Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Οι λόγοι του Εσταυρωμένου

πρώην Σεβ. Μητροπολίτου Πατρών κ. Νικοδήμου,
Μηνύματα Μεγάλης Εβδομάδος,
Εκδ . Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1996, σελ. 228-239
Ο Β' ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ
«Καί ἔλεγε τῷ Ἰησοῦ· μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου. Καί εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς · Ἀμήν λέγω σοι· σήμερον μετ ' ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ »
( Λουκ . κγ' 42-43)
Το μίσος και ο φθόνος των εχθρών του Κυρίου είχε κορυφωθή τόσον, ώστε δεν επεζήτουν απλώς την θανάτωσίν Του. Ουδέ αυτός ο ατιμωτικός σταυρικός θάνατος τους ικανοποιεί. Ήθελαν και πέραν τούτου να Τον εξευτελίσουν. Και εφρόντισαν να συσταυρωθούν μετ ' Αυτού και δυό κακούργοι, εις εκ δεξιών και εις εξ ευωνύμων, εν τω μέσῳ δε των κακούργων ο Κύριος.
Περί των συσταυρωθέντων τούτων ληστών, γνωρίζομεν εκ του ιερού Ευαγγελίου, ότι ο ένας μεν εβλασφήμει τον Σωτήρα, λέγων «εἰ σύ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτόν καί ἡμᾶς », ενώ ο άλλος επέπληττε τον βλασφημούντα, λέγων «οὐ δέ φοβῇ σύ τόν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ; καί ἡμε ῖς μέν δικαίως ( πάσχομεν )· ἄξια γάρ ὧνἔ πραξαμεν ἀπολαμβάνομεν, οὖτος δέ οὐδέν ἄτοπον ἔπραξε». Προς δε τον Ἴησουν έλεγε «μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου». Και ήκουσε παρ' Αυτού το παρήγορον και βαρυσήμαντον εκείνο· «ἀμήν λέγω σοι· σήμερον μετ ' ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ».
Είναι λίαν ενδιαφέρον, αγαπητοί, να εμβαθύνωμεν σήμερον εις τους λόγους τούτους του ευγνώμονος ληστού και εις την απάντησιν του Σωτήρος προς αυτόν.
1. Είναι γνωστόν ότι πολλάκις ο πόνος, αι θλίψεις και αι δυστυχίαι φέρουν τον άνθρωπον εις συναίσθησιν των αμαρτιών του και τον οδηγούν πλησιέστερον προς τον Θεόν . Φαίνεται ότι ο ληστής ούτος, ευρισκόμενος εις την φυλακήν, ησθάνετο τύψεις συνειδήσεως δια τα κακουργήματά του, δια τα οποία είχε καταδικασθή υπό της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Τώρα δε που πρόκειται επί του Γολγοθά να υποστή την ποινήν της σταυρώσεως, βλέπει ίσως δια πρώτην φοράν τον Κύριον, περί του οποίου ασφαλώς πολλά θα είχεν ακούσει. Τον παρατηρεί μετά προσοχῆς και διακρίνει, κάτω από το αιματωμένον Του πρόσωπον, ότι διαλάμπει ουράνια δόξα. Θαυμάζει ασφαλῶς την πραότητα και την ηρεμίαν με την οποίαν δέχεται ο Κύριος τους εναντίον Του χλευασμούς και ονειδισμούς. Τον ακούει έπειτα να προσεύχεται υπέρ των θανάσιμων εχθρών Του, λέγων «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς · οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Όλα αυτά του προξενούν βαθυτάτην εντύπωσιν και τον ενισχύουν να πιστεύση τα όσα θαυμάσια και υπερανθρώπινα είχε ακούσει να λέγουν περί Αυτού. Κατ' αυτόν δεν τον τρόπον επηρεαζόμενος από την προσωπικότητα και το υπέροχον μεγαλείον του Κυρίου, αρχίζει να Τον βλέπη με σεβασμόν πολύν · και εντός ολίγου ο απλούς σεβασμός του αυξάνει και ολοκληρώνεται εις πίστιν προς Αυτόν, με όλας τας θαυμάσιας εκδηλώσεις μιας ζώσης πίστεως.
