Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

838_Ἡ Πεντηκοστή καί ἡ Παγκοσμιοποίησις - π.ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ (Τῆς Π...


π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Η άρνηση της Πεντηκοστής λέγεται παγκοσμιοποίησις.



counter 

«Κλείστε τ’ αυτιά σας και σφίξατε την Ορθόδοξη Πίστη μέσα στην καρδιά σας. Έχομε εισέλθει εις τον χώρον των εσχάτων ημερών.» 
*** 
Μακαριστός Γέροντας π. Αθανάσιος Μυτιληναίος (1927 – 2006) 


Το Πνεύμα το Άγιον αγαπητοί μου ήδη είχε ανακληθεί από την γην. Το είπε σαφώς ο Πατήρ: 


ου μὴ καταμείνή τό πνεύμα μου ἐν τοῖς ανθρώποις τούτοις εἰς τόν αἰῶνα, δια τό είναι αυτούς σάρκας· 


Οι άνθρωποι είχαν εξοκείλει, παρότι ο Θεός είχε πει να μην μιγούν [σ.σ. μίγω: μεσαιονικό του μείγνυμι – λεξικό Δημητράκου] οι δύο κλάδοι του Αδάμ. Ο ένας ήτανε του Κάιν και ο άλλος του Σηθ. Εμίγησαν όμως κινούμενοι από κίνητρα υλιστικά. Είδαν λέγει οι υιοί, οι απόγονοι, του Σηθ ότι οι θυγατέρες των απογόνων του Κάιν ήτανε πολύ ωραίες και εμίγησαν. Και εχάλασαν, και έφτασαν σε ένα σημείο που προκαλείται πλέον η απόφασις του Θεού για να έλθει ο κατακλυσμός. Γι΄ αυτό λέγει, προσέξτε αυτήν την θέσιν,


ου μὴ καταμείνή τό πνεύμα ΜΟΥ ἐν τοῖς ανθρώποις τούτοις 
εἰς τόν αἰῶνα, δεν λέει εις τους αιώνες,
δια τό είναι αυτούς σάρκας· έγιναν σαρκικοί. 


Αίρω λοιπόν το Πνεύμα μου το Άγιον. Από εδώ ας μάθουμε ότι ο σαρκικός άνθρωπος δεν μπορεί να έχει το Πνεύμα του Θεού. Δεν, τρόπον τινά, προσγειούται ομαλά το Πνεύμα το Άγιον εις τον σαρκικόν άνθρωπον. Γνωρίζουμε δε πλέον από την Καινή Διαθήκη, ότι ο άνθρωπος είναι, όχι η ψυχή του μόνον αλλά και το σώμα του και κυριότατα το σώμα του, ναός του Αγίου Πνεύματος. Πως λοιπόν αυτό το σώμα το οποίον θα συρθεί εις την ανηθικότητα, την ποικίλη ανηθικότητα, πως είναι δυνατόν πλέον αφού καταπροδόθηκε ως ναός του Αγίου Πνεύματος να μένει πλέον μέσα εκεί το Πνεύμα το Άγιον; 


Πράγματι, η όλη η ζωή των ανθρώπων διετηρήθη για 120 χρόνια ακόμη και επήλθε ο κατακλυσμός. Διεσώθη μόνον η οικογένεια του Νώε και άρχισε πάλι η ανθρωπότητα να απλώνεται στη γη. Αλλά η ρίζα της ανθρωπότητος παρέμενε πονηρή. Η πρόθεσις, η σκέψις, μάλιστα, εκεί κάπου λέγει το ιερόν κείμενον της Γενέσεως ότι έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού. 


Και όταν αποφάσισαν οι άνθρωποι να απλωθούν σε όλη τη γη είπαν μεταξύ των να δημιουργήσουν ένα υλικόν μνημείον για να θυμούνται την αφετηρία του ξεκινήματός των, από που έφυγαν, από που ξεκίνησαν. Και άρχισαν να χτίζουν τον πύργον της Βαβέλ. Ξέρετε, να αφήσουμε ένα μνημείον, ένα υλικό σημείον που να προκαλεί μνήμη -αυτό θα πει μνημείον- δεν είναι κακό, αλλά ήταν όμως γι’ αυτούς ένα έργον αλαζονείας. Δες τε εμείς τι φτιάξαμε, ποιοι είμαστε. Αυτό βέβαια δεν το ευλόγησε ο Θεός, και τότε ο Θεός είπε


δεύτε και καταβάντες συγχέομεν αυτών εκεί την γλώσσαν, ίνα μη ακούσωσι έκαστος την φωνήν του πλησίον και διέσπειρεν αυτούς ο κύριος εκείθεν (από εκεί) επί πρόσωπον πάσης της γης, και επαύσαντο οικοδομούντες την πόλιν, και τον πύργον.


Δεν ολοκλήρωσαν τον πύργον ούτε την πόλιν. Ο πύργος της Βαβέλ. Βαβέλ θα πει σύγχυσις και ονομάστηκε έτσι επειδή επήλθε σύγχυσις των γλωσσών, ο ένας έλεγε αυτό και ο άλλος καταλάβαινε διαφορετικά. 


Μετά 50 ημέρες από την Ανάσταση του Χριστού, αγαπητοί μου, ήλθε και πάλι ως γνωστόν το Πνεύμα το Άγιον επί των ανθρώπων. Γι’ αυτό η Εκκλησία μας σημειώνει στην υμνογραφία της κάτι πολύ χαρακτηριστικό, 


Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε, Ο Θεός κατέβηκε και συνέχεε τας γλώσσας. 


διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος· Ξεχώριζε έθνη, ομάδες ομάδες ανθρώπων. Προσέξτε, διεμέριζεν έθνη, το λέει και στο Δευτερονόμιον αυτό. Δηλαδή, όρια έθεσε στο κάθε έθνος, σύνορα. Να το κρατήσετε αυτό είναι πολύ χρήσιμο. Θα το δούμε γιατί. 


ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν, Την Πεντηκοστή πια.


εις ενότητα πάντας εκάλεσε, Ενώ υπήρξε σκορπισμός πρώτα, τώρα με την Πεντηκοστή γίνεται μία ενότης.


και συμφώνως δοξάζομεν το πανάγιον Πνεύμα. 


Βλέπουμε λοιπόν ότι η Πεντηκοστή στάθηκε διορθωτική της αλαζονείας των ανθρώπων που απεπειράθησαν να υψώσουν τον πύργον της Βαβέλ. Και φυσικά πλέον εκείνο που εφεξής ενώνει όλους τους ανθρώπους δεν είναι ο πολιτισμός, δεν είναι τα κτήρια, δεν είναι τα μνημεία, αλλά το Πνεύμα το Άγιον. Κι εκείνος που δέχεται το θεανθρώπινον Πρόσωπον, του Χριστού πάντα, δέχεται και το Πνεύμα το Άγιον. Εάν δεν έχεις τον Ιησούν Χριστόν δεν είναι δυνατόν να έχεις το Πνεύμα το Άγιον. Και Αυτό δε επιτελεί ομοίως την πνευματική ζωή. Αυτό που λέμε,«πνευματική ζωή» αυτό είναι, η ζωή του Αγίου Πνεύματος. Όχι η ζωή του ανθρωπίνου πνεύματος -ο καθένας έχει το πνεύμα του-, όχι βάσει του ανθρωπίνου πνεύματος, αλλά βάσει του Αγίου Πνεύματος ασκείται αυτή η λεγομένη πνευματική ζωή. Χωρίς το Πνεύμα το Άγιον δεν μπορούμε να σωθούμε. Αν οι άνθρωποι πάσχουν, είναι γιατί δεν έχουν το Πνεύμα το Άγιον, γιατί δεν Το αποδέχονται. Το κορυφαίο που σήμερα μας λείπει, ιδία από την εποχή μας, είναι ακριβώς αυτό, το Πνεύμα το Άγιον. Με την προϋπόθεση όμως ότι οι άνθρωποι έχουν πιστέψει, το είπα και προηγουμένως, εις τον Χριστόν. Θα έχεις τον Χριστόν για να έχεις το Πνεύμα το Άγιον.


Και τί μπορεί να μας δώσει το Πνεύμα το Άγιον; Ίσως αναρωτηθείτε. 


Πρώτιστα, με το Πνεύμα το Άγιον αποκτούμε νουν Χριστού. Λέει ο Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους, ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν.Εμείς, λέει, έχομε νουν Χριστού. Γιατί; Εάν έχουμε τον Χριστόν, έχουμε το Πνεύμα το Άγιον το Οποίον μας δίδει τον νουν του Χριστού. Και αυτό σημαίνει ότι σκέφτομαι όπως εσκέπτετο ο Χριστός. Σκεφτείτε, η σκέψις μου δηλαδή είναι χριστοειδής., είναι αντικοσμική και έχει γνώμονα την αιωνιότητα και το θέλημα του Θεού. Αυτό θα πει, έχω νουν Χριστού. 


Δεύτερον, έχομε το Πνεύμα της Αληθείας, όπως μας λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εις το δέκατο τέταρτον κεφάλαιον. Ως Θεός βέβαια, το Πνεύμα το Άγιον πάντοτε αληθεύει, δεν μπορεί να ψεύδεται το Πνεύμα το Άγιον. Τούτο λέγεται σε αντιδιαστολή με το πνεύμα του ψεύδους και της πλάνης που είναι ο διάβολος. Γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, μην πιστεύετε σε κάθε πνεύμα, αλλά μόνο στο Πνεύμα το Άγιον το οποίον είναι το Πνεύμα της Αληθείας. 


Αυτό σημαίνει ότι στον κόσμον επικρατεί το πνεύμα της πλάνης που θα πρέπει να γνωρίζουμε για να το αντιδιαστέλλομε από το Πνεύμα το Άγιον. Και ποιός είναι ο καρπός του πνεύματος της πλάνης; Προσέξτε: ο πνευματισμός, τα μέντιουμ. Η μαγεία. Η αίρεσις. Οι φυσικές θρησκείες, που σαν αλαφιασμένοι εμείς οι Ορθόδοξοι οι Χριστιανοί πάμε να γνωρίσουμε. Αυτές τις ξένες φυσικές απ’ Ανατολών ερχόμενες θρησκείες. Να γνωρίσουμε λέει τον Βουδισμό, να γνωρίσουμε τούτο, να γνωρίσουμε εκείνο. Αλλοίμονό μας. Ο κοσμικός τρόπος του ζειν και του σκέπτεσθαι, αποτελούν πνεύματα πλάνης. 


Και μάλιστα να σας πω και κάτι τελείως καινούριο. Εδημοσιεύθη σε μία εφημερίδα, ότι σε κάποια Δημοτικά σχολεία, πειραματικά, εις την Πρώτη Τάξη του Δημοτικού σχολείου -καλά το ακούσατε- εισάγεται το μάθημα της μαγείας. Η εφημερίδα έχει δείγματα. Πως είναι το αλφαβητάρι που έχουμε στην Α΄ Δημοτικού και μαθαίνουμε τα γράμματα, το Α, το Β, έτσι κι εκεί υπάρχει ένα βοήθημα, ένα βιβλίο που αναφέρεται εις την μύηση των παιδιών εις την μαγεία. Το ακούσατε; Λέει ένας λόγος ότι η φύσις μισεί τα κενά. Αυτό τώρα να το μεταφέρουμε, την στιγμή που διώχνουμε τον Χριστόν από την ζωή μας, πολύ φυσικό να πάρει θέση ο διάβολος, γιατί η μαγεία πάτρονά της έχει τον διάβολο. Το ακούσατε παρακαλώ; Εγώ θα σας προκαλέσω αν δείτε να γενικεύεται η υπόθεση -αν δεν αποτύχει βέβαια στο ξεκίνημά της- εσείς οι γονείς και οι γιαγιάδες και οι παππούδες διαμαρτυρηθείτε για να σώσουμε τα παιδιά μας. 


Το Άγιον Πνεύμα είναι το Χρίσμα της Αληθείας. Γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α’ του επιστολή, 


και ύμείς το χρίσμα ο ελάβετε απ’ αυτού, εν υμίν μένει, και ου χρείαν έχετε, ίνα τις διδάσκη υμάς· 


Δεν έχετε ανάγκη να σας διδάξει κανείς γιατί είσαστε θεοδίδακτοι 


αλλ’ ως το αυτό χρίσμα διδάσκει υμάς περί πάντων, 


Για όλα τα πράγματα μας διδάσκει το Πνεύμα το Άγιον. Είναι ξεχωριστό Μυστήριον, μετά από το βάπτισμά μας χριώμεθα το Άγιον Χρίσμα. Άλλον το Βάπτισμα, άλλον το Χρίσμα. Το Χρίσμα είναι να πάρουμε με υλικόν τρόπον με το Μύρον αυτό, να πάρομε το Πνεύμα το Άγιον -με υλικόν τρόπον το ξαναλέγω- διότι το Πνεύμα το Άγιον εδράζεται, έχει έδρα του αυτό το αγιασμένο λάδι. Έτσι παίρνουμε το Χρίσμα, αυτό το δεύτερον Μυστήριον το οποίον θα μας δώσει ό,τι αγαθόν ο Θεός θέλει να μας δώσει. Το Άγιον Χρίσμα είναι η προίκα μας. 


και αληθές εστιν και αληθές και ουκ έστιν ψεύδος· καὶ καθὼς εδίδαξεν υμάς, μενείτε εν αυτώ. 


Και είναι Αληθινόν, εις το Πνεύμα το Άγιον δεν υπάρχει ψεύδος, και όπως σας δίδαξε να μένετε εις Αυτό. 


Με το Άγιον Πνεύμα αγαπητοί μου έχουμε σαφή διάκριση του αληθούς από του ψευδούς, Του γήινου και του παροδικού από του ουρανίου και μονίμου. Του συμφέροντος και του μη συμφέροντος. Του γνησίου από του νόθου. Μπορούμε να διακρίνομε. Είναι η πνευματική διάκρισις. Γιατί έχουμε και την φυσική διάκριση. Φυσική διάκρισις είναι να διακρίνεις με τα μάτια μάτια σου ότι αυτό είναι σκότος και αυτό είναι μέρα, φως· φυσική διάκρισις. Αυτό είναι ντουβάρι και εκείνο είναι νερό· φυσική διάκρισις. Αλλά η διάκρισις αυτών των στοιχείων που σας είπα, να μην τα επαναλαμβάνω, αποτελούν την λεγομένην πνευματική διάκριση. 


Ένα τρίτο σημείο. Λέγει ο Ησαΐας ότι έχουμε Πνεύμα φόβου Θεού, λέει στο ενδέκατον κεφάλαιόν του. Ναι, το Πνεύμα το Άγιον μας δίνει τον φόβο του Θεού. Δεν είναι συνεπώς απόβλητος ο φόβος του Θεού, αλλά είναι ευκταίος, είναι επιθυμητός. Η αφοβία; Η αφοβία αγαπητοί μου χάνει τα κεκτημένα. Θα με βοηθήσει να μην φοβούμαι τον διάβολον, αλλά θα φοβούμαι τον Θεόν. Γιατί η αφοβία, ξαναλέγω, χάνει τα κεκτημένα. Γι’ αυτό λέγει ο Απόστολος Παύλος μετά φόβου και τρόμου,που είναι η επίτασις του φόβου κατεργαζόμενη την ημών σωτηρίαν. Αν την χάσω την σωτηρίαν μου, τί γίνεται; Η αφοβία έβγαλε τους πρωτοπλάστους από τον Παράδεισο, αλλά ο φόβος του Θεού εισήγαγε τον ληστήν εις τον Παράδεισον. Ο φόβος του Θεού εισήγαγε τον ληστήν, όταν ο ίδιος λέγει εις τον άλλον τον συ-ληστή του,ουδέ φοβή συ τον Θεόν; Διότι στην αρχή και οι δύο εβλασφήμουν τον Χριστόν. Μετά συνήλθε. μπήκε ο φόβος του Θεού, τρόμαξε, συγκλονίστηκε και όταν ο άλλος συνέχισε να βλασφημά του λέει, ουδέ φοβή συ τον Θεόν; Δεν φοβάσε τον Θεόν; 


Δια τον μη έχοντα φόβον του Θεού που εμπνέει το Πνεύμα το Άγιον όλα επιτρέπονται, όπως λέει ο Ντοστογιέφσκι. Θεμιτά και αθέμιτα. Και να σκοτώσω και να κλέψω και να κακοποιήσω. Όλα επιτρέπονται αφού δεν έχω τον φόβο του Θεού. Γι’ αυτό και ο λαός μας λέει, αυτός είναι α-θεόφοβος. Δεν έχει φόβο Θεού, αθεόφοβος. Αντιθέτως οι Χριστιανοί ελέγοντο στην αρχαία εποχή, οι φοβούμενοι τον Κύριον. 


Τέταρτον και το εξόχως σπουδαίον, γίνεται για εμάς το Πνεύμα το Άγιον,Πνεύμα ελευθερίας. Γράφει ο Παύλος, ο δε Κύριος το Πνεύμα εστιν (ο Κύριος είναι το Άγιον Πνεύμα) ου δε το Πνεύμα Κυρίου (όπου δε το Πνεύμα του Κυρίου) εκεί ελευθερία. Είδατε; Εκεί είναι η ελευθερία, όπου είναι το Άγιον Πνεύμα. Βαθύς λόγος, λόγος όντως κλειδί. 


Επειδή σήμερα δεν έχουν οι πολλοί το Άγιον Πνεύμα, δεν έχουν και ορθή αντίληψη περί ελευθερίας. Είναι το πιο κακοποιημένο πράγμα η ελευθερία. Θεωρούν την ελευθερία σαν ασυδοσία και αυτό αποτελεί στοιχείο αυτοκαταστροφής. Όπως λέει πάλι ο λόγος του Θεού, οι άνθρωποι που επικαλούνται, λέει, την ελευθερία αυτοί είναι δούλοι της φθοράς. Φράσις στην Καινή Διαθήκη.

Η αναρχία, ο αμοραλισμός -αμοραλισμός θα πει όταν δεν έχεις καμμίαν ηθικήν- είναι σημεία απουσίας του Αγίου Πνεύματος που δίδει την ορθήν αντίληψην περί ελευθερίας.


Ένα πέμπτο σημείον ακόμη αν θέλετε. Λέγει ο Ψαλμωδός ότι λαβαίνουμε Πνεύμα ηγεμονικόν. Πω, πω ! Είναι στον 50ο Ψαλμό, και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με... Είναι ο ηγεμών νους. Εκείνος ο οποίος εγκαθίσταται από το Πνεύμα το Άγιον. Κι έτσι κυβερνάει ο νους, δεν κυβερνούν οι πατούσες, ούτε οι φτέρνες, ούτε οι κλωτσιές στο ποδόσφαιρο, ούτε, ούτε, ούτε. Ο ηγεμών νους. Γι’ αυτό τρομάζει ο Δαυίδ και λέγει το εξής, το πνεύμα το άγιόν σου μή αντανέλης απ’ εμού.Ένεκα των αμαρτιών μου μην πάρεις το Πνεύμα Σου το Άγιο από μένα γιατί χάθηκα. 


