Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Η Περιτομή του Χριστού, σημείο σωτηρίας Θεόδωρος Ρόκας, Θεολόγος – MΑ Ερμηνευτικής Θεολογίας

«Η Περιτομή του Ιησού Χριστού»
Το Συναξάρι της πρώτης Ιανουαρίου αναφέρει: «τῇ Α’ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἑορτάζομεν τὴν κατὰ σάρκα Περιτομὴν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ«. Ετυμολογικά ο όρος «περιτομή», που αναφέρει το ανωτέρω Συναξάρι, προέρχεται από το ρήμα «περιτέμνω» που σημαίνει: κόπτω ολόγυρα, αποκόπτω τα άκρα, αποχωρίζω. Η περιτομή ήταν μια ιουδαϊκή θρησκευτική τελετή που γινόταν την ογδόη ημέρα από τη γέννηση του αρσενικού βρέφους, κατά την οποία έκοβαν ένα μέρος του δέρματος του γεννητικού οργάνου και παράλληλα δινόταν στο βρέφος το όνομά του.

Για τους Ιουδαίους η περιτομή αποτελούσε εντολή που δόθηκε από τον ίδιο το Θεό προς τον Αβραάμ ως σημείο της διαθήκης που συνάφθηκε μεταξύ τους, όπως χαρακτηριστικά πληροφορεί το βιβλίο της Γενέσεως: «εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς ῾Αβραάμ· σὺ δὲ τὴν διαθήκην μου διατηρήσεις, σὺ καὶ τὸ σπέρμα σου μετὰ σὲ εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν. Καὶ αὕτη ἡ διαθήκη, ἣν διατηρήσεις, ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου μετὰ σὲ εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν· περιτμηθήσεται ὑμῶν πᾶν ἀρσενικόν, καὶ περιτμηθήσεσθε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας ὑμῶν, καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. Καὶ παιδίον ὀκτὼ ἡμερῶν περιτμηθήσεται ὑμῖν, πᾶν ἀρσενικὸν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν, ὁ οἰκογενὴς καὶ ὁ ἀργυρώνητος, ἀπὸ παντὸς υἱοῦ ἀλλοτρίου, ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σπέρματός σου. Περιτομῇ περιτμηθήσεται ὁ οἰκογενὴς τῆς οἰκίας σου καὶ ὁ ἀργυρώνητος, καὶ ἔσται ἡ διαθήκη μου ἐπὶ τῆς σαρκὸς ὑμῶν εἰς διαθήκην αἰώνιον. Καὶ ἀπερίτμητος ἄρσην, ὃς οὐ περιτμηθήσεται τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ τοῦ γένους αὐτῆς, ὅτι τὴν διαθήκην μου διεσκέδασε» (Γεν. 17,9-14).

Η χριστιανική ορθόδοξη διδασκαλία για το πρόσωπο του Χριστού Ανδρέας Θεοδώρου, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών († 2004)