Και δεν λέγω περί της ευλαβούς ευαισθησίας του, η οποία δεν του επέτρεψε να ακούη αδιαμαρτυρήτως τας βλασφημίας του άλλου συσταυρωθέντος ληστού · ούτε περί του φόβου του Θεού, περί του οποίου του ωμίλησε («οὐ δέ φοβῇ σύ τόν Θεόν;») δια να τον βοηθήση να συνέλθη και εκείνος και να μη αποθάνη με τας βλασφήμους λέξεις εις το στόμα. Αλλ ' ούτε αναφέρομαι εις την βαθειάν του συναίσθησιν και την ειλικρίνειαν με την οποίαν ωμολόγει την ενοχήν του («ἡμεῖς μέν δικαίως, ἄξια γάρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν»).
Ομιλώ μόνον δι' όσα διεκήρυξε περί του Χριστού ο εκ δεξιών ούτος ληστής, λέγων ὅτι «οὗτος οὐ δέν ἄτοπον ἔπραξεν». Οποίαν ομολογίαν περί του Κυρίου αποτελούν τα λόγια αυτά! Οποίαν θαρραλέαν μαρτυρίαν περί αυτοῦ ! Ο ληστής ομολογεῖ μεγαλοφωνότερον την αθωότητα του Χριστού παρά ο Πιλάτος... («ἀθῶος εἰμι ἀπό τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου»), παρά ο Ιούδας... («ἥ μαρτον παραδοῦς αἷμα ἀθῶον »).
Ανεξερεύνητοι, αδελφοί, αι βουλαί του Θεού ημ ῶ ν . Ενώ κανείς άλλος δεν ομιλεί περί του Χριστού· ενώ οι απόστολοι Τον εγκατέλειψαν και διεσκορπίσθησαν · ενώ αι άγιαι και πισταί γυναίκες κλαίουν σιωπηλαί παρά τον σταυρόν · ενώ ο λαός και οι άρχοντες Τον εμπαίζουν και Τον ονειδίζουν ενώ όλος ο κόσμος απορρίπτει αυτόν, ένας τέως κακούργος ομολογε ῖ μετά παρρησίας την αθωότητα αυτού: «οὗτος -λέγει- οὐδέν ἄτοπον ἔπραξεν ». Πέτρε, ο ληστής επρολαβε την παρά σου επανάληψιν της προφητικής διακηρύξεως του Ησαΐου, ότι ο Χριστός «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐ δέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ». Κύριε, ο ληστής κατενόησε πρώτος ποία είναι η αρμόζουσα απάντησις εις το ερώτημά Σου «τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει μέ περί ἁμαρτίας ;» και διεκήρυξεν αυθορμήτως ότι Συ «οὐ δέν ἄτοπον ἔπραξες ». Η σημασία της διακηρύξεως αυτής είναι μεγίστη . Διακηρύσσεται το ηθικόν μεγαλείον και η απόλυτος αγιότης της προσωπικότητος του Κυρίου. Και είναι τόσον υπέροχον το ηθικόν κάλλος της όλης ζωής του Σωτήρος Χριστού, ώστε και οι πολέμιοι της θεότητός Του το ομολογούν... Εχθροί και φίλοι, οπαδοί και πολέμιοι αναγνωρίζουν ότι είναι ασύγκριτον το ύψος της αγιότητος του Χριστού. Δεν κατανοούν όμως πολλοί ότι αύτη ακριβώς η υπεράνθρωπος ηθική υπεροχή του Χριστού μαρτυρεί περιτράνως περί της θεότητός Του.