Και ένα τελευταίο σημείο, αν είναι τελευταίο. Πλήθος, πλήθος δωρεές μας φέρνει το Πνεύμα το Άγιον αλλά δυστυχώς ο χρόνος πάντοτε είναι περιορισμένος. .. Μας δίδει το Πνεύμα της υιοθεσίας. Λέει ο Απόστολος Παύλος εις την προς Ρωμαίους Επιστολή του, ελάβετε Πνεύμα υιοθεσίας, ενώ κράζομεν, Αββά, ο Πατήρ. Με αυτό το Πνεύμα αποκαλούμε τον Θεό Πατέρα -Αββά θα πει Πατήρ, έχει δύο γλώσσες είναι η Συριακή, είναι και η Ελληνική. Πείτε σε κάποιον -και μην μου πείτε είναι αυτονόητο να πω τον Θεό Πατέρα- πείτε σε κάποιον να αποκαλέσει τον Θεό Πατέρα όταν δεν τα έχει καλά με τον Θεό. Αδύνατον. Το κεφάλι να του πάρετε, τον Θεό Πατέρα δεν τον επικαλείται. Για να δείτε ότι πράγματι το Πνεύμα το Άγιον μας εμπνέει να λέμε τον Θεόν Πατέρα. Και όταν λέμε Πάτερ ημών, αυτό το Πάτερ ημών είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος και εκ της υιοθεσίας γεννάται το αίσθημα της ασφαλείας.Όπως το μικρό παιδί, βλέπετε μια μικρούλα εδώ κοιμάται. Πού κοιμάται; Δίπλα στη μάννα της. Βέβαια, είναι η μάννα της. Έτσι αγαπητοί μου, όταν έχω το στήριγμα, το σκέπασμα του Πατέρα αισθάνομαι ασφάλεια. Ο άνθρωπος ξέρετε πότε δεν αισθάνεται ασφάλεια; Όταν δεν έχει τον Θεό Πατέρα. Γι’ αυτό σήμερα έχουμε τόσες και τόσες άσχημες καταστάσεις. Δηλαδή, το να πω τον Θεό Πατέρα, αλλά με όλη την συνέπεια, αυτό έχει τεραστία σημασία ψυχολογική. 


Ενώ έχουμε τόσα προνόμια αγαπητοί από το Άγιον Πνεύμα -και πολλά βέβαια άλλα, που να τα απαριθμήσουμε- ποιος ποτέ θα πίστευε, 


ΠΟΙΟΣ ΠΟΤΕ ΘΑ ΠΙΣΤΕΥΕ
ΟΤΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑΝ ΤΟ ΧΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΘΑ ΕΣΚΕΠΤΟΝΤΟ
ΝΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΝ
ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ
ΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ. 


Τί είπατε; Ποιός ποτέ θα το φανταζόνταν, να ξαναγυρίσουν οι Χριστιανοί να χτίσουν τον Πύργο της Βαβέλ; 


Κι όμως αγαπητοί μου. Τί είναι αυτό; Είναι το ξανακτίσιμο του πύργου της Βαβέλ, η άρνησις της Πεντηκοστής, που λέγεται παγκοσμιοποίησις. Τ’ ακούσατε; Η άρνηση της Πεντηκοστής λέγεται παγκοσμιοποίησις. 


Δεν έχω χρόνο πιο πολύ να σας πω ότι ο Θεός έβαλε τα όρια των εθνών. Είναι στο Δευτερονόμιο, το αναφέρει ο Απόστολος Παύλος εις την Πνύκα στην Αθήνα κτλ. Ο Θεός θέλει σύνορα όπως θέλει και ντουβάρια στο κάθε σπίτι, στην κάθε οικογένεια. Ξέρετε κάποτε τί είχε γίνει; Στη Ρωσσία, το πείραμα,. Τί θα πει, λέει, οικογένεια; Κοινά όλα. Γρήγορα κατάλαβαν ότι αυτό το πράγμα δεν στέκεται. Στέκεται αυτό το πράγμα; Έτσι συμβαίνει και με τα έθνη. Και δεν είναι απλώς γιατί έχουμε μια πολιτισμική ισοπέδωση. Πιστέψτε με, αυτό είναι το λιγότερο. Αλλά ζητούμε την ένωση των ανθρώπων δια της παγκοσμιοποιήσεως, στην κοινωνική ένωση, στην εμπορική ένωση, την πολιτισμική ένωση και προπαντός εις την θρησκευτικήν ένωση. Αυτό που ακριβώς λέμε, οικουμενισμός. Στη χοάνη αυτή, να ρίξουμε όλες τις θρησκείες να βγάλουμε αυτό που λέμε οικουμενισμός. Θέτουμε λοιπόν εκ ποδών τον Θεό που σταμάτησε την πυργοποιία, τότε, και μας έδωσε την Πεντηκοστή. Τον διώχνουμε τον Θεό. Δεν τον χρειαζόμεθα τον Θεό. Αυτή η ενότητα είναι ακραιφνώς, ακραιφνώς δαιμονική. 


Αλλά και μ’ αυτήν την ενότητα, προσέξτε, θα τελειώσει ο κόσμος.Δεν ξαναγυρίζει ο Θεός τελείωσε. Αυτή είναι η διαδρομή: Πύργος Βαβέλ – Πεντηκοστή – ξαναγυρίζουμε στον Πύργο της Βαβέλ. Εκεί θα τελειώσει ο κόσμος, και το τέλος του θα είναι τραγικό. Του κόσμου το τέλος θα το εμπνέει ο διάβολος και ο αντίχριστος και ο ψευδοπροφήτης. Αυτή η ανίερος τριάδα. 


Είπε ο Κύριος ότι όταν θα ξαναέλθει, θα βρει την Πίστη επί της γης; Αυτό το ερώτημα έθεσε. Αγαπητοί μου, θα την βρει την Πίστη επί της γης αλλά σε λίγους, στο λεῖμμα όπως λέει ο Απόστολος Παύλος. Στο υπόλοιπον, ένα μικρό μέρος, Γι’ αυτό αγαπητοί, σήμερα, γιορτάζουμε την Αγία Πεντηκοστή, έχουμε αντιληφθεί την μεγάλη σημασία και το τι μας εχάρισε το Πνεύμα το Άγιον; Χωρίς το Πνεύμα το Άγιον δεν έχομε λόγον υπάρξεως, όπως δεν είχαν και οι άνθρωποι προ του κατακλυσμού. 


Τα κηρύγματα των ποικίλων παγκσμιοποιήσεων περιφρονήσατέ τα, προπαντός δε στον θρησκευτικό τομέα τον οικουμενισμό. Κλείστε τ’ αυτιά σας και σφίξατε την Ορθόδοξη Πίστη μέσα στην καρδιά σας. Έχομε εισέλθει εις τον χώρον των εσχάτων ημερών. Όλα το δείχνουν. Εμείς, έχοντες το Πνεύμα το Άγιον, να γινόμεθα αγιότεροι και αγιότεροι. Και τότε αναμένομε τον Κύριον Ιησούν που μας βεβαιώνει, ιδού έρχομαι ταχύ. Και το Πνεύμα και η Νύμφη, το Άγιον Πνεύμα και η Εκκλησία -γιατί το Πνεύμα μένει στην Εκκλησία και βοηθάει την Εκκλησία- με ένα στόμα λέγουσιν, έρχου. Έρχομαι γρήγορα. Έρχου, έλα Κύριε. Και ο ακούων, όποιος ακούει μέσα στην ιστορία, ειπάτω, ας πει, ΕΡΧΟΥ. Αμήν.


Απομαγνητοφώνηση Φαίη για το ΑΒΕΡΩΦ.

Στὴν Ἁγίαν Πεντηκοστὴν - Θεοδώρου Ζωγράφου



Β΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ: «Χαίρε της Τριάδος τους μύστας φωτίζουσα»


Αρχιμ. Ειρηναίου Λαφτσή, Πρωτοσυγκέλλου Ι.Μητροπόλεως Αλεξ/πόλεως
Η Κυριακή της Ορθοδοξίας προβάλλει την ορθόδοξη διδασκαλία και πίστη για να ενισχύσει το φρόνημα του πιστού λαού και να τιμήσει τους αγωνιστές αγίους, μάρτυρες και ομολογητές. Είναι όμως απαραίτητο ο ορθόδοξος χριστιανός να είναι γνώστης της πίστεως, να γνωρίζει τα δόγματα της Εκκλησίας και να τα εφαρμόζει στη ζωή του. Η γνώση και η αποδοχή μέσω του βιώματος είναι απαραίτητη για τη σωτηρία κάθε ανθρώπου. Για να σωθούμε, όμως, πρέπει να γνωρίσουμε την αλήθεια.
Ο Χριστός είπε: «εγώ γι’ αυτό γεννήθηκα και γι’ αυτό ήλθα στον κόσμο, για να φανερώσω την αλήθεια· όποιος αγαπάει την αλήθεια καταλαβαίνει τα λόγια μου»[1]. Σε άλλο σημείο ο Κύριος λέει: «εγώ είμαι η αλήθεια…κανείς δεν έρχεται προς τον Πατέρα παρά δι’ εμού»[2]. Όταν ο Φίλιππος απευθύνθηκε στο Χριστό και του είπε «Δείξε μας τον Πατέρα σου και αυτό μας αρκεί», ο Χριστός του απάντησε: «Δεν πιστεύεις πως εγώ είμαι αχώριστος από τον Πατέρα και ο Πατέρας από μένα; …και αν δεν πιστεύεις στο λόγο μου, πίστεψε εξαιτίας των ίδιων μου των έργων»[3].
Από τα παραπάνω χωρία καταλαβαίνουμε πως ο Χριστός είναι πρώτον αλήθεια και δεύτερον πως ο Πατέρας και ο Υιός είναι ένα και το αυτό. Μόνο ο Χριστός μπορεί να μας οδηγήσει στον ουράνιο Πατέρα για να μας καταστήσει μετόχους της ζωής του Χριστού. «Η χάρις και η αλήθεια ήλθον δια του Ιησού Χριστού»[4]. Αυτήν την αλήθεια, όμως, δεν μπορούσαν να την κατανοήσουν ούτε οι ίδιοι οι μαθητές Του μέχρι τη στιγμή της Αναλήψεως του Χριστού, που ο Πατέρας έστειλε δια του Υιού το «Πνεύμα της αληθείας». Αυτό το Άγιο Πνεύμα, σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού, θα μας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια[5]. Επειδή, λοιπόν, το κυριότερο δόγμα της Πίστεώς μας είναι η αλήθεια περί της Αγίας Τριάδος, γι’ αυτό και θα αναφερθούμε στο σχετικό στίχο των Β’ Χαιρετισμών στον οποίο η Παναγία εξυμνείται ως «της Τριάδος τους μύστας φωτίζουσα».
Η πίστη στην Αγία Τριάδα είναι, κυρίως, χριστιανική αποκάλυψη. Μια αποκάλυψη που ξεκινά από τη Δημιουργία και καταγράφεται στη Γένεση και δε θα σταματήσει ποτέ να φανερώνεται στον κόσμο. Στο βιβλίο της Γενέσεως στις πρώτες σελίδες που αναφέρεται η Δημιουργία του κόσμου, ο Θεός-Πατέρας και Δημιουργός επικοινωνεί, συνδιασκέπτεται και συναποφασίζει για τη Δημιουργία καθώς χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό λέγοντας «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν»[6]. Επίσης, η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται και πάλι στη Βάπτιση του Κυρίου στον Ιορδάνη, όπως μας το αναφέρει και το απολυτίκιο της εορτής «η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις».
Η τελευταία Εντολή του Χριστού που δόθηκε στους αγίους Αποστόλους ήταν: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν· και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος»[7]. Με το να τους προτρέψει να βαπτίζουν τους ανθρώπους όχι «στα ονόματα», αλλά «εις το όνομα» προσδιόρισε την μονάδα και το αδιαίρετο της Μίας Φύσεως ή Ουσίας της Αγίας Τριάδος. Ταυτόχρονα, όμως διακήρυξε την Τριάδα των Υποστάσεων ή Προσώπων στη Μία Θεότητα[8].
Ο Απόστολος Παύλος, κλείνοντας την Β΄ προς Κορινθίους Επιστολή του προσεύχεται λέγοντας: «Η χάρις του Κυρίου Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος μετά πάντων υμών»[9]. Διακηρύσσει μ’ αυτόν τον τρόπον το Δόγμα της Αγίας Τριάδος. Ο Παύλος θέτει τα Ονόματα της Αγίας Τριάδος σε διαφορετική τάξη και όχι σύμφωνα με εκείνη που ο Χριστός χρησιμοποίησε στο Ματθαίο (28, 19-20), δηλώνοντας ότι η τάξη των Ονομάτων δεν σημαίνει διαφορά της Φύσεως ή Δυνάμεως ή Αρχής των Προσώπων της Αγίας Τριάδος, αλλά διακηρύσσει την ισότητα των Υποστάσεων ή Προσώπων της Μιάς Θεότητας[10]. Και πάλι, σ’ άλλες περιπτώσεις αναφέρεται στη Χάρη που εκπηγάζει από τον Κύριο, ή από το Άγιο Πνεύμα, ή από τον Πατέρα, και μ’ αυτό τον τρόπο αποδεικνύει ότι δεν Τους θέτει σύμφωνα με κάποιο βαθμό, διότι η Φύση και η Ουσία της Αγίας Τριάδος είναι κοινή και για τα τρία Πρόσωπα.
Για μας τους χριστιανούς ο Θεός μας είναι τριαδικός και για να Τον αποδεχθείς, να Τον γνωρίσεις και να Τον πιστέψεις πρέπει να αφήσεις το Άγιο Πνεύμα να σε φωτίσει με την αλήθεια. Αυτό θέλει να μας πει ο υμνογράφος του Ακαθίστου Ύμνου με την έκφραση «Χαίρε της Τριάδος τους μύστας φωτίζουσα». Η Αγία Τριάδα είναι μυστήριο και δεν προσεγγίζεται με την φιλοσοφία, ούτε ερευνάται με τη σκέψη, διότι ξεπερνάει η θεότητα την ανθρώπινη διανόηση. Ο Θεός μόνο αποκαλύπτεται και αποκαλύπτεται δια του Αγίου Πνεύματος.
Ο σημερινός στίχος μας δίνει τη δυνατότητα να παρουσιάσουμε την ορθόδοξη διδασκαλία για την Αγία Τριάδα, αυτό που η θεολόγοι λένε τριαδολογικό δόγμα, έτσι όπως καθιερώθηκε από την Α’ και Β’ Οικουμενική Σύνοδο[11].
Το τριαδικό δόγμα, που είναι μυστήριο ασύλληπτο από την ανθρώπινη σκέψη, διατυπώνεται συνοπτικά ως εξής:
Ο Θεός είναι ένας και μόνος κατά την ουσία, αλλά τριαδικός κατά την υπόσταση. Ο Θεός, δηλαδή, είναι τρισυπόστατος, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Όταν λέμε «ουσία» εννοούμε τη φύση και όταν λέμε «υπόσταση», εννοούμε τα πρόσωπα. Οι τρεις αυτές υποστάσεις δεν πρέπει να θεωρηθούν σαν απλές όψεις ή μορφές της θεότητας, ώστε ο ένας Θεός να αποκαλύπτεται άλλοτε ως Πατέρας, άλλοτε ως Υιός και άλλοτε ως Άγιο Πνεύμα. Ούτε πάλι τα πρόσωπα αυτά είναι από διαφορετική ουσία ώστε να υπάρχουν τρεις Θεοί. Μία και μόνη Θεία ουσία και Θεότητα υπάρχει, άναρχη, άκτιστη (αδημιούργητη), άϋλη, αμετάβλητη, αδιαίρετη, παντοδύναμη, τέλεια. Συγχρόνως όμως ολόκληρη η μία Θεία ουσία υπάρχει στα τρία θεία πρόσωπα, χωρίς σύγχυση και χωρίς διαίρεση. Ούτε, λοιπόν, τρεις θεοί υπάρχουν, ούτε τα τρία πρόσωπα συγχέονται σε ένα. Και ενώ είναι και τα τρία πρόσωπα ομοούσια και έχουν τις ίδιες ιδιότητες διακρίνονται το ένα από το άλλο σε τούτο: Ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννάται από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα αιωνίως. Σε κάθε ενέργεια του Θεού προς τα έξω, δηλαδή προς τον κόσμο, συμμετέχουν και τα τρία πρόσωπα, αλλά το καθένα με τη δική του τάξη.
Πιο αναλυτικά ο τριαδικός Θεός περιγράφεται ως «Τρισυπόστατη Μονάδα» η οποία φανερώνεται με ενέργειες και έργα στην κτίση και την ιστορία. Έχει μεν τρία πρόσωπα, αλλά αυτά τα τρία πρόσωπα δεν αποτελούν τρεις χωριστούς Θεούς, αλλιώς ο Χριστιανισμός δε θα ήταν μονοθεϊστική αλλά τριθεϊστική θρησκεία. Κατά το δόγμα, ο λόγος που ο τριαδικός Θεός είναι ένας αν και με τρεις υποστάσεις είναι η απουσία χώρου και χρόνου. Επειδή όμως ο χώρος και ο χρόνος είναι δημιουργήματα του Θεού, ο Θεός δεν υπόκειται σε αυτούς, καθώς ουδεμία σχέση υπάρχει μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Έτσι έχουμε το μυστήριο (ακατάληπτο για τους ανθρώπους) της Τρισυπόστατης Μονάδας.
Ο Ένας και Μοναδικός Θεός έχει τρεις υποστάσεις ή πρόσωπα, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Ο Πατήρ αποτελεί την Αιτία της Θεότητος.
Τα τρία πρόσωπα αυτά ή αλλιώς υποστάσεις, έχουν μοναδικές και αμεταβίβαστες ιδιότητες που προκύπτουν από τις αιώνιες (χωρίς χρονική αρχή) σχέσεις τους. Ταυτόχρονα έχουν μία ουσία ή φύση, αλλά κάθε μία από αυτές ως υπόσταση δεν ταυτίζεται με την ουσία της θεότητος και έτσι ο Πατήρ είναι η αιτία της υπάρξεως των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά όχι και της ουσίας και των ενεργειών αυτών, με τα οποία κοινωνεί.
Η Αγία Τριάδα για την οποιαδήποτε ανθρώπινη ύπαρξη αδύνατο να κατανοηθεί πλήρως, πόσο μάλλον να εξηγηθεί. Ο Θεός είναι απείρως μεγαλύτερος από μας, επομένως, δεν χρειάζεται να περιμένουμε να είμαστε σε θέση να τον κατανοήσουμε πλήρως. Η Βίβλος διδάσκει ότι ο Πατέρας είναι Θεός, ότι ο Υιός είναι Θεός και ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός. Αν και μπορούμε να κατανοήσουμε κάποιες σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών προσώπων της Αγίας Τριάδας, εν τούτοις η Αγία Τριάδα είναι ακατανόητη στον ανθρώπινο νου. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι εκείνο δεν είναι αλήθεια ή ότι δεν βασίζεται στη διδασκαλία της Βίβλου.
Η αιώνια σχέση των τριών προσώπων ή υποστάσεων αποσαφηνίζεται με τρεις βασικές προϋποθέσεις:
α) Αίτιο του τρόπου ύπαρξης της Τριάδας καθεαυτής είναι μόνο ο Πατέρας,
β) Ο Πατέρας γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα χωρίς όμως να υπάρχει χρονική διαφορά ύπαρξης των τριών,
γ) Οι τρεις υποστάσεις (ή αλλιώς, πρόσωπα), υπάρχουν άχρονα και αιώνια ως εκδήλωση μιας ουσίας και φύσης.
Αυτό σημαίνει ότι στην Αγία Τριάδα υπάρχει:
α) Ένα αίτιο,
β) Ταυτότητα ουσίας (τα πρόσωπα είναι ομοούσια), και
γ) Ετερότητα των υποστάσεων ή προσώπων.
Το ένα αίτιο και η μία ουσία εξηγούν το γιατί ο θεός είναι ένας και η ετερότητα των υποστάσεων εξηγεί το γιατί ο Θεός είναι τρισυπόστατος. Έτσι στην ορθόδοξη θεολογία γίνεται αντιληπτό πως έχουμε διαχωρισμό κοινών ιδιοτήτων και ακοινωνήτων, με τις κοινές να βρίσκονται πλήρως και στις τρεις υποστάσεις όπως η ενέργεια, η βούληση και των ακοινωνήτων δηλαδή των χαρακτηριστικών που εμπεριέχονται μόνο σε κάθε μια υπόσταση αποκλειστικώς όπως το αναίτιο, το αίτιο δια του γεννάσθαι, το αίτιο δια του εκπορεύεσθαι, το αγέννητο, το γεννητό, το εκπορευτό. Γι’ αυτό και οι υποστατικές ιδιότητες ονομάζονται και τρόποι υπάρξεως του Θεού.
Την ετερότητα των υποστάσεων συνιστά το γεγονός ότι:
α) Ο Πατέρας είναι αγέννητος
β) Ο Υιός γεννάται από τον Πατέρα (άχρονα)
γ) Το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα.
Οι παραπάνω ιδιότητες, ονομάζονται «υποστατικά ιδιώματα» και κάθε ιδίωμα ανήκει στην ιδιαίτερη υπόσταση και μόνο.
Κάθε Πρόσωπο, στην επαφή του με τον κόσμο και την ιστορία, δηλαδή στα πλαίσια της Θείας Οικονομίας, επιτελεί ένα ιδιαίτερο έργο:
α) Ο Πατέρας, πραγματώνει τη δημιουργική και απολυτρωτική ενέργεια, είναι η αρχική αιτία,
β) Ο Υιός πραγματώνει το έργο της φανέρωσης, της άσαρκης και της ένσαρκης παρουσίας του στην κτίση και την ιστορία για τη σωτηρία του ανθρώπου,
γ) Το Άγιο Πνεύμα διενεργεί την τελείωση του δημιουργικού και απολυτρωτικού έργου.
Η Αγία Τριάδα αποτελεί για τον Χριστιανισμό την αρχετυπική κοινότητα μεταξύ προσώπων, στην οποία η αγάπη είναι όχι απλά στοιχείο, αλλά το ίδιο το αίτιο της ύπαρξής της (πλην του Πατέρα, ο οποίος δεν έχει αρχή και αιτία).
Αυτήν την ευκαιρία της κατά το δυνατόν γνώσης του Θεού και της Αγίας Τριάδος μας την φανέρωσε ο ενανθρωπήσας Κύριός μας, Τον οποίο μας έφερε στον κόσμο ως τέλειο Θεό και ως τέλειο Άνθρωπο η Υπεραγία Θεοτόκος μας. Γι’ αυτό και μέσα στην ακολουθία των Χαιρετισμών προς το πανάγιο πρόσωπό της υπάρχουν και δογματικοί στίχοι της πίστεώς μας.
[1] Ιωάν. 18, 37
[2] Ιωάν. 14, 5-7
[3] Ιωάν. 14, 8-11
[4] Ιωάν. 1, 17
[5] Ιωάν. 16, 12
[6] Γεν. 1, 26.
[7] Ματθ. 28, 19-20.
[8] Αμβροσίου, De Spiritus Sanctus, I, κεφ. 3, § 40, migne, P.L., 16, 742. Αυγουστίνου, migne, P.L., 35, 1429.
[9] Β΄ Κορινθ. 13, 14 και Φιλ. 2, 1.
[10] Θεοδωρήτου Κύρου, «Εισαγωγή», Migne, P.G., 82, 457.
[11] Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, «Η περί του Τριαδικού Θεού διδασκαλία», Κ’ Λόγος «Περί Δόγματος και Καταστάσεως των Επισκόπων».
– Γρηγορίου Νύσσης «Περί τῆς Θεότητος τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ΕΠΕ τόμος 10.
– Ιωάννου του Δαμασκηνού, «Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως», Α´ (8) 8. J.-P. MIGNE, P.G, Ρ.Ο. 94, 808-833.
– Ιωάννη Καρμίρη, «Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ. Α’, 2η έκδ., Αθήνα 1960.
– Βλασίου Ιω. Φειδά, «Εκκλησιαστική Ιστορία – Απ’ αρχής μέχρι την Εικονομαχία», τόμ. Α’, 3η έκδ., Αθήνα 2002
– Ανδρέα Θεοδώρου, «Ιστορία των Δογμάτων – τόμ. 1ος, μέρος 2ον, Η ιστορία του δόγματος από της εποχής των Απολογητών μέχρι του 318 μ.Χ.», Γρηγόρης, Αθήνα, 1978.
– Η Δευτέρα οικουμενική σύνοδος επί τη 1600στη επετείω αυτής, Ιωάννου Καρμίρη, Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών.

