Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Τι είναι τα Ψυχοσάββατα; Ωφελούν τους κεκοιμημένους ;

Επειδή πολλοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί ρωτούν για το επερχόμενο Ψυχοσάββατο ( Παρασκευή απόγευμα εσπερινός + Σάββατο , πριν την Κυριακή των Απόκρεω ) που τελεί η Ορθόδοξη Εκκλησία μας για όλους τους κεκοιμημένους αδελφούς μας , παραθέτουμε ένα ενημερωτικό κείμενο του ομότιμου καθηγητή της Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Σ. Σάκκου. 
 
Θεωρούμε τις προσευχές για τους κεκοιμημένους, τους νεκρούς μας ( είτε στη Θεία Λειτουργία, είτε στα μνημόσυνα, είτε στα τρισάγια, είτε στα ψυχοσάββατα ) ΥΨΙΣΤΗ ΜΟΡΦΗ ΑΓΑΠΗΣ προς τους αδελφούς που δεν είναι πια μαζί μας. 
 
Και θεωρούμε μεγάλο ατόπημα των χιλιάδων αιρέσεων και παραθρησκειών που αρνούνται τις προσευχές για τους κεκοιμημένους, με σχολαστικισμό ! Τι  κρίμα είναι να αφήνουν τους νεκρούς τους αβοήθητους, χωρίς προσευχές ! Τι κρίμα, τι φοβερό είναι να πεθαίνουν και να μένουν χωρίς τις προσευχές των ζώντων ! 
 
Τα Ψυχοσάββατα

Μεσα στην ιδιαίτερη μέριμνά της για τούς κεκοιμημένους η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει καθορίσει ξεχωριστή ημέρα της εβδομάδος γι’ αυτούς.
 
image_gallery Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε κοινωνία μαζί τους. 
Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τούς οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, ακόμη και τούς εχθρούς του που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, αλλά ζητά και τις προσευχές της Εκκλησίας γι’ αυτούς.
 
Στο δίπτυχο, που φέρνουμε μαζί με το πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, αναγράφονται τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων, τα οποία μνημονεύονται.
 
Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα• το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.
 
Με το δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια ( επί γης )  γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.
 
Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα :  Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της  Επουράνιας Βασιλείας Του.
 
Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε μία παγκόσμια ανάμνηση «πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου»
 
Μνημονεύει:
 
* Όλους εκείνους που υπέστησαν «άωρον θάνατον», σε ξένη γη και χώρα, σε στεριά και σε θάλασσα.
 
* Εκείνους που πέθαναν από λοιμική ασθένεια, σε πολέμους, σε παγετούς, σε σεισμούς και θεομηνίες.
 
* Όσους κάηκαν ή χάθηκαν.
 
* Εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι και δεν φρόντισε κανείς να τούς τιμήσει με τις ανάλογες Ακολουθίες και τα Μνημόσυνα.
 
Ο Θεός δεν περιορίζεται από τόπο και χρόνο. Γι Αυτόν είναι γνωστά και συνεχώς παρόντα όχι μόνο όσα εμείς αντιλαμβανόμαστε στο παρόν, αλλά και τα παρελθόντα και τα μέλλοντα. Το διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχή της Ακολουθίας της θείας Μεταλήψεως, που αποδίδεται στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό η στον άγιο Συμεών τον νέο θεολόγο:

« Επί το βιβλίον δε σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα σοι τυγχάνει».
 
Ο Θεός έχει γραμμένες στο βιβλίο της αγάπης του και τις πράξεις που θα γίνουν στο μέλλον, άρα και τις προσευχές που αναπέμπουμε τώρα για πρόσωπα που έζησαν στο παρελθόν. Ως αιώνιος και πανταχού παρών ο πανάγαθος Κύριος μας Ιησούς Χριστός αγκαλιάζει με τη θεία του πρόνοια το άπειρο σύμπαν και τούς ατέρμονες αιώνες. Όλους τους ανθρώπους που έζησαν, ζουν και θα ζήσουν τούς νοιάζεται η αγάπη του• «η γαρ αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (Β´ Κο 5,14).
 
Με αυτήν την πίστη αναθέτουμε στην αγάπη και στην αγαθότητα του Θεού «εαυτούς και αλλήλους», τούς ζωντανούς αλλά και τούς κεκοιμημένους μας.
Στέργιος Ν. Σάκκος
ΜΕΓΑΛΗ Η ΩΦΕΛΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ Η ΕΛΕΗΝΟΣΥΝΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΑΓΑΠΗΣ.
ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ των ΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΜΕ ΥΠΕΡ ΑΝΑΠΑΥΣΕΩΣ ( πέρα από το μνημόσυνο και τα κόλλυβα το Ψυχοσάββατο ) για το φιλανθρωπικό έργο της Ορθόδοξης Ιεραποστολής σε 80 χώρες του κόσμου, τρέφοντας παιδιά και ορφανά, προσφέροντας συσσίτια σε άστεγους και φυλακισμένους, στηρίζοντας την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τη λειτουργία Σχολείων κάθε βαθμίδας. 


Διαβάστε απο τον:
Ἅγιο Ἀθανάσιο τον Μέγα – Λόγος γιὰ τοὺς κοιμηθέντες

<<Μὴν ἀρνεῖσαι νὰ προσφέρεις λάδι καὶ νὰ ἀνάβῃς κεριὰ στὸν τάφο του, ἐπικαλούμενος Χριστὸν τὸν Θεὸν, καὶ ἂν ἀκόμα ὁ κοιμηθεὶς τελείωσε εὐσεβῶς τὴ ζωή του καὶ τοποθετήθηκε στὸν οὐρανό. 
Γιατί αὐτὰ εἶναι εὐπρόσδεκτα ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ προσκομίζουν μεγάλη τὴν ἀνταπόδοσή Του, γιατί τὸ λάδι καὶ τὸ κερὶ εἶναι θυσία καὶ ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἐξιλέωση. 
Ἡ δὲ ἀγαθοεργία φέρνει τελικὰ προσαύξηση μὲ κάθε ἀγαθὴ ἀνταπόδοση. Ὁ σκοπὸς τοῦ προσφέροντος, γιὰ τὴν ψυχὴ κοιμηθέντος, εἶναι ἴδιος μὲ τὰ ὅσα κάνει ὅποιος ἔχει μικρὸ παιδὶ ἄρρωστο καὶ ἀδύναμο, γιὰ τὸ ὁποῖο προσφέρει στὸν ἱερὸ ναὸ κεριὰ, θυμίαμα καὶ λάδι μὲ πίστη καὶ τὰ χαρίζει ὅλα γιὰ τὸ παιδί του. Τὰ κρατάει καὶ τὰ προσφέρει μὲ τὰ χέρια του σὰν νὰ τὰ κρατάει καὶ νὰ τὰ προσφέρῃ τὸ ἴδιο τὸ παιδὶ, ἀκριβῶς δηλαδὴ ὅπως γίνεται ὅταν στὸ βάπτισμα ἀποκηρύσσεται ὁ σατανᾶς ἀπὸ τὸν ἀνάδοχο γιὰ λογαριασμὸ τοῦ νηπίου.
 
Παρομοίως πρέπει νὰ θεωρεῖται καὶ ὅποιος πέθανε πιστὸς στὸν Κύριο, ὅτι κρατάει καὶ προσφέρει τὰ κεριὰ καὶ τὸ λάδι, καὶ ὅλα ὅσα προσφέρονται γιὰ τὴ λύτρωσή του.Ἔτσι μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ προσπάθεια ποὺ γίνεται μὲ πίστη δὲ θὰ πάει χαμένη. 
Νὰ εἶστε σίγουροι ὅτι οἱ Θεῖοι ἀπόστολοι καὶ οἱ Θεοδίδακτοι διδάσκαλοι καὶ οἱ Θεόπνευστοι πατέρες, ἀφοῦ πρῶτα ἑνώθηκαν μὲ τὸ θεῖο καὶ φωτίσθηκαν καθόρισαν μὲ τρόπο θεάρεστο τὶς λειτουργίες, τὶς προσευχὲς καὶ τὶς ψαλμωδίες, ποὺ γίνονται κάθε χρόνο στὴ μνήμη ἐκείνων ποὺ πέθαναν. Καὶ ὅλα αὐτὰ μέχρι σήμερα, πάντα μὲ τὴ χάρη τοῦ Φιλανθρώπου Θεοῦ, αὐξάνονται καὶ συμπληρώνονται σ᾿ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος γιὰ νὰ δοξάζεται καὶ νὰ ἐξυμνεῖται ὁ Κύριος τῶν κυρίων καὶ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων.>>
Ας δούμε τι έλεγε για τα μνημόσυνα ο μακαριστός π. Παίσιος ( από τον Δ’ τόμο, Οικογενειακή Ζωή, Λόγοι του π.Παισίου, Εκδόσεις Ησυχαστήριο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή,Θεσσαλονίκη ).
 
- Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί (  πλην των Αγίων ) μπορούν να προσεύχονται;

- Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια ,αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον ευατό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνο ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά για να μετανοήσουν.
Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας,ε νώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από εμάς βοήθεια. Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.

Μου λέει ο λογισμός ότι μόνο το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση, και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό,όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια! Γιατί, τι να τους κάνει ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του,σ παταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει και τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνει αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως οι υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούντια ΘΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ. 
Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μία ευκαιρία,τ ώρα που είναι υπόδικοι,να βοηθηθούν μέχρι να γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σε αυτή τη ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσοαλαβήσει και να βοηθήσει έναν υπόδικο, έτσι κι αν είναι κανείς φίλος με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήσει στο Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρει τους υπόδικους από την μία φυλακή σε άλλη καλύτερη, από το ένα κρατητήριο σε ένα άλλο καλύτερο. Ή ακόμα μπορεί να τους μεταφέρει και σε ένα δωμάτιο ή σε διαμέρισμα.
Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κλπ που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΕΣ που κάνουμε για τη ψυχή τους. 
Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνει η τελική Κρίση
Μετά την δίκη δεν θα υπάρχει δυνατότητα να βοηθηθούν….
…Ο Θεός θέλει να βοηθήσει τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για τη σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώσει δικαίωμα στο διάβολο να πει : Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε; Όταν εμείς προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνει. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός όταν προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.
 
Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. 
Έχουν τη δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν τη ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι: Σπείρετε εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία ( Α’ Κορινθ, κεφ 15, εδ 42) (δηλαδή συμβολίζει το θάνατο και την ανάσταση του ανθρώπου ), λέει η Γραφή…
 
- Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;

- Εμ, όταν μπαίνει κάποιος στη φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνει κάτι και γι’ αυτούς ο Θεός. Ιδίως,όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός,γιατί μπορεί να ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΣΚΛΗΡΟΣ, αλλά στη πραγματικότητα να μην ήταν- και είχε αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε ΠΟΛΛΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για τη ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη σε φτωχούς για τη σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί “να αγιάσουν τα κόκκαλά του”, ώστε να καμθεί ο Θεός και να τον ελεήσει.
Έτσι ότι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι’ αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμα και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.
 
Έχω υπόψη μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευματικών ανθρώπων.
Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιο γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιάστηκε στον ύπνο μου.
Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσεις, με ξέχασες και υποφέρω! Πράγματι, μου λέει (ο προσκηνυτής ) εδώ και 20 μέρες είχα ξεχαστεί με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχόμουν.
 
- Όταν, Γέροντα, πεθάνει κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι’ αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;

- Άμα κάνεις κομποσχοίνι γι’αυτόν,βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάει η αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνο επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν ανάγκη οι καημένοι και ζητούν βοήθεια και ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑΝ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ! Μερικοί ,κάθε τόσο, κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτό το τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στο Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι’ αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.
 
-Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχονται γι’αυτούς βοηθιούνται από τις προσευχές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;
- Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους… Αν καμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου. Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθεί στο πόλεμο, τον είδα μπροστά μου μετά τη Θεία Λειτουργία,την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα γραμμένο με τα ονόματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονεύονταν στη Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. 
Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνο ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι!
 
Απόσπασμα από το βιβλίο Δώρα της Ερήμου, Gifts of the Desert , Κυριάκου Μαρκίδη, καθηγητή Κοινωνιολογίας του Μέιν ,εκδόσεις Διόπτρα
 
«Μία ερώτηση ακόμα, πάτερ Μάξιμε», είπε ο Γιάννης. «Όταν η ψυχή διαχωρίζεται από το σώμα, αυτή που θα βρίσκεται μέχρι την τελική Ανάσταση; Τι θα κάνει; Εξελίσσεται, ή παραμένει, ας πούμε, σε μια κατάσταση βαθέος ύπνου;»
 
«Άλλη μία λογική ερώτηση! Δυστυχώς, δεν μπορεί να απαντηθεί με τη λογική. Η έννοια του χώρου ανήκει στον υλικό κόσμο. Έτσι το ερώτημα “πού θα βρίσκεται η ψυχή μέχρι την κοινή Ανάσταση” μπορεί να απαντηθεί μόνο με αυτό τον τρόπο: “Θα είναι στον κόσμο των πνευμάτων όπως και οι άγγελοι”. Είναι ένας κόσμος πέρα από το χώρο και το χρόνο. 
Εδώ μιλάμε για έναν ριζικά διαφορετικό κόσμο, μία ριζικά διαφορετική διάσταση, που είναι πέρα από την ικανότητα μας να τη γνωρίσουμε -να ιη γνωρίσουμε με τη λογική, δηλαδή. Κανείς δεν μπορεί να περιγράψει με Λόγια αυτό τον κόσμο που βρίσκεται πέρα από το χώρο και το χρόνο. Ταυτόχρονα, σ’ αυτή την περίοδο της αναμονής, υπάρχει, θα Λέγαμε, μία εξελικτική πορεία της ψυχής προς τον Θεό. Πρόκειται για μία δυναμική πορεία, καθώς η ψυχή προχωρεί προς το μεγαλείο του Θεού».
 
«Έτσι, η ψυχή συνεχίζει να αναπτύσσεται», είπα. «Δεν βρίσκεται εν υπνώσει, σε κάποια κατάσταση “συντήρησης”  περιμένοντας τη Δευτέρα Παρουσία».
 
«Σωστά. Αυτό λένε οι άγιοι πατέρες. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, αν η ψυχή βρισκόταν σε κατάσταση αδράνειας ή στάσης, τότε σε κάποια φάση θα αισθανόταν κόπωση και ανία στην ενατένιση του Θεού, ανεξάρτητα από το πόσο καλός και ωραίος είναι ο Θεός. Όταν είμαστε συνεχώς συγκεντρωμένοι σε κάτι χωρίς αλλαγή, αναπόφευκτα δημιουργείται κόπωση και έλλειψη ενδιαφέροντος. 
Ο άνθρωπος όμως προχωρεί σε μία δυναμική πορεία προς έναν Θεό που είναι άπειρος. Η ζωή του ανθρώπου μέσα σ’ αυτό τον άπειρο “χώρο” του Θεού είναι μία συνεχής και αδιάλειπτη κίνηση που οδηγεί, για να το πούμε έτσι, από τη μία έκπληξη στην άλλη, καθώς της αποκαλύπτεται το μεγαλείο του Θεού.
Γι ‘ αυτό οι άγιοι, όπως και οι άγγελοι, δοξάζουν ακατάπαυστα τον Θεό, γιατί παρακολουθούν συνεχώς το μεγαλείο της αγάπης Του καθώς ξετυλίγεται μέσα στην καρδιά τους. Έτσι, και πάλι έχουμε να κάνουμε με μία εξελικτική κίνηση μέσα στο άπειρο μεγαλείο του Θεού. Δεν είναι μία στατική κατάσταση που προκαλεί ανία. Ταυτόχρονα, όμως, είναι μία στάση».
 
«Τι σημαίνει αυτό το παράδοξο;» ρώτησα.
«Είναι εξέλιξη και στάση ταυτόχρονα, Κυριάκο», απάντησε ο πατήρ Μάξιμος. 
«Ενώ στέκεσαι ενώπιον του Θεού κινείσαι προς τον Θεό• και αντίστροφα». «Δεν μπορούμε να πούμε ότι η ψυχή είναι τοποθετημένη σε ένα συγκεκριμένο σημείο, σε μία προκαθορισμένη και σταθερή τρόπον τινά θέση, γιατί, όπως ήδη ανέφερα, αυτό θα σήμαινε κορεσμό και ανία. Ταυτόχρονα, η ψυχή βρίσκεται σε μία συνεχή κατάσταση διαρκούς πορείας».
 