Αλλ' ο ληστής το κατανοεί σαφώς και προχωρεί ακόμη περισσότερον. Αφού μετενόησε και επίστευσε, ατενίζει τώρα με τους ημιθανείς οφθαλμούς του τον εσταυρωμένον Κύριον και Του απευθύνει λέξεις προσευχής. «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅ ταν ἔ λθης ἐ ν τῆ βασιλείᾳ σου». Τον ονομάζει Κύριον . Ομολογεί Αυτόν βασιλέα έχοντα βασιλείαν . Βασιλεία όμως του Χριστού ούτε εφαίνετο τότε ούτε ηκούετο . Τουναντίον, κρεμάμενος ο Κύριος επί του σταυρού, ενεφανιζε θέαμα απογοητευτικόν, φαινόμενον τελείας αδυναμίας και εγκαταλείψεως. Η βασιλεία Του ωνειδίσθη και εχλευάσθη ... ακάνθινος στέφανος... επιγραφή: ο βασιλεύς των Ιουδαίων. Αλλ' ο ληστής εν τούτοις καλεί αυτόν Κύριον και Βασιλέα: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅ ταν ἔ λθῃς ἐ ν τῇ βασιλείᾳ σου». Παρά το ξύλον του σταυρού εδιδάχθη περισσότερα παρ ' όσα οι Γραμματείς και οι Αρχιερείς έμαθον εκ της μελέτης της Γραφής. Εντός μιας ώρας προήχθη ούτος εν τη μετανοία και τη πίστει πολύ περισσότερον παρ ' όσον ο Ιούδας επί τρία έτη...
Ο Ιούδας από απόστολος έγινε δολοφόνος. Ο ληστής από δολοφόνος μεταβάλλεται εις απόστολον . Αναμφιβόλως και δια την πίστιν ταύτην του ληστού ισχύει ο λόγος του Κυρίου προς τον Πέτρον «μακάριος εἰ Σίμων βάρ Ἰωνᾶ, ὅτι σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀ πεκάλυψε σοί, ἄλλ' ὁ Πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ».
Μεγάλη ήτο η πίστις του Εκατοντάρχου εκείνου... («οὐδέ ἐν τῷ Ἰσραήλ τοσαύτην πίστιν εὗρον»). Μεγάλη και η πίστις της Χαναναίας ... (ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις...). Αλλ ' εκείνοι εγνώρισαν τον Χριστόν κατά την εποχήν των θαυματουργικών Του ενεργειών, ενώ ο ληστής Τον βλέπει επί Σταυρο ῦκρεμάμενον ... Όπως βραδύτερον έλεγεν ο Απόστολος Παύλος και όπως πάντοτε παρατηρείται, ο Εσταυρωμένος είναι «Ἰουδαίοις μέν σκάνδαλον, Ἕλλησι δέ μωρία, αὐτοῖς δέ τοῖς κλητοῖς ... Θεο ῦ δύναμις καί Θεοῦ σοφία». Εκ των πρώτων δε κλητών και εκλεκτών διακρίνεται ο επί του σταυρού ληστής και η ομολογία του και η πίστις του τόσον εις την απόλυτον αγιότητα του Κυρίου, όσον και εις την θεότητά Του.
2. Ο Κύριος ιδιαιτέρως συγκινείται από την ομολογίαν αυτήν του ληστού και άπαντα εις αυτήν. Ενώ εις πολλάς άλλας στιγμάς του θείου δράματος εμφανίζεται σιωπών σιωπά όταν ομιλούν κατ' Αυτού οι ψευδομάρτυρες· σιωπά όταν φιλοπαίγμων και ειρωνευόμενος ο Πιλάτος Τον έρωτα «Σύ εἰ ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων ;»· σιωπά όταν οι στρατιώται Τον εμπαίζουν και Τον χλευάζουν σιωπά όταν, ενώ αναβαίνει εις τον Γολγοθάν, πίπτη από το βάρος του Σταυρού· σιωπά όταν δέχεται τους μυκτηρισμούς και χλευασμούς των στρατιωτών σιωπά ακόμη όταν ο άλλος εκ των ληστών Τον βλασφημή και λέγη «εἰ σύ εἰ, ὁ Χριστός, σῶ σον σεαυτόν καί ἡμᾶς». Αλλ ' όταν ακούη του ληστού τούτου την ευγνώμονα και πιστήν ομολογίαν, τότε πλέον ομιλεί ο Κύριος. Δεν θέλει να αφήση αναπάντητον μιαν τοιαύτην ομολογίαν. Και του απευθύνει την παρήγορον διαβεβαίωσιν «Ἀμήν λέγω σοί, σήμερον μετ' ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσω . Σήμερον δεν με συνακολουθείς μόνον εις τον θάνατον, αλλά και εις την ζωήν θα με ακολουθήσης . Δεν με συντροφεύεις μόνον εις την ατίμωσιν, μόνον εις τον εξευτελισμόν, μόνον εις το πάθος, αλλά και εις τον ουρανόν και εις την δόξαν · σήμερον μετ ' εμού ἔ ση ἐν τῷ Παραδείσῳ».