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Η αρετή της αυτομεμψίας ~ Αββάς Δωρόθεος


Η αρετή της αυτομεμψίας
Αββά Δωροθέου
Ζ΄ Διδασκαλία: Περί του εαυτού μέμφεσθαι 
(Για το ότι πρέπει να κατηγορούμε τον εαυτό μας)
Ας ερευνήσουμε, αδελφοί μου, να βρούμε ποιος είναι ο λόγος που μερικές φορές ακούει κανείς έναν προσβλητικό λόγο και τον ξεπερνάει χωρίς να ταραχθεί, σαν να μην άκουσε σχεδόν τίποτα, ενώ άλλοτε με τον ίδιο λόγο αμέσως ταράζεται. Ποια είναι η αιτία μιας τέτοιας διαφοράς; Άραγε, έχει μια μόνο αιτία αυτό το πράγμα ή πολλές; Εγώ βλέπω ότι έχει μεν πολλές αιτίες, μία όμως είναι η μητέρα, θα λέγαμε, που γεννά όλες τις άλλες. Και εξηγώ πως ακριβώς: 
- Πρώτα - πρώτα συμβαίνει πολλές φορές να προσεύχεται κανείς λέγοντας την ευχή ή να κάνει νοερά πνευματική μελέτη και βρίσκεται, θα λέγαμε, σε ειρηνική ψυχική κατάσταση. Έτσι σηκώνει τον αδελφό του και ξεπερνάει τα λόγια του χωρίς ταραχή. 
- Άλλοτε συμβαίνει να έχει κανείς συναισθηματική προσκόλληση σε κάποιον άλλο και γι’ αυτό σηκώνει όλες τις δυσκολίες που του προξενεί χωρίς να θλίβεται. 
- Πάλι συμβαίνει να έχει κανείς πολύ κακή ιδέα για κάποιον, επειδή αυτός εκδηλώνει απορριπτική διάθεση για το πρόσωπό του. Γι’ αυτό τον περιφρονεί και δεν τον υπολογίζει ως άνθρωπο, ούτε καν καταδέχεται να μιλήσει γι’ αυτόν, ούτε γι’ αυτά που λέει και κάνει.
Και σας αναφέρω ένα σχετικό γεγονός για να θαυμάσετε. Ζούσε ένας αδελφός στο Κοινόβιο, πριν εγώ φύγω από εκεί. Και τον παρατηρούσα ότι ποτέ δεν ταραζόταν ούτε στενοχωριόταν με κανέναν, αν και είδα πολλούς αδελφούς να τον βρίζουν με διάφορους τρόπους και να τον προκαλούν. Αλλά ο νεότερος εκείνος σήκωνε με τέτοιο τρόπο όσα δεχόταν από τον καθένα τους, σαν να μην τον ενοχλούσε κανείς. 

Εγώ λοιπόν πάντοτε θαύμαζα την τόσο μεγάλη ανεξικακία του και επιθυμούσα να μάθω πως απέκτησε αυτή την αρετή. Τον παίρνω λοιπόν, μια φορά, ιδιαίτερα και του βάζω μετάνοια, παρακαλώντας τον να μου πει, ποιο λογισμό είχε πάντοτε στην καρδιά του, όταν τον βρίζει κάποιος ή τον κάνει να υποφέρει, και δείχνει τόσο μεγάλη μακροθυμία. 

Αυτός τότε μου απάντησε με φυσική απλότητα και ανεπιτήδευτο τρόπο και μου είπε: «Συνηθίζω να φυλάγομαι απ’ αυτούς τους βρωμερούς ανθρώπους και δέχομαι όσα μου κάνουν, όπως ακριβώς δέχονται τα δυνατά και γεροδεμένα σκυλιά τα βασανιστήρια από τα τυραννικά αφεντικά τους». 

Όταν άκουσα αυτή την απάντηση έσκυψα το κεφάλι μου και είπα με το λογισμό μου. Βρήκε το δρόμο του ο αδελφός!...Και αφού σταυροκοπήθηκα έφυγα, παρακαλώντας τον Θεό να σκεπάζει και αυτόν και εμένα.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Β' Μέρος Νεώτεροι ιστορικοί


ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑΣ
Β’ ΜΕΡΟΣ – ΝΕΩΤΕΡΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ 
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισε η κοινωνία, η Εκκλησία, και η διοίκηση του Βυζαντίου/Ρωμανίας κατά την διάρκεια του Η’ και το πρώτο μισό του Θ’ αιώνος ήταν η εικονομαχία. Το πρόβλημα δεν ήταν αυτοφυές. Αυτό βεβαιώνουν οι πηγές της εποχής καθώς και η νεώτερη θεωρία για τα αίτια της Εικονομαχίας. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή οι εικονομαχικές αντιλήψεις ήταν είδος εισαγόμενο από τον ιουδαϊκό και μωαμεθανικό κόσμο. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, χρονογράφους, και βιογράφους του Βυζαντίου/Ρωμανίας, αίτιο της εικονομαχίας ήταν η μυστική σύμπραξη του Λέοντα Γ’ του Ίσαυρου με Ιουδαίους.
Περιοχόμενα
α) Το ζήτημα της αξιοπιστίας των πηγών
β) Η θεωρία της κοινωνικής μεταρρύθμισης
γ) Η θεωρία της εκκλησιαστικής μεταρρύθμισης.
δ) Η θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών.ε) Άλλες απόψεις.
στ) Επίλογος


α) Το ζήτημα της αξιοπιστίας των πηγών
Αυτή η πληροφορία δεν γίνεται δεκτή από τους νεώτερους ιστορικούς. Πως θα μπορούσε άλλωστε. Αφ’ ης στιγμής θα τολμούσε κάποιος να την ασπαστεί θα χαρακτηρίζονταν αντισημίτης και θα κινδύνευε η ακαδημαϊκή του καριέρα.
Με την απόρριψη των πληροφοριών των πηγών αυτόματα προέκυψε κενό πληροφόρησης, οπότε οι νεώτεροι ιστορικοί κλήθηκαν να λύσουν το πρόβλημα που δημιουργήθηκε για τα αίτια που προκάλεσαν την μεγάλη αυτή αναταραχή στην ζωή της αυτοκρατορίας. Αυτό το έπραξαν πολλοί με περισσή ευχαρίστηση.
Αρχικά έπρεπε να δικαιολογηθεί η απόρριψη των πληροφοριών που παρέχουν οι πηγές. Ως δικαιολογία προτάθηκε η μεροληψία αυτών που για κάποιους έφθανε τα όρια της εμπάθειας. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, ούτε κάτι μοναδικό. Δεν υπάρχει πηγή είτε από τον αρχαίο κόσμο, είτε από τον μεσαιωνικό, η οποία να μην μεροληπτεί. Καμιά ιστορία, απ’ όσες έχουν γραφεί μέχρι τώρα δεν είναι αμερόληπτη, δεν αντιμετωπίζει τα γεγονότα ανεξάρτητα από την θέση του γράφοντα, καμιά ιστορία δεν είναι πρακτικά αντικειμενική. Αν αντιμετώπιζαν οι ιστορικοί όλες τις πηγές με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τις πηγές της περιόδου, απορρίπτοντας αυτές ασυζητητί ως μεροληπτικές και εμπαθείς, τότε πραγματικά η ιστορική επιστήμη θα είχε πρόβλημα να βρει τις αναγκαίες πληροφορίες για να μπορέσει να ερευνήσει το παρελθόν. Διότι οι πηγές είναι για την ιστορία, ότι τα δεδομένα των πειραμάτων για τις θετικές επιστήμες. Και όπως στις θετικές επιστήμες υπάρχει μεθοδολογία για την επεξεργασία των δεδομένων και την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, έτσι και στην έρευνα της ιστορίας υπάρχει μεθοδολογία για την επεξεργασία των πληροφοριών που παρέχουν οι πηγές ώστε τα συμπεράσματα να είναι όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην πραγματικότητα. Και την πραγματικότητα αυτή, την διαμορφώνουν, δυστυχώς ή ευτυχώς, οι πηγές, και όχι οι ευσεβείς πόθοι όσων ασχολούνται με αυτές.
Ένας τέτοιος ευσεβής πόθος, αναπαράγεται σχεδόν σε κάθε σύγγραμμα που ασχολείται με το θέμα, και αφορά την εικονομαχική φιλολογία. Όλοι σχεδόν οι συγγραφείς εύχονται να είχαν διασωθεί συγγράμματα των εικονομάχων, ώστε να μπορούσαν να σχηματίσουν πληρέστερη αντίληψη για τα θέματα που εξετάζουν. Αυτό δείχνει μεγάλη υποκρισία, συνειδητή ή μιμητική, διότι αμέσως μετά αναγνωρίζουν ότι μπορούν να αναπαραχθούν μεγάλα τμήματα από τα χαμένα συγγράμματα. Αυτή δυνατότητα παρέχεται από την ίδια την ορθόδοξη γραμματεία.
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει η εξής επισήμανση. Ο όρος «εικονόφιλος» δεν γίνεται δεκτός. Εφόσον η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος αποδέχεται ως ορθή εκκλησιαστική πρακτική την τιμητική προσκύνηση των εικόνων και ως ορθόδοξη την θεολογία της εικόνας, ενώ από την άλλη καταδικάζει την εικονομαχία ως αίρεση, το «εικονόφιλος» απευθύνεται σε όλους τους Ορθόδοξους. Δεν υπάρχει, ωστόσο, λόγος να καλούμαστε οι Ορθόδοξοι, «εικονόφιλοι», ειδικά σήμερα, που η τιμητική προσκύνηση των εικόνων δεν αμφισβητείται στον Ορθόδοξο κόσμο.
Συνεχίζοντας, επαναλαμβάνουμε ότι δίνεται η δυνατότητα, σε όσους το επιθυμούν, ν’ ανατρέξουν στα γραπτά έργα των εικονομάχων, μέσα από τα αντιρρητικά κείμενα των Πατέρων της περιόδου αυτής, όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Άγιος Νικηφόρος ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ομολογητής. Μέσα στα πρακτικά της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, σώζονται οι αποφάσεις της εικονομαχικής συνόδου της Ιέρειας το 754. Επίσης συζητούνται εκτενέστατα και καταρρίπτονται συστηματικά τα επιχειρήματα της εικονομαχικής παράταξης. Άρα όσοι επιθυμούν να γνωρίσουν την αιρετική διδασκαλία για να σχηματίσουν σφαιρική άποψη μπορούν να το κάνουν ανεμπόδιστα.
Προς τι, λοιπόν, η δυσαρέσκεια; Το θέμα δεν είναι αυτό. Στην πραγματικότητα επαναλαμβάνεται η δήθεν μη ύπαρξη εικονομαχικής φιλολογίας (κάτι σαν τα non-papers), για να τονιστεί και να προπαγανδιστεί αρνητικά η απόφαση της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου για την καταστροφή των αιρετικών συγγραμμάτων, κι έτσι να δικαιωθούν όσοι θέλουν να βλέπουν μεροληψία, εμπάθεια, σκοταδισμό, στα ορθόδοξα κείμενα των πηγών, δικαιολογώντας την απόρριψή τους. Παραβλέπουν, όμως, ότι, εν τέλει, και για άλλη μια φορά, οι Ορθόδοξοι διέσωσαν τα κείμενα αυτά.
Εξάλλου, τίποτα δεν προεξοφλεί, ότι στα κείμενα αυτά θα υπήρχαν πληροφορίες που θα μπορούσαν να στηρίξουν τις σύγχρονες εκτιμήσεις και ερμηνείες για τα γεγονότα της εποχής εκείνης, όσες προέρχονται από προσωπικές κρίσεις των μελετητών χωρίς την συμμαρτυρία των πηγών. Αντίθετα, τα διασωθέντα αποσπάσματα δεν ενθαρρύνουν τέτοιου είδους ελπίδες. Στην πλειονότητά τους είναι θεολογικά κείμενα, και περιέχουν ελάχιστες ιστορικές πληροφορίες. Οι πληροφορίες αυτές δείχνουν να δικαιώνουν τους Ορθοδόξους. Όταν για παράδειγμα ο Κωνσταντίνος Ε’ επαίρεται μέσα στα συγγράμματά του ότι ήταν αυτός που απάλλαξε τον κόσμο από την ειδωλολατρία, δείχνει να επιβεβαιώνει μέσα από την αλαζονεία του, τις κατηγορίες του τυράννου που του προσάπτονται.
 Στην ουσία της η επίκληση των non-paper εικονομαχικών πηγών, δείχνει να στηρίζει την παραπλανητική εικασία, ότι οι απόψεις ορισμένων νεώτερων ιστορικών θα μπορούσαν να επιβεβαιωθούν, αν αυτές, οι μη υπαρκτές εικονομαχικές πηγές, υπήρχαν. Αλλά αυτό είναι πλάνη και όχι επιχείρημα.
Η ύπαρξη του είδους των κειμένων που έχουν διασωθεί ως πηγές ιστορίας της περιόδου, επιτρέπει από μόνη της την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ο όσιος Θεοφάνης ο Ομολογητής, ό Άγιος Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, σύγχρονα και μεταγενέστερα αγιολογικά κείμενα, είναι κατ’ αποκλειστικότητα συγγραφείς και κείμενα που προέρχονται από εκκλησιαστικούς χώρους. Τι έγινε η θύραθεν γραμματεία; Όλους τους αιώνες ύπαρξης του Βυζαντίου/Ρωμανίας μπορεί να βρει ο μελετητής κείμενα που κατατάσσονται στην λόγια κοσμική γραμματεία. Όλους τους αιώνες, εκτός από την περίοδο που βασίλευε η δυναστεία των Ισαύρων. Πως εξηγείται αυτό το φαινόμενο; Για να μπορέσει κάποιος να αντιληφθεί τι συνέβη στην κόσμια λογική γραμματεία, θα πρέπει να ερευνήσει τι συνέβη στην μη-εκκλησιαστική παιδεία. Οι πληροφορίες μας ενημερώνουν ότι από τα πρώτα μέτρα που έλαβε ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος ήταν η πυρπόληση του πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως και η κατάργηση της (δημόσιας) παιδείας. Φαίνεται, λοιπόν, ότι τελικά το σύνολο του πνευματικού κόσμου και όχι μόνο εκκλησιαστικοί παράγοντες, αντιτίθονταν στις αποφάσεις του αυτοκράτορα. Και ο τελευταίος φρόντισε να εξαφανίσει κάθε μορφή αντίδρασης.
Ο ισχυρισμός:
«Όπως μαρτυρούν αγιογραφικά κείμενα των 8ου και 9ου αι. η οργάνωση της παιδείας, τα εκπαιδευτικά προγράμματα, επιστημονικά και γραμματολογικά, των μη εκκλησιαστικών ιδρυμάτων παρέμειναν αμετάβλητα και οι διδάσκοντες στις θέσεις τους[i]» είναι ατυχής γενίκευση. Οι πληροφορίες που αρυόμαστε από τα αγιολογικά κείμενα αφορούν την περιφέρεια και όχι το κωνσταντινοπολίτικο κέντρο, στο οποίο η παρουσία της αυτοκρατορικής εξουσίας ήταν καταλυτική. Επίσης δείχνουν την επιβίωση προγραμμάτων ιδιωτικής εκπαίδευσης και όχι δημόσιας, όπως θα περίμενε κάποιος από έναν «κοινωνικό αναμορφωτή». Αλλά η συζήτηση για το θέμα θα επαναληφθεί όταν θα εξεταστεί η ανάλογη θεωρία. Εδώ μας ενδιαφέρει να καταλάβουμε γιατί δεν υπάρχουν εκτός των εικονομαχικών, συγγράμματα της λόγιας γραμματείας.
Εν ολίγοις, οι εικονομάχοι αυτοκράτορες έβλαψαν την υστεροφημία τους με την πολιτική τους. Αυτό γίνεται ευκολότερα αντιληπτό, αν συγκριθεί με τις ανάλογες ενέργειες της διαδόχου δυναστείας. Η Μακεδόνες αυτοκράτορες φρόντισαν για την υστεροφημία τους επιμελούμενοι τα θέματα της παιδείας και κυρίως φροντίζοντας να προπαγανδίσουν οι ίδιοι την πολιτική τους. Δεν είναι, λοιπόν, λάθος των Ορθόδοξων απολογητών για το ότι οι μόνες ιστορικές πηγές είναι τα δικά τους κείμενα.
Παρατηρείται επίσης ένα ακόμη αξιοπερίεργο, στην μεθοδολογία πολλών ιστορικών. Η αιτιολόγηση έπεται της απόρριψης.  Ενώ δηλαδή θα έπρεπε οι πληροφορίες των πηγών αυτών τουλάχιστον να συζητούνται πριν κριθούν αποριπτέες αιτιολογημένα, αυτό δεν γίνεται. Ειδικά όσο αφορά την αιτία που οδήγησε τον Λέοντα Γ’ στην λήψη του εναρκτήριου της εικονομαχίας διατάγματος, την πληροφορία που παρέχουν οι πηγές δεν θα την βρει κανείς σε κανένα σύγγραμμα, από όσα εξετάζουν την περίοδο, ούτε καν να τίθεται υπό εξέταση, ή υπό συζήτηση. Εκ των υστέρων προβάλλονται δικαιολογίες, ότι πρόκειται για μεροληπτικές και εμπαθείς απόψεις.
Αυτές οι δικαιολογίες θα έπρεπε να προκαλούν έκπληξη σε κάθε λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο. Διότι κατηγορούν τα θύματα της αυταρχικής και τυραννικής αυτοκρατορικής αυθαιρεσίας, για προκατάληψη και εμπάθεια. Τους δε αυτοκράτορες, οι οποίοι από το πουθενά ξεκίνησαν το μεγαλύτερο κοινωνικό, εκκλησιαστικό και πολιτικό πρόβλημα στην αυτοκρατορία, σε μια εποχή κατά την οποία ουκ ολίγοι εξωτερικοί κίνδυνοι απειλούσαν την ύπαρξη της, τους αντιμετωπίζουν ενίοτε ως εκκλησιαστικούς μεταρρυθμιστές, ως κοινωνικούς αναμορφωτές, και παρουσιάζουν τους θύτες δεκάδων μαρτύρων και χιλιάδων ομολογητών ως θύματα της επικρατήσασας εν τέλει Ορθοδοξίας. Οι εικονομάχοι αυτοκράτορες ετρώθησαν στην υστεροφημία τους, όπως και κάθε ηγέτης αξίζει, όταν επιλέγει να διοικεί τυραννικά. Οι μάρτυρες και ομολογητές της Ορθοδοξίας έχασαν πολλά περισσότερα, ως θύματα της αυτοκρατορικής επίδειξης εξουσίας. Πρέπει επιτέλους να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν ήταν οι Ορθόδοξοι μεροληπτικοί και εμπαθείς, αλλά θύματα ως μη όφειλαν, θύματα άνευ λόγου και αιτίας.
Το θέμα πρέπει να ειδωθεί και από μια άλλη οπτική. Οι κυριότερες πηγές τις περιόδου είναι γραμμένες από άγιους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως ο Άγιος Νικηφόρος Α’ ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και Ομολογητής (η μνήμη του τιμάται στις 2 Ιουνίου), ο Όσιος Θεοφάνης Ηγούμενος του Αγρού και Ομολογητής (12 Μαρτίου) και ο Άγιος Γερμανός Α’ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και Ομολογητής (12 Μαΐου). Ως άγιοι, λοιπόν, είναι σίγουρο ότι δεν επρόκειτο να γράφουν στα κείμενά τους συνειδητά ψεύδη. Η δε κατηγορία της εμπάθειας θα πρέπει να αντικατασταθεί στους ενδοιασμούς των μελετητών με την ορθόδοξη έννοια του ένθεου ζήλου, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να επιτρέπει την διασπορά ψευδών ειδήσεων ή συκοφαντιών. Διότι στην ορθόδοξη παράδοση ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Ίσως οι δυτικοί μελετητές να έχουν συνηθίσει σε πρακτικές του παπισμού που να εγείρουν υποψίες για την ποιότητά τους. Αλλά στην περίπτωση αυτή δεν έχουν να κάνουν με παπικούς. Έχουν απέναντί τους Ορθοδόξους αγίους. Και μπορεί να ευφυολογούν με περιπαικτικά προσωνύμια, προσφιλής συνήθεια των μετεχόντων την ελληνική παιδεία και νοοτροπία, αλλά πέραν τούτου τίποτα περισσότερο.
Ας μην κρίνουν, λοιπόν, εξ ιδίων τ’ αλλότρια. Οι παραχαράξεις και οι πλαστογραφήσεις της ιστορίας είναι φαινόμενα της φραγκολατινικής συμπτωματολογίας. Γεννήθηκαν και ευημερούν στην Δύση. Στην καθ’ ημάς Ανατολή γίνονταν αγώνας μεταξύ των ιστοριογράφων να φθάσουν το Θουκυδίδειο πρότυπο της κατά το μέτρο του δυνατού αντικειμενικής πληροφόρησης.
Αλλά και ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούν να πείσουν οι νεώτεροι μελετητές για την ανεπάρκεια των πηγών είναι ύποπτος. Λέει ο Hans Georg Beck για το θέμα:
«Αλλά ας δούμε το ζήτημα με νηφαλιότητα. Αν στηριχτούμε στις αξιόπιστες πηγές και δεν πιστέψουμε με αφέλεια τις διάφορες αναπόδεικτες υποθέσεις για την προέλευση της εικονομαχίας, τότε θα δούμε ότι οι πρώτοι εικονομάχοι (όπως ονομάστηκαν λανθασμένα) εμπνέονταν από ένα κατανοητό ενδιαφέρον για την ψυχική διαπαιδαγώγηση των πιστών. Αν εξετάσουμε απροκάλυπτα τις πηγές που μας πληροφορούν για την διάδοση της εικονολατρίας τον 6ο και 7ο αι. θα καταλάβουμε τις ανησυχίες των εικονομάχων[ii]».
Είναι πάρα πολλά τα «Αν» και οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο H. G. Beck από εμάς , ώστε να καταφέρουμε με κόπο και πολλά ερωτηματικά να φτάσουμε στα συμπεράσματά του.
«Ας δούμε το ζήτημα με νηφαλιότητα»
«Αν στηριχτούμε στις αξιόπιστες πηγές»
«Αν δεν πιστέψουμε με αφέλεια τις διάφορες αναπόδεικτες υποθέσεις»
«Αν εξετάσουμε απροκάλυπτα τις πηγές που μας πληροφορούν για την διάδοση της εικονολατρείας».
Οι απαιτήσεις του θυμίζουν τις ανάλογες απαιτήσεις των γκουρού, που ζητούν να ανοίξουμε το μυαλό μας, να υποστείλουμε τις πνευματικές μας άμυνες, να μην αντιστεκόμαστε στα όσα μας λένε, ώστε να μπορέσουν να μας κάνουν μπουγάδα τον εγκέφαλο. Κάτι τέτοιο δείχνει να ζητά ο H. G. Beck. Αλλά συμπέρασμα που για να εξαχθεί χρειάζεται τόσες προϋποθέσεις, δεν είναι συμπέρασμα, αλλά αυθυποβολή.
Από την άλλη, με την απειλή να χαρακτηριστούν οι διαφωνούντες ως άνθρωποι «χωρίς νηφαλιότητα», «αφελείς», «προκατειλημμένοι», δείχνει να προσπαθεί να χειραγωγήσει το αναγνωστικό κοινό του και όχι να το οδηγήσει στην εύρεση της ιστορικής αλήθειας. Η δε άποψη ότι οι εικονομάχοι εμπνέονταν από ένα κατανοητό ενδιαφέρον για την ψυχική διαπαιδαγώγηση των πιστών, θυμίζει την προπαγάνδα όλων των τυραννικών καθεστώτων για την λήψη αντιλαϊκών μέτρων. Ιστορικά, κανένας τύραννος δεν ομολόγησε, ότι εναντιώθηκε στην κοινωνία επειδή μέθυσε από την εξουσία. Όλοι επικαλούνταν το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον. Ίσως έτσι να εννοεί και ο H. G. Beck την φράση «κατανοητό ενδιαφέρον». Αυτά αρκούν για το ζήτημα της αξιοπιστίας των πηγών.

β) Η θεωρία της κοινωνικής μεταρρύθμισης 
Στις αρχές του ΙΘ’ αι. προτάθηκε η θεωρία της μεταρρύθμισης για να εξηγήσει την ανεξήγητη συμπεριφορά του Λέοντα Γ’ του Ίσαυρου. Η θεωρία αυτή ξεκίνησε στον Προτεσταντικό κόσμο, με επίκεντρο την Γερμανία, και ήθελε να βλέπει τον εν λόγω αυτοκράτορα ως έναν μεταρρυθμιστή της εκκλησιαστικής ζωής, ως έναν άλλο Μαρτίνο Λούθηρο:
«Οι σύγχρονοι συγγραφείς, από την άλλη μεριά, θεωρώντας την καταγγελία των εικόνων απόδειξη εχθρότητας για τις προλήψεις και ένδειξη πνευματικής προσέγγισης στη θρησκεία, είδαν τον Λέοντα σαν πρόδρομο του Μαρτίνου Λούθηρου και τον επαίνεσαν σαν πολύπλευρη διάνοια, αφοσιωμένο σ’ ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που περιελάμβανε πολλούς τομείς˙ το νομικό, το στρατιωτικό, τον αγροτικό, τον κοινωνικό και τον οικονομικό[iii]».
Στους θιασώτες αυτής της θεωρίας συγκαταλέγεται ο πολύ γνωστός μας Φαλλμεράυερ[iv], από τους Έλληνες ο Σπ. Ζαμπέλιος[v].
Η θεωρία αυτή διαμορφώθηκε έτι περεταίρω από τις κρατούσες αντιλήψεις της εποχής εκείνης. Σύμφωνα με αυτές η εκκλησιαστική μεταρρύθμιση έπρεπε να έχει προεκτάσεις σε ανάλογες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις[vi]. Ας μην ξεχνάμε ότι οι αιτιάσεις αυτές αναπτύχθηκαν σε μια εποχή έντονων κοινωνικών ζυμώσεων στην Ευρώπη, εποχή κατά την οποία καινούργιες πολιτικές και κοινωνικές θεωρίες γεννήθηκαν και ήταν επόμενο να επηρεάσουν την ιστορική μεθοδολογία, εφόσον αυτή αποκόπηκε από τον αλάνθαστη πυξίδα, που μπορούσε να της προσφέρει η μελέτη των πηγών.
Κύριος εκπρόσωπος της παραπάνω τάσης στον ελληνικό ακαδημαϊκό κόσμο, για το υπό εξέταση θέμα, ήταν ο Κωνσταντίνος  Παπαρρηγόπουλος[vii]. Το πρόβλημα της βυζαντινής κοινωνίας στην δικιά του αντίληψη ήταν ο μοναχισμός. Έγραψε, λοιπόν:
«Τοιαύτας όμως υψηλάς περί του μοναχικού βίου δοξασίας ουδέποτε κατενόησαν και επρέσβευαν οι πλείστοι των οπαδών του μοναχικού βίου˙ από δε της τετάρτης μάλιστα εκατονταετηρίδος και εφεξής ο βίος ούτος εξετράπη εις καταχρήσεις δεινάς, και προσέτι εις αλλοκότους μεταμφιέσεις. Τα μοναστήρια, αι μοναί, τα μονύδρια, αι λαύραι, τα κελία, εις ά συναγελάζοντο οι κοινοί των ανθρώπων, επολλαπλασθιάσθησαν επ’ άπειρον. Και τούτο δεν ήρκεσεν. Οι ύπατοι των λειτουργών του κράτους και μεγιστάνες έκτιζον εαυτοίς ιδίας μονάς, ίνα έχωσιν τόπον αναχωρήσεως εκ του βίου περιπετειών˙ οι ασθενείς έκτιζον μονάς χάριν της υγείας των˙ οι ερασταί χάριν των ερωμένων αυτών. Εντεύθεν άπαν το κράτος ιδίως δε η βασιλεύουσα και τα πέριξ αυτής έβριθον ποικίλων τοιούτων ιδρυμάτων μεγάλων ή μικρών, τα οποία, κατά το μάλλον ή ήττον πολυτελή όντα, εκτίζοντο πάντοτε εν χώραις χαριέσταταις, εκοσμούντο δια παραδείσων λαμπροτάτων και έφερον ίδια ονόματα, φροντιστήρια, ασκητήρια, σεμνεία, ιλαστήρια και τα τοιαύτα. …
Ταύτα πάντα ουδέν είχον κοινόν προς τον αρχικόν του μοναχικού βίου σκοπόν, αλλ’ επιτέλους δεν ηδύναντο να επιδράσωσιν επιζημίως εις την τύχην του κράτους. Το δεινόν, το μέγα δεινόν, ενέκειτο εις τα κοινώς λεγόμενα μοναστήρια, διότι μυριάδες νέων συνέρρεον κατ’ έτος εις τα ενδιαιτήματα ταύτα της απραγμοσύνης, και ενίοτε της ακολασίας, οι πλείστοι ουχί υπό ζέοντος θρησκευτικού αισθήματος ή άλλης ανάγκης φερόμενοι αλλ’ ελαυνόμενοι υπό της εις την αργίαν και την τρυφήν ροπής. Εντεύθεν η στρατιωτική υπηρεσία, η γεωργία, η βιομηχανία εστερούντο των χρησιμοτέρων και ρωμαλεοτέρων βραχιόνων, και τούτω εν ώ καιρώ η πολιτεία είχεν χρείαν όλων αυτής των δυνάμεων, ίνα αποκρούση τους απανταχόθεν επικειμένους εχθρούς της πίστεως και του έθνους. Πλην τούτου δε επειδή τα αφιερωμένα εις τα μοναστήρια κτήματα έμενον ως επί το πολύ αφορολόγητα υπό του δημοσίου, τα δε κτήματα ταύτα ήσαν πολλά και μεγάλα, η πολιτεία εστερείτο αξιολόγου μέρους των ανηκόντων εις αυτήν χρηματικών πόρων[viii]».
Δεν θα αδικήσουμε τον Κ. Παπαρηγόπουλο αποδίδοντάς του την πατρότητα των παραπάνω απόψεων. Ο ιστορικός αυτός απηχεί την κυρίαρχη στάση των δυτικών και κυρίως Προτεσταντών ιστορικών και θεολόγων για τον ορθόδοξο μοναχισμό. Αν για παράδειγμα διαβάσει κάποιος τις απόψεις περί μοναχισμού και της καταστάσεως αυτού την εποχή του Νικηφόρου Φωκά από τον Gustave Schlumberger[ix], δικαίως θα αναρωτηθεί ποιος αντιγράφει ποιον. Το ερώτημα είναι ρητορικό διότι το έργο του Παπαρρηγόπουλου προηγείται με διαφορά 40 ετών.
Αλλά η θέση αυτή του Παπαρρηγόπουλου δεν είναι απαλλαγμένη πολιτικών σκοπιμοτήτων. Ο εν λόγω καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών δραστηριοποιήθηκε την εποχή της Βαυαροκρατίας. Τα μέτρα των Βαυαρών εναντίον του μοναχισμού και της Εκκλησίας εν γένει δεν απείχαν από ανάλογα των Ισαύρων. Στην εποχή του Παπαρρηγόπουλου, με εντολή των Βαυαρών, μοναστήρια έκλεισαν, μοναχοί διαπομπεύθηκαν, μοναχές υποχρεώθηκαν σε έγγαμο βίο. Το αν οι παραπάνω απόψεις που καταγράφηκαν στην Ιστορία του σκόπευαν να περιβάλλουν τις κακουργίες των Βαυαρών βασιλέων με ακαδημαϊκή υποστήριξη ή ηθική επιβράβευση αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη να επιλέξει.
Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, σύγχρονος του Παπαρρηγόπουλου, αν και συμφωνούσε στην αιτίαση της εικονομαχίας με τις θέσεις της θεωρίας της μεταρρύθμισης, αντέδρασε απαντώντας στις απόψεις του Παπαρρηγόπουλου:
«Απάδομεν όμως καθόλου προς την γνώμην εκείνων οίτινες την κρίσιν ταύτην περί μοναχών εφαρμόζουσι και επί των αναγκών των προηγουμένων αιώνων. Άλλος γαρ ο της συγχρόνου πολιτικής κανών και άλλος ο της ιστορικής επιστήμης. Η διαφορά των χρόνων επιφέρει της ερμηνείας την διαφοράν.
Δεν αγνοούμεν πόσα προ πολλού εγράφησαν και διεθρυλλήθησαν κατά του μοναχισμού. Δραττόμεθα μάλιστα της ευκαιρίας ίνα δηλοποιήσωμεν εν παρόδω τω αναγνώστη ότι νεαρωτέραν ηλικίαν άγοντες διήλθομεν και ημείς το στάδιον της απιστίας, και ημείς εχαριεντίσθημεν περί καλογήρων και ασκητών και άλλων ίσως προσώπων υπερτέρας τάξεως. Αλλ’ ωριμότερον είτα σκεφθέντες, και άλλως πως το παρελθόν εκτιμήσαντες, ή ως εκρίναμεν πρότερον αυτό ανά χείρας έχοντες τον Βολταίρον, τον Δουπουύ (σ.σ. Dupuis), και τον Βολνέυ˙ αλλ’ εις έκαστον μέγα γεγονός μίαν τινά ιδέαν, ένα τινά νόμον ιστορικόν διαζητήσαντες, χαίρομεν νυν λέγοντες, έστω και μετά του Ιουλιανού, “ανέγνωμεν, έγνωμεν, κατέγνωμεν”.
Μη τις εντεύθεν συμπεράνη ότι εις άλλην τάξιν ιδεών και κρίσεων μεταβάντες, ετοιμάζομεν δήθεν τον πανηγυρικόν του νυν μοναχισμού. Μη δήτα. Προτιμώμεν τον αιώνα μας, αιδούμεθα την ευφυΐαν του αναγνώστου, αλλά γε και σεβόμεθα εαυτούς. Ουχ ήττον όμως αναγκαζόμεθα, κατά συνέπειαν λόγων καταπειστικών, να ομολογήσωμεν, ότι το μοναστικόν πολίτευμα, οίον ανέκαθεν συνέστη, και ως εφεξής κατά καιρούς και χώρας ετροπολογήθη, συνέβαλεν εις την διάδοσιν της ηθικής ανεξαρτησίας του ανθρώπου, εις τον σχηματισμόν της παρούσης εξευγενίσεως. Είτε ως απολύτως χρηστόν εκλάβομεν το πολίτευμα αυτό, είτε ως απολύτως κακόν το καταδικάσωμεν, αδιάφορον˙ ούτως ή άλλως καθήκει, ως γεγονός απολύτως αναγκαίον να κατατάξωμεν αυτό εν τη κατηγορία των στοιχείων εκείνων της νεωτέρας ιστορίας, χωρίς της παρουσίας και της συνεργείας των οποίων η ευρωπαϊκή σύνθεσις δεν θα εσχηματίζετο[x]».
Αν πρόκειται για ακαδημαϊκό αντίλογο στα όσα έγραψε ο Παπαρρηγόπουλος ή αντίδραση στα όσα δεινά απεργάσαντο για την Εκκλησία και το Έθνος η Βαυαροί, δεν θα το εξετάσουμε. Η, εν είδει εξομολόγησης ως ένα σημείο, και απολογίας υπέρ του μοναχισμού στην συνέχεια, απάντηση του Ζαμπέλιου, αποδίδει μομφή καιροσκοπισμού στα όσα έγραψε ο Παπαρρηγόπουλος. Η απολογία του υπέρ του μοναχισμού ήταν ένας αναγκαίος φόρος τιμής για όσα προσέφεραν οι μοναχοί στους πρόσφατους την εποχή εκείνη αγώνες της παλιγγενεσίας.
Της προσοχής των οπαδών της θεωρίας της κοινωνικής μεταρρύθμισης, διέφυγε το γεγονός, ότι τα αντιμοναχικά και αντιεκκλησιαστικά μέτρα των Ισαύρων ήταν δευτερογενή και έπονταν της αντίδρασης της Εκκλησίας και των μοναχών στην απόφαση για την αποκαθήλωση των εικόνων. Αξίζει να σημειωθεί ότι έξαρση του διωγμού κατά των μοναχών παρατηρείται επί Κωνσταντίνου Ε’ και όχι επί Λέοντα Γ’. Ως εκ τούτου δεν μπορούν να προσμετρηθούν αυτά στην αιτία που οδήγησε τον Λέοντα να κηρύξει την εικονομαχία.
Μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής μεταρρύθμισης εντάσσουν ο Παπαρρηγόπουλος και οι ομόφρονές του την έκδοση του νομοθετικού έργου της βασιλείας του Λέοντα που ονομάζεται Εκλογή[xi]. Ο νέος κώδικας ήρθε να καλύψει την ανάγκη για τον εξελληνισμό της νομικής γλώσσας, και αφετέρου να προσαρμόσει το δίκαιο στις καινούργιες πολιτικές συνθήκες. Η Εκλογή επιγράφονταν ως εξής:
«Εκλογή των νόμων εν συντόμω γενομένη παρά Λέοντος και Κωνσταντίνου των σοφών και φιλευσεβών ημών βασιλέων, από των Ινστιτούτων των Διγέστων του Κώδικος και των Νεαρών του μεγάλου Ιουστινιανού διατάξεων και διόρθωσις επί το φιλανθρωπότερον εκτεθείσα εν μηνί Μαρτίω Ινδ. θ’ έτους από κτίσεως κόσμου ςσμη’[xii]».
Χωρίς να διαθέτουν οι περισσότεροι των μελετητών της εποχής εκείνης τις αναγκαίες γνωστικές προϋποθέσεις για να εκτιμήσουν ορθά έναν νομικό κώδικα του Μεσαίωνα, στηρίχθηκαν στο «επί το φιλανθρωπότερον» για να στηρίξουν την πεποίθησή τους ότι επρόκειτο για ένα ρηξικέλευθο έργο. Οι μεταγενέστερες έρευνες τους διέψευσαν.
Οι πρώτοι μελετητές του έργου, όπως ο Zachariä von Ligenthal[xiii] θεώρησαν ότι αυτό εκδόθηκε το 740 μ.Χ. Στην συνέχεια ο D. Ginnis[xiv] πρότεινε ως πιθανότερη ημερομηνία τον Μάρτιο του 726 μ.Χ. και η πρόταση αυτή σχεδόν επικράτησε. Στην δεύτερη, όμως, μελέτη του στηρίχθηκε σε μια παρανόηση με αποτέλεσμα να επανέλθει η προγενέστερη άποψη που παραπέμπει στο Μάρτιο του 741[xv].
Ως προς το περιεχόμενο η Εκλογή θεωρείται πρωτίστως αστικός κώδικας και εν μέρει ποινικός. Από τα 18 άρθρα του κώδικα αυτού τα 17 ρυθμίζουν περιπτώσεις αφορώσες το αστικό δίκαιο, και μόνο το ένα άρθρο (τίτλος 17) είναι αφιερωμένο στο ποινικό. Εδώ, όμως, παρατηρείται το εξής˙ το άρθρο αυτό καταλαμβάνει μεγαλύτερη έκταση από όλα τα άλλα και συνολικά το 1/3 του κώδικα[xvi]. Γίνεται κατανοητό ότι οι Ίσαυροι έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στην τροποποίηση του ποινικού δικαίου.
Σήμερα γίνεται αποδεκτό ότι η Εκλογή αποστασιοποιείται από τον Ιουστινιάνειο Κώδικα, παρά τις εξαγγελίες της[xvii]. Στο μεν αστικό δίκαιο έχουμε μεταβολές, που άλλοι θεωρούν ότι προέρχονται από τις εισβολές των Σλάβων και την εισαγωγή του εθιμικού τους δίκαιου, άλλοι βλέπουν επιρροή των αρχών του Χριστιανισμού[xviii].
Όσον αφορά το ποινικό τμήμα του κώδικα, ήδη από την εισαγωγή τίθενται οι επιδιωκόμενοι στόχοι του νομοθετήματος. Κατά τον Σπ. Τρωιάννο:
«Οι μισοί από αυτούς αφορούν το ποινικό δίκαιο, δηλαδή η δίκαιη τιμωρία “των πλημμελούντων” και  διόρθωση, βελτίωση και συγκράτηση από νέες παραβάσεις όσων έχουν εγκληματικές τάσεις (“των επιρρεπώς προς το πλημμελείν διακειμένων”). Αλλά και σε άλλο σημείο του προοιμίου τονίζεται, ότι στοιχείο της δίκαιης διακυβέρνησης του κράτους είναι και το “τας των πλημμελούντων ορμάς ανακόπτεσθαι”. Επίσης στην επικεφαλίδα της Εκλογής προβάλλεται η “επιδιόρθωσις εις το φιλανθρωπότερον”˙ αλλά η “φιλανθρωπία” ταιριάζει πιο πολύ στο χώρο του ποινικού δικαίου και εκεί είναι νοητή».
Απομένει να δούμε αν οι εξαγγελίες των Ισαύρων υλοποιήθηκαν. Στα προοίμια των νομοθετημάτων οι αυτοκράτορες γενικά είχαν την ευχέρεια να προϊδεάζουν για τα όσα θα νομοθετηθούν, αλλά και την ευκαιρία να προπαγανδίσουν τα έργα τους[xix]. Οπότε ό,τι εξήγγειλαν στο προοίμιο δεν ήταν σίγουρο ότι επετεύχθη και στο νομοθέτημα.
Από την μελέτη του συστήματος των ποινών, μέσω του οποίου θα μπορούσε να επιτευχθεί η «φιλανθρωπία», προκύπτουν τα εξής:
α) Η Εκλογή διατήρησε την θανατική ποινή, αλλά κατήργησε τους εξειδικευμένους τρόπους εκτέλεσης που υπήρχαν στο ρωμαϊκό δίκαιο (π.χ. σταύρωση, καύση, πνιγμό και τα τοιαύτα. Μόνο σε δύο περιπτώσεις διατηρήθηκαν σκληρές ποινές. Πρώτον, στον εμπρησμό σε κατοικημένη περιοχή προβλέπονταν εκτέλεση δια πυρός. Δεύτερον, στην ληστεία με φόνο προβλέπονταν απαγχονισμός του δράστη με «φούρκα».
β) Εισήχθησαν οι ποινές του ακρωτηριασμού και της τύφλωσης[xx],  σύμφωνα με ανατολικά πρότυπα[xxi]. Οι ποινές αυτές μάλιστα προβλέπονταν για πλήθος αξιόποινων πράξεων.
Ζήτημα εγέρθη εξαιτίας αυτών των ποινών, του ακρωτηριασμού και της τύφλωσης, που αντιγράφηκαν από εθιμικά δίκαια της Ανατολής. Τέθηκε θέμα εκβαρβαρισμού του ρωμαϊκού δικαίου με τις νομοθετικές πράξεις των Ισαύρων[xxii]. Οι διαφωνούντες με την παραπάνω άποψη (π.χ. Vasiliev[xxiii], Σπ. Τρωιάννος) προτείνουν την μερική κατάργηση της θανατικής ποινής και την αντικατάσταση με τις παραπάνω ποινές. Δεν λαμβάνουν, όμως, υπόψιν τους ότι οι υπό συζήτηση ποινές αντικατέστησαν χρηματικά πρόστιμα σε όσες αξιόποινες πράξεις προέβλεπε αυτά ο Ιουστινιάνειος Κώδικας. Χαρακτηριστικά αναφέρει η Αικ. Χριστοφιλοπούλου:
«Παραμένει συζητήσιμο αν και τις διατάξεις του ποινικού δικαίου διέπει πνεύμα επιείκιας και φιλανθρωπίας, όταν με τις διατάξεις αυτές εισάγονται ποινές άγνωστες στην ιουστινιάνειο νομοθεσία, δηλ. σωματικοί ακρωτηριασμοί (τύφλωση, ρινοτόμηση, γλωσσότμηση, χειροκόπηση, κόψιμο ή κάψιμο κόμης) και σωματικές ποινές (δαρμός) και μάλιστα σε αντικατάσταση χρηματικών ποινών του ιουστινιάνειου δικαίου. Είναι όμως αλήθεια ότι σε μερικές περιπτώσεις αυτές οι ποινές αντικαθιστούν την κεφαλική τιμωρία. Η θέσπιση σωματικών ποινών και ακρωτηριασμού αντιβαίνει στις αρχές του ρωμαϊκού δικαίου και αντανακλά την επικράτηση τραχύτερων ηθών υπό την επίδραση της Ανατολης[xxiv]».
Επίσης προβάλλεται από τους διαφωνούντες ένας υποτιθέμενος περιορισμός των ταξικών διακρίσεων σε σχέση με τις ποινές που επιβάλλονταν[xxv]. Και ναι μεν αυτό ισχύει εν μέρει, όταν διαβάζουμε στο κεφάλαιο 17.ιθ’ ότι όποιος έγγαμος άνδρας διαπράττει πορνεία τιμωρείται με 12 ραβδισμούς «κάντε πλούσιος εστι, κάντε πένης», αλλά στην περίπτωση της κλοπής (17.ια’[xxvi]) και της φθοράς παρθένου (17.κθ’[xxvii]) η ποινή διαφοροποιείται αναλόγως της οικονομικής επιφάνειας του δράστη.
Ο θερμός θαυμαστής των Ισαύρων αυτοκρατόρων, Κ. Παπαρηγόπουλος, με περισσή περηφάνια θεώρησε το νομοθετικό έργο τους ως «εξαιρετικά τολμηρό νεωτερισμό». Έγραψε:
«Τώρα, οπότε οι αρχές εκείνων που εδημιούργησαν την Εκλογή γίνονται δεκτές από την νομοθεσία των πιο προοδευμένων εθνών ήρθε η ώρα, τελικά, να αποδώσουμε την εκτίμηση που πρέπει στην μεγαλοφυία εκείνων των ανθρώπων που, πριν χίλια έτη, αγωνίσθηκαν για την εγκαθίδρυσι αρχών που εθριάμβευσαν μονάχα στις μέρες μας[xxviii]».
Η χαρά του Παπαρρηγόπουλου έμεινε χωρίς αντίκρισμα. Αυτό που τελικά επέζησε από το έργο των Ισαύρων δεν είχε να κάνει με την ίδια την νομοθεσία τους αλλά μόνο με τον καταμερισμό της ύλης του αστικού δικαίου. Τίποτα περισσότερο. Το έργο τους δεν επέζησε ούτε στην ίδια την Ρωμανία, δεν έπεισε για τις προθέσεις του ούτε τον ίδιο τον λαό της αυτοκρατορίας, ο οποίος σε τελική ανάλυση υπάγονταν στην αρμοδιότητά του. Έτσι με την άνοδο στον θρόνο των αυτοκρατόρων της επόμενης δυναστείας, η Εκλογή καταργήθηκε. Η νομοθεσία έκανε στροφή στις ρίζες της, στον ιουστινιάνειο κώδικα, και μάλιστα εκφράστηκε σκληρά για την νομοθετική προσπάθεια των Ισαύρων. Οι νόμοι των Ισαύρων χαρακτηρίστηκαν «ανοησίες», οι οποίες αντιτίθεντο στο δόγμα και κατέστρεφαν σωτήριους νόμους[xxix].
Στο προοίμιον του Πρόχειρου Νόμου εγράφη:
«αποτρόπαιος μεν και τοις προ ημών γέγονεν ο πρώην εγχειρίδιος νόμος, ουχ όλος μέντοιγε ολικώς, αλλ’ όσον ώφειλεν»
Παρόμοια στην εισαγωγή της Επαναγωγής:
«επί καταλύσει των σωστικών νόμων παρά των Ισαύρων φληναφίας εκτεθείσας»
Συνεπώς στο πεδίο του δικαίου οι Ίσαυροι δεν κατάφεραν να κάνουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, όσες θέλουν να βλέπουν στο έργο τους μεταγενέστεροι ιστορικοί.
Στο θέμα της παιδείας τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Δεν μπορεί να γίνει λόγος για μεταρρυθμίσεις. Συζήτηση γίνεται για το αν πυρπολήθηκε το πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης ή όχι, για το αν επέζησε κάποιου είδους παιδείας (εκκλησιαστικής ή ιδιωτικής, όχι όμως δημόσιας) και προσπάθεια γίνεται για την εξιχνίαση αυτών των εκπαιδευτικών προγραμμάτων (με την προϋπόθεση ότι υπήρχαν). Και μόνο το γεγονός ότι οι οποιεσδήποτε πληροφορίες έχουν φθάσει σε μας, προέρχονται στο συντριπτικό τους ποσοστό από αγιογραφικά κείμενα[xxx], επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ο Paul Lemerle έγραψε για το θέμα:
«Για τα θέματα που συζητούμε δεν υπάρχει εποχή πιο πτωχή σε ολόκληρη την ιστορία του Βυζαντίου, αν κρίνει κανείς από τις πηγές που σώθηκαν ως τις ημέρες μας. Αλλά κι αν ακόμη η εποχή αυτή υπήρξε φτωχή, πρέπει να δεχθούμε ότι κυοφορούσε μια αργή ωρίμανση που έδωσε τους καρπούς της τον 9ο αι[xxxi]».
Επίσης η Αικ. Χριστοφιλοπούλου:
«Η επικράτησις του διωγμού των εικόνων συμπίπτει με την οπισθοδρόμηση των κλασσικών γραμμάτων, εντεύθεν η υπό των εικονοφίλων κατά της αντιπάλου παρατάξεως εκτοξευομένη κατηγορία της απαιδευσίας, ενώ την οριστικήν αποτυχίαν της εικονομαχικής κινήσεως ακολουθεί η στροφή προς τον αρχαίον κόσμον και η εις το ιστορικόν προσκήνιον προβολή ανθρωπιστικών ροπών[xxxii]»
 Σε τελική ανάλυση οι βασικές θέσεις αυτής της θεωρίας των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων ως αιτίας της εικονομαχίας δεν άντεξαν στον έλεγχο.
γ) Η θεωρία της εκκλησιαστικής μεταρρύθμισης.
        Όταν πια τον εικοστό αιώνα εφαρμόστηκαν οι θεωρίες κοινωνικής μεταρρύθμισης, οι οποίες κυριαρχούσαν σε θεωρητικό επίπεδο τον προηγούμενο, γοητεύοντας διανοούμενους και μη, και ο κόσμος έλαβε πείρα των ολοκληρωτικών καθεστώτων, που αυτές οι θεωρίες γέννησαν, η θεωρία της κοινωνικής μεταρρύθμισης ως αιτίας της εικονομαχίας παραμερίστηκε. Εξάλλου, πέρα από την δυνατότητα για ελεύθερους στοχασμούς που παρείχε, δεν άντεχε στις αρένες του ακαδημαϊκού διαλόγου.
 Η ιδέα, όμως, της μεταρρύθμισης εν γένει ήταν βαθιά ριζωμένη στις συνειδήσεις, γι’ αυτό και δεν ήταν εύκολο να εγκαταλειφθεί. Έλαβε λοιπόν, τον μανδύα της εκκλησιαστικής μεταρρύθμισης. Από τα γνωστά ονόματα του χώρου, που φλέρταραν με την θεωρία αυτή ήταν ο J. B. Bury και M. Lenormant. Από αυτούς ο μεν Bury έβλεπε στην εικονομαχία το προοίμιο του Λουθηρανισμού[xxxiii], ενώ ο δεύτερος, το προοίμιο του Καλβινισμού[xxxiv]. Σε πιο ακραίες περιπτώσεις οι εικονομάχοι παραλληλίζονταν με τους Πουριτανούς της Αγγλίας του 17ου αι.
Γι’ αυτούς τους ιστορικούς το αίτιο της εικονομαχίας δεν ήταν οι εικόνες. Ο J. B. Bury έγραψε:
«Η ιστορική έναρξη της εικονοκλαστικής διαμάχης, όπως την εκλαμβάνω, δεν αφορούσε την λατρεία ή την τιμητική προσκύνηση των εικόνων, αλλά το γεγονός ότι η κίνηση αντιπροσώπευε μια μεγάλη αντίδραση ενάντια στις λιπαρές προλήψεις που επικρέμονταν ως σύννεφο πάνω από την Χριστιανοσύνη[xxxv]».
Οι ίδιοι απέδωσαν στις ενέργειες του Λέοντα Γ’ ορθολογισμό:
«Αλλά αυτό που ειδικά μας ενδιαφέρει και αφορά την ιστορία είναι, όχι οι λεπτομέρειες της διαμάχης καθεαυτού, αλλά το γεγονός ότι ο Λέων ο Γ’, ο Κωνσταντίνος ο Ε’, και το κόμμα τους υποκινούνταν από ένα πνεύμα ορθολογισμού, με την ίδια έννοια που ο Λούθηρος υποκινούνταν από ένα πνεύμα ορθολογισμού[xxxvi]».
Εδώ καταλαβαίνουμε, ότι εφόσον δεν τον ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες των γεγονότων, λίγο-πολύ έχει προαποφασίσει τα συμπεράσματά του.
«Ήταν αντίπαλοι, όχι μόνο της εικονολατρίας, αλλά επίσης και της Μαριολατρίας˙ δεν πίστευαν στην μεσιτεία των αγίων, απεχθάνονταν τα λείψανα, τα οποία υπότίθεται ότι κατείχαν θαυματουργικές ιδιότητες».
Εδώ όμως, ο J. B. Bury μπερδεύει την συμπτωματολογία με την αιτία της αρρώστιας. Και ναι μεν η συμπτωματολογία είναι ενδεικτική για το είδος της αρρώστιας αλλά δεν παρέχει πληροφορίες για τα αίτια που την προκάλεσαν. Εν ολίγοις στην ερώτηση, γιατί ο λέων ο Γ’ αποφάσισε να ξεκινήσει την εικονομαχία, οι θιασώτες αυτής της θεωρίας απαντούν, διότι ήταν "Προτεστάντης". Και γιατί ήταν Προτεστάντης; Διότι παρουσίαζε τα ίδια συμπτώματα με τους Προτεστάντες (με το σκεπτικό πάντα του J. B. Bury). Αλλά σε αυτήν την περίπτωση η διερεύνηση των αιτιών της εικονομαχίας απαιτεί να τεθεί η εξής ερώτηση: Τι ήταν αυτό που οδήγησε τον Λέοντα Γ’, τον Κωνσταντίνο Ε’, και το κόμμα τους να ασπασθούν τον Προτεσταντισμό; Για την απάντηση σε αυτή την ερώτηση το σκεπτικό της παραπάνω θεωρίας δεν είναι αρκετό, διότι κάνει λήψη του ζητουμένου.
Ο Α. Α. Vasiliev απάντησε στην παραπάνω ερώτηση, απέρριψε, όμως την θεωρία της εκκλησιαστικής μεταρρύθμισης:
«Οι εικονομάχοι αυτοκράτορες, γεννημένοι στην Ανατολή, είχαν όλοι γνώσι των θρησκευτικών απόψεων που επικρατούσαν στις Ανατολικές Επαρχίες˙ εμεγάλωσαν μ’ αυτές τις απόψεις και συνδέθηκαν στενά μαζί τους. Όταν ανέβηκαν στον θρόνο, μετέφεραν τις απόψεις τους στην πρωτεύουσα, κάνοντάς τες βάσι της εκκλησιαστικής τους πολιτικής. Οι αυτοκράτορες αυτοί δεν ήσαν ούτε άπιστοι ούτε ορθολογισταί, όπως πιστεύεται. Αντίθετα υπήρξαν άνθρωποι ειλικρινείς και εκ πεποιθήσεως πιστοί που επιθυμούσαν να ξεκαθαρίσουν την θρησκεία από τα σφάλματα εκείνα που την χαρακτήριζαν και που την απομάκρυναν από τον πραγματικό της δρόμο. Από την άλλη μεριά η Εικονολατρεία και η λατρεία των λειψάνων ήσαν υπολείμματα της ειδωλολατρείας, η οποία έπρεπε με κάθε τρόπο να εξοντωθή προκειμένου να αποκατασταθή ο Χριστιανισμός στην παληά, αγνή του, μορφή[xxxvii]».
Αυτή η φροϋδικού τύπου αναδρομή στην παιδική ηλικία που χρησιμοποιείται συνήθως από την ψυχανάλυση  εφαρμόστηκε και από τον Vasiliev, για την εξήγηση των προβλημάτων προσωπικότητας του Λέοντα Γ᾿. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι τουλάχιστον στηρίζεται στις εκφράσεις των ίδιων των εικονομάχων. Βέβαια, το θεολογικό περιεχόμενο ήρθε εκ των υστέρων να καλύψει τις ενέργειες που εξέθεσαν τον αυτοκράτορα στα μάτια των υπηκόων του.
Με αφετηρία, λοιπόν, την εξ Ανατολών καταγωγή του Λέοντα Γ’ αναπτύχθηκε η θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών, την οποία θα δούμε αμέσως παρακάτω.

δ) Η θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών.
Η θεωρεία αυτή προέρχεται από τη γραφίδα Ρώσων, ως επί το πλείστον, ιστορικών. Από τους πρώτους που την επεξεργάστηκε ήταν ο G. Ostrgorsky[xxxviii]. Στην πρώτη της μορφή εκλαμβάνει ως φορέα ανατολικού πνεύματος τον ίδιο τον Λέοντα. Τα σημεία αφετηρίας για την ανάπτυξή της εκθέτει και ο A. Vasiliev[xxxix]. Αυτοί, λοιπόν, που ερμηνεύουν την εικονομαχία σύμφωνα με την άποψή αυτή, θεωρούν ότι πρόκειται για σύγκρουση ανάμεσα στον ανεικονικό κόσμο της Ανατολής και τον αποδεχόμενο τις εικόνες Ελληνισμό. Είναι αλήθεια ότι οι οπαδοί αυτής της θεωρίας εκλαμβάνουν και προσμετρούν πολλά περισσότερα στοιχεία από τις πηγές, σε σχέση με τους συναδέλφους τους που ακολουθούν άλλες ερμηνείες. Ας δούμε τα στοιχεία που θεωρείτε ότι συμβάλουν στην οικοδόμηση της παραπάνω άποψης.
α) Ο Vasiliev[xl] χρησιμοποιεί ως εφαλτήριο για την ανάπτυξη της άποψής του την ανατολική καταγωγή των εικονομάχων αυτοκρατόρων και την μη-ανατολική καταγωγή των γυναικών συζύγων που αποκατέστησαν τις εικόνες. Έτσι, ο Λέων Γ’ ήταν Ίσαυρος ή Σύριος, ο Λέων Ε’ από την Αρμενία, ο Μιχαήλ Β’ και ο γιος του Θεόφιλος από την Φρυγία. Οι δε αυτοκρατόρισσες, η Ειρήνη ήταν Αθηναία, ενώ η Θεοδώρα  κατάγονταν από την Παφλαγονία. Παραπάνω παρατέθηκε ένα απόσπασμα, στο οποίο ο Vasiliev ερμηνεύει τον τρόπο επιρροής του Λέοντα από το ανατολικό περιβάλλον του.
Αλλά μόνο ο τόπος καταγωγής δεν είναι αρκετός για να εξηγήσει ένα δυσκολοερμήνευτο φαινόμενο. Η Ανατολή δεν ήταν αποκλειστικά εναντίον των εικόνων. Εκτός από την αίρεση των Παυλικιανών, δεν υπήρχαν εκεί άλλα στοιχεία αιρετικά, η δε καθολικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις βυζαντινές επαρχίες της Ανατολής δεν αμφισβητείται. Οι πληθυσμοί της Συρίας και της Παλαιστίνης δεν ήταν κατά των εικόνων[xli].
Δεν υπάρχουν ενδείξεις, για ενδεχόμενες επιρροές του Λέοντα από τους Παυλικιανούς. Οι Ορθόδοξοι ποτέ δεν τον κατηγόρησαν για κάτι τέτοιο. Αντίθετα, τον κατηγορούν ως «σαρακηνόφρονα» ή «ιουδαιόφρονα». Ας μην ξεχνάμε ότι οι αιρετικοί Παυλικιανοί δεν δέχονταν ούτε την προσκύνηση ή χρήση του σταυρού.
Για την αντιμετώπιση αυτής της αδυναμίας προτάθηκε η επίδραση του μωαμεθανικού κόσμου στην κοσμοαντίληψη του Λέοντα. Για το θέμα αυτό η Αικ. Χριστοφιλοπούλου έγραψε:
«Το γεγονός ότι ο Λέων επέβαλεν εις τους Ιουδαίους και αιρετικούς Μοντάνους το βάπτισμα, επολέμησε κατά των Αράβων και συνεκρούσθη με τους αιρετικούς Παυλικιανούς δεν αποκλείει την αποδοχήν κοσμολογικών ή πολιτισμικών αντιλήψεων ξένων λαών, τους οποίους είχε την τύχην να γνωρίζει ως εκ του τόπου της καταγωγής του και του χώρου της υπηρεσιακής του απασχολήσεως. Αποδίδοντες οι συγγραφείς της εικονοφίλου παρατάξεως εις τον Λέοντα τους χαρακτηρισμούς “ιουδαιόφρων”, “σαρακηνόφρων”, αναγνωρίζουν την δεκτικότητα του αυτοκράτορος εις τα αντιστοίχους επιρροάς[xlii]».
Η Αικ. Χριστοφιλοπούλου έχει δίκιο, ως προς αυτό. Και οι πηγές αυτό μαρτυρούν. Αλλά η δεκτικότητα του αυτοκράτορα παραμένει εικασία μέχρι να περιγραφεί ο τρόπος της επίδρασης. Οι πηγές το εξηγούν. Η δε θεωρία της πολιτισμικής σύγκρουσης, αν και ήταν του συρμού την εποχή που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές, μεταφερόμενη στον Η’ αι. αποτελεί μια γενίκευση, που δεν εξηγεί το πώς συντελέστηκε η διαμόρφωση της γνώμης του Λέοντα. Στο σημείο αυτό λοιπόν, είναι ανεπαρκής.
Εξάλλου, ο μεγαλύτερος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας τον αιώνα εκείνο, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, προέρχονταν από τα μέρη της Ανατολής. Επίσης, ο επίσκοπος Χαράν Θεόδωρος Αμπού Κούρρα[xliii] (740-820), που έγραψε και αυτός υπέρ των εικόνων στα ελληνικά, αραβικά, και συριακά προέρχονταν από τα κατεχόμενα στην Ανατολή.
Ο Μ. Ανάστος εκφράζει την αντίρρησή του στο θέμα της δεκτικότητας μωαμεθανικής επιρροής του Λέοντα ως εξής:
«Από την άλλη μεριά είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι ένας Βυζαντινός αυτοκράτορας, μπλεγμένος σε θανάσιμο αγώνα υπάρξεως με τους Άραβες, υιοθέτησε εσκεμμένα μια καθαρά μωαμεθανική στάση απέναντι σε άρθρο της χριστιανικής πίστης. Το γεγονός ότι οι εικονομάχοι ονομαζόταν από τους επικριτές τους “σαρακηνόφρονες” δεν αποτελεί σοβαρή απόδειξη. Η λέξη αυτή ήταν μια συνηθισμένη υβριστική έκφραση χωρίς ιδιαίτερο βάρος[xliv]».
β) Όσοι ακολουθούν την παραπάνω θεωρία πιστεύουν ότι η εικονομαχία δεν περιορίζεται χρονικά στον Η’ αι. αλλά αποτελεί συνέχεια προγενέστερης διαμάχης που ξεκίνησε το δ’ αι. Ως φάσεις της διαμάχης θεωρούν την απόφαση της συνόδου της Ελβίρας, την επιστολή του Αγίου Επιφανίου Κύπρου προς τον Ιωάννη, τις επιστολές του Αγίου Γρηγορίου Α’ πάπα Ρώμης προς τον Σέρενο, επίσκοπο Μασσαλίας.
 Για την γνησιότητα των κανόνων της Συνόδου της Ελβίρας (305 μ.Χ.), αμφιβολίες εκφράστηκαν αρχικά από τον Berardi[xlv] και τον Marcellin Molkenbuhr[xlvi]. Υπέρ της γνησιότητας τάσσονται οι A. Harnack[xlvii] και  A. Piganiol[xlviii]. Ο Κανόνας που αφορά τις εικόνες είναι ο 36ος :
«Can. XXXVI. Ne picturae in ecclesia fiant.
Placuit picturas in ecclesia esse non debere, ne quod colitur et adoratur in parietibus depingatur[xlix]».
Για την ερμηνεία του Κανόνα αμφιβολίες ήγειρε ο Leclerq[l] κ.α. Ακόμα και με την προϋπόθεση ότι η ερμηνεία του Κανόνα αφορά τις εικόνες γενικά (να σημειωθεί ότι αναφέρει picturas=παραστάσεις και όχι imaginibus=εικόνες), η Σύνοδος της Ελβίρας ήταν μια τοπική σύνοδος, τους Κανόνες της οποίας υπέγραψαν 19 επίσκοποι[li]. Δεν μπορούν οι αποφάσεις της να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για το σύνολο της Καθολικής Εκκλησίας, εφόσον δεν έχουν επικυρωθεί και ο συγκεκριμένος κανόνας δεν εισήλθε στο Corpus Juris Canon, όπως συνέβη με άλλους κανόνες της ίδιας συνόδου (π.χ. 5ος, 8ος, 13ος ). Το περιστατικό λοιπόν, αυτό παραμένει τοπικού χαρακτήρα και δεν αφορά το σύνολο της Εκκλησίας, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει διαμάχη εντός των κόλπων της Εκκλησίας για το θέμα των εικόνων, την εποχή αυτή.
Για τα όσα αποδίδονται στον Άγιο Επιφάνειο σχετικά με τις εικόνες έχουν γραφτεί πολλά χωρίς το θέμα να έχει οριστικοποιηθεί. Ήδη πρώτος ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός αμφιβάλλει για το αν είναι γνήσια όσα του αποδίδονται[lii]. Κατά της αυθεντίας των αποσπασμάτων αυτών έγραψαν οι D. Serruys[liii], G. Ostrogorsky[liv], F. Dölger[lv]. Και πάλι αν υποτεθεί ότι έγινε στην πραγματικότητα το περιστατικό που αναφέρεται στην επιστολή του αγίου Επιφανίου προς τον Ιωάννη επίσκοπο Ιεροσολύμων[lvi], τότε μιλάμε πάλι για μεμονωμένη περίπτωση που δεν απασχόλησε το σύνολο της Εκκλησίας.
Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δύο επιστολές του Αγίου Γρηγορίου του Α’ προς τον επίσκοπο Μασσαλίας. Στην πρώτη ο Άγιος επαινεί το Σερένο για τον ζήλο που επιδεικνύει στο να διδάξει ότι κανένα χειροποίητο αντικείμενο δεν πρέπει να γίνεται αντικείμενο λατρείας. Στην συνέχεια, όμως, τον επιπλήττει διότι έσπασε τις εικόνες:
«Διότι οι εικόνες γι’ αυτό τον λόγο χρησιμοποιούνται στις εκκλησίες, ώστε όσοι είναι αγράμματοι να μπορούν να διαβάζουν με το να κοιτάνε στους τοίχους, όσα δεν μπορούν να διαβάσουν στα βιβλία. Έτσι η αδελφότητά σου θα έπρεπε γι’ αυτό να διατηρήσει τις εικόνες και να αποτρέψει τους ανθρώπους να τις λατρεύουν, με σκοπό, αυτοί που είναι αγράμματοι να μπορούν τοιουτοτρόπως να μαθαίνουν την ιστορία, και όχι να αμαρτάνουν με την λατρεία των παραστάσεων των εικόνων[lvii]».  
Στην δεύτερη επιστολή του προς το Σερένο, ο Άγιος Γρηγόριος επανέρχεται περισσότερο επικριτικός:
«Και πραγματικά ότι απαγόρευσες να λατρεύονται, σε επαινούμε˙ αλλά σε ψέγουμε διότι τις έσπασες. Που ακούστηκε ποτέ, αδελφέ, ιερέας να έπραξε ό,τι έπραξες εσύ; Νομίζεις ότι μόνο εσύ είσαι άγιος και σοφός; Διότι το να λατρεύει κανείς μια εικόνα είναι άλλο και να διδάσκεται κανείς τι να λατρεύει μέσω της ιστορίας της εικόνας είναι άλλο[lviii]»
Η θέση του αγίου Γρηγορίου είναι ορθοδοξότατη. Απαγορεύεται η λατρεία των εικόνων, απαγορεύεται η καταστροφή τους. Ούτε φαίνεται να υπάρχει κάποια διαμάχη. Ο Επίσκοπος Μασσαλίας υπέπεσε σε σφάλμα και ο Επίσκοπος Ρώμης τον διορθώνει με αδελφική αγάπη, εκθέτοντας την ορθή διδασκαλία.
Τα παραδείγματα, τα οποία προσκομίζονται από τους υποστηρικτές της θεωρίας αυτής, δεν μπορούν να στηρίξουν διαμάχη στους κόλπους της Εκκλησίας για το θέμα της προσκύνησης των εικόνων. Είναι περιστατικά απόλυτα προσδιορισμένα σε τοπικό επίπεδο και με την προϋπόθεση ότι είναι πραγματικά. Δεν φαίνεται επίσης κάποια σύγκρουση ανατολικών και ελληνικών στοιχείων σε αυτές.
Το σκεπτικό του Vasiliev θα μπορούσε να είναι σωστό. Τον τέταρτο αιώνα, όταν η Εκκλησία εξήλθε νικήτρια από την περίοδο των διωγμών, απέκτησε νομική υπόσταση και αργότερα έγινε επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Πλήθος ναών ανεγείρονταν και εξωραΐζονταν, οπότε, σύμφωνα με την υπόθεση που μας απασχολεί, το θέμα της αποδοχής ή μη των εικόνων στους ναούς θα έπρεπε να είχε συζητηθεί, και ενδεχομένως να είχε δημιουργήσει διενέξεις. Οι οπαδοί αυτής της θεωρίας πίστεψαν ότι τα παραπάνω αποσπάσματα ήταν ο απόηχος της διένεξης που έφτασε ως εμάς.
Αλλά η κατάσταση δεν είχε έτσι, όπως θα την ήθελαν. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε καμιά συζήτηση για το θέμα τον τέταρτο αιώνα, εκτός ίσως από την περίπτωση της Συνόδου της Ελβίρας. Τα μεμονωμένα περιστατικά δεν προκαλούν συζήτηση επί του θέματος. Οι ενημερωμένοι επίσκοποι εκθέτουν την ορθή διδασκαλία σε όσους δεν την γνωρίζουν (περίπτωση των επιστολών του Αγίου Γρηγορίου Α’). Στα κείμενα των Πατέρων, και κυρίως του Μεγάλου Βασιλείου, η θεολογία της εικόνας αναπτύσσεται σε συνάρτηση με το χριστολογικό δόγμα, και όχι ξεχωριστά. Δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ή κάποιος λόγος να μεταφερθεί η έναρξη των συζητήσεων σχετικά με τις εικόνες πριν από την εποχή της εικονομαχίας.
Από την άλλη, το γεγονός ότι οι Εκκλησίες εξωραΐστηκαν τον δ’ αιώνα με εικόνες, χωρίς να εγείρεται θέμα για το αν πρόκειται για ειδωλολατρία, ένα από τα δύο μπορεί να σημαίνει. Ή ότι το θέμα είχε συζητηθεί σε προηγούμενη περίοδο ή ότι πρόκειται για αποστολική παράδοση και δεν υπήρχε λόγος να συζητηθεί. Όσο και αν ανατρέξει κάποιος στην εκκλησιαστική γραμματεία των προηγούμενων αιώνων, δεν θα βρει ανάλογη συζήτηση. Και αυτή ήταν περίοδος έντονης απολογητικής έναντι της ειδωλολατρίας. Άρα η χρήση των εικόνων ήταν πράγματι αποστολική παράδοση και αυτό δεν το αρνήθηκαν ούτε οι Εικονομάχοι του Η’ αι. Όταν μάλιστα στην Σύνοδο της Ιέρειας το 754 μ.Χ. επικαλέστηκαν την μαρτυρία του απόκρυφου που επιγράφεται Πράξεις Ιωάννου[lix], κείμενο του β’ αι. μ.Χ., το έπραξαν για να καταδείξουν ως αιρετική την προσκύνηση των εικόνων, εφόσον το κείμενο αυτό ήταν γραμμένο με βάση τις αιρετικές διδασκαλίες του Δοκητισμού. Έμμεσα παρουσίαζαν μια ιστορική μαρτυρία για την αποστολική παράδοση της χρήσης των εικόνων. Όταν αργότερα η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε την χρήση του κειμένου[lx], δεν καταδίκασε την ιστορική μαρτυρία που αυτό περιείχε για την ύπαρξη των εικόνων την αποστολική εποχή, αλλά την κακοπροαίρετη χρήση του από τους επισκόπους της συνόδου της Ιέρειας, και βέβαια, τις αιρετικές διδασκαλίες που περιείχε.
γ) Σε μια παραλλαγή της θεωρίας που εξετάζουμε, φορέας του ανατολικού πνεύματος δεν είναι οι αυτοκράτορες, αλλά οι επίσκοποι των ανατολικών επαρχιών[lxi]. Αυτή η άποψη εκμεταλλεύεται την σύνταξη των Νακωλείας Κωνσταντίνου, Κλαυδιουπόλεως Θωμά και Εφέσου Θεοδοσίου, αλλά όποιες επαφές είχε ο αυτοκράτορας με αυτούς πριν από την έναρξη της εικονομαχίας θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αναγνωριστικές των προθέσεών τους. Η Φρυγία, η Λυδία και η Γαλατία, δεν θεωρούνταν ανατολικές επαρχίες αλλά μικρασιατικές[lxii].
Η παραλλαγή αυτή παραβλέπει τον μοναδικό χαρακτηριστικό που είχε η αίρεση της εικονομαχίας, ότι, δηλαδή, εισήχθη στην ζωή της Εκκλησίας από τον αυτοκράτορα και όχι από κάποιο εκκλησιαστικό πρόσωπο. Ο Νακωλείας Κωνσταντίνος χαρακτηρίζεται στις πηγές «αρχιαιρεσιάρχης», εξαιτίας της έντονης δράσης του κατά των εικόνων, και όχι επειδή εισήγαγε αυτός την αίρεση[lxiii]. Η δε αντικατάσταση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Γερμανού ήταν εύκολη υπόθεση εξαιτίας της αριβιστικής προδιάθεσης του σύγκελού του Αναστασίου, όχι εξαιτίας της προηγούμενης εικονομαχικής του πεποίθησης. Είναι σίγουρο ότι αν είχε δώσει προηγούμενα δείγματα αιρετικής γραφής ο πατριάρχης θα τον είχε απομακρύνει από κοντά του.
Εδώ αξίζει να συμπληρώσουμε ότι στην εικονομαχική σύνοδο της Ιέρειας δεν συμμετείχε κανένας από τους θρόνους είτε Ανατολής είτε Δύσης. Ο θρόνος της Κωνσταντινούπολης χήρευε, ενώ οι άλλοι απείχαν. Από δε τους επισκόπους που συμμετείχαν σ’ αυτήν και ζούσαν ακόμη όταν έγινε η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, κατά τον έλεγχό τους υπό της Συνόδου, κατά την δεύτερη πράξη αυτής δήλωσαν άγνοια της ορθής διδασκαλίας, όπως ο Γρηγόριος Νεοκαισαρείας[lxiv]. Κατά την Τρίτη πράξη επειδή δεν εδίωξαν κανέναν των Ορθοδόξων, και επέδωσαν λίβελλον[lxv] ορθής πίστης έλαβαν τους θρόνους τους. Αυτοί ήταν ο Νεοκαισαρείας, ο Νικαίας, ο Ρόδου, ο Ικονίου, ο Ιεραπόλεως, ο Πισινούντος και ο Καρπάθου[lxvi].
Η θεωρία της σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης μέσα στην εικονομαχία δείχνει να μεταφέρει στον εκκλησιαστικό τομέα την συζήτηση που γίνεται για τις ρίζες  και τις επιδράσεις της βυζαντινής τέχνης. Για το θέμα αυτό έγραψε ο Steven Runciman:
«Στο τέλος του 3ου αι. η ελληνορωμαϊκή τέχνη δεν ήταν δυνατόν να εξελιχθεί περισσότερο…. Ο 4ος αι. έφερε μια αντίδραση απ’ την Ανατολή. Σε όλο τον κόσμο οι θρησκείες που είχαν συριακή ή συροαιγυπτιακή προέλευση γινόταν με τον καιρό όλο και πιο δημοφιλείς. Το κύριο χαρακτηριστικό των οπαδών τους ήταν ο μυστικισμός και η απογοήτευση από τα εγκόσμια, και επομένως γι’ αυτούς η αυταρέσκια του ελληνιστικού νατουραλισμού δεν είχε κανένα νόημα. … Ο θρίαμβος του Χριστιανισμού ήταν αναπόφευκτο να σημάνει την ενίσχυση αυτής της αραμαϊκής αντίληψης της τέχνης. Τον Χριστό δεν ήταν δυνατόν να τον ζωγραφίζουν όπως ζωγράφιζαν άλλοτε τον Απόλλωνα[lxvii]».
«Οι δύο τεχνοτροπίες υπήρχαν (σ.σ. ελληνιστική και αραμαϊκή) εξακολούθησαν να υπάρχουν η μια πλάι στην άλλη, μετριάζοντας η μια τα λάθη της άλλης. Το άτεχνο σχέδιο των Αραμαίων δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το κοινό, ένα κοινό όμως που ζητούσε περισσότερη συγκίνηση από όση μπορούσε να του δώσει η ελληνίζουσα τέχνη, που ήθελε να αισθάνεται αμέσως το πνευματικό νόημα της εικόνας[lxviii]».
«Το εικονομαχικό κίνημα του 8ου αι. είχε ακόμη βαθύτερη επίδραση στη ζωγραφική. Από την άποψη της τέχνης ήταν ένας αγώνας ανάμεσα στην αραμαϊκή και στην περσική τέχνη, στον οποίο επενέβη η ελληνίζουσα και βγήκε νικήτρια, έχοντας διδαχτεί πολλά από τους δύο αντιπάλους της. Το έδικτο που απαγόρευε τη λατρεία των εικόνων σήμαινε ότι η θρησκευτική ζωγραφική που αναπαριστούσε μορφές έχασε την προστασία του κράτους και έγινε λαθραίο έργο των καταδιωγμένων μοναχών. …Στη θέση της οι αυτοκρατορικές αρχές ενθαρρύνανε μια τέχνη διακοσμητική με μοτίβα γεωμετρικά και, ακόμη περισσότερο, τα πλούσια εκείνα σχέδια με πουλιά και φύλλα που τόσο άρεσαν στους Πέρσες και στους Αρμένιους[lxix]».
Εν ολίγοις αυτό που κάνει η θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών είναι να εισάγει ανάλογες συζητήσεις από την θεωρία της βυζαντινής τέχνης και να την προσαρμόζει στα δρώμενα της εικονομαχίας. Αν το θέμα της εικονομαχικής έριδας ήταν το αν μπορεί να εικονίζεται ο Χριστός όπως ο Δίας - θέμα που εξετάστηκε παλιότερα, όπως μας πληροφορούν τα αποσπάσματα από την εκκλησιαστική ιστορία του Θεόδωρου Αναγνώστου[lxx] και την χρονογραφία του Θεοφάνους[lxxi] -, τότε θα μπορούσαμε να το εξετάσουμε μέσα από ανάλογες μεθόδους. Αλλά το θέμα της έριδας ήταν θεολογικό και όχι εικαστικό, οπότε η έρευνα για τα αίτια πρέπει ν’ ακολουθεί την ιστορική μεθοδολογία και προσέγγιση.
Σήμερα η πνευματική αντίθεση ανατολικών και δυτικών επαρχιών, ως αίτιο της εικονομαχίας, αντιμετωπίζεται ως υπερβολικά σχηματική και απλοποιημένη[lxxii].

ε) Άλλες απόψεις.
Ο Uspenskij πιστεύει ότι τα αίτια της εικονομαχίας ήταν πολιτικά. Θεωρεί ότι στόχος του Λέοντα Γ’ ήταν να περιορίσει την ανάπτυξη της ιδιοκτησίας των μοναστηριών. Έγραψε:
«Τα διοικητικά μέτρα του Λέοντος εστράφησαν βασικά και απαραιτήτως, από την αρχή, εναντίον των μοναστηριών, τα οποία κατά τον Η’ αι. κατέλαβαν μια πολύ αφύσικη θέση στην αυτοκρατορία. Στην πραγματικότητα η πολιτική του Λέοντος Γ’ δεν στηρίχθηκε σε θρησκευτικές αιτίες. Οι ομάδες όμως των μοναχών, που υπερήσπιζαν τον φεουδαλισμό τους, βρήκαν ότι ήταν χρήσιμο γι’ αυτούς να μεταθέσουν την διαμάχη σε θεολογικό έδαφος με τον σκοπό να μπορέσουν ν’ αποδείξουν ότι η δράση των αυτοκρατόρων είχε ως βάση την αθεΐα και την αίρεση και να διαβάλλουν έτσι την κίνηση, υποσκάπτοντας την εμπιστοσύνη που είχε ο λαός στον αυτοκράτορά του. Ο πραγματικός χαρακτήρ της κινήσεως αυτής έχει, με τον τρόπο αυτό, παραμορφωθή με πολύ ικανότητα και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για την αποκατάστασή της[lxxiii]».
Πρόκειται για έκφραση της κλασσικής σοβιετικής άποψης που έβλεπε την Εκκλησία ως ταξικό εχθρό, και τον μοναχισμό ως τον κακό φεουδάρχη του μεσαίωνα. Δεν λαμβάνει υπόψη τα γεγονότα, ούτε δίνει σημασία στην σειρά με την οποία εξελίχθηκαν. Είναι γενικά αποδεκτό σήμερα ότι τα αντιμοναχικά μέτρα ήταν δευτερογενές φαινόμενο της εικονομαχίας, και προέκυψε από ως απάντηση στις αντιδράσεις των μοναχών στα εικονομαχικά μέτρα και όχι μόνο.
Ο K. Schwarzlose διατύπωσε την άποψη ότι η πολιτική των εικονομάχων αυτοκρατόρων είχε τόσο θρησκευτικά όσο και πολιτικά αίτια, με περισσότερη έμφαση στα τελευταία. Πίστευε ότι ο Λέων ο Γ’ θέλοντας να είναι ο μόνος απόλυτος κύριος όλων των εκφάνσεων της ζωής, ήλπιζε, απαγορεύοντας την λατρεία των εικόνων, ότι θα απάλλασσε  τον λαό από την επιρροή της Εκκλησίας[lxxiv].
 Στις παραπάνω απόψεις, που θέλουν να βλέπουν την εικονομαχία ως πρόσχημα και πίσω από αυτήν πολιτικά ή οικονομικά κίνητρα, απάντησε ο Μ. Ανάστος ως εξής:
«Θα ήταν αναχρονιστικό αν απορρίπταμε τις θεολογικές πλευρές του θέματος σαν ασήμαντες και ερμηνεύαμε την εικονομαχία σαν απλό κάλυμμα ενός οικονομικού ή κοινωνικού προγράμματος που απέβλεπε ανάμεσα σε άλλα στην απελευθέρωση των αγροτών από τους μεγάλους γαιοκτήμονες, ή στην αφαίρεση πολύτιμων εκκλησιαστικών ή μοναστηριακών κτημάτων προς όφελος του αυτοκρατορικού θησαυροφυλακίου. Αν και οι πληροφορίες μας γι’ αυτά τα θέματα είναι λιγοστές, είναι αναμφισβήτητο ότι ο βυζαντινός αυτοκράτορας μπορούσε να κατάσχει ή να δεσμεύει κάθε είδους περιουσία, πολιτική η εκκλησιαστική, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να κρυφτεί πίσω από θεολογικά καλύμματα[lxxv]».
Ο Μ. Ανάστος έχει απόλυτο δίκιο. Σε αυτά τα θέματα η εξουσία του αυτοκράτορα ήταν απεριόριστη. Δυστυχώς, ο Λέοντας πίστεψε ότι μπορούσε να επεκτείνει τα δικαιώματα της αυτοκρατορικής εξουσίας σε θέματα εκκλησιαστικά και θεολογικά. Γράφοντας στον πάπα Γρηγόριο Β’ «Βασιλεύς και ιερεύς ειμί[lxxvi]», εξέφραζε έναν καισαροπαπισμό άνευ προηγουμένου, κακοποιώντας το «εν Χριστώ βασιλεύς» της πολιτικής ιδεολογίας, τον οποίο η Εκκλησία δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί. Έτσι παράλληλα με την εικονομαχία, ξεκίνησε μια αντιπαράθεση μεταξύ Εκκλησίας και αυτοκρατορικής εξουσίας, για το θέμα της επέμβασης του αυτοκράτορα στα εκκλησιαστικά ζητήματα. Στην αντιπαράθεση αυτή οι μοναχοί αρνούνταν εξ ολοκλήρου την οποιαδήποτε ανάμιξη του αυτοκράτορα στα εκκλησιαστικά, ενώ στην ιεραρχία υπήρχαν και φωνές διατεθειμένες να συζητήσουν. Η διαμάχη αυτή δεν έληξε με την αποκατάσταση των εικόνων και τον τερματισμό της εικονομαχίας. Συνεχίσθηκε και τους επόμενους αιώνες σε πιο ήπιους τόνους, αν και υπήρξαν περιπτώσεις, στις οποίες τα πνεύματα οξύνονταν με υπαιτιότητα των αυτοκρατόρων (π.χ. τεταρτογαμία Λέοντα Στ’).
Ο Γάλλος βυζαντινολόγος Bréhier υπογραμμίζει ιδιαιτέρως το γεγονός ότι η εικονομαχία προβάλλει δύο διαφορετικά ζητήματα. Πρώτον, το σύνηθες θέμα της εικονολατρείας. Δεύτερον, το πρόβλημα της νομιμότητας της θρησκευτικής τέχνης, δηλαδή το κατά πόσον επιτρέπεται η προσφυγή στην τέχνη ως προς ένα μέτρο απεικονίσεως του υπερφυσικού κόσμου και αντιπροσώπευσης των Αγίων, της Θεοτόκου και του Χριστού. Θέτει λοιπόν, το ζήτημα της επίδρασης της εικονομαχίας στη Βυζαντινή Τέχνη[lxxvii].
Τέλος ο Βλ. Φειδάς προσμετρά την επίδραση των Μονοφυσιτικών Εκκλησιών της Ανατολής στην εικονομαχική στάση των επισκόπων:
«Ωστόσο στη σχετική όχι μόνο δεν αξιολογήθηκε, αλλά ούτε καν προσέλκυσε την προσοχή των ερευνητών το γεγονός ότι και οι Μονοφυσίτες είχαν ασκήσει οξύτατη θεολογική κριτική εναντίον των εικόνων ήδη από τις αρχές του Στ’ αιώνα (Σεβήρος Αντιοχείας, Φιλόξενος Ιεραπόλεως της Φρυγίας κ.α.) και είχαν διαμορφώσει τις βάσεις της αντιεικονικής στάσεως της Ανατολής. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι και οι πρώτοι επίσκοποι υποστηρικτές της εικονομαχικής πολιτικής του Λέοντα προέρχονταν από την επαρχία της Φρυγίας, στην οποία είχε δράσει ο μονοφυσίτης Φιλόξενος Ιεραπόλεως με καθαρά θεολογικά κριτήρια[lxxviii]».