[προηγούμενη δημοσίευση:http://www.pemptousia.gr/?p=86037 ]
Ο Χριστός είχε δύο φυσικά θελήματα και δύο ενέρ­γειες. Ήθελε και ενεργούσε ενιαία και ως άνθρωπος και ως Θεός. Το ανθρώπινό του θέλημα, αν και ελεύθερο, υποτασσόταν στο θείο του θέλημα, χωρίς να αντιπαλαίει και ν’ αντιπίπτει προς αυτό. Δεν είχε θέλημα γνωμικό. Δεν ήθελε ξεχωριστά ως άνθρωπος, πράγμα που προϋπο­θέτει την ύπαρξη ανθρώπινου προσώπου και άφηνε ανοι­κτή τη δυνατότητα να υποπέσει ο Κύριος στην αμαρτία. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ενέργειες του Χριστού. Ο Χρι­στός ενεργούσε ενιαία και τα θεία και τα ανθρώπινα, χω­ρίς η μία του ενέργεια να αντιφέρεται προς την άλλη.
xristologia2
Από τη σύνθεση του θεανδρικού προσώπου του Χρι­στού έχουμε τις εξής ακολουθίες:
  • Την αντίδοση των ιδιωμάτων των δύο φύσεων στο ένα πρόσωπο του Χριστού. Η μία φύση αντιδίδει τα ιδιώματά της στην άλλη. Τα ιδιώματα δεν αντιδίδονται απ’ ευθείας στις φύσεις, δηλαδή καθ’ εαυτές, γιατί κάτι τέτοιο θα τις συνέχεε και θα οδηγούσε στο Μονοφυσιτισμό, αλλά αυστηρώς στο ένα του θεανδρικό πρόσωπο. Έτσι δεν λέμε ότι η θεότητα έπαθε ή ότι η ανθρωπότητα ήταν στους ου­ρανούς πριν δημιουργηθεί ο κόσμος, αλλ’ ότι ο Χριστός, ως πρόσωπο ενιαίο και αδιαχώριστο, έπαθε ως Θεός (στη σάρκα του φυσικά: «σαρκί») και βρισκόταν ως άνθρωπος στους ουρανούς. Στην αντίδοση των ιδιωμάτων η θεία φύ­ση αντιδίδει κυρίως τα δικά της στην ανθρώπινη και όχι το αντίθετο. Η πτυχή αυτή του δόγματος είναι πολύ σημαντι­κή, γιατί αποτελεί τη λυδία λίθο αναγνωρίσεως και σταθμίσεως των χριστολογικών κακοδοξιών και αιρέσεων.

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Σεργίου τοῦ Ῥάντονεζ


Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς, 2006
Α. Ἐκ κοιλίας μητρὸς ἡγιασμένος.

Ὁ Ὅσιος καὶ Θεοφόρος Σέργιος γεννήθηκε τὸ 1314 στὴν πόλι Ῥοστώβ, απὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Κύριλλο καὶ τὴν Μαρία.

Ὁ Θεός, τὸν ξεχώρισε ἀπὸ βρέφος γιὰ τὴν ὑπηρεσία του. Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησί του, μία Κυριακή, ἡ μητέρα του βρισκόταν σὲ ἕναν ναό, καὶ παρακολουθοῦσε τὴν Θεία Λειτουργία. Ξαφνικά, καθὼς θὰ ἄρχιζε ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Εὐαγγελίου, το βρέφος φώναξε μέσα ἀπὸ τὰ μητρικὰ σπλάγχνα! Ἡ φωνή του ἀκούσθηκε ἀπὸ πολλούς. Τὴν ὥρα τοῦ Χερουβικοῦ τὸ βρέφος φώναξε πάλι. Καὶ ὅταν ὁ ἱερέας ἔφθασε στὴν ἐκφώνησι· πρόσχωμεν τὰ Ἅγια τοῖς Ἁγίοις, τὸ βρέφος φώναξε γιὰ τρίτη φορά. Ὅλοι τότε κατάλαβαν ὅτι θὰ γεννιόταν ἕνας μεγάλος Ἅγιος, ἕνας λύχνος τοῦ κόσμου καὶ ὑπηρέτης τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Τὸ βρέφος σκίρτησε στὰ μητρικὰ σπλάγχνα ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ὅπως ὁ Τίμιος Πρόδρομος σκίρτησε ἀπὸ χαρά, ἐνώπιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ὅταν γεννήθηκε, τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Βαρθολομαῖος. Ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες του φάνηκε αὐστηρὸς νηστευτής. Δὲν θήλαζε τὸ μητρικὸ γάλα τὶς Τετάρτες καὶ τὶς Παρασκευές, οὔτε τὶς ἡμέρες ποὺ ἡ μητέρα του ἔτρωγε κρέας. Μόλις τὸ πρόσεξε αὐτὸ ἡ μητέρα σταμάτησε τελείως τὸ κρέας.

Σὲ ἡλικία ἑπτὰ ἐτῶν ὁ Βαρθολομαῖος πῆγε στὸ σχολεῖο. Μαζί του πήγαιναν καὶ οἱ δύο ἀδελφοί του, ὁ μεγαλύτερος Στέφανος καὶ ὁ μικρότερος Πέτρος. Τί συνέβαινε ὅμως; Ἐνῶ αὐτοὶ προώδευαν στὰ μαθήματα, ὁ Βαρθολομαῖος καθυστεροῦσε καὶ δυσκολευόταν πολύ, παρ᾿ ὅλο ποὺ ὁ δάσκαλος φρόντιζε ἰδιαίτερα γιὰ αὐτόν, καὶ κατέβαλλε κάθε δυνατὴ προσπάθεια γιὰ νὰ τὸν βοηθήση.

Ἡ καθυστέρησις αὐτὴ ὀφειλόταν στὴν θεία πρόνοια, ποὺ ἀπέβλεπε νὰ λάβῃ τὸ παιδί, τὴν γνῶσι και τὴν σοφία σὰν θεῖο χάρισμα καὶ ὄχι σὰν ἀποτέλεσμα ἀνθρωπίνης προσπαθείας.

Ὁ μικρὸς Βαρθολομαῖος στεναχωριόταν συχνά, καὶ προσευχόταν μὲ δάκρυα γιὰ νὰ τοῦ δώσῃ ὁ Θεός, τὴν δυνατότητα τῆς μαθήσεως. Καὶ ὁ Κύριος δέχθηκε τὴν προσευχή, ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς παιδικῆς ψυχῆς.

Κάποια ἡμέρα ὁ πατέρας ἔστειλε τὸν Βαρθολομαῖο στὸ δάσος γιὰ νὰ φέρῃ τὰ ἄλογα. Συνηθισμένος στὴν ὑπακοή, ξεκίνησε ἀμέσως. Ἡ ἐργασία αὐτὴ τοῦ ἦταν πολὺ εὐχάριστη γιατὶ συνδυαζόταν μὲ τὴν μόνωσι καὶ τὴν σιωπή. Στὸν δρόμο του συνάντησε κάποιον μοναχό, ἢ μᾶλλον κάποιον Ἄγγελο μὲ μορφὴ μοναχοῦ. Στεκόταν ἀκίνητος μέσα στὸ δάσος καὶ προσευχόταν. Ὁ μικρὸς Βαρθολομαῖος τὸν πλησίασε, τοῦ ἔβαλε μετάνοια καὶ περίμενε νὰ τελειώσῃ τὴν προσευχή του. Ἐκεῖνος, μόλις τελείωσε, τὸν εὐλόγησε, τὸν ἀσπάσθηκε καὶ τὸν ρώτησε τί θέλει.

-Μὲ στέλνουν Πάτερ στὸ σχολεῖο νὰ μάθω γράμματα· ἀπάντησε ὁ Βαρθολομαῖος. Ὅμως δυσκολεύομαι πολύ, νὰ καταλάβω τὰ λόγια τοῦ δασκάλου μου. Λυπᾶμαι πολὺ γιὰ αὐτὸ καὶ δὲν ξέρω τί νὰ κάνω. Προσευχηθῆτε στὸν Κύριο γιὰ μένα.

Ὁ μοναχός, προσευχήθηκε, εὐλόγησε πάλι τὸ παιδί, καὶ τοῦ εἶπε:

-Ἀπὸ τώρα ὁ Θεός, θὰ σοῦ δώσῃ φωτισμό, νὰ τὰ μαθαίνεις ὅλα, ἔτσι ποὺ νὰ διδάσκῃς καὶ τοὺς ἄλλους.

Τοῦ ἔδωσε κατόπιν ἕνα μικρὸ κομμάτι πρόσφορο, λέγοντας:

ΑΔΙΑΦΘΟΡΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου



Ἡ Λαύρα  τῶν  Σπηλαίων  τοῦ  Κιέβου  εἶναι  ἡ  μητέρα  καί  τροφός  τοῦ  Ρωσικοῦ  Μοναχισμοῦ  καί  ἔχει  ἱστορία 1.000  ἐτῶν. Θεμελιωτής τοῦ Μοναχισμοῦ στή Ρωσία ἦταν ὁ Ρωσικῆς καταγωγῆς ὅσ. Ἀντώνιος ὁ Ἐσφιγμενίτης (+ 1073),  ὁ  ὁποῖος  ἵδρυσε  τήν  Λαύρα, καί διοργανωτής του - κατά τό Τυπικό τῆς Μονῆς Στουδίου ΚΠόλεως - ὁ ἐπίσης Ρῶσος ὅσ. Θεοδόσιος τοῦ Κιέβου (+ 1074).
ὅσ. Ἀντώνιος γεννήθηκε στό Τσερνίκωφ, κατά τήν ἡγεμονία τοῦ Μεγ. Βλαδιμήρου. Μετά τό Βάπτισμα τοῦ 988 ἦρθε στό Ἅγιο Ὄρος καί ἔγινε μοναχός στή Μονή Ἐσφιγμένου. Τό 1013 ἐπέστρεψε στή Ρωσία καί ἐγκαταστάθηκε σέ σπήλαιο, στήν περιοχή τοῦ Κιέβου, στό ὁποῖο προηγουμένως εἶχε ἀσκηθεῖ ὁ ἔπειτα Μητροπ. Ρωσίας Ἰλαρίων. Κατά τόν διωγμό τῶν Χριστιανῶν ἀπό τόν Μεγ. Ἡγεμόνα Σβιατοπόλκ, πῆγε καί πάλι στό Ἅγιο Ὄρος, ἀπ' ὅπου ἐπέστρεψε ὁριστικά μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἡγουμένου του κατά τήν ἡγεμονία τοῦ Γιαροσλάβου τοῦ Σοφοῦ, τό 1051, καί ἐπανεγκαταστάθηκε στό σπήλαιο.
Τό 1052 ἦρθε κοντά του ὁ πρῶτος μαθητής του ὅσ. Νίκων ὁ ἔπειτα Ἡγούμενος (+ 1088, 23η Μαρτίου), ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἵδρυσε μονή στό Τμουτορακάν. Κατά τήν α’ ἡγεμονία τοῦ Μεγ. Ἡγεμόνα Ἰζιασλάβου Α’ (1054 – 1073), μόνασαν κοντά του οἱ Βογιάροι ὅσ. Ἐφραίμ, ὁ ὁποῖος ἔφερε ἀπό τήν ΚΠολη ἐκκλησιαστικά συγγράμματα, (ἀργότερα Ἐπίσκοπος Περεγιασλάβλ, + 1098, 28η Ἰανουαρίου) καί ὅσ. Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος γιά τήν ἀρετή του ὁρίστηκε ἀπό τόν ὅσ. Ἀντώνιο Ἡγούμενος καί ἐπί τῶν ἡμερῶν του οἱ μοναχοί ἔφτασαν τούς 100 (+ 1065, 19η Νοεμβρίου),
Ὁ ὅσ. Ἀντώνιος κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1073, σέ ἡλικία περίπου 90 ἐτῶν. Ὑπῆρξε κυρίως ἀσκητής - σπηλαιώτης, γι' αὐτό - ἄν καί θεωρεῖται ἱδρυτής τῆς περιώνυμης Λαύρας τῶν Σπηλαίων - διοργωνωτής της θεωρεῖται ὁ ὅσ. Θεοδόσιος.
ὅσ. Θεοδόσιος γεννήθηκε τό 1029 στό Κούρσκ (ὅπου αἰῶνες ἀργότερα γεννήθηκε ὁ μεγάλος Ἅγιος τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας Ὅσιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ). Ἔζησε ἀσκούμενος στόν κόσμο καί τό 1052, σέ ἡλικία 23 ἐτῶν, παρά τίς ἀντιδράσεις τῆς ὑπερπροστατευτικῆς μητέρας του, ὑποτάχθηκε στόν Ὅσιο Ἀντώνιο, ἀσκητή στά Σπήλαια τοῦ Κιέβου. Κατά τόν E. V. Singel, "ὁ Θεοδόσιος εἶναι ὁ πιό δημοφιλής ἀνάμεσα στούς μοναχούς Ἁγίους τῆς Ρωσίας, μαζί μέ τόν ἅγ. Σέργιο τοῦ Ραντονέζ καί τόν ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ". Εἰσήγαγε στή Ρωσία τόν αὐστηρό κοινοβιακό κανονισμό τῆς Μονῆς τοῦ Στουδίου ΚΠόλεως. Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1074 καί τό Λείψανό του ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο τό 1091. Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε τό 1109.
Κατά τόν Ν. Zernov ὁ ὅσ. Θεοδόσιος "ἔδωσε μεγάλη σημασία καί βάρος στά κοινωνικά ἔργα τῶν μοναχῶν. Ἡ περίφημη Μονή του τῶν Σπηλαίων, ἔγινε ἕνα παράδειγμα ἀληθινῆς ἀδελφότητας καί πλουσιοπάροχης βοήθειας στούς δυστυχισμένους. Ὁ ἴδιος ἀνακατευόταν μέ δραστηριότητα στίς δημόσιες ὑποθέσεις καί ἡ μεσολάβησή του στίς διαφωνίες τῶν Ἡγεμόνων, ἔσωσε ἀρκετές φορές τήν Ρωσία ἀπό ἐμφύλιο πόλεμο. Ἡ παράδοση πού θεμελίωσε συνεχίσθηκε ἀπό ἄλλους Ρώσους μοναχούς. Ἦταν πάντα πρόθυμοι νά βοηθήσουν τούς λαϊκούς, ὄχι μόνο στά πνευματικά τους προβλήματα, ἀλλά καί στά ὑλικά τους ἐνδιαφέροντα, ἐπειδή πίστευαν ὅτι ὁλόκληρη ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νά φωτισθῆ ἀπό τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου" (N. Zernov, "Οἱ Ρῶσοι καί ἡ Ἐκκλησία τους", 1972, σελ. 13).
Τόν ὅσ. Θεοδόσιο διαδέχτηκε ὁ ὅσ. Νίκων (+ 1088, 23η Μαρτίου) καί αὐτόν ὁ ὅσ. Στέφανος (+ 1094, 27η Ἀπριλίου) Ὁ Ἡγούμενος τῆς Λαύρας ὅσ. Πολύκαρπος (+ 1182, 24η Ἰουλίου), ἦταν ὁ πρῶτος Ρῶσος κληρικός πού πῆρε τόν τίτλο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη.
Τό ἔτος 1073, κατά τήν ἀρχιερατεία τοῦ Μητροπ. Ρωσίας Γεωργίου Α’, ἄρχισε ἡ ἀνέγερση τοῦ Καθολικοῦ τῆς Λαύρας, τιμώμενου στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, μέ σχέδια τεσσάρων Ἑλλήνων ἀρχιτεκτόνων ἀπό τήν ΚΠολη. Ὁ ὅσ. Ἀντώνιος εὐτύχησε νά εὐλογήσει τήν θεμελίωση, ἀλλά κοιμήθηκε τό ἑπόμενο ἔτος 1074 καί τό ἔργο συνέχισε ὁ ὅσ. Θεοδόσιος. Τό Καθολικό ἐγκαινιάστηκε τό 1089, ἐπί ἀρχιερατείας τοῦ Μητροπ. Ρωσίας Ἰωάννη Β’ (1077 – 1089) ἤ τοῦ ἅγ. Ἰωάννη Γ’ (1089).
Τό 1096 μέρος τῆς Λαύρας καταστράφηκε ἀπό ἐπιδρομεῖς Πολόβτσους καί ἡ ἀποκατάστασή του κράτησε πενήντα περίπου χρόνια. Ἡ Λαύρα καταστράφηκε ἐπίσης τό 1240 κατά τήν εἰσβολή τῶν Τατάρων καί τό 1300, τό 1399 καί τό 1484 ἀπό τούς ἴδιους κατακτητές. Κατά-στράφηκε ἀκόμη τό 1718 ἀπό πυρκαγιά, κατά τήν βασιλεία τοῦ Μεγ. Πέτρου (1682 – 1725), ἐνῶ τό 1941 τό περίφημο Καθολικό ἀνατινάχθηκε ἀπό τούς Γερμανούς εἰσβολεῖς.
Τόν 16ο αἰ. ἔγινε Σταυροπήγιο τοῦ Πατριαρχείου ΚΠόλεως καί τό 1721 ἐπανῆλθε στή δικαιοδοσία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καί ἔγινε Συνοδικό Σταυροπήγιο. Ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰ. λειτούργησε ἐκεῖ ἐκκλησιαστικό τυπογραφεῖο, τό ὁποῖο παρουσίασε σημαντική παραγωγή κατά τήν ἡγουμενία τοῦ ἔπειτα Μητροπ. Κιέβου ἁγ. Πέτρου (Μογίλα, + 1646, 31η Δεκεμβρίου).

ΠΡΩΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ


Αιώνιε Κύριε, Δημιουργέ των απάντων ο καλέσας με εις την ζωήν ταύτην τη ανεξερευνήτω Σου αγαθότητις δους μοι την Χάριν του Βαπτίσματος και την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος ο κοσμήσας με τη επιθυμία του αναζητείν Σε, τον μόνον αληθινόν Θεόν, επάκουσον της δεήσεώς μου.
Ο Θεός μου, ουκ έχω ζωήν, φως, χαράν, σοφίαν, δύναμιν άνευ Σου.
Αλλά Συ είπας τοις μαθηταίς Σου: «Πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε».
Όθεν τολμώ επικαλείσθαι Σε, καθάρισόν με από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος.
Δίδαξον με πως δει προσεύχεσθαι.
Ευλόγησον την ημέραν ταύτην ήν εχάρισάς μοι, τω αναξίω δούλω Σου.
Ικάνωσόν με τη δυνάμει της Χάριτός Σου αδιαλείπτως ομιλείν και εργάζεσθαι προς την Σην δόξαν εν πνεύματι καθαρότητος, ταπεινώσεως, υπομονής, αγάπης, ευγενείας, ειρήνης, ανδρείας και σοφίας, επιγινώσκειν αεί την απανταχού παρουσίαν Σου.
Κύριε ο Θεός, δείξόν μοι την οδόν του θελήματός Σου εν τη απείρω Σου αγαθότητι και αξίωσόν με πορεύεσθαι ενώπιόν Σου χωρίς αμαρτίας.
Καρδιογνώστα Κύριε, Συ επιγινώσκεις πάσαν μου ένδειαν, Συ γινώσκεις την τυφλότητα και την άγνοιάν μου, Συ γινώσκεις την αστάθειαν και την διαφθοράν της ψυχής μου.
Αλλ’ ουδ’ ο πόνος ουδ’ η αγωνία η εμή κεκρυμμένα Σοι τυγχάνει. Επάκουσον της δεήσεώς μου και δίδαξόν με τω Πνεύματί Σου τω Αγίω, οδόν εν ή πορεύσομαι.
Μη εγκαταλείψης με, ότι η διεφθαρμένη μου θέλησις οδηγήση με προς άλλας οδούς, αλλά βιαίως επανάγαγέ με προς Σε.
Δος μοι, τη δυνάμει της Σης αγάπης, στερεωθήναι με εις το αγαθόν.
Φύλαξον με από παντός λόγου ή έργου ψυχοφθόρου, από πάσης εσωτερικής και εξωτερικής κινήσεως μη ευαρέστου ενώπιόν Σου και επιβλαβούς δια τον αδελφόν μου.
Δίδαξόν με πώς δει και τι με δει λαλείν.
Εάν το Σον θέλημα εστι του μη αποκριθήναι με δος μοι πνεύμα ειρηναίας σιωπής, αλύπου και ακινδύνου δια τον αδελφόν μου.
Νομοθέτησόν με εν τη τρίβω των εντολών Σου και έως εσχάτης μου αναπνοής μη επιτρέψης παρεκκλίναι με από του Φωτός των προσταγμάτων Σου, έως ότου καταστώσιν ο μοναδικός νόμος πάσης υπάρξεώς μου, προσκαίρου τε και αιωνίου.
Δέομαί Σου ο Θεός ελέησόν με.
Λύτρωσαί με από της θλίψεως και αθλιότητός μου και μη αποκρύψης απ’ εμού την οδόν της σωτηρίας.
Εν τη αφροσύνη μου, ο Θεός, περί πολλών και μεγάλων δέομαί Σου, γινώσκων αεί την εμήν κακότητα, την αδυναμίαν και φαυλότητα κράζω Σοι, ελέησόν με.
Μη απορρίψης με από του Προσώπου Σου ένεκεν της αλαζονείας μου.
Δος και αύξησον εν εμοί τω αχρείω την δύναμιν του αγαπάν Σε, κατά τας εντολάς Σου, εξ όλης της καρδίας μου, εξ όλης της ψυχής μου, εξ όλης της διανοίας μου, εξ όλης της ισχύος μου, και δι’ όλου του είναι μου.

Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ – Σταχυολογήματα


Ιερά Μονή Παρακλήτου
Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, Ιερά Μονή ΠαρακλήτουΤρεῖς εἶναι οἱ ἁγιότερες μορφές τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ Βορρᾶ, ὁ ὅσιος Θεοδόσιος τοῦ Κιέβου, ὁ ὅσιος Σέργιος τοῦ Ραντονέζ καὶ ὁ ὅσιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ.
Ὁ ὅσιος Σεραφείμ, νεότερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἔζησε τὸν 18ο καὶ 19ο αἰώνα. Γεννήθηκε στὶς 19 Ἰουλίου τοῦ 1759 στὴν πόλη Κούρσκ καὶ ἔμεινε ἐκεῖ ὡς τὸ δεκαεννέα του χρόνια. Στὴν ἡλικία αὐτὴ πῆρε τὴ γενναία ἀπόφαση νὰ ἀφοσιωθεῖ ὁλόψυχα στὸ Θεό καὶ ὁδήγησε τὰ βήματά του στὸ Μοναστήρι τοῦ Σάρωφ.
Στὴ μοναχική του κουρὰ ὀνομάσθηκε Σεραφείμ — προηγουμένως εἶχε τὸ ὄνομα Πρόχορος. Δύο μῆνες ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος καὶ ὕστερα ἀπ' ἑπτὰ χρόνια, σὲ ἡλικία 34 ἐτῶν, πρεσβύτερος. Ὅταν λειτουργοῦσε, πετοῦσε στὰ οὐράνια. Πολλές φορές ἀξιωνόταν νὰ βλέπει θαυμαστὰ ὁράματα καὶ ν' ἀκούει ἀγγελικές μελωδίες.
Διψώντας νὰ πλησιάσει περισσότερο τὸν Θεό, θέλησε ν' ἀποσυρθεῖ σὲ μιὰν ἐρημικὴ περιοχή. Πῆρε ἀπὸ τὴ μονὴ τὴν ἄδεια καὶ γιὰ δεκαπέντε χρόνια ἀφοσιώθηκε στὴ σιωπή, στὴν ἄσκηση, στὴν ἔντονη προσευχή. Βαθιὰ μέσα στὸ δάσος ἀγωνιζόταν ν' ἀνεβαίνει μέρα μὲ τὴ μέρα τὴν κλίμακα ποὺ ὁδηγεῖ στὸν οὐρανό. Τότε, ἀνεβασμένος σὲ μιὰ μεγάλη πέτρα, ἔκανε καὶ τὴν ἐκπληκτικὴ ἄσκηση τῶν χιλίων ἡμερονυκτίων προσευχῆς.
Μαζὶ μὲ τὴν προσευχὴ διάβαζε ἀκατάπαυστα τὴν Ἁγία Γραφή. «Πρέπει νὰ τρέφεις, ἔλεγε, τὴν ψυχὴ μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ «ἄρτος τῶν ἀγγέλων». Μ' αὐτὸν πρέπει νὰ τρέφονται οἱ ψυχὲς ποὺ ἀγαποῦν τὸν Κύριο». Ἔνιωθε βαθύτατη εὐλάβεια γιὰ τὴ Θεοτόκο. Στὸ πρόσωπό Της ἔβρισκε ἀνέκφραστη πνευματικὴ ἀγαλλίαση. Ἔλεγε συχνά: «ἡ Παναγία εἶναι ἡ χαρά, ἡ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες τὶς χαρές».