Φωνή παρήγορος, φωνή ενθαρρυντική, φωνή η οποία τόσον επηρεάζει τον ευγνώμονα ληστήν, ώστε του ελαφρύνει τους πόνους. Ενώ δε οι πόνοι αυξάνουν, εκείνος αρχίζει να κατέχεται από τον πόθον της εκπληρώσεως της υποσχέσεως του Κυρίου, αρχίζει ασφαλῶς να νοσταλγή τον παράδεισον και να προσμένη την ώραν του θανάτου δια να γίνη πραγματικότης εκείνο που είπεν ο Κύριος «Ἀμήν λέγω σοί, σήμερον μετ' ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ ». Και όταν βλέπη τον ήλιον να σκοτίζεται, το σκότος να καταλαμβάνη την γην, την γην να σείεται· και όταν ακούη την φωνήν του Κυρίου να λέγη «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παραθήσομαι τό πνεῦμά μου»· και όταν κατόπιν έρχωνται οι στρατιώται, δια να κατεαγώσι δια των χειρών αυτών τα σκέλη των ληστών, εκείνος παρακολουθεί όλα αυτά, και αν εγνώριζε την φράσιν του Παύλου, θα επανελάμβανε : «ἐπιθυμίαν ἔχω εἰς τό ἀναλῦσαι καί σύν Χριστῷ εἶναι».· Ας κάνουν το ταχύτερον το έργον τους οι στρατιώται διότι το τέλος του έργου αυτού δεν θα είναι δι' εμέ θάνατος, αλλά θα είναι ζωή, θα είναι παράδεισος, διότι ο Χριστός με διεβεβαίωσεν «Ἀμήν λέγω σοί, σήμερον μετ ' ἔ μον ἐση ἐν τῷ Παραδείσω». Ιδού φωνή παρήγορος η οποία και αυτήν την σκληρότητα του θανάτου την ελαφρύνει, φωνή η οποία τον άνθρωπον τον εμπνέει, τον εμψυχώνει, τον εξευγενίζει, τον εξιδανικεύει. Ο ληστής παρά τον σταυρόν του Κυρίου έμαθε τόσα όσα ημείς οι χριστιανοί δυσκόλως μανθάνομεν, ή μάλλον όσα πολλοί εξ ημών αγνοούν η ατελώς γνωρίζουν. Οποία διαφορά προς τον άλλον ληστήν, τον βλασφημούντα μέχρι της τελευταίας στιγμής! Οποία διαφορά και υπεροχή ασύγκριτος! Οι δυό λησταί, οι πλαισιώνοντες τον Εσταυρωμένον Χριστόν, εμφανίζουν δυό καταστάσεις τελείως διαφορετικός! Αλλά έτσι είναι όσον ο άνθρωπος δεν έχει λάβει γνώσιν του Χριστού, μπορεί να έχη μιαν αδιάφορον στάσιν . Αλλ ' αφ' ης στιγμής Τον γνωρίσει, θα λάβη θέσιν η εκ δεξιών ή εξ ἀριστερών Αυτού, ή μετά του Χρίστου ή κατ' Αυτού. Και οι σταυροί οι ένθεν και ένθεν παρά τον Σταυρόν του Κυρίου στηθέντες εμφανίζουν, τρόπον τινά ως εν εικόνι, την όλην κοινωνίαν η οποία λαμβάνει θέσιν έναντι του Χριστού· και είτε αποδέχεται τον Σωτήρα, είτε πολεμεί και υβρίζει Αυτόν. Και πράγματι. Οι άνθρωποι λαμβάνουν οι μεν την θέσιν της πίστεως και της αποδοχής της εν Χριστώ σωτηρίας, οι δε την θέσιν της αρνήσεως και εχθρικής εν γένει στάσεως. Οι μεν ακολουθούν την στενήν και τεθλιμμένην οδόν την απάγουσαν εις την ζωήν, οι δε την πλατείαν πύλην και την ευρύχωρον οδόν την απάγουσαν εις την απώλειαν .