«Αν ισχύει αυτό για τον κόσμο, φανταστείτε σε ποσό μεγαλύτερο βαθμό ισχύει για την επιδίωξη της γνώσης του Θεού», πρόσθεσε ο πατήρ Μάξιμος. «Γι’ αυτό, ο Απόστολος Παύλος μας έδωσε αυτά τα λόγια, ότι ο δρόμος μας προς τον Θεό προχωρεί από δόξα σε δόξα και από έκπληξη σε έκπληξη, σε μία διαδικασία που δεν τελειώνει ποτέ. 
Επομένως, ο άνθρωπος μετά το θάνατο συνεχίζει να διατηρεί τις δυνάμεις της συνειδητότητάς του, και μπορεί να συνεχίσει να επικοινωνεί με τον Θεό. 
Δεν εννοώ ότι η ψυχή θα προσεύχεται στον Θεό ζητώντας αυτό ή εκείνο το αντικείμενο, ή αυτή ή εκείνη τη χάρη. 
Όταν λέω προσευχή, εννοώ την ενέργεια που ενώνει τους ανθρώπους με τον Θεό. Με αυτό το είδος προσευχής, οι νεκροί μπορούν να επικοινωνούν με ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή, με τον ίδιο τρόπο που επικοινωνούμε και προσευχόμαστε για τις ψυχές των νεκρών. 
Γι’ αυτό έχουμε τα μνημόσυνα. Είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνούμε, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, με εκείνους που έχουν φύγει ήδη για το μεγάλο ταξίδι».
 
Απόσπασμα από το βιβλίο ” Ο στάρετς Στέργιος ” του Jean- Claude Larchet, Εκδόσεις Ακρίτας
 
Παράλληλα, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο πατήρ Σέργιος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα προκείμενου να βοηθήσει το ποίμνιο που ο Θεός του εμπιστεύθηκε. Διέσχιζε ασταμάτητα το Παρίσι και τα προάστια με σκοπό να επισκεφθεί αρρώστους και ηλικιωμένους, να βοηθήσει απόκληρους, να παρηγορήσει θλιμμένους, να προπέμψει ετοιμοθάνατους.
 
Ανταποκρινόταν πάντοτε σε εκείνους που, σε οποιαδήποτε περίσταση, επιζητούσαν την παρουσία του, ας συμβουλές του και την προσευχή του. Έκανε τα πάντα για όλους και ήταν εξ ολοκλήρου διαθέσιμος, αφιερώνοντας στους άλλους τον χρόνο του χωρίς ποτέ να τον υπολογίζει. 
Έμενε στο σπίτι του μόνο όταν έπρεπε να απαντήσει στα πολυάριθμα γράμματα που του έστελναν ή για να συνομιλήσει στο τηλέφωνο επί ώρες με όλους εκείνους που, απ’ τη Γαλλία και το εξωτερικό, ζητούσαν τη βοήθεια του.
 
Αυτή την αγάπη προς τον πλησίον ο πατήρ Σέργιος την εκδήλωνε και προς εκείνους που είχαν εγκαταλείψει τον παρόντα κόσμο: η προσευχή για τους κεκοιμημένους κατείχε ιδιαίτερη θέση τόσο μέσα στη ζωή του ως μοναχοί), όσο και στη δραστηριότητα του ως ιερωμένου. 0 μεγάλος αριθμός των κεκοιμημένων που ήθελε να μνημονεύει κατά τη Λειτουργία της Κυριακής, είχε ως αποτέλεσμα η Προσκομιδή να ξεκινά γύρω στις οκτώ και μισή, και η Λειτουργία μετά τις έντεκα. Επιπλέον, κατά τις ημέρες που η Εκκλησία ιδιαίτερα μνημονεύει τους κεκοιμημένους. οι ακολουθίες διαρκούσαν πάντοτε περισσότερο στον ναό της Vanves , καθώς ο πατήρ Σέργιος συνήθιζε να διαβάζει από διάφορα φύλλα χαρτιού -κιτρινισμένα τα περισσότερα από την πολυκαιρία, και σχεδόν κατεστραμμένα από την πολυχρησία -ολόκληρες λίστες με ονόματα όχι μόνο οικείων του ή προσφάτως τεθνεώτων, αλλά και όλων των αποθανόντων ενοριτών από την αρχή ακόμη της συστάσεως της ενορίας, καθώς και ανθρώπων που γνώριζε από αλλού και οι οποίοι είχαν αποβιώσει. 
Έτσι, χιλιάδες ήταν αυτοί που μνημόνευε ο πατήρ Σέργιος και για τους οποίους επικαλούνταν τη λυτρωτική Χάρη του ελεήμονος Θεού. 
Πράγματι, για τον πατέρα Σέργιο οι νεκροί ήταν πάντοτε παρόντες, και δεν υπήρχε καμιά ασυνέχεια ανάμεσα στον κόσμο των ζώντων και τον κόσμο των κεκοιμημένων. Όλοι, ζώντες και τεθνεώτες , βρίσκονται ταυτόχρονα μέσα στην Εκκλησία , που υπερβαίνει τον χρόνο, γιατί αποτελούν ζωντανά μέλη του Σώματος Εκείνου που είναι η Αιώνια Ζωή. Όλοι τους αξίζουν την ίδια προσοχή και την ίδια αγάπη…
 
Χειραγωγία στην πνευματική ζωή, του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής , 2006, έκδοση έβδομη ( 7η )
Η μνημόνευση των νεκρών , οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, σελ 78-79

… Ρωτάτε, γιατί μνημονεύουμε τους “κεκοιμημένους “. Γιατί έτσι διδαχθήκαμε από την αγία Εκκλησία μας. Γιατί έτσι παραλάβαμε από τους θεοφώτιστους και πνευματοφόρους πατέρες μας. Γιατί έτσι γινόταν και γίνεται σε όλους τους χριστιανικούς αιώνες, από την αποστολική εποχή μέχει σήμερα. …

Όσο για κείνον τον φιλοτάραχο, που όλο τέτοια θέματα σκαλίζει, πέστε του θαρρετά : Άκου, ανόητε ! Οι νεκροί ζουν ! Και η επικοινωνίας μας μαζί τους δεν έχει διακοπεί ! Δεν προσευχόμαστε αδιάκριτα για όλους τους ζωντανούς αδελφούς μας χριστιανούς, ανεξάρτητα από την αρετή ή την κακία τους; 
Ε, λοιπόν, έτσι προσευχόμαστε και για όλους τους “κεκοιμημένους”, ανεξάρτητα από το αν συναριθμήθηκαν – ΚΑΤΙ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΕ ΕΜΑΣ -με τους δίκαιους ή τους άδικους. Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ. 
Πριν την τελική κρίση, όσο ακόμα δεν έχουν χωριστεί τα < πρόβατα > από τα < ερίφια > ( Ματθ, 25:33) , όλοι οι πιστοί, ζωντανοί και < κεκοιμημένοι > αποτελούμε ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Και όλοι, ως μέλη του Σώματος του Χριστού, επικοινωνούμε αγαπητικά. Ο θάνατος δεν μας χωρίζει !
 
Σε τι τους ωφελούν οι προσευχές μας, αφού έχει ” ήδη αποφασιστεί ” η κατάταξή τους είτε στον παράδεισο είτε στην κόλαση ; αναρωτιέστε. Αλλά μέχρι τη γενική κρίση, ο κολασμός μιας ψυχής δεν είναι οριστικά αποφασισμένος. Ώσπου να αποφανθεί τότε ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΑ ο μόνος Κριτής, κανέναν δεν μπορούμε να θεωρούμε τελειωτικά καταδικασμένο. 
Γι ‘ αυτό , ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΙΡΗ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΝΑ ΕΛΕΗΣΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΣΕΒΕΙΑ.
 
Ρωτάτε : επιτρέπεται η μνημόνευση ( στη Θεία Λειτουργία ή σε παρακλήσεις ή με τρισάγια και μνημόσυνα) των αλλοπίστων και των αιρετικών ; 
Η απάντηση είναι: ΟΧΙ. 
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν τους γνωρίζει, αφού δεν έγιναν ποτέ μέλη της ( ή αρνήθηκαν την Ορθόδοξη πίστη και ξεβαπτίστηκαν , με το ενταχθούν ή να συμμετάσχουν σε αιρετικές ή παραθρησκευτικές ομάδες ), και γι’αυτό δεν τους μνημονεύει.
 
Βέβαια, προσεύχεται γενικά για την επιστροφή εκείνων που είναι ακόμα ζωντανοί.
Μπορούμε, όμως, στην ατομική μας προσευχή, να παρακαλάμε το Θεό για τη σωτηρία επωνύμων, συγγενών και γνωστών, αλλοπίστων , ετεροδόξων, αθέων κλπ.
 

http://osiosioannisvasilikou.blogspot.com/2011/02/blog-post_396.html

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Γέροντας Γεώργιος Καψάνης - Προηγούμενος Ι.Μ. Γρηγορίου Η Θεοτόκος οδηγήτρια στην ελευθερία της αγάπης



Η προσοχή μας ας στραφεί εφέτος ιδιαιτέρως σ’ ένα από τα ωραιότατα ιδιόμελα του εσπερινού των Χριστουγέννων.
«Τί σοι προσενέγκωμεν, Χριστέ· ότι ώφθης επί γης ως άνθρωπος δι’ ημάς; Έκαστον γαρ των υπό σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν σοι προσάγει· οι άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί τον αστέρα, οι μάγοι τα δώρα, οι ποιμένες το θαύμα, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε μητέρα Παρθένον. Ο προ αιώνων Θεός, ελέησον ημάς».
Δηλαδή: Τί να σου προσφέρουμε Χριστέ, που φανερώθηκες στη γη ως άνθρωπος για μας; Γιατί κάθε ένα από τα κτίσματα που έγιναν από σένα, σου προσφέρει την ευχαριστία· οι άγγελοι (προσφέρουν) τον ύμνο· οι ουρανοί το άστρο· οι μάγοι τα δώρα· οι ποιμένες το θαύμα· η γη το σπήλαιο· η έρημος τη φάτνη· εμείς δε (οι άνθρωποι) την μητέρα Παρθένο. Συ που είσαι ο προαιώνιος Θεός ελέησέ μας.
panagiaxrgenna2
Όλα τα κτίσματα του Θεού αισθάνονται την ανάγκη να ευχαριστήσουν τον Χριστό για την ενανθρώπησή Του και να του προσφέρουν το δώρο της ευγνωμοσύνης τους.
Οι άγγελοι προσφέρουν τον ύμνο. Και αυτοί ανέμεναν την σάρκωση του Χριστού, γιατί αγαπούσαν τους ανθρώπους και ελυπούντο να τους βλέπουν μακρυά από τον Θεό. Με την ενανθρώπηση και ανάσταση του Χριστού θα αποκτούσαν άλλωστε και οι αγαθοί άγγελοι την ατρεψία στο αγαθό, δηλαδή μόνιμη την κατάσταση της αγιότητος και αναμαρτησίας, όπως και περισσότερη μακαριότητα και δόξα.
Η άλογη κτίση  πονούσε και στέναζε με τους ανθρώπους και ανέμενε και αυτή με λαχτάρα (αποκαραδοκία, Ρωμ. η’ 19) την απελευθέρωση των ανθρώπων και αυτής της ιδίας από τη φθορά, την οποία κληρο­νόμησε με τον άνθρωπο μετά την πτώση του και το χωρισμό του από τον ουράνιο Πατέρα και Δημιουργό του, την πηγή της ζωής.
Πολύ περισσότερο έπασχε ο λογικός άνθρωπος και ανέμενε τον Ελευθερωτή. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος προσφέρει το ανώτερο δώρο στον Χριστό που γίνεται άνθρωπος, την Παρθένο Μητέρα Του.
Πράγματι, δεν είχαμε οι άνθρωποι τίποτε πολυτιμότερο να προσφέρουμε στον Θεό. Η Παναγία μας είχε ήδη προσφέρει ολοκληρωτικά τον εαυτό της στον Θεό και σαν καθαρότατο σκεύος ήταν έτοιμη να δεχθεί στα σπλάγχνα της τον Υιό του Θεού. Γι’ αυτό και όταν στον Ευ­αγγελισμό της τής ανηγγέλθη από τον αρχάγγελο Γαβριήλ ότι θα γίνει μητέρα του Χριστού, μπορούσε με εμπιστοσύνη στον Θεό να απαντήσει: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου».
Δεν θα μπορούσαμε, λοιπόν, να προσφέρουμε στον Θεό την Παρ­θένο Μαρία, αν η ίδια δεν είχε προσφερθεί σ’ Αυτόν. Αυτή η ελεύθερη προσφορά της Παρθένου κατέστησε δυνατή τη σάρκωση του Θεού. Ο Θεός δεν θα παραβίαζε την ελευθερία μας, να σαρκωθεί χωρίς την δική μας αποδοχή. Η Παρθένος μπορούσε να σταθεί ως εκπρόσωπός μας ενώπιον του Θεού και να πει στον Θεό το ναι. Η πράξη της αυτή είναι πράξη μοναδικής ευθύνης, αγάπης και ελευθερίας. Δάνεισε στον Θεό, ό,τι ο Ίδιος δεν είχε, την ανθρώπινη φύση, για να δώσει ο Θεός στον άνθρωπο ό,τι ο άνθρωπος δεν είχε, την θέωση.
Έτσι η σάρκωση του Χριστού δεν είναι μόνο μία πράξη ελευθέρας προσφοράς του Θεού στον άνθρωπο, αλλά και ελευθέρας προσφοράς του ανθρώπου στον Θεό διά της Παρθένου.
Αυτή η εκατέρωθεν ελευθερία είναι η προϋπόθεση της αγάπης. Ο Θεός προσφέρεται ελεύθερα χωρίς τίποτε να τον αναγκάζει και η Παρθένος αποδέχεται επίσης ελεύθερα χωρίς εξαναγκασμό τη δωρεά.
Η Παρθένος δεν θα μπορούσε έτσι να συνεργασθεί με τον Θεό, εάν είχε τοποθετήσει ως περιεχόμενο της ελευθερίας της την δική της εγωιστική ικανοποίηση και όχι την προσφορά της στον Θεό και στον άνθρωπο.
Δίκαια λοιπόν μακαρίζεται η Παρθένος από όλες τις γενεές των Χριστιανών πάντοτε και μάλιστα τις άγιες αυτές ημέρες ως «αιτία της των πάν­των θεώσεως».
Συγχρόνως μάς υποδεικνύει το δρόμο της αληθινής ελευθερίας.
Ο σύγχρονος άνθρωπος πλανήθηκε από το διάβολο και πίστευε, όπως παλαιότερα ο Αδάμ και η Εύα, ότι η ελευθερία του βρίσκεται στην αυτονόμησή του και στην ανταρσία του κατά του Θεού. Με την εγωιστική αυτή στάση ο άνθρωπος χάνει τη δυνατότητα αληθινής κοινωνίας όχι μόνο με τον Θεό και Πατέρα του αλλά και με τους συνανθρώ­πους του και ζει σε μια αφόρητη μοναξιά και ορφάνια, που την βιώνει σαν υπαρξιακό κενό. Ένας νέος που κάνει χρήση ναρκωτικών με δια­βεβαίωσε ότι θα διέκοπτε τα ναρκωτικά, εάν δεν προσπαθούσε μ’ αυτά να καλύψει το υπαρξιακό του κενό.
Η Παναγία Παρθένος και ο ενανθρωπήσας Υιός της μας προσκαλούν στην ελευθερία της αγάπης. Αυτή η ελευθερία περνά από τον Σταυ­ρό. Δεν είναι ο εύκολος δρόμος της ικανοποιήσεως των παθών μας. Εί­ναι ο δύσκολος δρόμος της θυσίας, της προσφοράς, της νίκης κατά του εγωισμού.
Εν ονόματι αυτής της ελευθερίας, που παραλάβαμε από το Ευαγγέλιο του Χριστού μας και την ελληνορθόδοξο παράδοση του Γένους μας, δεν μπορούμε να δεχθούμε θεσμούς, όπως π.χ. οι αμβλώσεις, που παρακάμπτουν την ελευθερία της αγάπης και υιοθετούν σαν τρόπο ζωής την «ελευθερία» του εγωισμού.
Διαλέγοντας ως τρόπο ζωής την ελευθερία της αγάπης, όπως την εγκαινίασαν στον κόσμο η Παρθένος Μαρία και ο μονογενής της Υιός, έχουμε εμπρός μας πολύ αγώνα να κάνουμε για να την αποκτήσουμε. Αυτός είναι ο αγώνας του Ορθοδόξου Χριστιανού. Αγώνας σταυρικός αλλά και χαροποιός, γιατί μας φέρει την Ανάσταση.
Στον αγώνα αυτόν, που και σεις αγωνίζεσθε, ευχόμεθα να έχετε την Χάρη και την ευλογία του εν σπηλαίω τεχθέντος ελευθερωτού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού διά των πρεσβειών της υπερευλογημένης Μητέρας Του και Μητέρας μας Κυρίας Θεοτόκου.