Φώτης Κόντογλου - Ὁ Πολυαγαπημένος Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ (ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)



Κάποιος καλὸς φίλος μου μοῦ χάρισε ἕνα μικρὸ εἰκονισματάκι σὲ σμάλτο ῥούσικο, ἕνα ἐγκόλπιο, ποὺ παριστάνει τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Ἀπὸ τὸ πίσω μέρος εἶναι καπλαντισμένο μὲ βελοῦδο, καὶ φαίνεται πὼς τὸ φοροῦσε κατάσαρκα στὸ λαιμό του κανένας ἅγιος ἄνθρωπος τῆς τσαρικῆς Ῥωσίας.

Μὲ πολλὴ συγκίνηση δέχθηκα αὐτὸ τὸ δῶρο, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι πολὺ ἀγαπητὸς σὲ μένα, ὅπως εἶναι συμπαθέστατος καὶ σὲ ὅσους τὸν ξέρουνε. Κρέμασα λοιπὸν αὐτὸ τὸ εἰκονισματάκι στὸ εἰκονοστάσι μας, ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ἁγίους, ποὺ τοὺς παρακαλοῦμε στὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς μας, καὶ ποὺ ἀνάμεσά τους ξεχωρίζουνε ὁ ἅγιος Νικόλαος κι᾿ ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Πρόδρομος, κ᾿ οἱ νέοι ἢ νεοφανεῖς ἅγιοι, ὅπως οἱ ἅγιοι μάρτυρες Ῥαφαὴλ καὶ Νικόλαος, ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χιοπολίτης, ὁ ἅγιος Γεώργιος Ἰωαννίνων, ὁ ἅγιος Δαυῒδ ὁ Γέρων, ὁ ἅγιος Νεκτάριος κ.ἄ.

Τὸ σμαλτένιο εἰκονισματάκι ποὺ εἶπα, παριστάνει τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ ποὺ περπατᾶ μέσα στὸ δάσος, ἕνα γεροντάκι σκυφτό, ἀκουμπισμένο στὸ ραβδί του μὲ τὸ δεξὶ χέρι καὶ στ᾿ ἀριστερὸ βαστᾶ ἕνα κομποσκοίνι. Τὸ πρόσωπό του λαμποκοπᾶ ἀπὸ τὴν καλοσύνη, καὶ τὸ ῥασοφορεμένο σῶμα του μὲ τὰ χοντροπάπουτσά του ἔχει μία σεβάσμια κι᾿ ἀξιαγάπητη κίνηση, γεμάτο ἁγιοσύνη καὶ πραότητα.

Αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους, γιατὶ γεννήθηκε στὸ Κοὺρκ κατὰ τὰ 1759 καὶ κοιμήθηκε στὰ 1833, δηλαδὴ ἔζησε στὸν ἴδιον καιρὸ μὲ τὸ δικό μας ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Τὸ κοσμικὸ ὄνομά του ἤτανε Προχόρ, δηλαδὴ Πρόχορος, κ᾿ ἤτανε τὸ τρίτο παιδὶ τῆς οἰκογένειάς του. Τὰ μεγαλύτερά του ἤτανε ἕνας ἀδελφὸς καὶ μία ἀδελφή. Ὁ πατέρας του ἤτανε πρακτικὸς κάλφας ποὺ ἔχτιζε ἐκκλησιές. Λίγο πρὶν νὰ γεννηθῆ ὁ Προχόρ, ἔπιασε νὰ χτίζη μία μεγάλη ἐκκλησία, μὰ δὲν πρόφταξε νὰ τὴν τελειώση, γιατὶ πέθανε. Ἀλλὰ ἡ γυναίκα του ἤτανε ἄξια κ᾿ εἶχε μάθει κοντά του κάμποσα ἀπὸ τὴν τέχνη του, κι᾿ ἅμα ἀπόμεινε χήρα, ἀνάλαβε ἐκείνη ν᾿ ἀποτελειώση τὴν ἐκκλησιά. Πολλὲς φορὲς ἔπαιρνε μαζί της καὶ τὸ μικρὸ Προχόρ, ποὺ ἔδειχνε μεγάλη ἀγάπη στὴν τέχνη τῶν γονιῶν του.