Αλλά, δόξα τω Θεῶ, αυτή η διάκρισις είναι δυνατόν να τακτοποιηθή, αύτη η απόστασις είναι δυνατόν να γεφυρωθή . Τώρα εφ ' όσον ζώμεν επί της γης δεν υφίσταται η αμετάβλητος εκείνη κατάστασις, περί της οποίας ελέχθη υπό του Κυρίου ότι «μεταξύ ἡμῶν καί ὑμῶν χάσμα μέγα ἔστηρικται ». Τώρα το παράδειγμα του ληστού πληροφορεί, ότι είναι δυνατόν, αν το θελήση ο άνθρωπος, να μεταφερθή από την κατάστασιν της κατάρας εις την ευλογίαν, από τον θάνατον εις την ζωήν, από την κόλασιν εις τον παράδεισον . Ιδού ένας ληστής κατώρθωσε να μεταφερθή από την εξαθλίωσιν εις την δόξαν και εις τον ουρανόν . Αλλά πως το κατώρθωσε; Μόνον δια του Χριστού. Ο Χριστός μόνον δύναται να εμπνέη δια του λόγου Του και να ενισχύη δια της χάριτός Του, ώστε οι αμαρτωλοί να γίνωνται άγιοι. Και χρησιμοποιεί προς τούτο όλας τας ευκαιρίας και όλα τα μέσα. Δεν παραλείπει μέχρι της τελευταίας στιγμής να δώση εις τον αμαρτωλόν άνθρωπον την ευκαιρίαν της μετανοίας και επιστροφής, όπως δεν παρέλειψεν από του Σταυρού να ελκύση τον συσταυρωθέντα και ετοιμοθάνατον ληστήν . Και εν τοιαύτ ῃ περιπτώσει, ποίος ηδύνατο να ισχυρισθή ότι δεν είναι και εις αυτόν προσιτή η χάρις και η σωτηρία; Το έλεος του Κυρίου παρακολουθεί τον άνθρωπον πάσας τας ημέρας του βίου αυτού και δια μέσου όλων των συνθηκών της ζωής, από των πλέον ευχάριστων μέχρι των πλέον οδυνηρών, όπως ο σταυρός του εις τον Παράδεισον ανυψωθέντος ληστού .

Και ημείς λοιπόν, αγαπητοί, οι διδαχθέντες από το παράδειγμα του ευγνώμονος ληστού τας υψηλάς αύτας αληθείας, ας θελήσωμεν να τον μιμηθώμεν εις την πίστιν, εις την μετάνοιαν και εις την σταθεράν χριστιανικήν θέσιν και ομολογίαν, δια να μετάσχωμεν και ημείς της τιμής και της σωτηρίας, της οποίας εκείνος ηξιώθη .
Ναι, Δέσποτα, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ος επί του ζωοποιού ξύλου κρεμάμενος τω ευγνώμονι ληστή την εις τον Παράδεισον οδοποιήσας είσοδον, ιλάσθητι και ημίν τοις αμαρτωλοίς και αναξίοις δούλοις Σου· και αξίωσον όπως συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν ταις του βίου ηδοναίς, ίνα και συζήσωμεν εν Σοι . Δος ίνα τον παλαιόν αποθέμενοι άνθρωπον, τον νέον ενδυσώμεθα και Σοι ζήσωμεν τω ημετέρ ῳ Δεσπότη, και ούτω τοις Σοις ακολουθούντες προστάγμασιν εις την αιώνιον ανάπαυσιν καταντήσωμεν ένθα πάντων ἐστι τῶν ευφραινομένων η κατοικία. Επιθυμούμεν και ημείς, Κύριε, ως ο ληστής, απάντησιν εις την προσευχήν μας ταύτην · και θέλομεν να ειπής εν καιρώ δι ' έκαστον εξ ημών· «Ἀμήν λέγω σοί, σήμερον μετ' ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου