο δυνατὲς φωνές, ποὺ βράχνιασε ὁ λάρυγκας, ποὺ περπάτησε δρόμο τόσο κοπιαστικὸ καὶ ἀκανθώδη, ποὺ ἔχυσε ὅλο του τὸ αἷμα καὶ ἔδωσε τὴ ζωή, πῶς εἶναι δυνατόν, λέω, τώρα ποὺ αὐτὸ τὸ πρόβατο ἀκολουθεῖ πίσω του, καὶ μὲ ἐπιθυμία φωνάζει, καὶ τὸν παρακαλεῖ, νὰ μὴ γυρίσῃ σὲ αὐτὸ τοὺς ὀφθαλμούς του; πῶς μπορεῖ νὰ μὴν τὸ ἀκούσῃ; καὶ νὰ μὴν τὸ βάλη στοὺς θείους του ὥμους, κάνοντας γιορτὴ μὲ ὅλους τοὺς Ἀγγέλους τοῦ οὐρανοῦ; καὶ ἂν ὁ Θεός μας δὲν παύει ἀπὸ τὸ νὰ γυρεύῃ μὲ μεγάλη ἐπιμέλεια καὶ ἀγάπη, νὰ βρῇ κατὰ τὴν εὐαγγελικὴ παραβολή, τὴ χαμένη δραχμή, τὸν τυφλὸ καὶ κωφὸ ἁμαρτωλό, πῶς γίνεται τώρα νὰ ἐγκαταλείψη αὐτόν, ποὺ σὰν χαμένο πρόβατο, φωνάζει καὶ καλεῖ τὸν δικό του Ποιμένα; καὶ ποιὸς θὰ πιστέψη ποτέ, πὼς ὁ Θεός, ποὺ χτυπάει πάντα τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ἐπιθυμώντας νὰ μπῆ μέσα καὶ νὰ δειπνήσῃ, σύμφωνα μὲ τὴν ἱερὴ Ἀποκάλυψι (1), δίνοντας σὲ αὐτὸν τὰ χαρίσματά του, ὅτι, ὅταν τοῦ ἀνοίγῃ τὴν καρδιὰ ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸν προσκαλῇ, αὐτὸς θὰ ἔπρεπε νὰ κάνῃ μὲ τὴν θέλησί του τὸν κωφὸ καὶ νὰ μὴ θέλῃ νὰ μπῆ;

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

«Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία» Πατερική Θεολογία, 14ο Μέρος Ὁμιλία,Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτες


Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:«Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία»
Πατερική Θεολογία, 14ο Μέρος
Ὁμιλία στίς 08-11-2014

Εἴθε οἱ Ἅγιοι Ἀρχάγγελοι καί Ἄγγελοι νά εἶναι βοηθοί καί σκεπασταί ἡμῶν καί νά ἔχουμε τή Χάρη τους καί τήν εὐλογία τους, ὅπως καί ὁ αὐριανός Ἅγιος, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, νά χαρίζει τήν εὐλογία του καί τήν χάρη του στούς ἑορτάζοντες καί σέ ὅλους μας.
Λέγαμε τήν προηγούμενη φορά γιά τήν θεοπνευστία στήν Ἁγία Γραφή καί γιά νά κάνουμε μιά σύνδεση, μιλάει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης γιά τήν θεοπνευστία ὡς ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὄχι βεβαίως ἀπροϋπόθετα σέ ὅλους, ἀλλά σ’ αὐτούς τούς ὁποίους ἔχουν προχωρήσει στήν κάθαρση, στόν φωτισμό καί στήν θέωση. Κι ὅταν λέμε ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι θεόπνευστη, ἐννοοῦμε ὅτι ἔχει, ὄχι τήν κατά γράμμα θεοπνευστία, δηλαδή ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ὑπαγόρευε στούς Εὐαγγελιστές, στούς Ἀποστόλους λέξη-λέξη, ἀλλά εἶναι θεόπνευστη κατά πνεῦμα. Δηλαδή τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς φώτιζε καί ὁ καθένας μέ τό λεξιλόγιο καί τίς γνώσεις πού διέθετε, ἀποτύπωνε στό χαρτί, κατέγραφε αὐτά πού τόν ἐνέπνεε τό Ἅγιο Πνεῦμα. Γι’ αὐτό ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι θεόπνευστη.
Ἐπίσης, τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι πού χαρίζει τήν ἑνότητα στήν Ἐκκλησία. Τά τρία Πρόσωπα, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἑνωμένα εἰς ἕν κατά τήν δόξα, κατά τήν ἐνέργεια δηλαδή, καί κατά τήν οὐσία, ἀλλά εἶναι διαφορετικά Πρόσωπα. Καί οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας ἑνωνόμαστε πραγματικά ὅταν ἔχουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργό μέσα μας. Ἀλλά αὐτή ἡ ἕνωση γίνεται μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Δέν μπορεῖ κανείς δηλαδή νά ἔχει τό Ἅγιο Πνεῦμα, χωρίς νά εἶναι μέλος ζωντανό τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, χωρίς νά ἔχει πρῶτα βαφτιστεῖ καί χωρίς μετά νά κάνει ὅλα αὐτά πού λέει ὁ Χριστός μας, μέ ἕναν λόγο, ὅταν δέν τηρεῖ τίς ἐντολές.
Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού ἀποτυγχάνουν ὅλες οἱ προσπάθειες γιά ἑνότητα, εἴτε λέγεται ἑνότητα οἰκογενειακή, εἴτε λέγεται μοναχική, μέσα σ’ ἕνα μοναστήρι δηλαδή, εἴτε μέσα σέ μιά ἐνορία, εἴτε σ’ ἕνα προσκύνημα, πού πᾶνε οἱ ἄνθρωποι ὑποτίθεται νά προσκυνήσουν καί μπορεῖ νά τσακωθοῦν μέσα στό λεωφορεῖο, γιατί δέν ὑπάρχει τό ἕνα Πνεῦμα. Ἄλλο λέει ὁ ἕνας, ἄλλο λέει ὁ ἄλλος… ἄλλος ἐπιθυμεῖ νά ἀκούσει λαϊκά τραγούδια, ἄλλος ψαλμωδίες… δέν ὑπάρχει δηλαδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἐνεργό σέ ὅλους καί ὑπάρχει αὐτή ἡ διαφωνία, πού εἶναι ἀπόδειξη τῆς παρουσίας τοῦ πονηροῦ πνεύματος. Γιατί τό πονηρό πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο χωρίζει καί ἄν ἔχουμε σήμερα τόσα διαζύγια δέν εἶναι τυχαῖο, ὀφείλεται ἀκριβῶς στήν παρουσία τοῦ πονηροῦ πνεύματος μέσα στίς οἰκογένειες καί γιά αὐτό ἔχουμε τόσους τσακωμούς καί τόσες διαμάχες μέσα στίς οἰκογένειες, ὅσο ὑπάρχουν ἀκόμα οἰκογένειες…