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Κατά του Οικουμενισμού (ολόκληρο το κείμενο) πηγή: Ιερἀ Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου


ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ
Κατά του Οικουμενισμού

Σύναξη Ορθοδόξων Κληρικών και Μοναχών Απρίλιος 2009

Όσοι με τη Χάρη του Θεού ανατραφήκαμε με ευσεβή δόγματα και ακολουθούμε σε όλα την Μία, Αγία, Καθολική, και Αποστολική Εκκλη­σία πιστεύουμε ότι:
Ή μοναδική οδός σωτηρίας των ανθρώπων1 είναι ή πί­στη στην Αγία Τριάδα, στο έργο και στη διδασκαλία του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου, τα συνεχιζόμενα εις το σώμα Αυτού, την Αγία Εκκλησία. Ο Χριστός είναι το μόνο αλη­θινό φως2 δεν υπάρχουν άλλα φώτα για να μας φωτίσουν, ούτε άλλα ονόματα που μπορούν να μας σώσουν «Ουκ εστίν εν άλλω ούδενί ή σωτηρία. ουδέ γάρ όνομα εστίν έτε­ρον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις, εν ω δει σωθήναι ημάς»3. Όλα τα άλλα πιστεύματα, όλες οι θρη­σκείες, που αγνοούν και δεν ομολογούν τον Χριστό «εν σαρκί έληλυθότα»4 είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα και έργα του Διαβόλου5, δεν οδηγούν στην αληθινή θεογνω­σία και στην δια του θείου βαπτίσματος αναγέννηση, αλλά πλανούν τους ανθρώπους και τους οδηγούν στην απώλεια. Οι Χριστιανοί πιστεύοντες εις την Άγια Τριάδα, δεν έχου­με τον ίδιο Θεό με καμία άλλη θρησκεία· ούτε με τις λεγό­μενες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον Ιουδαϊσμό και τον Μωαμεθανισμό, οι όποιες δεν πιστεύουν στην Αγία Τριάδα. Επί δύο χιλιάδες χρόνια η ιδρυθείσα από το Χριστό και καθοδηγούμενη από το Άγιο Πνεύμα Εκκλησία έμεινε σταθερή και ακλόνητη στην διδαχθείσα από το Χριστό, παραδοθείσα από τους Άγιους Αποστόλους και φυλαχθείσα από τους Άγιους Πατέρες σωτηριώδη Αλήθεια. Δεν κάμφθηκε από τους σκληρούς διωγμούς των Ιουδαί­ων αρχικά και των ειδωλολατρών στη συνέχεια κατά τους τρεις πρώτους αιώνες· ανέδειξε πλήθος μαρτύρων και εξήλθε νικήτρια, αποδείξασα την θεϊκή της προέλευση. Όπως λέ­γει θαυμάσια ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: «Ουδέν Εκκλησίας δυνατώτερον... "Ανθρωπον εάν πολεμής, ή ένίκησας ή ενικήθης, έκκλησίαν δε εάν πολεμης, νικήσαί σε άμήχανον ό Θεός γάρ έστιν ό πάντων ισχυρότερος»6. Μετά την κατάπαυση των διωγμών και τον θρίαμβο της Εκκλησίας επί των εξωτερικών εχθρών, των Ιουδαίων δη­λαδή και των ειδωλολατρών, πληθύνθηκαν και ενδυναμωθήκαν οι εσωτερικοί εχθροί της Εκκλησίας. Εμφανίσθηκαν οι ποικίλες αιρέσεις, οι όποιες επεχείρησαν να ανατρέψουν και να νοθεύσουν την παραδοθείσα πίστη, ώστε οι πιστοί να πάθουν σύγχυση και να ατονήσει η μπιστοσύνη τους στην ευαγγελική αλήθεια και στα παραδεδομένα. Ό Μέγας Βασίλειος σκιαγραφώντας την εκκλησιαστική κατάσταση που δημιούργησε η επί σαράντα έτη κυριαρχήσασα, και διοικητικά, αίρεση του Αρείου λέγει: «Καταπεφρόνηται τά τών Πατέρων δόγματα, άποστολικαί παραδόσεις έξουθένηνται, νεωτέρων ανθρώπων έφευρέματα ταις Εκκλησίας έμπολιτεύεται· τεχνολογούσι λοιπόν, ου θεολογούσιν οί άνθρωποι· ή του κόσμου σοφία τά πρωτεία φέρεται παρωσαμένη τό καύχημα τού Σταυρού. Ποιμένες απελαύνονται, άντεισάγονται δε λύκοι βαρείς διασπώντες τό ποίμνιον του Χριστού»7. Ότι έγινε με τους εξωτερικούς εχθρούς, τις θρησκείες, συνέβη και με τους εσωτερικούς, τις αιρέσεις. Η Εκκλησία δια μεγάλων και φωτισμένων Άγιων Πατέρων οριοθέτη­σε και περιχαράκωσε την Ορθόδοξη πίστη με αποφάσεις Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων για συγκεκριμένες αμφισβητούμενες διδασκαλίες, αλλά και με την συμφωνία των Πατέρων (consensus Patrum) για το σύνολο τών θεμά­των της πίστεως. Είμαστε πλέον ασφαλείς, όταν ακολου­θούμε τους Άγιους Πατέρες και δεν μετακινούμε τα όρια που εκείνοι έθεσαν. Το «Επόμενοι τοις 'Αγίοις Πατράσι» και το «Μή μεταίρειν όρια α εθέντο οί Πατέρες ημών» απο­τελούν σταθερή γραμμή πορείας και ασφαλιστική δικλεί­δα της Ορθοδόξου πίστεως και ζωής. Κατά συνέπειαν οι βασικές θέσεις της Ομολογίας μας είναι οί εξής:
1. Φυλάττουμε αμετακίνητα και απαραχάρακτα όσα οι Σύνοδοι και οι Πατέρες εθέσπισαν.Αποδεχόμαστε όσα εκείνοι αποδέχονται και καταδικάζουμε όσα καταδικάζουν, αποφεύγουμε δε την επικοινωνία με όσους καινοτομούν εις τα της πίστεως. Εμείς ούτε προσθέτουμε, ούτε αφαιρούμε κάποια διδασκαλία, ούτε την μεταβάλλουμε. "Ήδη ό θεοφόρος Άγιος Ιγνάτιος´ Αντιοχείας στην Επιστολή του στον Άγιο Πολύκαρπο Σμύρνης γράφει: «Πάς ό λέγων παρά τά διατεταγμένα, καν αξιόπιστος ή, καν νηστεύη, καν παρθενεύη, καν σημεία ποιή καν προφητεύή, λύκος σοι φαινέσθω έν προβάτου δορά προβάτων φθοράν κατεργα­ζόμενος». Ό Άγιος Ιωάννης, ο Χρυσόστομος ερμηνεύον­τας το του Αποστόλου Παύλου «Ει τις ευαγγελίζεται ύμίν παρ' ο παρελάβετε, ανάθεμα.», παρατηρεί ότι ο Απόστολος «ουκ είπε εάν εναντία καταγγέλλωσιν ή τό πάν άνατρέπωσιν, αλλά καν μικρόν τι εύαγγελίζωνται παρ' ο παρελάβετε, καν τό τυχόν παρακινήσωσιν, ανάθεμα εστωσαν»8. Ή Ζ' Οικου­μενική σύνοδος ανακοινώνοντας τις αποφάσεις της εναντί­ον των εικονομάχων προς τους κληρικούς της Κωνσταντι­νουπόλεως γράφει: «Τη παραδόσει της Καθολικής Εκκλη­σίας έξηκολουθήσαμεν καί ούτε ύφεσιν ούτε πλεονασμόν έποιησάμεθα, αλλ'άποστολικώς διδαχθέντες, κρατούμεν τάς παραδόσεις άς παρελάβομεν, πάντα αποδεχόμενοι καί άσπαζόμενοι όσαπερ ή 'Αγία Καθολική Εκκλησία άρχήθεν τών χρόνων άγράφως καί εγγράφως παρέλαβεν... Ή γάρ αληθινή της Εκκλησίας καί ευθύτατη κρίσις καινουργείσθαι έν αύτη συγχωρεί ουδέν, ούτε άφαίρεσιν ποιείσθαι. Ήμείς τοιγαρούν πατρώοις νόμοις επόμενοι, παρά τού ενός Πνεύματος λαβόντες χάριν, άκαινοτομήτως καί άμειώτως πάντα τά της Εκκλησίας έφυλάξαμεν»9. Μετά των Άγιων Πατέρων και των Συνόδων απορρί­πτουμε και αναθεματίζουμε όλες τις αιρέσεις που παρουσιά­σθηκαν κατά την ιστορική διαδρομή της Εκκλησίας. Από τις παλαιές αιρέσεις που επιβιώνουν μέχρι σήμερα κατα­δικάζουμε τον Μονοφυσιτισμό, τον ακραίο του Ευτυχούς και τον μετριοπαθή του Σεβήρου και Διοσκόρου, σύμφω­να με τις αποφάσεις της Δ' έν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου και την χριστολογική διδασκαλία μεγάλων Άγιων Πατέρων και Διδασκάλων, όπως του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του Άγιου Ιωάννου Δαμασκηνού, του Με­γάλου Φωτίου και των ύμνων της λατρείας.
2. Διακηρύσσουμε ότι ό Παπισμός είναι μήτρα αιρέσε­ων καί πλανών· η διδασκαλία του Filioque, της εκπορεύσεως δηλαδή του Άγιου Πνεύματος και εκ του Υιού, είναι αντί­θετη προς όσα ο ίδιος ο Χριστός εδίδαξε περί του Αγίου Πνεύματος. Σύνολος ο χορός των Πατέρων και σε συνόδους και ξεχωριστά θεωρούν τον Παπισμό ως αίρεση, διότι εκτός του Filioque παρήγαγε πλήθος άλλων πλανών, όπως το πρωτείο και το αλάθητο του πάπα, τα άζυμα, το καθαρτήριο πυρ, την άσπιλο σύλληψη της Θεοτόκου, την κτιστή Χά­ρη, την εξαγορά των αφέσεων (indulgentiae)· άλλαξε όλη σχεδόν την διδασκαλία και πράξη για το Βάπτισμα, το Χρί­σμα, τη Θεία Ευχαριστία και τα άλλα μυστήρια και μετέ­τρεψε την Εκκλησία σε κοσμικό κράτος. Ο σημερινός Παπισμός παρεξέκλινε πολύ περισσότερο του μεσαιωνικού Παπισμού από την διδασκαλία της Εκκλη­σίας, ώστε δεν αποτελεί πλέον συνέχεια της αρχαίας Δυτικής Εκκλησίας. Εισήγαγε πλήθος νέων υπερβολών στην «Μαριολογία», όπως την διδασκαλία περί της Θεοτόκου ως «συλλυτρώτριας» (corredemptrix) του ανθρωπίνου γένους. Ενίσχυσε την «Χαρισματική Κίνηση» πεντηκοστιανικών ομάδων, δήθεν πνευματοκεντρικών. Υιοθέτησε ανατολικές πνευμα­τικές μεθόδους προσευχής και διαλογισμού. Εισήγαγε νέες καινοτομίες στη Θεία Λατρεία, όπως τους χορούς και τα μουσικά όργανα. Εσυντόμευσε και ουσιαστικά κατάστρεψε την Θεία Λειτουργία. Στον χώρο του Οικουμενισμού έθεσε τις βάσεις για την Πανθρησκεία με την Β' Βατικάνειο Σύνοδο, αναγνωρίζοντας την «πνευματική ζωή» των αλλο­θρήσκων. Ο δογματικός μινιμαλισμός οδήγησε και σε μεί­ωση των ηθικών απαιτήσεων λόγω του δεσμού δόγματος και ήθους, με συνέπεια τις ηθικές πτώσεις κορυφαίων κλη­ρικών και την αύξηση μεταξύ των κληρικών των ηθικών εκτροπών της ομοφυλοφιλίας και της παιδοφιλίας10. Γενικώς υπάρχει ριζική αλλαγή του Παπισμού και στρο­φή προς τον Προτεσταντισμό μετά την Β' Βατικάνειο Σύνο­δο, ως και υιοθέτηση διαφόρων "πνευματικών" κινημά­των της «Νέας Εποχής». Κατά τον Άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, τον Μυσταγωγό, ο Παπισμός προκάλεσε στην Εκκλησία μεγαλύτερη ζημία από όση προκάλεσαν όλες μαζί οι αιρέσεις και τα σχίσματα. Οι Ορθόδοξοι έχουμε κοινωνία με τους προ του σχίσματος πάπες και πολλούς πάπες τους εορτάζουμε ως αγίους. Οι μετά το σχίσμα πάπες είναι αιρετικοί· έπαυσαν να είναι διάδοχοι στον θρόνο της Ρώμης, δεν έχουν απο­στολική διαδοχή, επειδή δεν έχουν την πίστη των Α­ποστόλων και των Πατέρων. Για τον λόγο αυτό τον εκά­στοτε πάπα «ου μόνον ου κοινωνικόν έχομεν, αλλά καί αίρετικόν άποκαλούμεν». Λόγω της βλασφημίας εναντίον του Άγιου Πνεύματος με την διδασκαλία περί του Filioque έχασαν το Άγιο Πνεύμα, και όλα σ' αυτούς είναι αχαρίτωτα. Κανένα μυστήριο τους δεν είναι έγκυρο κατά τον Άγιο Συμεών. «Βλασφημούσιν άρα οί καινοτόμοι καί πόρρω του Πνεύματος είσι, βλασφημούντες κατά του Αγίου Πνεύματος, καί ουκ εν αύτοίς όλως τό Πνεύμα τό ‘Αγιον διό καί τά αυτών άχαρίτωτα, ώς τήν χάριν τον Πνεύματος άθετούντων καί υποβιβαζόντων αυτό... διό καί τό Πνεϋμα ουκ έν αύτοίς τό Άγιον, καί ουδέν πνευματικόν έν αύτοίς καί καινά πάντα καί έξηλλαγμένα τά έν αύτοίς καί παρά τήν Θείαν παράδοσιν»11.
3. Τα ίδια ισχύουν, σε μεγαλύτερο βαθμό, για τον Προτεσταντισμό, ο όποιος ως τέκνο του Παπισμού κληρονόμη­σε πολλές αιρέσεις, προσέθεσε δε πολύ περισσότερες· απορ­ρίπτει την Παράδοση δεχόμενος μόνον την Άγια Γραφή (Sola Scriptura), την οποία παρερμηνεύει, καταργεί την Ιερωσύνη ως ειδική μυστηριακή Χάρη, την τιμή των Άγιων και των εικόνων, υποτιμά το πρόσωπο της Θεοτόκου, απορ­ρίπτει τον Μοναχισμό· από τα Άγια Μυστήρια δέχεται μόνον το Βάπτισμα και τήν Θεία Ευχαριστία, αλλοιώνοντας και σ' αυτά τήν διδασκαλία και την πράξη της Εκκλησίας, διδάσκει τον απόλυτο προορισμό (Καλβινισμός) και την εκ της πίστεως μόνον δικαίωση, εσχάτως δε η «προοδευτική» του μερίς εισήγαγε την Ιερωσύνη των γυναικών και τον γάμο των ομοφυλοφίλων, τους οποίους δέχονται και στην Ιερωσύνη. Κυρίως όμως στερείται εκκλησιολογίας, διότι δεν υπάρχει η έννοια της Εκκλησίας, όπως την κατανοεί η Ορθόδοξη Παράδοση.
4. Ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθεί η κοινωνία μας με τους αιρετικούς είναι η εκ μέρους τους αποκήρυξη της πλάνης και η μετάνοια, ώστε να υπάρξει αληθινή ένωση και ειρήνη· ένωση με την αλήθεια και όχι με την πλά­νη και την αίρεση. Για την ενσωμάτωση των αιρετικών στην Εκκλησία η κανονική ακρίβεια απαιτεί την διά του Βαπτίσματος αποδοχή τους. Το προηγούμενο «βάπτισμα» τους, τελούμενο εκτός της Εκκλησίας, χωρίς την τρισσή κατάδυση και ανάδυση του βαπτιζομένου εντός του δι' ειδικής ευχής ηγιασμένου ύδατος και από μή Ορθόδοξο ιερέα, δεν είναι καν βάπτισμα· στερείται της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, η οποία δεν υπάρχει στα σχίσματα και στις αιρέσεις, και επομένως δεν έχομε τίποτε κοινό πού να μας ενώνει, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος: «Οί δε της Εκκλησίας άποστάντες ούκέτι έσχον τήν χάριν του Άγι­ου Πνεύματος έφ' έαυτοίς· έπέλιπε γάρ ή μετάδοσις τω διακοπήναι τήν άκολουθίαν... οί δέ άπορραγέντες, λαϊκοί γενόμενοι, ούτε του βαπτίζειν, ούτε του χειροτονείν είχον τήν έξουσίαν, ούκέτι δυνάμενοι χάριν Πνεύματος Αγίου παρέχειν, ης αυτοί έκπεπτώκασιν»12. Είναι γι' αυτό αθεμελίωτη και μετέωρη η νέα προσπά­θεια των Οικουμενιστών να προβάλουν την θέση ότι έχου­με κοινό βάπτισμα με τους αιρετικούς, και επάνω στην ανύ­παρκτη βαπτισματική ενότητα να στηρίξουν την ενότητα της Εκκλησίας, η οποία δήθεν υπάρχει όπου υπάρχει βά­πτισμα13. Στην Εκκλησία όμως εισέρχεται κανείς και γί­νεται μέλος της όχι με το οιοδήποτε βάπτισμα αλλά με το ένα και ενιαίος τελούμενο βάπτισμα από ιερείς έχοντας την Ιερωσύνη της Εκκλησίας.
5. Έφ' όσον οι αιρετικοί εξακολουθούν να παραμένουν στην πλάνη, αποφεύγουμε την μετ' αυτών κοινωνία, ιδι­αίτερα τις συμπροσευχές. Οι ιεροί κανόνες στο σύνολο τους απαγορεύουν όχι μόνο τα συλλείτουργα και τις εντός των ναών συμπροσευχές, αλλά και τις απλές συμπροσευχές σε ιδιωτικούς χώρους. Η αυστηρή στάση της Εκκλησίας απέ­ναντι στους αιρετικούς προέρχεται από αληθινή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον για τη σωτηρία τους και από ποιμαντική μέριμνα να μην παρασυρθούν οι πιστοί στην αίρεση. Όποιος αγαπά φανερώνει την αλήθεια, δεν αφή­νει τον άλλο στο ψεύδος· διαφορετικά η αγάπη και η μετ' αυτού ομόνοια και ειρήνη είναι επίπλαστες και ψεύτικες. Υπάρχει καλός πόλεμος και κακή ειρήνη. «Κρείττων γάρ επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού» λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος14. Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά: «Εί που τήν εύσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μή προτίμα τήν όμόνοιαν της αληθείας, άλλ' ίστασο γενναίως έως θανάτου... τήν άλήθειαν μηδαμού προδιδούς». Και αλλού συνιστά με έμφαση: «Μηδέν νόθον δόγμα τω της αγάπης προσχήματι παραδέχησθε»15. Αυτήν την στάση των Πατέρων υιοθέτησε και ο μέγας αγω­νιστής και ομολογητής της Ορθοδόξου πίστεως απέναντι στους Λατίνους Άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός, ο όποιος την δική του Ομολογία Πίστεως στην Φλωρεντία κατακλείει διά των έξης: «Άπαντες οί της Εκκλησίας δι­δάσκαλοι, πάσαι αί σύνοδοι καί πάσαι αί θείαι Γραφαί φεύγειν τούς έτερόφρονας παραινούσι καί της αυτών κοινω­νίας διίστασθαι. Τούτων ούν εγώ πάντων καταφρονήσας, ακολουθήσω τοις έν προσχήματι πεπλασμένης ειρήνης ένωθήναι κελεύουσι; Τοις τό ιερόν καί θείον σύμβολον κιβδηλεύσασι καί τόν Υίόν έπεισάγουσι δεύτερον αίτιον τού Αγίου Πνεύματος; Τά γάρ λοιπά τών ατοπημάτων έώ, το γε νυν έχον, ών καί εν μόνον ίκανόν ήν ημάς εξ αυτών διαστήσαι. Μη πάθοιμεν, τούτό ποτε, Παράκλητε αγαθέ, μηδ' όυτως έμαυτού τών καθηκόντων λογισμών άποπέσοιμι της δέ σης διδασκαλίας καί τών υπό σου έμπνενσθέντων μακαρίων ανδρών έχόμενος, προστεθείην προς τούς έμούς πατέρας, τούτο,, εί μή τι άλλο, εντεύθεν άποφερόμενος, τήν εύσέβειαν»16.
6. Μέχρι των αρχών του 20ου αιώνος η Εκκλησία στα­θερά και αμετάβλητα είχε απορριπτική και καταδικαστι­κή στάση έναντι όλων των αιρέσεων, όπως ακριβώς αυτό διατυπώνεται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας που διαβά­ζεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Αναθεματίζονται οι αιρέσεις και οι αιρετικοί, η κάθε μία ξεχωριστά· για να μή μείνει δε καμμία εκτός του αναθέματος, υπάρχει στο τέλος γενικός αναθεματισμός:«" Ολοις τοις αίρετικοίς ανάθεμα». Δυστυχώς αυτή η ενιαία, σταθερή και αταλάντευτη στά­ση της Εκκλησίας μέχρι των άρχων του 20ού αιώνος άρ­χισε σταδιακά να εγκαταλείπεται, μετά την εγκύκλιο πού εξαπέλυσε τό Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1920 «Πρός τάς απανταχού εκκλησίας του Χριστού», η οποία για πρώτη φορά χαρακτηρίζει επισήμως τις αιρέσεις ως εκκλησίες, που δεν είναι αποξενωμένες από την Εκκλησία, αλλά είναι οικείες και συγγενείς. Συνιστούσε νά «άναζωπυρωθή καί ένισχυθή πρό παντός ή αγάπη μεταξύ τών Εκκλησιών, μή λογιζομένας άλλήλας ώς ξένας καί αλλότριας, άλλ' ώς συγ­γενείς καί οικείας έν Χριστώ καί συγκληρονόμους καί σύσ­σωμους της επαγγελίας τού Θεού έν Χριστώ17. Άνοιξε πλέον ο δρόμος για να υιοθετηθεί, να διαμορ­φωθεί και να αναπτυχθεί στο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλη­σίας η προτεσταντικής κατ' αρχήν επινοήσεως, τώρα δε και παπικής αποδοχής, αίρεση του Οικουμενισμού, αυτή η παναίρεση, που υιοθετεί και νομιμοποιεί όλες τις αιρέ­σεις ως εκκλησίες και προσβάλλει το δόγμα της Μιας, Άγιας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Ανα­πτύχθηκε πλέον, διδάσκεται και επιβάλλεται από Πα­τριάρχες και επισκόπους νέο δόγμα περί Εκκλησίας, νέα εκκλησιολογία. Σύμφωνα με αυτό καμμία Εκκλησία δεν δικαιούται να διεκδικήσει αποκλειστικά για τον εαυτό της τον χαρακτήρα της καθολικής και αληθινής Εκκλησίας. Κάθε μία είναι ένα κομμάτι, ένα μέρος, όχι ολόκληρη η Εκκλησία. Όλες μαζί αποτελούν την Εκκλησία. Έπεσαν όλα τα όρια που έθεσαν οι Πατέρες· δεν υπάρ­χει οριοθετική γραμμή μεταξύ αιρέσεως και Εκκλησίας, μεταξύ αληθείας και πλάνης. Και οι αιρέσεις είναι εκκλη­σίες, πολλές μάλιστα, όπως η παπική, θεωρούνται τώρα ώς αδελφές εκκλησίες, στις όποιες από κοινού με εμάς ανέθε­σε ο Θεός την φροντίδα για την σωτηρία των ανθρώπων18. Υπάρχει και στις αιρέσεις η Χάρη του Παναγίου Πνεύ­ματος, γι' αυτό και το βάπτισμα τους, όπως και όλα τα άλλα μυστήρια είναι έγκυρα. Όσοι έχουν βαπτισθή, σε οποια­δήποτε αίρεση και αν ανήκουν, είναι μέλη του σώματος του Χρίστου, της Εκκλησίας. Οι άρές και τα αναθέματα των συνόδων δεν ισχύουν και πρέπει να διαγραφούν από τα λειτουργικά βιβλία. Στεγασθήκαμε μέσα στο «Παγκό­σμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και ουσιαστικά προδώσαμε -καί μόνο με την ένταξη μας- την εκκλησιολογική μας αυτο­συνειδησία. Αφαιρέσαμε το δόγμα περί της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, το δόγμα «είς Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα»19.
7. Ό διαχριστιανικός αυτός συγκρητισμός, διευρύνθη­κε τώρα και σε διαθρησκειακό συγκρητισμό, ο όποιος εξι­σώνει όλες τις θρησκείες, με την μοναδική, θεόθεν αποκαλυφθείσα από τον Χριστό θεοσέβεια, θεογνωσία και κατά Χριστόν ζωή. Προσβάλλεται επομένως όχι μόνο το δόγμα της Μιας, Άγιας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλη­σίας σε σχέση με τις αιρέσεις, αλλά και το θεμελιώδες δό­γμα της μοναδικής εν τω κόσμω Αποκαλύψεως και σωτη­ρίας των ανθρώπων διά Ιησού Χριστού σε σχέση με τις θρησκείες του κόσμου. Είναι η χειρότερη πλάνη, η μεγαλύ­τερη αίρεση όλων των αιώνων.
8.Εμείς πιστεύουμε και ομολογούμε ότι μόνον έν τω Χριστώ υπάρχει η δυνατότης σωτηρίας. Οι θρησκείες του κόσμου και οι αιρέσεις οδηγούν στην απώλεια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλώς η αληθής Εκκλησία- είναι η μόνη Εκκλησία. Μόνον αύτη έμεινε πιστή στο Ευαγγέ­λιο, στις συνόδους και στους Πατέρες, και συνεπώς μόνον αυτή αντιπροσωπεύει την αληθινή καθολική Εκκλησία του Χριστού. Κατά τον όσιο Γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς, ο Οικουμενισμός είναι κοινό όνομα για τις ψευδοεκκλησίες της Δυτικής Ευρώπης. Το κοινό όνομα τους είναι η παναίρεση20. Αυτήν την παναίρεση έχουν αποδεχθή εκ των Ορθοδόξων πολλοί πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, κλη­ρικοί, μοναχοί και λαϊκοί. Την διδάσκουν «γυμνή τή κε­φαλή», την εφαρμόζουν και την επιβάλλουν στην πράξη κοινωνούντες παντοιοτρόπως με τους αιρετικούς, με συμ­προσευχές, ανταλλαγές επισκέψεων, ποιμαντικές συνερ­γασίες, θέτοντας ουσιαστικώς εαυτούς εκτός Εκκλησίας. Η στάση μας εκ των συνοδικών κανονικών αποφάσεων και εκ του παραδείγματος των Αγίων είναι προφανής. Ο καθένας πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του.
9. Υπάρχουν βέβαια και συλλογικές ευθύνες, και κυ­ρίως των οικουμενιστικών φρονημάτων Ιεραρχών και Θε­ολόγων μας, απέναντι στο ορθόδοξο πλήρωμα και το ποί­μνιο τους. Πρός αυτούς δηλώνουμε με φόβο Θεού και αγά­πη, ότι η στάση τους αυτή και τα ανοίγματα τους στις οικουμενιστικές δραστηριότητες είναι από πάσης πλευράς κα­ταδικαστέα: Διότι
α) αμφισβητούν έμπρακτα την ορθοδοξοπατερική μας παράδοση καί Πίστη·
β) σπέρνουν την αμφιβολία στις καρδιές του ποιμνίου και κλονίζουν πολλούς, οδηγώντας σε διαίρεση καί σχί­σμα και
γ) παρασύρουν ένα μέρος του ποιμνίου στην πλάνη και με αυτήν στον πνευματικό όλεθρο.
Διακηρύσσουμε, λοιπόν, ότι για τους λόγους αυτούς οι κινούμενοι σ' αυτήν την οικουμενιστική ανευθυνότητα, όποια θέση και αν κατέχουν στον Εκκλησιαστικό Οργανισμό, αντιτάσσονται στην παράδοση των Άγιων μας και συνεπώς βρίσκονται σε αντίθεση μαζί τους. Γι' αυτό η στάση τους πρέπει να καταδικάζεται και να απορρίπτεται από το σύνολο των Ιεραρχών και τον πιστό Λαό.

ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ
Με βάση τα λεχθέντα συνοπτικά, ομολογούμε και δια­κηρύσσουμε τά εξής:
1. Η μοναδική οδός αληθινής θεογνωσίας και σωτηρίας είναι η πίστη στην Αγία Τριάδα, στο σωτηριώδες έργο του ενανθρωπήσαντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και στην ιδρυθείσα από Αυτόν Μία, Αγία, Καθολική και Απο­στολική Εκκλησία.
2. Φυλάσσουμε αμετακίνητα και απαραχάρακτα όσα οι Απόστολοι εδίδαξαν και οι Πατέρες όρισαν και εθέσπισαν. Αποδεχόμαστε όσα αποδέχονται και καταδικάζουμε όσα κατεδίκασαν.
3. Από τις αρχαίες αιρέσεις, που επιβιώνουν μέχρι σήμε­ρα, καταδικάζουμε τον Μονοφυσιτισμό των Κοπτών, Συροϊακωβιτών και Αρμενίων, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Δ' έν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου (451) και την διδα­σκαλία μεγάλων Αγίων Πατέρων, όπως του Αγίου Μα­ξίμου του Ομολογητού, του Αγίου Ιωάννου Δαμάσκη­νου, του Μ. Φωτίου, ως και των ύμνων της λατρείας.
4. Διακηρύσσουμε ότι ο Παπισμός είναι όχι μόνο αίρεση αλλά μήτρα αιρέσεων και πλανών. Σύνολος ο χορός των Πατέρων σε συνόδους, όπως η θεωρούμενη Η' Οικουμενική επί Μ. Φωτίου (879) και άλλες νεώτερες, αλλά και στα συγγράμματα τους καταδικάζουν τον Παπισμό ως αίρεση, διότι εκτός της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού (Filioque) παρήγαγε μέγα πλήθος πλανών, πα­λαιοτέρων και νεωτέρων.
5. Τα ίδια ισχύουν, σε μεγαλύτερο βαθμό, για τον Προ­τεσταντισμό, ο οποίος ως τέκνο του Παπισμού κληρονόμησε πολλές αιρέσεις, προσέθεσε όμως και πολλές δικές του.
6. Η νέα παναίρεση του 20ου αιώνος, ο Οικουμενισμός, προτεσταντικής κατ' αρχήν προελεύσεως, τώρα δε και πα­πικής ώς και «ορθοδόξου» αποδοχής είναι η χειρότερη αίρεση όλων των αιώνων. Στην διαχριστιανική του διάσταση προσβάλλει το δόγμα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, διότι δέχεται ότι και οι αιρέσεις είναι εκκλησίες, νομιμοποιεί δηλαδή εκκλησιαστικά τις αιρέσεις. Καμμία εκκλησία κα­τά τους Οικουμενιστάς δεν δικαιούται να διεκδικήσει απο­κλειστικά για τον εαυτό της τον χαρακτήρα της καθολικής και αληθινής Εκκλησίας. Κάθε μία είναι μέρος της Εκκλη­σίας, όχι ολόκληρη η Εκκλησία. Όλες μαζί συναποτελούν την Εκκλησία. Το βάπτισμα σε οποιαδήποτε «εκκλησία» αναγνωρίζεται ώς έγκυρο. Η συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», αυτή καθ' εαυτή, ως πράξη, σημαίνει απόρριψη της εκκλησιολογικής της αυτοσυνειδησίας, ως της Μιας, Αγίας, Κα­θολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και υιοθέτηση αυτής της νέας εκκλησιολογίας του Οικουμενισμού. Στην διαθρησκειακή του διάσταση ο Οικουμενισμός θεωρεί ότι και οι θρησκείες του κόσμου αποτελούν οδούς σωτηρίας. Ο άνθρωπος σώζεται όχι μόνον έν Χριστώ μέσα στην Εκκλησία, αλλά και έκτος αυτής. Προσβάλλεται επο­μένως το θεμελιώδες δόγμα της μοναδικής εν τω κόσμω Αποκαλύψεως του Θεού εν τω προσώπω 'Ιησού Χριστού και της δια του έργου Αυτού μοναδικής δυνατότητος σωτη­ρίας.
7. Όσοι εκ των Ορθοδόξων, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί, δέχονται και κηρύσσουν την παναίρεση του Οικουμενισμού «γυμνή τή κεφαλή» θέτουν ουσιαστικώς εαυτούς εκτός της Εκκλησίας. Οι ανωτέρω έχουν μεγάλη ευθύνη, διότι α) αμφισβητούν έμπρακτα την ορθοδοξοπατερική μας Παράδοση και Πίστη·
β) σπέρνουν την αμφιβολία στιςκαρδιές του ποιμνίου και κλονίζουν πολλούς, οδηγώνταςτους σε διαιρέσεις και σχίσματα·γ) παρασύρουν μέρος τουποιμνίου στην πλάνη και μέσω αυτής στον πνευματικό όλεθρο. Διακηρύσσουμε λοιπόν ότι για τους λόγους αυτούςοι κινούμενοι σ'αυτήν την οικουμενιστική ανευθυνότητα,όποια θέση καί αν κατέχουν στον εκκλησιαστικό οργανισμό, αντιτάσσονται στην Παράδοση των Αγίων μας και συνεπώς βρίσκονται σε αντίθεση μαζί τους. Γι' αυτό η στάση τους πρέπει να καταδικάζεται και να απορρίπτεται από το σύνολο των Ιεραρχών και τον πιστό λαό. Όσοι συμπράττουν ή συμφωνούν είναι και αυτοί καταδικαστέοι.
8. Εμείς πιστεύουμε και ομολογούμε ότι μόνον έν Χριστώ υπάρχει η δυνατότης της σωτηρίας. Οι θρησκείες και οι αιρέσεις οδηγούν στην απώλεια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλώς η αληθινή Εκκλησία είναι η μόνη Εκκλη­σία. Μόνον αυτή διεφύλαξε πιστά, χωρίς καινοτομίες, των Αποστόλων το κήρυγμα και των Πατέρων τα δόγματα. Μόνον εντός αυτής ενεργεί η Χάρις του Αγίου Πνεύματος.Στις αιρέσεις του Μονοφυσιτισμού, του Παπισμού, του Προτεσταντισμού και του Οικουμενισμού δεν υπάρχει Άγιο Πνεύμα. Όλα είναι αχαρίτωτα· χωρίς την χάρη του Αγίου Πνεύματος δεν έχουν ούτε Ιερωσύνη, ούτε Βάπτι­σμα, ούτε άλλα μυστήρια.
9. Ή Εκκλησία είναι αυστηρή στη ρύθμιση των σχέσε­ων με τους αιρετικούς από αγάπη και για θεραπευτικούς λόγους· εν πρώτοις για να συνειδητοποιήσουν την πλάνη και να ιαθούν, αλλά και για να μη νοσήσουν τα υγιή μέλη της. Έφ' όσον εξακολουθούν να παραμένουν στην πλάνη, αποφεύγουμε την μετ' αυτών πνευματική κοινωνία, ιδιαί­τερα τις συμπροσευχές. Οι ιεροί κανόνες απαγορεύουν όχι μόνο τα συλλείτουργα και τις εντός των ναών συμπροσευ­χές, αλλά και τις απλές συμπροσευχές σε ιδιωτικούς χώρους.
10.Είναι λάθος να γίνεται λόγος για ένωση των εκκλη­σιών. Η Εκκλησία είναι μία και αδιαίρετη. Οι αιρετικοί πρέπει να ενωθούν με τήν Εκκλησία, αποκηρύσσοντες την πλάνη. Δεν νοείται αληθινή ένωση, ενώ υπάρχει η πλάνη. Η κανονική ακρίβεια απαιτεί την αποδοχή των αιρετικών διά Βαπτίσματος, διότι το προηγούμενο «βάπτισμα», χωρίς την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, το όποιο ενεργεί εντός της Εκκλησίας, όταν ο τελετουργός έχει κανονική Ιερω­σύνη και το μυστήριο τελείται ορθώς, δεν είναι βάπτισμα· είναι ανύπαρκτο και ανυπόστατο.
11. Όταν κινδυνεύει η πίστη με την υποστήριξη πα­λαιών ή νέων αιρέσεων, τις όποιες υποψιθυρίζει ο Διάβολος, για να αποκόψει τους πιστούς από την Εκκλησία, τότε όλοι οι πιστοί οφείλουν να ομολογούν και να διακηρύσσουν την αλήθεια των δογμάτων, ιδιαίτερα όμως οι ποιμένες, που οφείλουν να εκδιώκουν τους λύκους από την αυλή των προβάτων, και οι μοναχοί, οι όποιοι, με την δικαιολογημένη ευαισθησία τους σε θέματα πίστεως, αναδείχθηκαν σε στύ­λους και προμάχους της Ορθοδοξίας.Γι'αυτό κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί με προθυμία και χαρά προσυπογράφουμε αυτήν την Ομολογία*.
____________________
1.Βλ.σύγγραμα ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ Β' ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Περί της μόνης οδού προς σωτηρίαν των ανθρώπων ,εις ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ, ‘Άπαντα τα ευρισκόμενα , Oerves Completes de Georges Scholarios, τόμοι Ι-VII, Paris 1928-1936, εκδ.L.PETIT-X.SIDERIDES -M.JUGIE, τομ.ΙΙΙ,434-452
2.Ιω.8,12: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου· ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ'εξει το φως της ζωής. Αυτόθι 3,19 «Το φως ελήλυθεν εις τον κόσμον και ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το σκότος ή το φως».
3.Πραξ.4,14
4.Α' Ιω .4,2-3: «Παν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν εν σάρκι εληλυθότα, εκ του Θεού έστι· και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σάρκι εληλυθότα, εκ του Θεού ουκ έστι· και τούτο έστι το του αντιχρίστου ο ακηκόατε ότι έρχεται και νυν εν τω κόσμω έστιν ήδη».
5.Βλ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ, Διδαχές,εις Ι.ΜΕΝΟΥΝΟΥ, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και Βιογραφία), εκδόσεις «Τήνος», Αθήνα, Διδαχή Α1,37, σελ.142: «Όλες οι πίστες είναι ψεύτικες, κάλπικες, όλες του Διαβόλου. Τούτο κατάλαβα αληθινόν, θείον, ουράνιον, σωστόν, τέλειον και δια λόγου μου και δια λόγου σας πως μόνη η πίστης των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών είναι καλή και αγία, το να πιστεύωμεν και να βαπτιζώμεθα εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
6.Ομιλία πρό της εξορίας 1,ΕΠΕ 33, 186
7.Επιστολή 90, Τοις αγιωτάτοις αδελφοίς και επισκόποις τοις εν τη Δύσει 2, ΕΠΕ 2, 20
8.Γαλ. 1,9. Εις Γαλ. Όμιλ. Κεφ. 1, PG61,624
9.MANSI, 13, 409-412
10.Την ηθική χαλάρωση και έκπτωση, ακόμη και μεταξύ των κληρικών, είχε επισημάνει ήδη στις αρχές του 15ου αιώνα ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης. Βλ. Επιστολήν Δογματικήν 16 εν D.BALFOUR, Συμεών αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1416/17-1429) Έργα Θεολογικά, Ανάλεκτα Βλατάδων 34, Θεσσαλονίκη 1981, σελ.218: «Και έτι το την πορνείαν παρ'αυτοίς μη όλως κόλασιν έχειν , ουδ'εν τοις ιερωμένοις αυτών, αλλ'ανέδην παλλακάς και πορνικούς έχειν παίδας και καθ'εκάστην ιερουργείν».Αυτόθι 15, σελ.216: «Και βίον ζώσιν ουκ ευαγγελικόν· τρυφή γαρ πάσα και πορνεία παρ'αυτοις ου μεμπτέα ουδέ τι των απηγορευμένων Χριστιανοίς». Η παρατηρούμενη εσχάτως ηθική έκπτωση και Ορθοδόξων κληρικών είναι απόρροια της ελευθεροφροσύνης του Οικουμενισμού και της εκκοσμίκευσης.
11.Διάλογος 23, PG 155, 120-121.Επιστολή περί των Μακαρισμών 5, εν D.BALFOUR, Συμεών αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1416/17-1429), Έργα Θεολογικά, Ανάλεκτα Βλατάδων 34, Θεσσαλονίκη 1981, σελ.226.
12.Επιστολή Κανονική Α', Προς Αμφιλόχιον Ικονίου, κανών α.
13.Στο κείμενο της 9ης Γενικής Συνέλευσης του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών στο Porto Alegre της Βραζιλίας το 2006, που έγινε δεκτό από τους αντιπροσώπους των Ορθοδόξων Εκκλησιών και είχε ως τίτλο « Κληθείσες να είναι Μία Εκκλησία» (Called to be One Church), στην παράγραφο 8 αναφέρεται: «Όλοι οι βαπτισμένοι εν Χριστώ είναι ενωμένοι στο Σώμα του». Στην παράγραφο 9: «Το ότι όλοι μας από κοι­νού ανήκουμε στον Χριστό διά του βαπτίσματος εις τό όνομα του Πα­τρός και του Υιού καί του Αγίου Πνεύματος, δίδει την δυνατότητα στις εκκλησίες και τις καλεί να συμβαδίσουν ακόμη καί όταν διαφωνούν. Διαβεβαιώνουμε ότι υπάρχει ένα βάπτισμα, όπως ακριβώς υπάρχει ένα σώμα και ένα Πνεύμα, μία ελπίδα της κλήσεως μας, ένας Κύριος, μία Πίστη, ένας Θεός καί Πατέρας όλων μας (βλ. Έφ. 4, 4-6)». Ο Μητρο­πολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας) στο έργο Orthodox Ecclesiology and the Ecumentical Movement, Sourozh Diocesan Magazine (Αγγλία, Αύγου­στος 1985, τόμ. 21, σελ. 23.) προοδοποίησε αυτήν την θέση γράφοντας: Within baptism, even if there is a break, a divison, a schism, you can still speak of the Church.... The Orthodox, in my understanding at least, participate in the ecumenical movement as a movement of baptised Christians, who are in a state of division because they cannot express the same faith together. In the past this has happened because of a lack of love which is now, thank God, disappearing. (Εντός του βαπτίσματος, ακόμη και αν υπάρχει μία διάσπαση, μία δι­αίρεση, ένα σχίσμα, μπορείς ακόμη να μιλάς για Εκκλησία.... Οι Ορθόδοξοι, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, συμμετέχουν στην οικουμενι­κή κίνηση ώς μία κίνηση βαπτισμένοι Χριστιανών, που βρίσκονται σε κατάσταση διαίρεσης, διότι δεν μπορούν νά εκφράσουν την ίδια πίστη μαζί. Στο παρελθόν αυτό συνέβαινε λόγω της έλλειψης αγάπης, η οποία τώρα, δόξα τω Θεώ, εξαφανίζεται.)
14.Απολογητικός της εις Πόντον φυγής 82, ΕΠΕ 1,17615.Εις Ρωμ.Όμιλ.22, 2, PG 60, 611. Εις Φιλιπ. Όμιλ.2, 1, PG 62, 11916.Ομολογία πίστεως εκτεθείσα εν Φλωρεντία, εν Documents relatifs au Concile de Florence, II, Oeuvres anticonciliaires de Marc d'Ephese, par.L.PETIT, Patrologia Orientalis 17, 442.
15. Εις Ρωμ. Ομιλ. 22,2,PG 60,611. Εις Φιλιπ. Ομιλ. 2,1, PG 62, 119.
16.Ομολογία πίστεως εκτεθείσα εν Φλωρεντί, εν Documents relatifs au Concile de Florence, 2, Ouevres anticonciliaires de Marc d' Ephese, par L. PETIT, Patrologia Orientalis
17,442.17.Βλ. Ι.ΚΑΡΜΙΡΗ , Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τομ.2 , σελ.958.
18.Βλ. Κοινή Δήλωση πάπα Ιωάννου Παύλου Β' και πατριάρχου Βαρθολομαίου κατά την επίσκεψη του στη Ρώμη στις 29 Ιουνίου του 1995. Νωρίτερα τα ίδια είχε διακηρύξει και η Μεικτή Θεολογική Επιτροπή του Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών στο Μπαλαμαντ του Λιβάνου το 1993.
19.Έφεσ. 4, 5.
20.Αρχιμ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974, σελ.224.

Τα ονόματα των κληρικών, μοναχών, μοναζουσών, και λαϊκών που υπέγραψαν το κείμενο Ομολογίας μπορείτε να τα δείτε στο αρχείο PDF κάνοντας κλίκ εδώ

* Ή παράθεση των προσώπων που υπογράφουν έγινε κατ' επιλο­γήν, για οικονομία χώρου. Την ομολογία υπογράφουν και θα υπογρά­ψουν πολύ περισσότεροι.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: "Όσοι εκ των κληρικών, μοναχών, μοναζουσών και λαϊκών επιθυμούν να συμμετάσχουν στην μικρή αυτή κατάθεση ορθοδόξου ομολογίας ημπορούν να το δηλώσουν γράφοντας: «Συμφωνώ με την Ομολογία Πίστεως κατά τού Οικουμενισμού καί προσυπογράφω». Νά α­ποστείλουν δέ τήν δήλωση με το όνομα τους και την κληρική, μοναστική ή επαγγελματική τους ιδιότητα στη διεύθυνση Περιοδικό «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ» Τ.Θ. 1602,541 24 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. fax: 2310.276590 και e-mail: palimpce@otenet.gr

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος, "Η άποψη ότι διασπάσθηκε η Εκκλησία και υπάρχουν πολλές Εκκλησίες, οι οποίες έχουν διαφορετικές αλήθειες, είναι κακόδοξη"



Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η εορτή των Χριστουγέννων είναι θεολογική εορτή, όπως και όλες οι εορτές της Εκκλησίας μας, και όχι κοσμική εορτή, οπότε πρέπει να την πανηγυρίζουμε θεολογικά. Όταν κάνουμε λόγο για θεολογία, δεν εννοούμε μια ξηρή δια­νοητική γνώση, αλλά την εμπειρία της Χάριτος του Θεού. Θεολογία είναι η γνώση του Θεού, που γίνεται με την μετάνοια, την προσευχή, τα Μυστήρια της Εκκλησίας, την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, την θέα του Θεού.
Η θεολογία της εορτής των Χριστουγέννων είναι ότι ο άσαρκος Λόγος σαρκούται, ο αναφής ψηλαφάται, ο Μεγά­λης Βουλής Άγγελος γίνεται άνθρωπος, η Παλαιά Διαθήκη ενώνεται με την Καινή Διαθήκη. Βέβαια, ο άσαρ­κος Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος σαρκώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού, αλλά την ημέρα των Χριστου­γέννων γεννήθηκε και έγινε γνωστή η εναν­θρώπησή Του στους αγγέλους και τους καθαρούς κατά την καρδία, ήτοι τους Ποιμένες και τους Μά­γους.

Οι Προφήτες και οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη έβλεπαν τον άσαρκο Λόγο, δηλαδή το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος χωρίς σάρκα, μέσα στο θείο Φως και γι’ αυτό έκαναν την διάκριση μεταξύ του ακτίστου Αγγέλου του Θεού και των κτιστών αγγέλων. Όλες οι εμφανίσεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη ήταν εμφανίσεις του ασάρκου Λόγου, και δια του Λόγου οι Προφήτες απο­κτούσαν γνώση του Τριαδικού Θεού, γι’ αυτό και ομιλούσαν για Θεό, Κύριο της δόξης, Πνεύμα Θεού.
Όμως, την ημέρα της Γεννήσεως του Χριστού φάνηκε σε όσους είχαν προετοιμασθή πνευματικά, ότι Αυτός ο άσαρκος Λόγος προσέλαβε σάρκα, έγινε άνθρωπος, όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν. και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιω. α', 14). Γι’ αυτό την ημέρα της Γεννήσεως του Χριστού δοξολόγησαν την αγάπη του Θεού, πανηγύρισαν το μεγάλο αυτό μυστήριο της ενώσεως Θεού και ανθρώπου, θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Η Γέννηση του Χριστού είναι «τό μόνον καινόν υπό τον ήλιον» από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος.
Ο Λόγος του Θεού προσέλαβε ανθρώπινο σώμα, χωρίς να παύση να είναι Θεός και ομίλησε, δίδαξε, θαυματούργησε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, αναλήφθηκε στον ουρανό και έστειλε το Άγιον Πνεύμα δια του οποίου έκανε την Εκκλησία Σώμα Του. Έτσι, τώρα η Εκκλησία δεν είναι μόνο πνευ­ματική, αλλά το Σώμα του Χριστού, και ο Χρι­στός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας. Αυτό έχει βαθειές εκκλησιολογικές συνέπειες, τις οποίες πρέπει να γνωρίζουμε όλοι οι Χριστιανοί.
Η πρώτη εκκλησιολογική συνέπεια είναι ότι η σχέση και κοινωνία μας με τον Θεό δεν είναι αφηρημένη, ιδεολογική, συναισθηματική, αλλά ψυχοσωματική, αφού ολόκληρη η ύπαρξή μας, που αποτελείται από ψυχή και σώμα, ενώνεται με τον Χριστό. Μέ το Βάπτισμα και το Χρίσμα γινόμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού και με την θεία Κοινωνία τρώμε το Σώμα του Χριστού και πίνουμε το Αίμα Του. Ο Ίδιος είπε: «Λάβετε φάγετε τούτό εστι το σώμά μου», «πίετε εξ αυτού πάντες τούτο γάρ εστι το αίμά μου» (Ματθ. κστ' 27-28). Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνη, εάν ο Χριστός δεν γινόταν άνθρωπος. Έτσι, τώρα δεν προσευχόμαστε μόνον στον Θεό, αλλά μετέχουμε του Σώ­ματος και του Αίματός Του.
Η δεύτερη εκκλησιολογική συνέπεια είναι ότι η Εκκλησία δεν είναι απλώς μια θρησκευτική οργάνωση ή ένα εκκλη­σιαστικό και φιλανθρωπικό σωματείο, αλλά το Σώμα του Χριστού, του οποίου κεφαλή είναι ο Ίδιος ο Χριστός. Όπως το σώμα του ανθρώπου έχει μία κεφαλή, γιατί αν είχε πολλές κεφαλές θα ήταν τέρας, έτσι και η Εκκλησία έχει μία κεφαλή που είναι ο Χριστός. Αυτόν δεχόμαστε, σε Αυτόν πιστεύουμε, Αυτός είναι ο απόλυτος Κύριος της ζωής μας. Και όπως η κεφαλή έχει ένα σώμα, γιατί διαφορετικά θα ήταν τερατώδης ύπαρξη, έτσι και ο Χριστός, η Κεφαλή της Εκκλησίας έχει ένα σώμα, την μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία.
Η άποψη που διατυπώνεται από μερικούς, ότι διασπάσθηκε η Εκκλησία και υπάρχουν πολλές Εκκλησίες, οι οποίες έχουν διαφορετικές αλήθειες, είναι κακόδοξη. Η Εκκλησία είναι μία και αυτή είναι η Ορθόδοξη και όσοι απομακρύνθηκαν από αυτήν πρέπει να επιστρέψουν για να έχουν κοινωνία με την Κεφαλή και με τα άλλα μέλη του σώματος, γι’ αυτό στην θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου προσευχόμαστε: «τούς πεπλανη­μένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ζώντας σε μια εποχή συγχύσεως εννοιών και πραγμά­των, κυρίως στα θεολογικά θέματα, πρέπει να ορθο­τομούμε την αλήθεια και να ομολογούμε την πίστη μας. Ένας «χριστός», που καλλιεργεί απλώς το συναίσθημα, ενισχύει την κοσμική εξουσία και προωθεί το εμπόριο είναι άγνωστος για την Ορθόδοξη Εκκλη­σία και ίσως ανώφελος για την κοινωνία. Αυτή η πραγ­μα­τικότητα φαίνεται στο γεγονός ότι υπάρχουν Κράτη που χαρακτηρίζονται ως χριστιανικά, τα οποία όμως ζουν αντιχριστιανικά και αντιευαγγελικά, και αυτό εκδηλώνεται, εκτός των άλλων, από το ότι τροφοδοτούν με όπλα τους οπαδούς άλλων θρησκειών στην Μέση Ανατολή με αποτέλεσμα να εξαφα­νίζωνται Χριστιανοί από την περιοχή αυτή.
Το γεγονός είναι ότι όσο παραμένει κανείς στην ανόθευτη θεο­λογία και ζή ευαγγελικά, τόσο υμνεί και δοξάζει τον ζώντα Θεό.
Εύχομαι σε όλους έτη πολλά, να παραμένετε στην Ορθόδοξη πίστη και να προσεύχεσθε για τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής που υποφέρουν, βασανίζονται και θανατώνονται, επειδή πιστεύουν στον Χριστό, ως αληθινό Θεό.
Με θερμές πατρικές ευχές
Ο Μητροπολίτης
+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Άνοιξε την καρδιά σου Χριστιανέ μου!


Άνοιξε την καρδιά σου Χριστιανέ μου!

Για τούτο ήρθε ο Χριστός. Να μπεί ολάκερος μέσα στήν καρδιά σου, να την φωτίσει με την θεική του λάμψη, να τις δώσει Ζωή, να την θερμάνει απο την παγωνιά του κόσμου.

''Μου έκανε την καρδιά περιβόλι..'' μου είπες τις προάλλες. Σε πίκρανε ο κόσμος, σε βασανίζει καιρό τώρα τούτη η σκληροκαρδία. Γέμισε η καρδιά σου με αγκάθια που ματώνουν και πονάνε..

''Μας πως γείναμε έτσι όλοι μας;'' Που πάμε; με ρώτησες με αγωνία...
 
Άνοιξε την καρδιά σου χριστιανέ μου, να έρθει Εκείνος μέσα στο ''περιβόλι'' σου... να το οργώσει με την χάρη Του, να το κάμει κήπο ανθοστόλιστο, να μοσχοβολίζει σαν πρωινής δροσιάς το μύρο...

Έυχου να ΄ρθεί ο Χριστός να κάνει κύκλους...
 
να κόβει βόλτες μέσα στην καρδιά σου!

Να γιάνουν όλες οι πληγές, να μοσχοβολίσει η καρδιά μας απο αγάπη.

«Eν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον, ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού». (Α΄Ιωάν.4:9).

Συγγραφή κειμένου, Δημήτρης Ρόδης για Πνεύματος κοινωνία

Ανδρέας Θεοδώρου - Καθηγητής Τι πιστεύουμε για το πρόσωπο του Χριστού;

 
Το δόγμα περί Χριστού είναι εξ ίσου σημαντικό, όσο και το δόγμα περί Αγίας Τριάδος. Είναι δόγμα πίστεως κορυφαίο, στο οποίο ανακλάται η οικονομική Τριάδα. Λέ­γοντας αυτό εννοούμε τον Τριαδικό Θεό στις εξωτερικές του ενέργειες, στη δημιουργία του κόσμου και την απολύ­τρωση. Ο Λόγος του Θεού που στη μεταφυσική Τριάδα (στο Θεό καθ’ εαυτόν) σχετίζεται με την ουσία και τις άλ­λες δύο Τριαδικές υποστάσεις της θεότητας, αφήνει τους ουρανούς —χωρίς να χάσει το θεοπρεπές του αξίωμα — και κατεβαίνει στη γη, γίνεται άνθρωπος ιστορικός για να σώσει τον πεσμένο άνθρωπο από την αμαρτία. Η είσοδος αυτή στο πεδίο της ζωής και η ανάληψη της κακοπάθειας της ιστορικής στιγμής είναι γνωστή ως «κένωσις» του Λό­γου. Ο Λόγος γίνεται άνθρωπος για να λυτρώσει τον άνθρωπο από το ζυγό της αμαρτίας και την οδύνη του πνευματικού θανάτου.
proswpoix2
Στο Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις, η θεία και η αν­θρώπινη, και ένα πρόσωπο, του αΐδιου Λόγου. Η ανθρώπινη φύση του δεν είχε δικό της πρόσωπο, ήταν ανυπόστατη.
Η θεία φύση του Χριστού ήταν η τέλεια φύση της θεότητας. Επίσης τέλεια ήταν και η ανθρώπινη φύση του, στην οποία υπήρχε ψυχή νοερά και λογική, ενωμένη με σώμα υλικό και αληθινό. Η ένωση των φύσεων έγινε στη μήτρα της Παρθένου «εξ άκρας συλλήψεως». Μόλις δηλα­δή η Μαρία δέχτηκε τον ασπασμό του αγγέλου, το Πνεύμα του Θεού εμόρφωσε στην παρθενική μήτρα της το έμβρυο Χριστό, με το οποίο ενώθηκε αμέσως ο Λόγος του Θεού, χωρίς το ενωθέν (η ανθρώπινη φύση) να προφθάσει να ζήσει έστω και μία χρονική στιγμή έξω από την ένωση, ως πρόσωπο ξεχωριστό και ίδιο. Συνεπώς ως άνθρωπος ο Χριστός δεν είχε δικό του ξεχωριστό πρόσωπο, αλλά φε­ρόταν στο αΐδιο πρόσωπο του Λόγου.
Η σύλληψη και η γέννηση του Χριστού ήταν υπερφυσικές. Σ’ αυτές δεν λειτούργησαν οι συνήθεις νόμοι της φύσεως. Η Μαρία δεν συνέλαβε με τη γνωστή σύμπραξη ανδρός και γυναικός, αλλά με τη δημιουργική ενέργεια του παναγίου Πνεύματος. Ο Χριστός ήταν «απάτωρ εκ μητρός», δεν είχε δηλαδή πατέρα σύζυγο της μητέρας του. Αφού δε δεν συνέπραξε άνδρας, η Μαρία συνέλαβε το Χριστό χωρίς να χάσει την παρθενία της. Στο αυτό μέτρο παρθενική και υπερφυσική ήταν και η γέννηση του Κυ­ρίου, γέννηση ανώδυνη και αλόχευτη (χωρίς τα φυσικά λόχια). Η γέννηση του Σωτήρος δεν ακολούθησε τους ρυ­θμούς της φυσικής ανθρώπινης γεννήσεως. Γι’ αυτό και γεννήθηκε χωρίς το προπατορικό αμάρτημα, με το οποίο έρχονται στον κόσμο όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Στο Χριστό έσπασε η συνέχεια της αμαρτωλής φύσεως του Αδάμ, η οποία κληροδοτεί το προπατορικό αμάρτημα σε όσους εκφύονται απ’ αυτήν. Ο Χριστός είναι ο καινός Αδάμ της χάριτος, η νέα πνευματική ρίζα της ανθρωπότητος, η οποία κληροδοτεί την πνευματική αναγέννηση και τη σωτηρία στους πιστεύοντες.
Η ένωση των φύσεων στο Χριστό είναι υποστατική, ασύγχυτη και αδιαίρετη. Λέγοντας υποστατική ένωση εννοούμε ότι αυτή έγινε στην υπόσταση (εξ ου και το όνομα) ή το πρόσωπο του Λόγου. Επαναλαμβάνουμε και πάλι ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν ανυπόστατη, δηλαδή δεν έζησε ποτέ από μόνη της έξω από το πρόσωπο του Χριστού. Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Στην ένωση οι φύσεις δεν επηρέασαν η μία την άλλη, δεν μετατράπηκε η μία στη φυσική ποιότητα της άλλης, αλλά παρέμειναν κάθε μια στη φυσική της ποιότητα και πληρότητα, χωρίς στο έξης ν’ αποχωρίζονται η μία από την άλλη. Ενώθηκαν «ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως».

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος Ο Λόγος σαρξ εγένετο



Για να προσεγγίσουμε την σάρκωση του Λόγου και την απόρρητη γέννησή του από την αειπάρθενο Μαρία και να κατανοήσουμε καλά το μυστήριο της οικονομίας για την σωτηρία του γένους μας το κρυμμένο προ των αιώνων (Εφ. 3:9), θα μας βοηθήσει η εξής γνωστή εικόνα:
Κατά την δημιουργία της προμήτορος Εύας ο Θεός πήρε την έμψυχη πλευρά του Αδάμ και την ολοκλήρωσε σε γυναίκα, γι’ αυτό δεν εμφύσησε σ’ αυτήν πνοή ζωής καθώς και στον Αδάμ, αλλά το μέρος που έλαβε από την σάρκα του το τελειοποίησε σε ολόκληρο σώμα γυναικός, την δε απαρχή του πνεύματος που έλαβε μαζί με την έμψυχη σάρκα την τελειοποίησε σε ψυχή ζωντανή δημιουργώντας με τα δυο μαζί έναν άλλον άνθρωπο.
Πηγή:commons.wikimedia.org
Πηγή:pemtoysia
Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο πλαστουργός και κτίστης Θεός πήρε από την Αγία Μαρία έμψυχη σάρκα σαν ζύμη και μικρή απαρχή από το φύραμα της φύσεώς μας – δηλαδή από την ψυχή και το σώμα μαζί – και την ένωσε με την δική του ακατάληπτη και απρόσιτη Θεότητα. Ή μάλλον ένωσε πραγματικά όλη την υπόσταση της Θεότητός του με την δική μας φύση, την έσμιξε άμικτα μ’ αυτή και την έκανε άγιο ναό του. Έτσι ο ποιητής του Αδάμ έγινε ατρέπτως και αναλλοιώτως τέλειος άνθρωπος.
Όπως ακριβώς λοιπόν από την πλευρά του Αδάμ έπλασε την γυναίκα, έτσι, αφού δανείστηκε την σάρκα από την θυγατέρα του Αδάμ την αειπάρθενο και Θεοτόκο Μαρία και την έλαβε χωρίς σπορά, γεννήθηκε κατά τον ίδιο τρόπο με τον πρωτόπλαστο. Ώστε όπως ακριβώς ο Αδάμ με την παράβαση έγινε η αρχή της γεννήσεως μας στην φθορά και στον θάνατο, έτσι και ο Χριστός και Θεός μας με την εκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης έγινε η απαρχή της αναγεννήσεώς μας στην αφθαρσία και την αθανασία.
Αυτό εννοεί ο θείος Παύλος όταν λέει: «Ο πρώτος άνθρωπος πλάστηκε από τη γη χοϊκός. Ο δεύτερος άνθρωπος, δηλαδή ο Κύριος, είναι επουράνιος. Ό,τι λογής ήταν ο χοϊκός τέτοιοι είναι και όλοι οι χοϊκοί και ό,τι λογής είναι ο επουράνιος τέτοιοι είναι και όλοι όσοι γίνονται επουράνιοι δι’ αυτού.» (Α’ Κορ. 15:47-48). Και πάλι: «Η απαρχή είναι ο Χριστός, έπειτα όσοι είναι του Χριστού.» (Α’ Κορ. 15:23).
Επειδή λοιπόν ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα, όμοιος με μας σε όλα εκτός από την αμαρτία, μας μεταδίδει την Θεότητά του λόγω της πίστης μας σ’ αυτόν και μας καθιστά συγγενείς του κατά την φύση και την ουσία της Θεότητάς του. Πρόσεξε το νέο και παράδοξο μυστήριο: Ο Θεός Λόγος έλαβε από μας σάρκα, που δεν είχε εκ φύσεως και έγινε άνθρωπος, που δεν ήταν. Από τότε μεταδίδει στους πιστούς την Θεότητά του – την οποία κανείς από τους αγγέλους ή τους ανθρώπους δεν είχε αποκτήσει – και μ’ αυτόν τον τρόπο γίνονται θεοί κατά χάρη και θέση, που δεν ήταν. Έτσι χαρίζει σ’ αυτούς την εξουσία να γίνονται τέκνα Θεού (Ιω. 1:12) γι’ αυτό και έγιναν και πάντοτε θα γίνονται και ποτέ δεν θα πάψουν να γίνονται. Άκουσε και τον θείο Παύλο που παρακινεί σ’ αυτό: «Όπως φορέσαμε την εικόνα του γήινου, ας φορέσουμε και την εικόνα του επουράνιου.» (Α’ Κορ. 15:49).
Ο Θεός λοιπόν του παντός με τη σωματική του παρουσία στη γη ήλθε για να αναπλάσει και να ανακαινίσει τον άνθρωπο και να ευλογήσει όλη την κτίση που επέσυρε επάνω της την κατάρα εξαιτίας του ανθρώπου. Και πρώτα ζωοποίησε τη ψυχή που έλαβε και αφθαρτώντας την τήν θέωσε, ενώ το άχραντο σώμα του, αν και το θέωσε, όμως το κρατούσε ακόμη φθαρτό και υλικό. Γιατί το σώμα που τρώει και πίνει, κοπιάζει και ιδρώνει, δένεται και σέρνεται, υψώνεται στον σταυρό και καρφώνεται, είναι βέβαια φθαρτό και υλικό, αφού μάλιστα πέθανε και τοποθετήθηκε νεκρό στο μνημείο. Μετά δε την ανάστασή του συνανέστησε και το σώμα του άφθαρτο, πνευματικό, όλο θείο και άυλο, γι’ αυτό και δεν συνέτριψε τις σφραγίδες του μνήματος, εισερχόταν δε και εξερχόταν ελεύθερα μέσα από τις κλειστές πόρτες.
Αλλά γιατί μαζί με τη ψυχή δεν έκανε αμέσως και το σώμα πνευματικό και άφθαρτο; επειδή και ο Αδάμ τρώγοντας τον απαγορευμένο καρπό ευθύς μεν με την παράβαση πέθανε κατά τη ψυχή, ενώ κατά το σώμα ύστερα από πολλά χρόνια. Γι’ αυτό και ο Χριστός πρώτα ανέστησε και ζωοποίησε τη ψυχή που τιμωρήθηκε με το επιτίμιο του θανάτου, έπειτα δε οικονόμησε να απολαύσει και το σώμα την αφθαρσία δια της αναστάσεως, αυτό που δια του θανάτου επέστρεφε στη γη κατά την αρχαία απόφαση. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά κατέβηκε στον άδη ελευθερώνοντας από τα δεσμά τις ψυχές των εκεί φυλακισμένων αγίων και τις κατέταξε σε τόπο αναπαύσεως και ανέσπερου φωτός. Τα σώματά τους όμως δεν τα ανέστησε, αλλά τα άφησε στους τάφους μέχρι την κοινή ανάσταση.
Το μυστήριο λοιπόν αυτό που συντελέστηκε για όλο τον κόσμο με την ένσαρκη οικονομία του Χριστού, τούτο το ίδιο γινόταν και σε κάθε άγιο και γίνεται αδιαλείπτως μέχρι σήμερα σε κάθε πιστό. Γιατί λαμβάνοντας το πνεύμα του Δεσπότη και Θεού μας συμμετέχουμε στην θεότητά του, τρώγοντας δε την πανάμωμο σάρκα του γινόμαστε αληθινά και εξ ολοκλήρου σύσσωμοι του Χριστού και συγγενείς του, καθώς και αυτός ο θείος Παύλος βεβαιώνει: «Είμαστε οστούν από τα οστά του και σάρκα από την σάρκα του» (Εφ.5:30) και αλλού: «από τον πλούτο της θεότητός του όλοι εμείς λάβαμε αλλεπάλληλες δωρεές» (Ιω. 1:16 και Κολ. 2:9). Έτσι γινόμαστε κατά χάριν όμοιοι με τον φιλάνθρωπο Θεό και Δεσπότη μας ανακαινισμένοι στη ψυχή, άφθαρτοι και αναστημένοι από νεκροί που ήμαστε. Τότε βλέπουμε αυτόν που καταδέχτηκε να γίνει όμοιός μας και βλεπόμαστε απ’ αυτόν, που μας αξίωσε να γίνουμε όμοιοί του, όπως κάποιος βλέπει από μακριά το πρόσωπο του φίλου του και διαλέγεται μ’ αυτόν και συνομιλεί και ακούει τη φωνή του.
Κατά τον ίδιο τρόπο και οι απ’ αιώνος άγιοι και οι παλαιοί και οι τωρινοί πνευματικά βλέποντες δεν βλέπουν σχήμα ή είδος ή ομοίωμα, αλλά φως ασχημάτιστο, επειδή και αυτοί είναι φως εκ του φωτός, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος. Όμως αν και φτάνουν σ’ αυτή την κατάσταση, τα σώματά τους δεν γίνονται αμέσως άφθαρτα και πνευματικά, αλλά όπως ακριβώς το σίδερο που πυρακτώνεται στη φωτιά παίρνει τη λαμπρότητά της, όταν όμως απομακρυνθεί απ’ αυτήν γίνεται πάλι ψυχρό και μαύρο, έτσι ακριβώς και τα σώματα των αγίων: Μετέχοντας και αυτά στο θείο πυρ, δηλαδή στη χάρη του Θεού, αγιάζονται, φλεγόμενα καθαρίζονται, γίνονται διαυγή και πολυτιμότερα από τα άλλα σώματα.
Αλλά όταν η ψυχή βγει από το σώμα, αμέσως και αυτά παραδίδονται στη φθορά και διαλύονται σιγά-σιγά. Άλλα όμως διατηρούνται για πολλά χρόνια χωρίς να είναι ούτε εντελώς άφθαρτα ούτε πάλι τελείως φθαρτά, αλλά διασώζουν μέσα τους τα γνωρίσματα και της αφθαρσίας και της φθοράς, ώσπου να φτάσουν στην τέλεια αφθαρσία και να ανακαινιστούν την τελευταία και κοινή ανάσταση των νεκρών.

Γέροντας Παΐσιος: Πώς θα ζήσουμε πνευματικά τα Χριστούγεννα

Γέροντας Παΐσιος: Πώς θα ζήσουμε πνευματικά τα Χριστούγεννα
«Ο Χριστός με τη μεγάλη Του αγάπη και με την μεγάλη Του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις άγιες γιορτές Του, μας ανασταίνει αληθινά αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά.
Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά. τότε τις γλεντάμε πνευματικά και μεθάμε πνευματικά από το παραδεισένιο κρασί που μας φέρνουν οι Άγιοι και μας κερνούν.
Τις γιορτές για να τις ζήσουμε, πρέπει να έχουμε τον νου μας στις άγιες ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε για τις άγιες ημέρες. Να σκεφτόμαστε τα γεγονότα της κάθε αγίας ημέρας και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι θα γιορτάζουμε με πολύ ευλάβεια κάθε γιορτή.
Να μελετάει και να ζει τα θεία γεγονότα συνέχεια. Όταν κανείς μελετάει τα γεγονότα της κάθε γιορτής, φυσιολογικά θα συγκινηθεί και με ιδιαίτερη ευλάβεια θα προσευχηθεί. Έπειτα στις Ακολουθίες ο νους να είναι στα γεγονότα που γιορτάζουμε και με ευλάβεια να παρακολουθούμε τα τροπάρια που ψέλνονται.
Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται.
- Γέροντα, μετά την Αγρυπνία των Χριστουγέννων δεν κοιμόμαστε;
- Χριστούγεννα και να κοιμηθούμε! Η μητέρα μου έλεγε: «Απόψε μόνον οι Εβραίοι κοιμούνται». Βλέπεις, την νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός οι άρχοντες κοιμόνταν βαθιά, και οι ποιμένες «αγραυλούσαν». Φύλαγαν τα πρόβατα την νύχτα παίζοντας την φλογέρα. Κατάλαβες; Οι ποιμένες πού αγρυπνούσαν είδαν τον Χριστό.
- Πώς ήταν Γέροντα, το σπήλαιο;
- Ήταν μία σπηλιά μέσα σε έναν βράχο και είχε μία φάτνη, τίποτε άλλο δεν είχε. Εκεί πήγαινε κανένας φτωχός και άφηνε τα ζώα του. Η Παναγία με τον Ιωσήφ, επειδή όλα τα χάνια ήταν γεμάτα και δεν είχαν πού να μείνουν, κατέληξαν σε αυτό το σπήλαιο.
Εκεί ήταν το γαϊδουράκι και το βοϊδάκι, που με τα χνώτα τους ζέσταναν τον Χριστό! «Ἔγνω βοῦς τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αὐτοῦ», δεν λέει ο Προφήτης Ησαΐας;
-Σε ένα τροπάριο, Γέροντα, λέει ότι η Υπεραγία Θεοτόκος βλέποντας τον νεογέννητο Χριστό, «χαίρουσα ομού και δακρύουσα» αναρωτιόταν:… «Επιδώσω σοι μαζόν, τω τα σύμπαντα τρέφοντι, ή υμνήσω σε, βς Υιόν και Θεόν μου; Ποίαν εύρω επὶ σοί προσηγορίαν;»
- Αυτά είναι τα μυστήρια του Θεού, η πολύ μεγάλη συγκατάβαση του Θεού, την οποία δεν μπορούμε εμείς να συλλάβουμε!
- Γέροντα, πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε το γεγονός της Γεννήσεως, ότι δηλαδή ο Χριστός «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου»;
- Για να ζήσουμε αυτά τα θεία γεγονότα, πρέπει ο νους να είναι στα θεία νοήματα. Τότε αλλοιώνεται ο άνθρωπος. «Μέγα και παράδοξον θαύμα τετέλεσται σήμερον», ψάλλουμε. Άμα ο νους μας είναι εκεί, στο «παράδοξον», τότε θα ζήσουμε και το μεγάλο μυστήριο της Γεννήσεως του Χριστού.
Εγώ θα εύχομαι η καρδιά σας να γίνη Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώση όλες τις ευλογίες Του.
Απόσπασμα απὸ το βιβλίο: «Περί προσευχής», Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι ΣΤ’ (σελ. 195-196). Εκδόσεις Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» Σουρωτή Θεσσαλονίκης

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Κώστας Παπαδημητρίου - Τὸ Δωδεκαήμερο τῶν Χριστουγέννων στὸν Παπαδιαμάντη

Κώστας Παπαδημητρίου - Τὸ Δωδεκαήμερο τῶν Χριστουγέννων στὸν Παπαδιαμάντη
Ὁ συντάκτης εἶναι τ. Ἐπιθεωρητὴς Πρωτοβάθμιας Ἐκπαίδευσης
Πᾶνε ἀρκετὰ χρόνια ἀπὸ τότε. Στὴν Ναύπακτο, ἕνα ἀρκετὰ εὐκατάστατο ἀνδρόγυνο εἶχε φέρει ἀπὸ τὴν Ἀγγλία νεαρὴ Ἀγγλίδα δασκάλα νὰ διδάσκῃ τὰ παιδιά του στὴν ἀγγλικὴ γλώσσα. Ἐκείνη θέλησε νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν εὐκαιρία τῆς παραμονῆς της στὴν Ἑλλάδα νὰ μάθῃ ἑλληνικά. Καὶ ἐκλήθη ὁ ὑποφαινόμενος μὲ τὰ πάμπτωχα ἀγγλικά του νὰ τῆς διδάξῃ τὰ ἑλληνικά, μὲ σχετικὸ ἀντιμίσθιο βέβαια.
Τὸ πρόγραμμα προχωροῦσε κανονικὰ μὲ ἀρκετὲς δυσκολίες συνεννόησης λόγω τῆς δικῆς μου γλωσσικῆς πενίας τῶν ἀγγλικῶν. Ἀλησμόνητος θὰ μοῦ μείνῃ ὁ ἑξῆς διάλογος μαζί της. Ἦταν παραμονὴ Χριστουγέννων, θυμᾶμαι, καὶ μοῦ εἶπε:
-Αὔριο καὶ μεθαύριο δὲν θὰ εἶμαι ἐδῶ γιὰ νὰ γίνῃ τὸ μάθημα. Θὰ πάω στὴν Πάτρα, ὅπου μὲ ἄλλους συμπατριῶτες μου καὶ Ἕλληνες φίλους, οἱ πιὸ πολλοὶ Χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι, θὰ γιορτάσουμε τὰ Χριστούγεννα.
-Καὶ πῶς θὰ γιορτάσετε, τῆς ἔκανα τὴν ἀδιάκριτη ἐρώτηση.
-Νά, θὰ μαζευτοῦμε σὲ ἕνα φιλικὸ σπίτι καὶ θὰ πίνουμε οὐΐσκι ἢ μπύρα.
-Καὶ πόση ὥρα καὶ πόσο ποτὸ θὰ πιῆτε, τὴν ξαναρώτησα.
-Ὅλη τὴ νύχτα, ὥσπου ὁ καθένας νὰ χάσῃ τὶς αἰσθήσεις του καὶ νὰ κοιμηθῇ ὅπου βρίσκεται. Ἐκεῖ θὰ μείνῃ ὡς τὸ ἀπόγευμα. Ὕστερα θὰ φᾶμε κάτι καὶ θὰ ἀρχίση πάλι τὸ ποτό.
Ὡραία τιμὴ στὸν ἑορταζόμενο Θεάνθρωπο, εἶπα μέσα μου, κι ἀμέσως θυμήθηκα τὰ δικά μας ἁγνὰ καὶ χαρούμενα Χριστούγεννα. Προπαντὸς ἐκεῖνα τὰ ἔθιμα ποὺ ζούσαμε στὰ μικρὰ χωριά μας, μὲ τὰ ὁποῖα νιώθαμε τὴ μεγάλη χαρὰ τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ. Καὶ σήμερα, λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὴ μεγάλη γιορτή, θυμᾶμαι ἐκεῖνον τὸν διάλογο μὲ τὴν ἀγγλίδα καὶ ὁ νοῦς μου πετάει σὲ κάποιες σελίδες τῶν διηγημάτων τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη, ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἑορτασμὸ τῶν Χριστουγέννων στὴν ὕπαιθρο.
Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει τὴν τέχνη νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς ψυχικὲς ἀνάγκες τοῦ Ἕλληνα. Προσφέρει στὴν ἀγωνιώσα συνείδησή μας μιὰ ζωογόνο πηγὴ γαλήνης. Ἡ προσφορὰ τοῦ γίνεται περισσότερο κατανοητὴ στὸ ἑορταστικὸ Δωδεκαήμερο τῶν Χριστουγέννων. Δεκαπέντε διηγήματα, δεκαπέντε κομψοτεχνήματα λογοτεχνικὰ μέσα στὰ ὁποῖα ἀναδεύεται ἡ ψυχὴ τοῦ Ἕλληνα, μὲ τὰ ὡραία ἤθη καὶ ἔθιμα, τὴ γεμάτη εὐγένεια διάθεσή του, τὸ χιοῦμορ, τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ πόνου, τὴν λατρευτικὴ ἀνάταση, τὸν αὐθορμητισμὸ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, γεμίζουν τὶς σελίδες τῶν ἔργων του. Μὲ τὴν τέχνη τοῦ διαχέεται στὶς ψυχὲς τῶν Χριστιανῶν τὸ σιωπηλὸ πάθος τῆς πίστης. Σὲ κάνει νὰ γυρίζῃς πίσω σε κάποια χρόνια μακρινά, ὅπου τὸ ἐγώ σου τὰ γυρεύει μὲ λαχτάρα. Ἀλλάζει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς ἐποχὲς καὶ τὴν ἡλικία. Μέσα τοῦ ὅμως ὁ ἀλλαγμένος ἄνθρωπος κοντὰ στὴ σκέψη του καὶ τὶς ἀδυναμίες τοῦ κρατάει κάτι ἀπὸ ὅ,τι ἔζησε στὴν παιδική του ἡλικία. Αὐτὸ τὸ κάτι, τὸ παιδικό, τὸ λαχταριστό, τὸ περασμένο καὶ χαρούμενο, τὸ ξαναζωντανεύει ὁ Παπαδιαμάντης καὶ τὸ φέρνει ὁλόρθο μπροστά μας. Τὸ κοιτᾶς τότε καὶ νιώθεις πῶς δὲν ξέμαθες νὰ αἰσθάνεσαι, νὰ χαίρεσαι καὶ νὰ λαχταρᾶς τὴν ἁπλότητα, τὴν ἁγνὴ ὀμορφιά, τὴν ἡμεράδα καὶ γλυκύτητα στὴν πλάση, τὴν καλοσύνη τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων μὲ τὰ πάθη τους, τὶς μικροκακίες τους. Ζῆς κι ἐσὺ τότε μιὰ ζωὴ φυσική, χειροπιαστὴ καὶ ἁπλοϊκή, αὐτὴ ποὺ ταιριάζει στὴν ἰδιοσυγκρασία τοῦ Ἕλληνα καὶ τῆς φύσης τῆς Ἑλλάδας.
Ἡ γιορταστικὴ ἐπικαιρότητα τοῦ Δωδεκαημέρου τῶν Χριστουγέννων διαχέεται στὰ διηγήματά του πανηγυρικά, θρησκευτικά, μὲ λυρικὴ ἔκσταση, μπροστὰ στὸ κάλλος τῆς φύσης καὶ ἐξοικείωση μὲ τοὺς ἁπλοϊκοὺς καὶ ἀνυποψίαστους συντοπίτες του, ποὺ τοὺς ἀναβιώνει καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ ἑορταστικὸ πλαίσιο.
Παραθέτουμε μερικὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα.
Στὸ διήγημα τοῦ «Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ» μὲ γλώσσα ἁπλὴ καὶ πυκνή, χωρὶς περίτεχνα φτιασιδώματα, ἀναφέρεται στὸ ἱστορικό της μεγάλης γιορτῆς τῶν Χριστουγέννων.
«Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τόβαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίσῃ. Ἕνα βοϊδάκι κι ἕνα γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτα τους στὸ παχνὶ κι ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος. Νά, τώρα θἄρθῃ τὸ βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴ Λουλούδω!
Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακρυὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρες τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κι ἔπεσαν κι ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ»! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κι ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο. Νά! τώρα θἄρθῃ τὸ βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴ Λουλούδω!
Ἔφτασαν κι οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλες τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι, κι ἐφοροῦσαν μακρυὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, κι ἕνα λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε καὶ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νυχτὸς τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλες τους, ἐμβῆκαν στὸ Σπήλαιο, κι ἔπεσαν κι ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκκια τους, κι ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν. Νά! τώρα θἄρθῃ τὸ βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴ Λουλούδω!» («Τὸ Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ», τ.Α´ σελ. 392)
Στὸ ἔργο του «Ὁ Ἀμερικάνος» ὁ κεντρικός του ἥρωας Ἰωάννης Μοθωνιὸς γυρίζει στὴν πατρίδα του, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ἀπουσίας, γιὰ νὰ παντρευτῇ τὴν ἀρραβωνιαστικιά του Μελαχροινὴ Κουμπουρτζῆ. Μῆνες καὶ χρόνια ἐκείνη μὲ τὴ μάνα της, τὴ θεία-Κυρατσώ, ἀπελπισμένες τὸν περίμεναν. Οὔτε γιορτές, οὔτε χαρὲς στὸ φτωχικό τους. Καὶ νά, μιὰ παραμονὴ Χριστουγέννων γυρίζει ὁ Ἀμερικάνος. Δὲν τὸν ἀναγνωρίζουν οἱ κάτοικοι. Αὐτὸς περιέρχεται τὰ στενὰ δρομάκια τοῦ χωριοῦ γιὰ ν᾿ ἀναγνωρίσῃ τὸ σπίτι τῆς ἀρραβωνιαστικιᾶς του. Ἀκούει παιδικὲς φωνές.
«Ἴσως ἤκουε τὰ διασταυρούμενα καὶ φεύγοντα κατὰ διαφόρους διευθύνσεις, ὡς λάλημα χειμερινῶν στρουθίων, ἄσματα τῶν παίδων τῆς γειτονίας, οἵτινες ἐπισκεπτόμενοι τὰς οἰκίας, ἔψαλλον τὰ Χριστούγεννα. Ἐδῶ μὲν ἠκούοντο οἱ στίχοι:
῾Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ χρόνου
ἐβγᾶτ᾿ ἀκοῦστε, μάθετε, τώρα Χριστὸς γεννιέται…᾿,
φωναὶ ἀθῶαι, ἄχροοι, χαρωπαί, φωναὶ παιδικῆς χαρᾶς καὶ εὐθυμίας.
Πῆγαν καὶ στὸ φτωχικό της γριᾶς Κυρατσοὺς τὰ παιδιά. Χτυπᾶνε τὴν πόρτα.
-Νὰ ῾ρθοῦμε νὰ τραγουδήσουμε, θειά;, ρωτᾶνε.
Βγαίνει στὴν πόρτα μὲ μαύρη μαντήλα ἡ γριὰ Κυρατσὼ καὶ μὲ θλιμμένη φωνὴ τοὺς λέει:
-Ὄχι, παιδάκια μ᾿ , τί νὰ τραγ᾿δῆστε ἀπὸ μᾶς; Ἔχουμε καὶ μεῖς κανένα; Καλὴ χρονίτσα νἄχετε καὶ σύρτε ἀλλοῦ νὰ τραγ᾿δῆστε. Τοὺς ἔβαλε μίαν πενταρίτσαν εἰς τὴν χεῖρα καὶ κεῖνα ἔφυγαν εὐτυχισμένα».
Τὸ βράδυ ἔφτασε στὸ σπίτι τῆς ἀρραβωνιαστικιᾶς του ὁ Ἀμερικάνος καί:
«Ὅταν οἱ γείτονες τῆς θειὰ Κυρατσῶς τῆς Μιχάλαινας ἐξύπνησαν μετὰ τὰ μεσάνυκτα διὰ νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τῆς ὁποίας οἱ κώδωνες ἐκλάγγαζον θορυβωδῶς, πόσον ἐξεπλάγησαν ἰδόντες τὴν οἰκίαν της πτωχῆς χήρας, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐδέχοντο τὰ παιδία νὰ τραγουδήσουν τὰ Χριστούγεννα, ἀλλὰ τὰ ἀπέπεμπον μὲ τὰς φράσεις «δὲν ἔχουμε κανένα» καὶ «τί θὰ τραγουδῆστε ἀπὸ μᾶς;», κατάφωτον, μὲ ὅλα τὰ παραθυρόφυλλα ἀνοικτά, μὲ τὰς ὑέλους ἀπαστραπτούσας, μὲ τὴν θύραν συχνὰ ἀνοιγοκλειομένην, μὲ δυὸ φανάρια ἀνηρτημένα εἰς τὸν ἐξώστην, μὲ ἐλαφρῶς διερχομένας σκιάς, μὲ χαρμοσύνους φωνὰς καὶ θορύβους. Τί τρέχει; Τί συμβαίνει; Δὲν ἤργησαν νὰ πληροφορηθῶσιν. Ὅσοι δὲν τὸ ἔμαθον εἰς τὴν γειτονιάν, τὸ ἔμαθαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν.
Μετὰ τρεῖς ἡμέρας, τὴ Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννησιν, ἐτελοῦντο ἐν πάσῃ χαρᾷ καὶ σεμνότητι οἱ γάμοι τοῦ Ἰωάννου Εὐσταθίου Μοθωνιοῦ μετὰ τῆς Μελαχροινῆς Μιχαὴλ Κουμπουρτζῆ.
Ἡ θειὰ-Κυρατσώ, μετὰ τόσα ἔτη, ἐφόρεσεν ἐπ᾿ ὀλίγας στιγμᾶς τὴν χρωματιστὴν «πολίτικην» μανδήλαν, διὰ ν᾿ ἀσπασθῇ τὰ στέφανα. Καὶ τὴν παραμονὴν τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τὸ ἑσπέρας, ἱσταμένη εἰς τὸν ἐξώστην, ἠκούσθη φωνοῦσα πρὸς τοὺς διερχομένους ὁμίλους τῶν παίδων:
-Ἐλᾶτε, παιδιά, νὰ τραγ᾿δῆστε…..» («Ὁ Ἀμερικάνος», τόμ. Γ´ σσ. 257-258).
Τὰ ἑπόμενα ἀποσπάσματα παρέχουν παραδείγματα ζωντανὰ πιστῶν στὴν ἀποστολὴ τῆς ἱερέων, ποὺ μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους πᾶνε σὲ ἀπόκρημνα μέρη μὲ ἄγριες καιρικὲς συνθῆκες, ὅπου βρίσκονται φτωχὰ ἐρημοκκλήσια, γιὰ νὰ λειτουργήσουν τὸ Δωδεκαήμερο καὶ νὰ νιώσουν καὶ οἱ ἀποκλεισμένοι ἐκεῖ ξωμάχοι τὴ χαρὰ τοῦ μεγάλου γεγονότος, τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ:
«Ἐπάνω στὸν βράχον τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἀπὸ παλαιοὺς λησμονημένους χρόνους, εὐρίσκετο κτισμένον τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδότρας… Σὰν ἦρθε ὁ Χριστὸς ν᾿ ἁγιάσῃ τὰ νερά, γιὰ νὰ βαφτιστῇ ἡ πλάση, μία Χριστιανὴ ἀρχόντισσα, ἡ Χατζηγιάνναινα, ποὺ εἶχαν σκαρώσει τὰ παιδιά της δυὸ καράβια, ἔταξε στὴν Παναγία. Κι ἔχτισε αὐτὸ τὸ παρεκκλήσι, γιὰ τὸ καλὸ κατευόδιο τῶν παιδῶν της… Ἂς δώσῃ ἡ Παναγία καὶ σήμερα νά ῾ναι κατευόδιο στοὺς ἄνδρες σας, στ᾿ ἀδέρφια σας καὶ στοὺς γονιούς σας…
Ὅλον τὸν χειμώνα παπὰς δὲν ἤρχετο νὰ λειτουργήσῃ. Ὁ βορρᾶς μαίνεται καὶ βρυχᾶται τὸ πέλαγος, τὸ ἁπλωμένον μαυρογάλανον καὶ βαθύ, τὸ κύμα λυσσᾶ καὶ ἀφρίζει ἐναντίον τοῦ βράχου. Κι ὁ βράχος ὑψώνει τὴν πλάτην του γίγας ἀκλόνητος, στοιχειὸ ριζωμένο βαθιὰ στὴν γῆ, καὶ τὸ ἐρημοκκλήσι λευκὸν καὶ γλαρόν, ὡς φωλιὰ θαλασσαετοῦ, στεφανώνει τὴν κορυφήν του.
Ὅλον τὸν χρόνον παπὰς δὲν ἐφαίνετο καὶ καλόγηρος δὲν ἤρχετο νὰ δοξολογήσῃ. Μόνον τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων κατέβαινεν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βραχώδους βουνοῦ, ἀπὸ τὸ λευκὸν μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, μὲ φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιὰ καὶ κυματίζοντα βαθιὰ γένεια, ἕνας γέρων ἱερεύς, «ὡς νεοττὸς τῆς ἄνω καλιᾶς τῶν Ἀγγέλων», διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ παλαιὸν λησμονημένον ἐρημοκκλήσι. Ἐκεῖ ἤρχοντο τρεῖς-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, ἀλειτούργητοι, ἀλιβάνιστοι, ἤρχοντο μὲ τὶς φαμίλιες των, τὶς ἀνέβγαλτες καὶ ἄπραχτες, μὲ τὰ βοσκόπουλά των, τ᾿ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα, ποὺ δὲν ἤξευραν νὰ κάνουν τὸ σταυρό τους, διὰ νὰ ἁγιασθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ καὶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας ὁ γηραιὸς παπὰς μὲ τοὺς πτερουγίζοντας βοστρύχους εἰς τὸ φύσημα τοῦ βορρᾶ, καὶ τὴν βαθείαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εἰς τὸν μέγαν ἁπλωτὸν αἰγιαλόν, ἀνάμεσα εἰς ἀγρίους θαλασοπλήκτους βράχους, διὰ νὰ φωτίσῃ κι ἁγιάσῃ τ᾿ ἀφώτιστα κύματα….» «Τὸ ἀγνάντεμα» τόμ. Α´ σ.362)
«Τῷ ὄντι ἡ γραία, ἀντὶ νὰ μείνῃ εἰς τὸ χωρίον νὰ κάμῃ Χριστούγεννα, μαθοῦσα ὅτι ὁ παπα-Κωνσταντὴς ὁ Μπρικόλας ἔμελλε ν᾿ ἀνέλθῃ τὸ πρωΐ, κατὰ πρόσκλησιν ποιμένων καὶ γεωργῶν τινῶν, εἰς τὸ βουνὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ ἐξωκκλήσιον τοῦ Προφήτου Ἠλία, ἐπροτίμησε νὰ ὑπάγῃ εἰς Κεχρεᾶς τὸ ρέμα, νὰ πειθαναγκάσῃ τὴν κόρην της καὶ τὰ ἐγγονάκια της νὰ σηκωθῶσι τὸ πρωῒ ν᾿ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον, τὸ ὁποῖον εὐρίσκετο εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου, ἐπὶ ὀροπεδίου γείτονος τῆς κορυφῆς τοῦ βουνοῦ, μίαν ὥραν ἀπὸ τὸ χωρίον καὶ μίαν ὥραν ἀπὸ Κεχρεάν, διὰ νὰ λειτουργηθοῦν καὶ μεταλάβουν, διὰ νὰ τοὺς ἀνθρωπέψῃ ὀλίγον, ἔλεγε, καθόσον ἔμενον ἐπὶ μήνας ἀλειτούργητοι κάτω εἰς τὸ βαθὺ ρέμα…» («Ἀλαφροΐσκιωτος» τόμ. Β´ σσ. 81-82).
Στὸ «Χριστὸ στὸ Κάστρο», ὁ παπα-Φραγκούλης δὲν μᾶς ἐκπλήσσει γιὰ τὶς θεολογικές του γνώσεις -ἂν εἶχε- ὅσο γιὰ τὴν ἀφοσίωσή του στὰ θρησκευτικά του καθήκοντα. Καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἁπλοϊκοὶ ἐνορίτες του ἄφησαν παραδείγματα πιστῆς τήρησης τῆς παράδοσης συνδυασμένης μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ συνάνθρωπο.
«Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾿ στὸ Κάστρο στὴν πέρα πάντα στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο, τ᾿ ἀκούσατε;». Αὐτὰ εἶπε φωναχτὰ τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων ὁ παπα-Φραγκούλης. Τὸν ἄκουσαν ἡ παπαδιὰ καὶ οἱ γειτόνοι καὶ ὅλοι ἔπεσαν σὲ ἀγωνία. «Τί βοήθεια νὰ τοὺς κάμουμε; εἶπε ὁ Πανάγος, ὁ μαραγκός. Ἀπ᾿ τὴ στεριὰ ὁ τόπος δὲν πατιέται. Ἔρριξε, ἔρριξε χιόνι, κι ἀκόμα ρίχνει. Χρόνια εἶχε νὰ κάμη τέτοια βαρυχειμωνιά…»
«Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήσῃ τὸ Χριστό, στὸ Κάστρο, ἐπανέλαβε ὁ ἱερεύς, θὰ εἶχε διπλὸ μισθό, ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. Πέρσι ποὺ ἦταν ἐλαφρότερος ὁ χειμώνας δὲν πήγαμε… φέτος ποὺ εἶναι βαρύς…»
Καὶ στὶς φοβίες καὶ ἀντιρρήσεις τοῦ Πανάγου πρόσθεσε:
«Πανάγο, ἡ βαρυχειμωνιὰ γίνεται γιὰ καλὸ καὶ γιὰ τὴν εὐφορία τῆς γῆς καὶ γιὰ τὴν ὑγεία ἀκόμα. Ἀνάγκη δὲν ἔχει ὁ Χριστὸς νὰ πᾶνε νὰ τοῦ λειτουργήσουνε. Μὰ ὅπου εἶναι μερικὴ προαίρεσις καλή, κι ἔχει κανεὶς καὶ χρέος νὰ πληρώση, ἂς εἶναι καὶ τόλμη ἀκόμα, κι ὅπου πρόκειται νὰ βοηθήση κανεὶς ἀνθρώπους, καθὼς ἐδῶ, ἐκεῖ ὁ Θεὸς ἔρχεται βοηθὸς καὶ ἐναντίον τοῦ καιροῦ καὶ μὲ χίλια ἐμπόδια… Ἐκεῖ ὁ Θεὸς συντρέχει καὶ μὲ εὐκολίας πολλὰς καὶ μὲ θαῦμα ἀκόμα…»
Δὲν ἄργησαν ὅλοι νὰ συμφωνήσουν μὲ τὴ γνώμη τοῦ παπα-Φραγκούλη. Ἦταν συνολικὰ δεκαπέντε. «Εὐτυχῶς δὲν ἐχιόνιζεν, ἀλλ᾿ ὁ ἄνεμος ἦτο παγερός». Ἐπιβιβάστηκαν σὲ βάρκα καὶ μὲ κόπο πολὺ ἔφτασαν κάτω ἀπὸ τὸ Κάστρο. Ἄφησαν τὴν ἀκρογιαλιὰ κι ἀνέβηκαν στὸ Κάστρο. Ἐκεῖ συνάντησαν τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς καὶ τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη.
«Ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσεν τὴν ψυχήν των, ὥστε, ἂν καὶ ἤσαν κατάκοποι, καὶ ἐνύσταζον τινὲς αὐτῶν, ἠσθάνθησαν τόσον τὴν χαράν του νὰ ζῶσι καὶ νὰ ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσις».
Ὁ παπα-Φραγκούλης βγῆκε στὴν πύλη κι ἔψαλλε τὸ «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός. Ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ» καὶ ὕστερα τὸ «Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἀπαύστως ἐκεῖ… Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες τῷ σήμερον τεχθέντι».
Ξαφνικὰ ἀκούστηκαν φωνὲς ἔξω ἀπ᾿ τὸ ναό. Μερικοὶ πετάχτηκαν. Οἱ κραυγὲς ἔρχονταν ἀπὸ μία βραχώδη ἀκτή. Ἕνα πλοῖο εἶχε προσαράξει στὰ βράχια καὶ οἱ ἐπιβαίνοντες βγῆκαν σῶοι. Ἔχασαν τὸν προσανατολισμό τους καὶ δὲν ἤξεραν πρὸς τὰ ποῦ νὰ προχωρήσουν. Ἡ σελήνη εἶχε δύσει. Κραυγὲς ἀγωνίας καὶ ταραχῆς ἀκούονταν «ὅμοιαι μὲ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐκχύνουσι κινδυνεύοντες ἄνθρωποι ἢ ναυαγοὶ σαστισμένοι».
Διέκριναν ὅμως τὰ φῶτα στὸ ναΐσκο καὶ κατευθύνθηκαν πρὸς τὰ ἐκεῖ. Μπῆκαν ὅλοι μέσα νὰ παρακολουθήσουν τὴ λειτουργία ποὺ ἔφτανε στὸ τέλος της…
«Ἔφεξεν ὁ Θεὸς τὴν χαρμόσυνον ἡμέραν, καὶ οἱ αἰπόλοι ἐφιλοτημήθησαν νὰ σφάξωσι καὶ ψήσωσι δύο τρυφερὰ ἐρίφια, ἐνῶ οἱ ὑλοτόμοι εἶχαν φέρει ἀπὸ τὸ βουνὸν πολλὰς δωδεκάδας κοσσύφια ἁλατισμένα καὶ ὁ καπετὰν-Κωνσταντὴς ἀνεβίβασεν ἀπὸ τὸ γολεττί, τὸ ὁποῖον οὐδένα κίνδυνον διέτρεχεν, ὅπως ἦτο καθισμένον, ἂν δὲν ἔπνεε νότος ἀπὸ τῆς ξηρᾶς νὰ τὸ ἀπωθήσῃ πρὸς τὸ πέλαγος, ἀνεβίβασε δύο ἀσκοὺς γενναίου οἴνου καὶ ἓν καλάθιον μὲ αὐγὰ καὶ κασκαβάλι τῆς Αἴνου καὶ ἡμίσειαν δωδεκάδα ὄρνιθας καὶ μικρὸν βυτίον μὲ σκομβρία. Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ηὐφράνθησαν, ἑορτάσαντες τὰ Χριστούγεννα μετὰ σπανίας μεγαλοπρεπείας ἐπὶ τοῦ ἐρήμου ἐκείνου βράχου. Τὴν νύκτα ἐκοιμήθησαν ἐν μέσῳ ἀφθόνων πυρῶν, μὲ ἀρκετὰ δὲ σκεπάσματα καὶ καπότας, ὅσα καὶ οἱ ἐκ τῆς πολίχνης πανηγυρισταὶ εἶχαν φέρει μεθ᾿ ἑαυτῶν, καὶ οἱ αἰγοβοσκοὶ εἶχαν εἰς τὸ Κάστρον, καὶ ὁ ἐκ Λήμνου φιλότιμος καραβοκύρης ἐκόμισεν ἀπὸ τὸ πλοῖον του.
Τὴν ἐπαύριον ὁ ἄνεμος ἐκόπασε, τὸ ψύχος ἡλαττώθη πολὺ κι ἐπωφελούμενοι τὴν ἀνακωχὴν τοῦ χειμῶνος ἀπεφάσισαν ν᾿ ἀπέλθωσιν». («Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» τόμ.Γ´ σσ. 279-280).
Μεταφέρθηκα νοερὰ στοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους. Φαντάσθηκα τὴν ἀνεκλάλητη χαρὰ καὶ γαλήνη ποὺ βίωσαν ἐκεῖνα τὰ Χριστούγεννα. Γιόρτασαν τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, σὲ συνδυασμὸ μὲ πράξη φιλαλληλίας καὶ ἀνθρωπισμοῦ. Τότε εἶναι ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς διπλή, ὅταν συνοδεύεται μὲ τὸ δόσιμο καὶ ὄχι μὲ τὸ πάρσιμο. «Ὅταν εἶναι νὰ βοηθήσῃ κανεὶς ἀνθρώπους…», ποὺ εἶπε καὶ ὁ παπα-Φραγκούλης.