«Ποιός εἶναι ὁ Θεός καί ποιός ὁ ἄνθρωπος» Πατερική Θεολογία, 16ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης



Συνεχίζουμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδου καί ἔχουμε ἕνα κεφάλαιο πού ἐπιγράφεται: «Ποιός εἶναι ὁ Θεός καί ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος». Λέγαμε τήν προηγούμενη φορά ὅτι εἶναι βασικό – βασικότατο ἀξίωμα ἡ θέση -ἄς τό ποῦμε ἔτσι- τῶν Πατέρων, ὅτι δέν ὑπάρχει καμία ὁμοιότητα μεταξύ Θεοῦ καί κτισμάτων. Δέν ἔχουμε οὔτε λέξεις γιά νά περιγράψουμε τόν Θεό, οὔτε μποροῦμε μέ κάτι νά παρομοιάσουμε τόν Θεό. Ἄν τό κάνει αὐτό κανείς, τότε εἶναι στό δρόμο τῆς εἰδωλολατρίας. Οἱ εἰδωλολάτρες ταυτίζουν τόν Θεό μέ κάποια πράγματα, μέ κάποια εἴδωλα. Γι’ αὐτό καί οἱ ἀρχαῖοι εἰδωλολάτρες εἶχαν τά ἀγάλματα. Καί οἱ εἰκονομάχοι εἶχαν παρεξηγήσει τούς Ὀρθοδόξους κατηγορῶντας τους ὅτι εἶναι εἰδωλολάτρες, ἐπειδή προσκυνοῦν τίς εἰκόνες.
Ἀλλά δέν προσκυνοῦμε τίς εἰκόνες ὡς εἴδωλα, δέν ταυτίζουμε τήν εἰκόνα, τό ξύλο, μέ τόν Θεό, ἀλλά «ἡ τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει», ὅπως μᾶς εἶπε ὁ Μέγας Βασίλειος καί τό υἱοθέτησαν καί οἱ ἄλλοι Ἅγιοι Πατέρες τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Γιά ἄλλον λόγο τό εἶχε πεῖ ὁ Μέγας Βασίλειος ἀλλά τό υἱοθέτησαν καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες, γιά νά ἐκφράσουν τήν ἀλήθεια ὅτι, ὅταν κανείς προσκυνάει μιά εἰκόνα, δέν προσκυνάει τό χρῶμα, τό ξύλο, τό ὑλικό μέ τό ὁποῖο εἶναι κατασκευασμένη οὔτε τό ταυτίζει αὐτό τό ὑλικό μέ τόν Θεό, ἀλλά τιμᾶ τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο. Θεωροῦμε ὅτι ὁ εἰκονιζόμενος εἶναι παρών στήν εἰκόνα του χαρισματικῶς, δηλαδή μέ τή θεία του χάρη. Γι’ αὐτό, ὅταν προσκυνοῦμε τήν εἰκόνα, εἶναι σάν νά προσκυνοῦμε τόν ἴδιο τόν εἰκονιζόμενο, τόν Χριστό μας, τήν Παναγία μας, ὅποιος εἶναι εἰκονιζόμενος καί ἐφόσον ἔχουμε δεκτικότητα, δηλαδή ταπείνωση, ἀγάπη καί καθαρότητα, μετέχουμε καί στή χάρη του καί ἁγιαζόμαστε. Γι’ αὐτό προσκυνοῦμε τίς ἅγιες εἰκόνες. Γιατί ἡ προσκύνησή τους μᾶς σώζει. Μᾶς ἁγιάζει αὐτό θά πεῖ μᾶς σώζει, μετέχουμε στή χάρη τοῦ εἰκονιζομένου, ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, ἔχουμε τήν ἀνάλογη δεκτικότητα.
«Μεταξύ» λοιπόν «τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων», μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων, γιατί καί ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Θεός, «δέν ὑπάρχει καμία ὁμοιότητα. Ὅταν οἱ Πατέρες λένε ὅτι δέν γνωρίζουμε τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γνωρίζουμε μόνο ὁρισμένες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιοῦν ἐδῶ τήν λέξη γνωρίζω, ἀλλά ὄχι ἀναλογικά, ὄχι δηλαδή μέ τήν συνήθη ἔννοια τῆς λέξεως γνωρίζω». Ἐμεῖς ὅταν λέμε γνωρίζω ἐννοοῦμε κάτι ἐγκεφαλικό, ὅτι τό καταλαβαίνω, ὅτι τό ἔχω στή μνήμη μου, τό ἐπεξεργάζομαι μέ τόν ἐγκέφαλό μου καί τό ἀποθηκεύω κάπου ἐκεῖ καί μετά λέμε ὅτι γνωρίζω τό τάδε πρόσωπο, ἔχω τήν τάδε γνώση. Δέν πρόκειται γιά αὐτό τό πράγμα. Ὅταν οἱ Πατέρες λένε γνωρίζω τόν Θεό, σημαίνει ἔχω ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, δηλαδή μετέχω στή ζωή τοῦ Θεοῦ.
«Ὅταν λέμε οἱ Ὀρθόδοξοι ὅτι γνωρίζουμε τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, δέν σημαίνει αὐτό ὅτι γνωρίζουμε τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ὅπως γνωρίζουμε τήν ἐνέργεια τῶν κτισμάτων. Ἡ γνῶσις τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ὅπως ἡ γνῶσις τῶν φυσικῶν ἐνεργειῶν». Τώρα, ἄς ποῦμε, ἔχουμε ἐδῶ ζέστη καί καταλαβαίνουμε ὅτι ὑπάρχει μία ἐνέργεια θερμική. Δέν εἶναι αὐτό ὁ Θεός. Δέν γνωρίζουμε ἔτσι τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει ἡ πυρηνική ἐνέργεια, ἡ φωτιστική, ἡ κινητική, ἡ βαρυτική, τά ὁποῖα οἱ ἐπιστήμονες, ἕνας βιολόγος, ἕνας φυσικός, ἕνας ἀστρονόμος, ἕνας ἀρχαιολόγος, μελετοῦν καί γνωρίζουν κάποια πράγματα, ἀλλά κτιστά πράγματα καί μιλοῦν γιά κτιστές ἐνέργειες. Δηλαδή γιά δημιουργήματα καί ὄχι γιά τό ἄκτιστο, δηλαδή γιά τόν Θεό.

α. Ἡ Ἁγία Γραφή στή Δύση β. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες γιά τήν Ἁγία Τριάδα Πατερική Θεολογία, 18ο μέρος,Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:
Συνεχίζουμε μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδη καί εἴμαστε στό κεφάλαιο πού ἐπιγράφεται «Ἡ Ἁγία Γραφή ὑπό τό πρίσμα τῆς Δυτικῆς Θεολογίας». Πῶς δηλαδή οἱ Δυτικοί, οἱ Παπικοί καί οἱ Προτεστάντες, βλέπουν τήν Ἁγία Γραφή.
Λέει ὁ π. Ἰωάννης «Ἐάν θέλει κάποιος νά βρεῖ μία σωστή ἑρμηνεία γιά κάποιο θέμα στήν Ἰατρική ἐπιστήμη, θά ἀπευθυνθεῖ σέ φοιτητή Ἰατρικῆς ἤ σέ καθηγητή Ἰατρικῆς; Θά ἀπευθυνθεῖ σέ καθηγητή Ἰατρικῆς. Ἔτσι εἶναι καί στήν Θεολογία». Δέν θά πᾶς σ’ ἕναν μαθητευόμενο ἀλλά θά πᾶς σ’ αὐτόν πού εἶναι καθηγητής, σ’ αὐτόν πού εἶναι Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας. Καθηγητής καί Πατέρας εἶναι ὁ θεωμένος, αὐτός δηλαδή πού ἔχει δεῖ τόν Θεό, ἔχει ἐμπειρία θεώσεως, ἔχει θεοπτία, ἔχει δεῖ τό ἄκτιστο φῶς καί ἔτσι ἔχει φτάσει στήν κορυφή τῆς ἁγιότητας ἀπό τήν ὁποία πηγάζει καί ἡ Θεολογία. Τότε αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν μιλάει στοχαστικά, ἐγκεφαλικά, δηλαδή δέν κάνει στοχασμό καί σκέψεις καλές ἤ κακές γιά τόν Θεό ἤ συλλογισμούς ἀριστοτελικούς, νά φιλοσοφεῖ δηλαδή, άλλά μιλάει καί γράφει ἀπό τήν ἐμπειρία πού ἔχει, ἀπό αὐτά πού εἶδε καί ἔζησε κατά τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως πού εἶχε.
«Ὑπάρχουν διάφορα στάδια θεολογίας. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἔχουμε τούς προφῆτες. Ἀλλά τί εἶναι αὐτοί οἱ προφῆτες;». Προσέξτε, γιατί κι ἐμεῖς ἔχουμε τήν δυτική, τήν παπική ἀντίληψη. Σύμφωνα μέ τήν παπική ἀντίληψη καί παράδοση «ὁ Θεός μίλησε στούς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί οἱ προφῆτες ἄκουσαν ἀπό τόν Θεό λόγια. Αὐτή ἡ παράδοση ὑπάρχει ἀκόμη καί σήμερα στήν Δυτική Θεολογία», ὅτι αὐτός εἶναι ὁ προφήτης πού τοῦ μιλάει ὁ Θεός καί «ὁ προφήτης ταυτίζεται μέ ἐκεῖνον πού ἔχει δεχθεῖ μηνύματα ἀπό τόν Θεόν», πού μεταφέρει δηλαδή τά μηνύματα τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους.
«Στήν Ἑβραϊκή Παράδοση, ὅμως, προφήτης εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐδοξάσθη. Ἐκεῖνος δηλαδή πού εἶδε τήν δόξα τοῦ Ἀγγέλου ἤ διαφορετικά τόν Ἄγγελον ἐν δόξη. Μάλιστα στήν ἐμπειρία τῆς καιομένης ἀλλά μή καταφλεγομένης βάτου, πού εἶχε ὁ Μωϋσῆς, σ’ αὐτήν τήν ἐμπειρία, στήν βάτο παρών εἶναι ὁ Θεός Πατήρ, πού εἶναι τό Φῶς, παρών εἶναι ἐπίσης ὁ Υἱός – Λόγος, πού εἶναι τό Φῶς μέσω τοῦ ὁποίου βλέπει ὁ Μωϋσῆς τό πρῶτο Φῶς καί μετά παρόν εἶναι τό Πῦρ –ἡ φωτιά– πού εἶναι τό Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτή εἶναι ἡ Πατερική ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως αὐτῆς τοῦ Θεοῦ. Ὅτι, δηλαδή, ἐκεῖ εἶναι ἡ Ἁγία Τριάς παρούσα». Αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση. Οἱ Παπικοί, ὅμως ,τί λένε; Ὅτι τό Πῦρ αὐτό, δέν ἦταν τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά ἕνα κτιστό πῦρ, μιά κτιστή φωτιά, ὅπως ἡ φωτιά στό τζάκι μας ἄς ποῦμε.. Καί ὅτι τό ὅλο γεγονός ἦταν ἕνα θαῦμα κτιστό, κτιστοῦ περιεχομένου. Δηλαδή, ὅτι ἡ φωτιά αὐτή ἡ κτιστή δέν ἔκαιγε τήν βάτο καί αὐτό εἶναι ἕνα θαῦμα. Ἀλλά δέν εἶναι αὐτό. Ἡ ἀλήθεια εἶναι τελείως διαφορετική. Τό φῶς αὐτό δέν εἶναι μιά φωτιά κτιστή, ἀλλά εἶναι τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, τό ἄκτιστο Φῶς. Καί τό γεγονός ὅτι δέν καιγόταν ἡ βάτος δέν ἦταν θαῦμα. Ἦταν ἁπλῶς αὐτό πού ζοῦσε ὁ Μωϋσῆς, ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, ἦταν τό ἄκτιστο Φῶς, τό ὁποῖο δέν ἔχει ἰδιότητα νά καίει. Εἶναι φῶς, εἶναι ἄλλο πράγμα. Ἑπομένως, πρόκειται γιά μιά φανέρωση τοῦ Θεοῦ καί ὄχι γιά ἕνα θαῦμα, ὅπως τό ἑρμηνεύουν οἱ Παπικοί.

α. Σχέση Θεοῦ καί κτίσης, β. Ἡ θέωση Πατερική Θεολογία, 15ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:α. Σχέση Θεοῦ καί κτίσης, β. Ἡ θέωση
Πατερική Θεολογία, 15ο Μέρος
Ὁμιλίαστίς 09-11-2014
Ἔχουμε πεῖ πολλές φορές ἐδῶ σ’ αὐτά τά μαθήματα πού κάνουμε ἀπό τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδη, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀπερίγραπτος, εἶναι ἀκατάληπτος, εἶναι ἀπερινόητος, εἶναι ἀόρατος. Ὅλα αὐτά πάλι δέν περιγράφουν τόν Θεό, ἀλλά μᾶς λένε τί δέν εἶναι ὁ Θεός, γιατί μεταξύ Θεοῦ καί κτισμάτων-δημιουργημάτων, δηλαδή ἀνθρώπων καί ὅλου τοῦ σύμπαντος δέν ὑπάρχει καμιά ὁμοιότητα. Δέν μποροῦμε νά βροῦμε κάτι δηλαδή, εἴτε πρᾶγμα, εἴτε καί λέξη ἀκόμα, πού νά μᾶς λέει τί εἶναι ὁ Θεός. Γι’ αὐτό καί χρησιμοποιοῦμε πολλά ὀνόματα, πολλές λέξεις, πολλούς προσδιορισμούς καί πάλι δέν λέμε τί εἶναι ὁ Θεός, γιατί δέν ὑπάρχει καμία, μά καμία, ἀναλογία μεταξύ Θεοῦ καί κτισμάτων-δημιουργημάτων. Ἐμεῖς ὅλοι εἴμαστε δημιουργήματα. Ὁ Θεός εἶναι τελείως ἄλλο πράγμα… Δέν ὑπάρχει καμία λοιπόν ἀναλογία μεταξύ κτιστοῦ καί ἄκτιστου. Τό ἄκτιστο εἶναι ὁ Θεός καί τό κτιστό εἴμαστε ἐμεῖς, εἶναι ὅλο τό σύμπαν.
Ὑπῆρξαν ὅμως κάποιοι πού θεώρησαν καλό νά ποῦν ὅτι ὑπάρχουν κάποιες ἀναλογίες, αὐτοί οἱ ὁποῖοι εἶδαν τήν Θεολογία ὡς φιλοσοφία. Αὐτή -ἄς τό ποῦμε- ἡ προσπάθεια ὀνομάζεται μεταφυσική θεώρηση τῆς Θεολογίας. Ἡ μεταφυσική, θά λέγαμε ἁπλά, εἶναι ἡ φιλοσοφική θεώρηση τῆς Θεολογίας. Κάνουμε καί τήν Θεολογία μία φιλοσοφία, τό ὁποῖο βεβαίως δέν ἔχει γίνει στήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά ἔχει γίνει στήν παράδοση τῆς Δύσης. Γι’ αὐτό θά ἀκοῦτε -καμιά φορά τό χρησιμοποιοῦν λανθασμένα καί ὀρθόδοξοι- ὅτι ὑπάρχουν ἀξίες. «Ὁ Θεός εἶναι μιά ἀξία», ἤ «ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μιά ἀξία». Ὁ Θεός δέν εἶναι μιά ἀξία. Ὁ Θεός εἶναι Πρόσωπο καί εἶναι τελείως ἄγνωστο καί ἀκατάληπτος στήν οὐσία Του σέ μᾶς.
Οἱ Δυτικοί εἶπαν ὅτι ὑπάρχουν «δύο ἀναλογίες, δύο διαφορετικές συσχετίσεις» ἀνάμεσα στόν Θεό καί στούς ἀνθρώπους. Εἶναι λανθασμένα ὅλα αὐτά, γι’ αὐτό δέν τά ἔχουμε στήν Ὀρθοδοξία, ἁπλῶς τά λέω γιά νά τά ξέρετε γνωσιολογικά. «Οἱ Πατέρες τονίζουν ὅτι μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου ἤ μεταξύ κτισμάτων καί Θεοῦ οὐδεμία ὁμοιότης ὑπάρχει». Οἱ ἀρχαῖοι ἔκαναν αὐτό τό μπέρδεμα: ἔφτιαχναν ἕνα ἄγαλμα καί ἔλεγαν ὅτι αὐτό εἶναι θεός, ὁ Δίας ἄς ποῦμε, καί σοῦ ἔδειχναν τό ἄγαλμα τοῦ Δία. Αὐτοί δέν ἔλεγαν ἁπλῶς ὅτι ὑπῆρχε σχέση, ἀλλά ταυτίζανε τό ἄγαλμα μέ τόν Θεό καί ἔλεγαν ὅτι Θεός εἶναι αὐτό τό ἄγαλμα καί πήγαιναν σ’ αὐτό τό ἄγαλμα νά προσευχηθοῦν. Αὐτή εἶναι ἡ ἀρρώστια τῆς θρησκείας, ἡ ταύτιση κτιστοῦ μέ τό ἄκτιστο, δηλαδή κάνουμε θεούς πράγματα κτιστά, δημιουργήματα. Τά δημιουργήματα τά κάνουμε Θεό, Δημιουργό.

«Ἡ θέωση καί τά τρία στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς» Πατερική Θεολογία, 20ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης



Συνεχίζουμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη. Τό κεφάλαιο πού θά ἀσχοληθοῦμε σήμερα ἔχει τίτλο «Περί τῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως καί περί τῶν τριῶν σταδίων τῆς πνευματικῆς ζωῆς». Λέγαμε χθές ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἶναι πηγή τοῦ ἁγιασμοῦ, ὅταν Τόν κοινωνοῦμε. Ἀνάλογα μέ τήν κατάσταση πού εἶναι ὁ καθένας καθαρίζεται ἔτι καί ἔτι, φωτίζεται καί θεώνεται. «Καί θεοῖ με καί τρέφει» λέμε ἐκεῖ στήν σχετική εὐχή. Λέγαμε ἀκόμα ὅτι ἑνώθηκε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀτρέπτως, ἀναλλοιώτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως. Αὐτή ἡ πρώτη λέξη ἀτρέπτως σημαίνει χωρίς τροπή, δηλαδή χωρίς ἀλλοίωση. Δέν ἔγινε ἡ ἀνθρώπινη φύση δηλαδή θεία, οὔτε ἡ θεία ἀνθρώπινη. Παρέμειναν ὅπως εἶναι, ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀνθρώπινη καί ἡ θεία θεία, ἀλλά ἑνώθηκαν ὅμως ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως, ἀδιαιρέτως καί ἀτρέπτως, ὅπως εἴπαμε. Ὅταν λοιπόν ἐμεῖς μεταλαμβάνουμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ μας παίρνουμε τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ μας, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι θεωμένη, εἶναι ἐμπλουτισμένη μέ τήν Θεία χάρη, μέ τό ἄκτιστο. Ἡ Θεία Χάρις εἶναι τό ἄκτιστο, εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ, ὁπότε μετέχουμε στό ἄκτιστο. Κι αὐτό τό ἄκτιστο, αὐτή ἡ Θεία Χάρις εἶναι πού μᾶς καθαρίζει, μᾶς φωτίζει καί μᾶς θεώνει. Ἔτσι κι ἐμεῖς γινόμαστε, ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Πορφύριος, κατά χάριν -καί ὄχι κατά φύσιν βέβαια- ἄκτιστοι. Ἐνῶ εἴμαστε κτιστοί, δημιουργήματα, ἐπειδή παίρνουμε τήν Θεία Χάρη, παίρνουμε τόν Χριστό μας, πού εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, γινόμαστε κι ἐμεῖς κατά χάριν ἄκτιστοι.
«Τώρα», λέει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, γιά νά ἔρθουμε καί στό κεφάλαιο αὐτό, «διαβάζοντας τήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, ποιοί βλέπουμε ὅτι ἔφθασαν στήν θέωση; Στήν Παλαιά Διαθήκη ἦταν οἱ Προφῆτες καί στήν Καινή Διαθήκη ἦταν οἱ Ἀπόστολοι. Πρῶτα ὅμως στήν Καινή Διαθήκη ἔφθασε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Μετά ὁρισμένοι Ἀπόστολοι. Ὄχι ὅλοι μαζί οἱ Ἀπόστολοι». Οἱ πρῶτοι πού θεώθηκαν ἦταν οἱ τρεῖς κορυφαῖοι, ὁ Ἅγιος Πέτρος, ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης. Στό ὄρος Θαβώρ εἶδαν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, θεώθηκαν.

α. Περί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καί περί μεταφυσικῆς β. Ὁ μοναχισμός, Πατερική Θεολογία, 21ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


α. Περί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ καί περί μεταφυσικῆς
Νά συνεχίσουμε μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν Πατερική Θεολογία πού μελετᾶμε. Τό πρῶτο κεφάλαιο ἐπιγράφεται «Περί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ» καί λέει ὁ π. Ἰωάννης ὁ Ρωμανίδης, «Κατά τήν Πατερική παράδοση», τήν Ὀρθόδοξη παράδοση, «ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ὅπως καί ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἁπλή. Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἁπλή καί δέν μετέχεται ἀπό τά κτίσματα». Δηλαδή, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι καί ὅλα τά ἄλλα κτίσματα δέν μετέχουμε στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μετέχουμε στίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες εἶναι πολλές στίς φανερώσεις τους. Οὐσιαστικά ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἁπλή καί μία, ἀλλά ἔχει πολλές φανερώσεις καί ποικίλα ἀποτελέσματα.
«Ἡ ἐνέργεια ὅμως τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ φυσική ἐνέργεια τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, μετέχεται μέ τήν κτίση. Δέν μετέχεται ὅμως, κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἀπό ὅλα τά κτίσματα. Ὑπάρχει διαφορετική μεθέξις τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ ἀπό τά κτίσματα, ἀλλά ὑπάρχουν καί διαφορετικῶν εἰδῶν ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε, οἱ ὁποῖες μετέχονται. Δηλαδή, οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ διακρίνονται ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη. Γι’ αὐτόν τόν λόγο, οἱ Πατέρες ἀναφέρουν ὅτι ἡ μία ἁπλή φυσική ἐνέργεια τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ μερίζεται -διαμερίζεται δηλαδή– σέ διαφορετικά εἴδη ἐνεργειῶν καί σέ πολλούς ἀποδέκτες. Πῶς ὅμως; Ἀμερίστως! Μερίζεται ἀμερίστως», χωρίς νά διαιρεῖται. Λέγαμε κι ἄλλη φορά ὅτι γιά τόν Θεό δέν ἔχουμε λέξεις. Δέν μποροῦμε νά περιγράψουμε τόν Θεό, πολύ περισσότερο τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά καί τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ δέν μποροῦμε νά τίς περιγράψουμε. Γι’ αὐτό λέμε κάτι καί μετά τό ἀναιροῦμε, γιά νά δείξουμε ὅτι δέν μποροῦμε νά ποῦμε… ‘Μερίζεται ἀμερίστως’. Καί μερίζεται καί δέν μερίζεται δηλαδή, μᾶλλον μοιράζεται χωρίς νά διαιρεῖται. Στά κτιστά πράγματα μέ ἕνα κερί μποροῦμε νά ἀνάψουμε κι ἄλλα κεριά. Αὐτή ἡ φλόγα πού ἄναψε ἀπό τό πρῶτο κερί μοιράστηκε στά ἄλλα κεριά;

α.Ὀρθοδοξία, πολιτική καί ὑπαρξισμός β.Φιλοσοφία καί θεολογία, Πατερική Θεολογία 22ο Μέρος,Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:α.Ὀρθοδοξία, πολιτική καί ὑπαρξισμός
β.Φιλοσοφία καί θεολογία, Πατερική Θεολογία
22οΜέρος, Ὁμιλία στίς 07-12-2014
Συνεχίζουμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν Πατερική Θεολογία, τά κεφάλαια αὐτά πού εἶναι παραδόσεις πανεπιστημιακές τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδη. Τό πρῶτο κεφάλαιο πού θά δοῦμε σήμερα εἶναι «ρθοδοξία καί ἰδεολογία». Θά δοῦμε μιά χαριτωμένη, θά λέγαμε, ἐρώτηση καί ἀπάντηση πάνω στό θέμα: «Ἔχει σχέση ἡ Ὀρθοδοξία μέ τήν πολιτική; Μπορεῖ νά πολιτικοποιηθεῖ;» καί νά δοῦμε τί ἐννοεῖ.
Λέει, λοιπόν, ὁ π. Ἰωάννης: «Στήν διαδικασία τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως ἔχουμε μπροστά μας μία ἐπιστήμη» καί μάλιστα, ὅπως ἔχουμε πεῖ κι ἄλλες φορές, μιά θετική ἐπιστήμη διότι οὐσιαστικά εἶναι ἰατρική τῆς ψυχῆς καί βασίζεται σέ ἐμπειρικά δεδομένα. Δέν εἶναι μιά θεωρία ἀλλά εἶναι κάτι πού, ἄν κανείς τό ἐφαρμόσει, θά ἔχει πάντοτε τό ἴδιο ἀποτέλεσμα, ὅπως γίνεται καί στίς θετικές ἐπιστῆμες. Ἄν κανείς λ.χ. ἔχει τίς ἴδιες συνθῆκες καί κάνει ἕνα πείραμα, θά ἔχει πάντοτε τό ἴδιο ἀποτέλεσμα. Ἄν κανείς μπεῖ στήν ταπεινή διαδικασία τῆς ὑπακοῆς στόν Θεό, τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν, θά ἔχει αὐτά πού λέει ὁ Χριστός, θά ἔχει τήν ἀνάπαυση, θά ἔχει τήν ὅραση τοῦ Θεοῦ, τήν θέα τοῦ Θεοῦ, τήν θέωση.
Αὐτή τώρα ἡ ἐπιστήμη, λέει ὁ π. Ἰωάννης, «μπορεῖ νά πολιτικοποιηθεῖ;. Δηλαδή νά γίνει ἕνα ἐξάρτημα τῆς πολιτικῆς, νά ἐπηρεαστεῖ ἀπό τήν πολιτική; «Μπορεῖ οἱ Ὀρθόδοξοι νά ποῦν π.χ. ὅτι μόνο οἱ Ἀριστεροί μποροῦν νά ἔχουν νοερά προσευχή; Ἤ ὅτι ἐκεῖνος πού ἔχει νοερά προσευχή εἶναι ὑποχρεωμένος νά εἶναι Ἀριστερός ἤ Δεξιός; Ὄχι βέβαια». Δέν ὑπάρχει τέτοιο θέμα. «Ὁπότε ἔχουμε μία ἐπιστήμη, πού λέγεται Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ ποτέ νά συσχετισθεῖ μέ τήν Πολιτική». Γι’ αὐτό ἀκριβῶς δέν πρέπει οἱ Ἱεράρχες καί οἱ ἱερεῖς νά κομματίζονται. Βεβαίως, ψηφίζουν ὡς πολίτες, ἀλλά ὀφείλουν ν’ ἀγαπᾶνε τούς πάντες. Ὁ ὁποιοσδήποτε πιστός ἐπίσης, δέν πρέπει νά κομματίζεται. Θά πρέπει νά ἀγαπάει ὅλους. Μπορεῖ νά ψηφίζει κάτι πού τοῦ ἀρέσει περισσότερο, τό ὁποῖο, βεβαίως, θά πρέπει νά εἶναι καί σύμφωνο μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ὄχι κάτι ἀντίθετο, κάτι δαιμονικό, ὅπως εἶναι λ.χ. ἡ μασονία. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως δέν πρέπει νά ἔχει μιά ἰδιαίτερη προτίμηση σέ κάποιο πολιτικό κόμμα καί νά ἀντιπαθεῖ τούς ὑπόλοιπους πού δέν εἶναι στό ἴδιο κόμμα. «Ὁ ἀγαπῶν τόν συνάνθρωπό του μεριμνᾶ γιά τόν συνάνθρωπό του, ὁποιοσδήποτε καί ἄν εἶναι αὐτός ὡς πρός τίς πεποιθήσεις του». Ὅπως, ὅταν κανείς πάει στό Νοσοκομεῖο, ὁ γιατρός δέν ἐξετάζει τά πολιτικά του φρονήματα καί ἄν ταιριάζουν τόν περιποιεῖται κι ἄν δέν τοῦ ταιριάζει λέει «φύγε, τό νοσοκομεῖο εἶναι γιά ἀριστερούς ἤ μόνο γιά δεξιούς…». Δέν ὑπάρχει τέτοιο πράγμα. Ἔτσι καί στήν Ὀρθοδοξία καί στήν Ἐκκλησία.

Περί Θεοπνευστίας – Σχέση Θεοπνευστίας καί ἀλαθήτου π. Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη (+) Καθηγητή Πανεπιστημίου



Δυστυχώς σήμερα στην Ορθοδοξία υπάρχουν επιρροές παπικές και προτεστάντικες. Προσπαθούν να μας πείσουν είτε πως η Αγία γραφή είναι η μόνη πηγή πίστεως, είτε πως μόνο οι «εκπαιδευμένοι» και «διαβασμένοι» μπορούν να την ερμηνεύσουν.
Στην πραγματικότητα το μόνο κριτήριο ερμηνείας Θεόπνευστων γραφών είναι ο Φωτισμός και η Θέωση. Εαν κάποιος δεν βρίσκεται στην κατάσταση αυτή, τότε η οποιαδήποτε προσπάθεια ερμηνείας πιθανότατα θα πέσει στο κενό. βεβαίως σε κατάσταση φωτισμού και

θέωσης δεν βρίσκονταν μόνο οι αρχαίοι Πατέρες αλλά και οι σημερινοί. Όμως πολλοί σήμερα, ενώ καμία σχέση δεν έχουν με αυτά έχουν τηνψευδαίσθηση πως μπορούν να ερμηνεύσουν ΠΛΗΡΩΣ τα Θεόπνευστα κείμενα. Αυτό οφείλεται, απλά στον εγωϊσμό και την υπερηφάνεια τους. Ανθρωποι όπως ο Teillard de Chardin, στην παπική Εκκλησία, εφαρμόζοντας έναν κίβδηλο «επιστημονισμό», κατάφεραν να εισάγουν ΝΕΟΕΠΟΧΙΤΙΚΕΣ αντιχριστιανικές αντιλήψεις. Ορισμένοι δικοί μας «Ορθόδοξοι» θα ήθελαν να κάνουν το ίδιο.
 Όπως λέει και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:
«Τι γαρ ακαθαρτότερον, ειπέ μοι, του μετά οιήσεως
και υπερηφανίας διδάσκειν επιχειρούντος τα του Πνευματος άνευ Πνεύματος; Τι μιαρώτερον του μη μετανοήσαντος και προκαθάραντος εαυτόν, αλλά τούτο μεν αφέντος δια μόνης δε της ψευδωνύμου γνώσεως και της έξω σοφίας βουλομένου Θεολογείν και περί των όντων και αεί ωσαύτως όντων τολμηρώς διαλέγεσθαι; » .
(Θεολογικός, 1, 271-277, S.C. 122, 116)
 Βλέπουμε πως θεωρείται αμαρτία, ΜΙΑΣΜΑ, κατα τον Αγιο, η χωρίς να είμαστε καθαρισμένοι από τα πάθη, Θεολογική ερμηνεία.
 Αλλού λέει :
«Ει γαρ δια γραμμάτων και μαθημάτων η επίγνωσις της αληθούς σοφίας και της του Θεού γνώσεως έμελλεν ημίν, αδελφοί, δίδοσθαι, τις ην άρα χρεία της πίστεως η του θείου βαπτίσματος η της των μυστηρίων αυτών μεταλήψεως; ουδεμία μενούν «
(Κεφάλαια θεολογικά και πρακτικά 3, 84-86, S.C. 51, 106-108)
Ας δούμε όμως, τι λέει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης για την έννοια της Θεοπνευστίας.

α. Στοχασμός, θεολογία καί ἐπιστήμη β. Διαφορά Ὀρθοδόξων – αἱρετικῶν καί ὁ ἀληθινός Θεολόγος Πατερική Θεολογία, 23ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


Ἀκούστε τήν ὁμιλία ἐδῶ: α. Στοχασμός, θεολογία καί ἐπιστήμη
Συνεχίζουμε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννη τοῦ Ρωμανίδη τό κεφάλαιο «Στοχασμός στήν Ὀρθόδοξη θεολογία». Ἔχουμε πεῖ ὅτι ἡ θεολογία δέν εἶναι στοχαστική ἀλλά εἶναι ἀληθινή, εἶναι ἐμπειρική θεολογία. Στήν Ὀρθόδοξη θεολογία ὑπάρχει ἄραγε στοχασμός; Λέει ὁ π. Ἰωάννης «ὑπάρχει καί στοχασμός, ὅπως ἀκριβῶς ὑπάρχει στοχασμός καί στίς θετικές ἐπιστῆμες. Στίς θετικές ἐπιστῆμες ὁ κάθε ἐρευνητής, γιά νά προχωρήσει στήν ἔρευνά του, προβάλλει συνεχῶς ὑποθέσεις καί δέν τολμάει νά υἱοθετήσει τίς ὑποθέσεις αὐτές καί νά τίς μεταβάλει σέ ἀξιώματα, πρίν ἐλεγχθεῖ ἡ ὀρθότητά τους ἀπό τήν ἐμπειρία, δηλαδή τήν ἐμπειρική γνώση μέ βάση τίς ἐπιστημονικές μεθόδους». Κάνει πειράματα καί ἐπαληθεύει αὐτό πού ὑποθέτει πώς εἶναι ἀληθινό. «Στίς θετικές ἐπιστῆμες δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρξει πρόοδος, ἄν δέν ὑπῆρχε ὁ στοχασμός ἐπάνω στίς κτηθεῖσες γνώσεις. Μέ βάση αὐτόν τόν στοχασμό οἱ ἐπιστήμονες δημιουργοῦν θεωρίες καί προβάλλουν ὑποθέσεις, τίς ὁποῖες ἐν συνεχεία ἐλέγχουν μέ τήν παρατήρηση καί τό πείραμα, ἄν εἶναι ὀρθές». Ἔχουν κάποια δεδομένα, τά συνθέτουν μέ τή σκέψη τους καί φτιάχνουν μιά θεωρία, ἡ ὁποία ἑρμηνεύει, θά λέγαμε, αὐτά τά δεδομένα πού ἔχουν. Ἀλλά θά πρέπει μετά αὐτή τήν θεωρία νά τήν ἐπαληθεύσουν καί μέ τό πείραμα.
«Ὁ στοχασμός ὅμως, πού ὑπάρχει στήν Ὀρθόδοξο Θεολογία, συνεχῶς λιγοστεύει ὅσο κανείς προχωρεῖ στήν θεογνωσία». Ὅσο γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν Θεό καί τά περί τοῦ Θεοῦ τόσο ὁ στοχασμός μειώνεται, «διότι ὁ στοχασμός αὐτός ἐλέγχεται καί περιορίζεται συνεχῶς ὑπό τό φῶς τῆς ἀποκαλύψεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» καί δέν χρειάζεται πλέον ὁ ἄνθρωπος νά στοχάζεται ἀλλά ἔχει ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. «Οἱ στοχασμοί καί οἱ ὑποθέσεις ἀντικαθίστανται ἀπό τήν γνώση», πού βιώνει ὁ ἄνθρωπος πού καθαρίζεται καί φωτίζεται. «Προχωρώντας κανείς ἀπό τήν κάθαρση στόν φωτισμό, ὁ στοχασμός μειώνεται. Πλήρης κατάργηση τοῦ στοχασμοῦ συμβαίνει ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάσει στήν θέωση, ὅταν δηλαδή ἀντικρύσει τήν ἴδια τήν Ἀλήθεια, ἡ ὁποία τοῦ ἀποκαλύπτεται καί ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός». Μάλιστα ἐκεῖ, στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, καταργεῖται καί ἡ προσευχή, ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἔχει βρεῖ αὐτό πού ζητάει μέ τήν προσευχή του, τόν Θεό.
«Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας παραμένει ἀναλλοίωτη δια μέσου τῶν αἰώνων, ὅσον ἀφορᾶ στήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Καί τοῦτο, διότι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἴδια δια μέσου τῶν αἰώνων». Ὁ Θεός καί τῆς Παλαῖας Διαθήκης καί τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι ὁ ἴδιος. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἱερά Παράδοση εἶναι ἀναλλοίωτη. «Ἦταν καί εἶναι πάντα ἡ ἴδια, σέ ὅλους τούς θεούμενους ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἀδάμ μέχρι τώρα. Ὅλοι οἱ θεούμενοι (Προφῆτες, Ἀπόστολοι, Ἅγιοι), δέχονται τήν ἴδια ἐμπειρία ἐν Ἁγίω Πνεύματι κατά τήν θέωση, ὅταν δηλαδή τούς ἀποκαλύπτεται ὁ Χριστός». Δηλαδή, τήν ἴδια ἐμπειρία εἶχε ὁ προφήτης Μωυσῆς πού εἶδε τήν βάτο τήν φλεγομένη καί μή καταφλεγομένη, τήν ἴδια ἐμπειρία εἶχαν καί οἱ Ἀπόστολοι στό Θαβώρ καί τήν ἴδια ἐμπειρία εἶχε καί ὁ ἅγιος Πορφύριος, ὁ ἅγιος Σιλουανός, οἱ σύγχρονοι ἅγιοι.

α. Ἡ σύγχρονη πνευματική κατάσταση, β. Περί Συνόδων γ. Περί τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς ἐπίσημης Θρησκείας. Πατερική Θεολογία, 25ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης



Συνεχίζουμε, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδου. Τό πρῶτο κεφάλαιο εἶναι «Ἡ σημερινή πνευματική κατάστασις στήν Ἑλλάδα». Βέβαια αὐτό ἀναφέρεται στό ἔτος 1983. Τότε ἔκανε αὐτή τήν ὁμιλία, ἀλλά δέν διαφέρει μέ τά σημερινά δεδομένα. Μᾶλλον ἐπαληθεύεται ὁ π. Ἰωάννης σέ αὐτά πού λέει καί θά σχολιάσουμε λίγο μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
«Συμβαίνει νά βρισκόμαστε σέ μία καμπή στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, πού ὁ ἴδιος ὁ κομπογιαννίτης γιατρός», δηλαδή αὐτός ὁ Πνευματικός πατέρας πού δέν μπορεῖ νά θεραπεύσει ἤ νά καθοδηγήσει σωστά, πού δέν γνωρίζει τήν θεραπευτική τῆς Ὀρθοδοξίας, αὐτός ὁ ἄνθρωπος, παρόλο πού εἶναι κομπογιαννίτης, «δέν ἔχει ἐπίγνωση ὅτι εἶναι κομπογιαννίτης». Ὑπάρχουν, δηλαδή, ἄνθρωποι «Πνευματικοί χωρίς Ἅγιο Πνεῦμα», ὅπως ἔλεγε ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος χίλια χρόνια πρίν, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ δέν μποροῦν νά θεραπεύσουν τόν λαό, νομίζουν πώς μποροῦν.
«Ὁ κομπογιαννίτης ὅμως εἶναι σέ θέση νά ἀναγνωρίσει ἕναν πραγματικό γιατρό, ὅταν συναντηθεῖ μέ αὐτόν ἤ ὄχι;». Ἕνα ἄλλο ἐρώτημα τώρα. Τόν ἑαυτό τους δέν ξέρουν ὅτι εἶναι κομπογιαννίτης. Ἕναν πραγματικό γιατρό, ὅταν τόν δοῦνε, θά τόν καταλάβουνε; «Ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι, ἄν ἔχει πωρωμένη συνείδηση», πού σημαίνει μεγάλο ἐγωισμό, μεγάλη ὑπερηφάνεια, «δέν θά τόν ἀναγνωρίσει». Τό βλέπουμε στήν πράξη αὐτό, ὅτι οἱ πραγματικοί γιατροί, οἱ ἄγιοι δηλαδή, ὅλοι διώκονται. Διώκονται κατεξοχήν ἀπό τούς ἀνθρώπους «τῆς Ἐκκλησίας», πού ὑποτίθεται ὅτι θεραπεύουν τόν λαό, ἀλλά τούς ἀληθινούς γιατρούς τούς καταδιώκουνε!
«Αὐτό συνέβη μέ τόν Ἰούδα, ὁ ὁποῖος γνώρισε μέν τόν Χριστό», τόν πραγματικό γιατρό καί τόν τέλειο γιατρό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων μας, «ἀλλά ὄχι ὅπως οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι», δέν Τόν ἀναγνώρισε, δέν Τόν παραδέχτηκε. Γι’ αὐτό καί δέν δέχτηκε τήν θεραπευτική Του. Σίγουρα ὁ Κύριος θά συμβούλευε τόν Ἰούδα πού ἦταν κοντά Του, ἐνδεχομένως θά τοῦ ἔκανε καί παρατηρήσεις πού ἔκλεβε, θά τόν συμβούλευε νά ἀποβάλλει τήν ροπή πού εἶχε πρός τά χρήματα, τήν φιλαργυρία καί ὅμως ὁ Ἰούδας ἔμεινε ἀδιόρθωτος. Δέν καταπολέμησε τήν φιλαργυρία καί αὐτή αὐξήθηκε. Γιατί, ὅταν τό κακό δέν θεραπεύεται στόν ἄνθρωπο, δέν μένει ἐκεῖ πού εἶναι, αὐξάνεται καί φτάνει κάποια στιγμή νά πνίξει τόν ἄνθρωπο. Ἔφτασε λοιπόν καί ὁ Ἰούδας ἀπό μία μικρή στήν ἀρχή ἀμέλεια, ἀδιαφορία καί ὑποχώρηση στό πάθος τῆς φιλαργυρίας, στήν πολύ τραγική κατάσταση τοῦ προδότη. «Ὁ Ἰούδας δέν κατάλαβε ποιός ἦταν ὁ Χριστός. Γιατί; Διότι πνευματικά δέν ἦταν ἐντάξει. Δηλαδή ὁ Ἰούδας ἀπεδείχθη κομπογιαννίτης καί οὔτε τόν ἑαυτό του μπόρεσε νά σώσει». Παρόλο πού ἦταν στό «Πανεπιστήμιο τῆς θεραπευτικῆς» κοντά στόν Κύριο, δέν μπόρεσε νά θεραπεύσει οὔτε τόν ἑαυτό του. Γιατί ἡ θεραπεία δέν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπό τόν γιατρό, ἐξαρτᾶται καί ἀπό τόν ἀσθενή, ἐάν ὁ ἀσθενής συνεργάζεται καί παίρνει τά θεραπευτικά φάρμακα.

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Τι είναι ο όρθρος; Ποιά είναι τα μέρη του όρθρου σε γενικές γραμμές;


Πρόκειται για μια ερώτηση που πραγματικά βοηθάει πολύ στο να κατανοήσουμε τα περί του τυπικού της εκκλησίας μας. Έτσι ακόμα και με μια μόνο ανάγνωση του παρακάτω, την επόμενη Κυριακή που θα εκκλησιαστούμε, θα ξέρουμε σε ποιό σημείο βρίσκεται η ακολουθία εκείνη την στιγμή και με λίγη προσοχή θα μπορούμε να κατανοήσουμε σιγά σιγά το νόημα αλλά και να γευτούμε την πραγματική ωφέλεια που προκύπτει από τον τακτικό εκκλησιασμό.
από αναδημοσίευση*:
Όρθρος λέγεται η Ακολουθία που τελείται πριν τη Θεία Λειτουργία. Είναι δοξολογία στο Χριστό, που Εκείνος είναι το Φως του κόσμου και ο Ήλιος της Δικαιοσύνης και είναι επίσης παράκληση στον Κύριο του Σύμπαντος με την ανατολή της καινούργιας ημέρας.
Συγχρόνως είναι η καλύτερη ψυχική προετοιμασία για τη Θ.Λειτουργία (το Μυστήριο των Μυστηρίων) που θα επακολουθήσει.
1. ΕΞΑΨΑΛΜΟΣ: Κατανυκτική ανάγνωση (όλοι ιστάμεθα όρθιοι) των 6 από τους 150 ψαλμούς του Ψαλτηρίου, τους περισσότερους των οποίων έγραψε ο Δαβίδ. Είναι συγχρόνως ύμνος ,δέηση και προφητεία.:
• 3ος : εικονίζει τη σταθερή ελπίδα της ψυχής στο Θεό.
• 37ος : Θρήνος της ψυχής για το βάρος των αμαρτιών.
• 62ος : Απαλή παρηγορητική πρωινή προσευχή.
• 87ος : Δέηση ψυχής τσακισμένης από τις συμφορές.
• 102ος: Προσευχή ευγνωμοσύνης για τις ευεργεσίες του Θεού.
• 142ος : Θερμή παράκληση βοήθειας .
2. ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ: Σύντομα τροπάρια που περιγράφουν περιληπτικά την υπόθεση της εορτής. Λέγονται απολυτίκια διότι ξεκινούν ψαλλόμενα από τον Εσπερινό πριν την Απόλυση και μετά τη φράση του πρεσβύτη Συμεών που επαναλαμβάνει ο ιερεύς: «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα…».Συνήθως είναι τρία: Το πρώτο είναι του Ήχου της ημέρας αναφερόμενο στην Ανάσταση , το Δεύτερο στον Άγιο που εκείνη την ημέρα εορτάζει και το τρίτο στη Θεοτόκο.
3. ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ: Σύντομα τροπάρια της Αναστάσεως στον ήχο της ημέρας.Ονομάζονται καθίσματα επειδή οι πιστοί εκάθοντο για να κατανοήσουν πιο άνετα τα βαθιά νοήματα που περιέχουν. Και αποτελούσαν ανάπαυλα σε Αναγνώσεις μακρές από το Ψαλτήριον του Δαβίδ.
4.ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ: Ψάλλονται πάντα σε ήχο Πλάγιο του Α΄. Εκφράζουν την κατάπληξη των Αγγέλων, των Μυροφόρων και των Αποστόλων για το Θαύμα της Αναστάσεως και καταλήγουν σε υμνολογία της Αγίας Τριάδος και το ενθουσιώδες «Αλληλούια».
5. ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ: Ψαλμοί στον Ήχο της ημέρας, που διηγούνται τα μεγαλεία της δημιουργίας και μοιάζουν με σκαλοπάτια που ανεβάζουν τη ψυχή προς τον ουράνιο Δημιουργό. Είναι εμπνευσμένα από τους Ψαλμούς των Αναβαθμών (119-133) από τους οποίους έχουν πάρει πολλές εκφράσεις.
6. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Αναγιγνώσκεται μέσα στο ΙερόΒήμα, όπου η Αγ.Τράπεζα συμβολίζει τον Πανάγιο Τάφο και ο ιερεύς τον Άγγελο που αναγγέλλει το χαρμόσυνο γεγονός της Αναστάσεως «καθήμενος εν τοις δεξιοις». Υπάρχουν 11 Εωθινά Ευαγγέλια . Μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου ο ιερεύς το περιφέρει μέσα στο Ναό για να το ασπαστούν οι πιστοί, ενώ ψάλλεται κατανυκτικά ο 50ος ψαλμός της μετανοίας συνήθως στον ήχο της ημέρας, αφού προηγουμένως είχε απαγγελθεί το «Ανάστασιν χριστού θεασάμενοι», η Διακήρυξη αυτή του Μυστηρίου της Θείας ενανθρωπήσεως και του Πάθους καθώς και του μεγάλου Θαύματος της Αναστάσεως που αποτελεί τον Θεμέλιο Λίθο της Πίστεώς μας.