στ) Επίλογος
Αν και πέρασαν δυόμισι αιώνες από τότε που ο Κ. Παπαρηγόπουλος ολοκλήρωσε την πρώτη μελέτη για τα αίτια της εικονομαχίας, καταδεικνύοντας το περίπλοκο του προβλήματος, το θέμα παραμένει άλυτο για τους ιστορικούς. Οι διάφορες θεωρίες που προτάθηκαν παρουσιάζουν σοβαρά κενά. Οι ειδικοί μέσα από την διαφωνία τους καταλαβαίνουν ότι είναι ανάγκη να διερευνηθεί ακόμη περισσότερο το ζήτημα, μέχρι να καταστεί δυνατή η τέλεια αποσαφήνιση των αιτιών και η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Αυτό δεν θα μπορέσει να επιτευχθεί όσο η έρευνα δεν λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις πληροφορίες των πηγών. Όσο οι ιστορικοί συνεχίζουν να σνομπάρουν τα εκκλησιαστικά και ιστορικά κείμενα που διασώθηκαν – και αυτά είναι πέραν του δέοντος αρκετά και σύμφωνα μεταξύ τους – η λύση δεν θα εμφανίζεται στον ορίζοντα.
Για μας τους Ορθόδοξους, το θέμα είναι λυμένο. Δεν χρειάζεται παρά να ανατρέξει κάποιος στα πρακτικά της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και να διαβάσει τι κατέγραψαν:
«Ο αγιώτατος πατριάρχης είπεν˙
επειδήπερ απεδείχθη εν τη προλαβούση αναγνώσει, ότι υπό Εβραίων, και Ελλήνων, και Σαμαρειτών, Μανιχαίων τε και Φαντασιαστών ενεκλήθη η εκκλησία ένεκεν των σεπτών εικόνων και πάντες επείσθημεν, δίκαιον εστι και του αδελφού ημών και αγαπητού κυρού Ιωάννου του τοποτηρητού των αποστολικών της ανατολής θρόνων επακούσαι˙ έχει γαρ τινα διήγησιν δηλούσαν, πόθεν ήρξατο η των εικόνων καταστροφή.
 Η αγία σύνοδος είπε˙ και ζητούμεν, δέσποτα, ακούσαι περί τούτου.
Ιωάννης ο ευλαβέστατος πρεσβύτερος και τοποτηρητής των ανατολικών αρχιερέων, από πιττακίου ανέγνω.
Βούλομαι εγώ ο μέτριος και πάντων έσχατος διηγήσασθαι μετά πάσης αληθείας επί της παρούσης ταύτης αγίας υμών και ιεράς συνόδου, όπως, και πότε, και όθεν έσχε την αρχήν η κακίστη και θεοστυγής αύτη των χριστιανοκατηγόρων και Εικονοκλαστών αίρεσις. Συντομία δε χρήσασθαι λόγου προαιρούμενος, δια χάρτου έκρινα καλόν ποιήσασθαι την εξήγησιν, ως αν μηδέν με της αληθείας λάθοι.
Του των αθέων Αράβων τεθνηκότος τυράννου, ήτοι συμβούλου˙ (Σελεμάν ην ούτος τούνομα)˙ διεδέξατο τούτον Ούμαρος. Ος επιβάς της αρχής, ευθύς μεταστειλάμενος απέστρεψε τον ανάσκαφον Μασαλμάν από της γης ταύτης πολέμιον όντα δυσμενή˙ ός τη του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού χάριτι, και της αυτόν τεκούσης παναγίας θεοτόκου, μετ’ αισχύνης και απωλείας του οικείου των Σαρακηνών στρατεύματος υπέστρεψεν εις Συρίαν, ανύσας ων ήλπισεν ουδέν. Τελευτήσαντος δε τ’ Ουμάρου, τούτον διαδέχεται Εζιδος, ανήρ κούφος τις και παράφορος.
Ην δε τις εν τη Τιβεριάδι προηγέτης των παρανόμων Εβραίων, φαρμακομάντις, δαιμόνων ψυχοβλαβών όργανον, ονομαζόμενος Τεσσαρακονταπήχυς, δυσμενής εχθρός της εκκλησίας του Θεού. Ός μεμαθηκώς την του κρατούντος Εζίδου κουφότητα, και δη τούτω προσελθών ο παμπόνηρος ούτος Εβραίος, επεχείρει μαντεύεσθαι τινα και προλέγειν αυτώ. Ως ουν εκ τούτων ευπαράδεκτος εγεγόνει και ευπαρρησίαστος τω τυράννω, έφη˙
θέλω πρωτοσύμβουλε, ευνοία τη προς σε διακείμενος, υποθέσθαι σοι τρόπον τινα ευχερώς και ραδίως ανυθησόμενον, δι ού σοι προστεθήσεται ζωής μήκος, και διαμένεις χρόνους τριάκοντα εν τήδε σου τη αρχή, ει εις έργον αγάγοις τους λόγους μου.
Ο δε άφρων εκείνος τύραννος κεπφωθείς τον νουν εφέσει μακροβιώσεως˙ ην γαρ φιλοτρυφητής και ακόλαστος˙ απεκρίνατο,
ότιγε όσα αν υποθή μοι, ετοίμως ποιώ. Και εάν τύχω του πρακτέου, μεγίσταις αμείψομαί σε τιμαίς.
Ο δε φαρμακομάντις Εβραίος φησι προς αυτόν˙
Κέλευσον ευθέως πάσης άτερ αναβολής και υπερθέσεως γράψαι κατά πάσαν την αρχήν εγκύκλιον επιστολήν, ώστε πάσαν εικονικήν διαζωγράφισιν είτε εν σανίσιν, είτε δια μουσείων εν τοίχοις, είτε εν σκεύεσιν ιερείς, και ενδυτοίς θυσιαστηρίων, και όσα τοιαύτα ευρίσκεται εν πάσαις ταις των Χριστιανών εκκλησίαις, αφανίσαι, και τέλος καταλύσαι˙ ου μην αλλά και όσα εν ταις αγοραίς πόλεων κατά κόσμον εισί και ευπρέπειαν οιαδήποτε ομοιώματα.
Σατανικώ δε κακουργήματι κινούμενος ο ψευδομάντις προσέηκε, παν ομοίωμα, ανυφόρατον δείξαι την προς ημάς έχθραν μηχανώμενος. Ο δε αλιτήριος τύραννος τούτω κουφότατα πεισθείς, αποστείλας καθείλεν από πάσης επαρχίαςς της υπ’ αυτόν τας αγίας εικόνας, και λοιπά ομοιώματα. Και τούτω τω τρόπω απεκόσμησε τας εκκλησίας του Θεού δια του φαρμακού Εβραίου αφειδως τας υπό την εξουσίαν αυτού, προ του φθάσαι εν τη γη τούτη το κακόν. Φευγόντων δε το θεοφιλεστάτων Χριστιανών, του μη ταις οικείαις χερσί καταστρέψαι τας αγίας εικόνας, Εβραίους θεοστυγείς, και οικτρούς Άραβας ηγγάρευον οι εις τούτο αποσταλέντες Αμηραίοι˙ και ούτως έκαιον τας σεπτάς εικόνας, και τους οίκους των εκκλησιών πη μεν κατέχριον, πη δε κατέξεον. Τούτων ακηκοώς ο ψευδεπίσκοπος Νακωλείας, και οι κατ’ αυτόν, εμιμήσαντο τους παρανόμους Ιουδαίους, και τους ασεβείς Άραβας, και ενύβρισαν τας εκκλησίας του Θεού.
Άξιον δε κρίνω της ιεράς ημών ακοής και οίον εδέξατο τέλος ο άθλιός τε και δείλαιος εκείνος φαρμακός Εραίος. Ως γαρ τούτο δράσας ο σύμβουλος Έζιδος, ου πλείω των δύο ήμισυ χρόνων βιώσας απέθανε, και απήλθεν εις το αιώνιον πυρ, αι μεν εικόναις εν τη αρχαία ιδρύσει και τιμή κατέστησαν˙ ο δε τούτου υιός Ούλιδος τούνομα, αγανακτήσας, ως φονέα του ιδίου πατρός τον φαρμακόν αισχίστω θανάτω αναιρεθήναι εκέλευσεν, άξια ταπίχειρα της ψευδομαντείας αυτού κομισάμενον.
Ο αγιώτατος επίσκοπος Μεσσήνης είπε˙
Καγώ παιδίον ήμην εν Συρία, οπηνίκα ο των Σαρακηνών σύμβουλος τας εικόνας κατέστρεφεν[lxxix]».
Αυτά ανέγνωσαν, υπέγραψαν και επικύρωσαν οι θεοφόροι Πατέρες της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου.
Θαρραλέα ο π. Θεόδωρος Ζήσης μεταφέρει το πνεύμα της Συνόδου στην συζήτηση για τα αίτια της εικονομαχίας:
«Η εικονομαχία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της συνόδου, που αποδέχεται και η σύγχρονη έρευνα, γεννήθηκε από ποικιλία επιδράσεων που ήσκησαν επί του Χριστιανισμού από τη μια πλευρά εξωχριστιανικά θρησκεύματα, όπως ο Ιουδαϊσμός και ο Ισλαμισμός, και από την άλλη χριστιανικές αιρέσεις, κυρίως ο Μονοφυσιτισμός και ο Μανιχαϊσμός. Είναι γνωστόν ότι ο Ιουδαϊσμός και με την επίδρασιν αυτού και ο Ισλαμισμός, στηριζόμενοι στην Π. Διαθήκη που απαγορεύει την απεικόνιση του Θεού λόγω του κινδύνου της ειδωλολατρείας, απαγόρευσαν την χρήση εικόνων μέσα στους ναούς των.
Στον Χριστιανισμό επιφυλάξεις για την χρήση των εικόνων παρατηρήθηκαν σε μονοφυσιτικούς κύκλους των ανατολικών επαρχιών, που γειτόνευαν με ισλαμικές χώρες και σε γνωστικές μανιχαϊκές κοινότητες. Οι Μονοφυσίτες υπερτονίζοντας τη θεϊκή φύση του Χριστού μέσα στην οποία απορροφήθηκε η ανθρώπινη, θεωρούσαν αδύνατη και ανεπίτρεπτη την περιγραφή με εικονικές παραστάσεις της απερίγραπτης θεϊκής φύσης του Χριστού, ενώ οι Μανιχαίοι λόγω των διαρχικών τους απόψεων, που κατεδίκαζαν κάθε τι το υλικό, κατέληξαν στην διδασκαλία ότι ο Χριστός δεν προσέλαβε αληθινή ανθρώπινη φύση που θα μπορούσε να περιγραφεί με εικόνες. Οι μαθητές και οι άνθρωποι της εποχής του, συναναστρεφόμενοι με το Χριστό, δεν είχαν απέναντί τους μια αληθινή ιστορική ύπαρξη, αλλά ένα φάντασμα, νόμιζαν, “εδόκουν”, ότι έβλεπαν τον Χριστό˙ ο Μανιχαϊσμός από εχθρότητα προς την ύλη κατέληξε χριστολογικά στον Δοκητισμό.
Αυτές τις επιδράσεις κουβαλούσαν οι εικονομάχοι του Βυζαντίου και αυτή είναι σε πολύ γενικές γραμμές η θεωρητική βάση της εικονομαχίας, η οποία σημειωτέον άρχισε πρώτα όχι μέσα στις επαρχίες του Βυζαντίου, αλλά σε περιοχές που είχαν καταλάβει οι Άραβες, απ’ όπου  πέρασε και στο Βυζάντιο. Η εικονομαχία ως συνέπεια ιουδαιοϊσλαμικών και μανιχαϊκών επιδράσεων, ως και χριστολογικών αιρετικών απόψεων, έχει βαρύτατες σωτηριολογικές συνέπειες[lxxx]».
Σε αυτά τα πολύ ορθά συμπεράσματα θα μπορούσαν να καταλήξουν ομόφωνα και οι ιστορικοί, αν αποφάσιζαν να μελετήσουν απροκατάληπτα και με σοβαρότητα τις πηγές.
Στις ημέρες μας ο κίνδυνος μια νέας μορφής εικονομαχίας είναι ορατός. Με υπουργικές αποφάσεις οι εικόνες αποκαθηλώνονται από τα δημόσια κτίρια. Ταυτόχρονα, ο πολλαπλασιασμός των αιρετικών οργανώσεων και σεχτών που δραστηριοποιούνται στην χώρα μας, απειλεί να παραπληροφορήσει την κοινωνία για το θέμα της προσκύνησης των εικόνων. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον ο λόγος του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου είναι επίκαιρος:
«ου γαρ τι άλλο εστί το υπέρ της εικόνος του σωματικού αυτού χαρακτήρος εναθλείν, ή το περί αυτού μαρτυρείν[lxxxi]».



[i] Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Η Βυζαντινή αυτοκρατορία του ελληνικού έθνους, κρίσιμοι χρόνοι 642-1071, εν Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών , τ. Η’ σελ. 29.
[ii] H, G, Beck, Η βυζαντινή χιλιετία, ΜΙΕΤ 1992, σελ. 251-252.
[iii] Μ. Αναστος, Η εικονομαχία και η πολιτική των αυτοκρατόρων, στο The Caimbridge Medieval History, 1966, vol. IV, ελληνική έκδοση Μέλισσα 1979, τ. 1 σελ. 76.
[iv] Δεν έχω υπόψη μου σε ποιο έργο του Φαλλμεράυερ αναφέρεται ο Παύλος Καρολίδης που τον κατατάσσει στους οπαδούς αυτής της θεωρίας. Κ. Παπαρηγόπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 8η εκδ. Ελευθερουδάκη χ.χ., τ. Γ’ 2ο μέρος σελ. 25, σημ. 2.
[v] Σπ. Ζαμπέλιου, Βυζαντιναί μελέται, Αθήναι 1857, σελ. 57: «Η Εικονομαχία σημειοί την είσοδον της Αιρέσεως εις στάδιον πάντως διάφορον του προτέρου. Διότι αν ο Μονοθελητισμός, τελευταία του δόγματος προσβολή, εφιλονείκησε της Τριάδος την θεολογίαν, αλλά το αδέσποτον τούτο φρόνημα της εποχής των Ισαύρων, η Εικονομαχία, τας έξ προηγουμένας Συνόδους ομολογούσα, δεν προσβάλλει ειμή εκκλησιαστικάς τινας παραδόσεις, και περιορίζεται εις μόνην της λατρείας την μεταρρύθμισιν».
[vi]  Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Βάνιας 19982, τ. Β1 σελ. 105.
[vii] K. Paparrigopoulos, Histoire de la civilization Hellénique, Paris 1878, 188-191
[viii] Κ. Παπαρηγόπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 8η εκδ. Ελευθερουδάκη χ.χ., τ. Γ’ 2ο μέρος σελ. 18-19.

[ix] G. Schlumberger, Η βυζαντινή εποποιία, ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς (τίτλος πρωτοτύπου Un empereur byzantine du Xe siècle, Nicèphore Phocas, Paris 1890), μετ. Ι. Λαμπρίδης, Δημιουργία 1999, σελ. 443-445.
[x] Σπ. Ζαμπέλιου, Βυζαντιναί…, σελ. 134-5.
[xi] Π. Ζέπος, Jus Graeco – Romanum, Αθήναι 1931, τ. 2 σ. 11-62.  Επίσης πιο πρόσφατη έκδοση, L. Burgmann, Ecloga, Das Gesetzbuch Leon III und Konstantinos V, Frankfurt a. M. 1983.
[xii] JGR, II.11 και L. Burgmann, Ecloga…, 160,1-6.
[xiii] K. E. Zachariä von Ligenthal, Geschichte des Griechisch-römischen Rechts, Berlin 18923, 16. Επίσης P. Collinet, Byzantine Legislation from Justinian (565) to 1453, Caimbridge Medieval History, IV.708, (δεν έχει περιληφθεί στην ελληνική έκδοση), V. Grumel, La Date de la promulgation de l’ Ecloge de Leon III, Echoes d’ Orient, XXXIV (1935), 331.
[xiv] D. Ginnis, Das Promulgationjahr der Isaurischen Ecloge, Byzantinische Zeitschrift, XXIV (1924), 356-7. Του Ιδίου, Ο υπ’ αριθμ. 121 κώδιξ της μονής Αγ. Νικάνορος Ζάβορδας και δύο χρονολογίαι της Εκλογής των Ισαύρων και του Πρόχειρου Νόμου, ΕΕΒΣ 30 (1960-1), 351-2. Εκτενής συζήτηση στο C. A. Spulber, L’ Ecloge des Isauriens, Texte, traduction, histoire. Cernautzi, 1929,  81-86. Επίσης G. Ostrogorsky, Die Chronologie des Theophanes im 7 und 8 Jahrhundert, Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher, VII (1930), 6
[xv] Σπ. Τρωιάνος, Πηγές  βυζαντινού δικαίου, Σάκκουλας 1999, σελ. 112 και σημ. 1. , L. Burgmann, Ecloga…, σελ. 10.

[xvi] Σπ. Τρωιάννος, Πηγές…, σελ. 114.
[xvii] A. A. Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, μετ. Δημ. Σαβράμη, τ. Α’ σελ. 301. Ι Καραγιαννόπουλος, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Βάνιας 19935,  τ. Β’ σελ. 126.
[xviii] Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία…, τ. Β’ σελ. 127.
[xix] Για τα Προοίμια γενικά βλ. Pieter E. Pieler, Νομική Φιλολογία, Εισαγωγή, στο Herbert Hunger, Βυζαντινή λογοτεχνία, η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, (μετ. Ελευθερία Παπαγιάννη, Σπ. Τρωιάννος), ΜΙΕΤ 2005 (β’ανατυπ), τ. Γ’ σελ. 201-203, επίσης Herbert Hunger, Prooimion. Elemente der byzantinischen Kaiseridee in den Arengen der Urkunden (WBS 1), Wien-Graz-Köln 1964.
[xx] Εκλογή, τιτλ. 17 § ιε’ (JGR II sel. 55)
[xxi] Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία…, Β’ σελ. 129. A. Vasiliev, Ιστορία…, Α’ σελ. 301.
[xxii] Η συζήτηση στο T. E. Gregory, The Ecloga of Leon III and the Concept of Philanthropia, εν Βυζαντινά 7 (1975) σ. 267-87. Επίσης B. Sinogowitz, Studien zum Straftrecht der Ecloge, Αθήναι 1957, Του Ιδίου, Brandstiftung und Brandverursachung im Recht der Ekloge Leons III, εν Ξένιον Festschrift P. Zepos τ. 1 Αθήνα 1973, σελ. 573-588.
[xxiii] A. Vasiliev, Ιστορία…, Α’ σελ. 301. , Σπ. Τρωιάννος, Πηγές…, σελ. 116.
[xxiv] Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Η Βυζαντινή αυτοκρατορία του ελληνικού έθνους, κρίσιμοι 642-1071, εν Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών , τ. Η’ σελ. 27.
[xxv] A. Vasiliev, Ιστορία…, Α’ σελ. 302. , Σπ. Τρωιάννος, Πηγές…, σελ. 116
[xxvi] JGR II σελ. 54
[xxvii] JGR II σελ. 56
[xxviii] K. Paparrigopoulos, Histoire…, 205, 209.
[xxix] Zachariä von Ligenthal, Collectio librorum juris graecoromani ineditorum, Leipzig, 1852, 62, JGR II σελ. 237.
[xxx] Για τους βίους της εικονομαχικής περιόδου, οι οποίοι συνεισφέρουν στοιχεία για τα υπό εξέταση θέματα, P. Lemerle,  Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός, ΜΙΕΤ 20013, σελ. 91-93.
[xxxi] P. Lemerle, Ο πρώτος…., σελ. 71.
[xxxii] Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή…, σελ. 111
[xxxiii] J. B. Bury, History of the later Roman Emprire, from Arcadius to Irene (395A.D. to 800 A. D.), London 1889, vol. II p. 431
[xxxiv] M. Lenormant, La Grande-Grèce, t. II p. 386:  «la tentative d’ une sorte de calvinisme anticipe»
[xxxv] J. B. Bury, History…, Vol. II p. 429.
[xxxvi] J. B. Bury, History…, Vol. II p. 429.
[xxxvii] A. Vasiliev, Ιστορία…, Α’ σελ. 319-20.
[xxxviii] G. Ostrogorsky, Studien zur Geschichte des byzantinisches Bilderstreites, Breslau 1929, p.25 και εξής.
[xxxix] A. Vasiliev, Ιστορία…, Α’ σελ. 315-21
[xl] A. Vasiliev, Ιστορία…, Α’ σελ. 315.
[xli] Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία…, Β’ σελ. 132.
[xlii] Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή…, Β1 σελ. 107.
[xliii] Μ. Αναστος, Η εικονομαχία και η πολιτική των αυτοκρατόρων, στο The Caimbridge Medieval History, 1966, vol. IV, ελληνική έκδοση Μέλισσα 1979, τ. 1 σελ. 80.
[xliv] Μ. Αναστος, Η εικονομαχία…, σελ. 80.
[xlv] Berardi, Gradiani Canones genuine ab apocryphis discrete, ed. Taurin 1752, i.24
[xlvi] Marcellin Molkenbuhr,Dissertation. Critica de concilium Trullano Eliberitano, c. Monast. 1791.
[xlvii] A. Harnack, Geschichte der altchristlichen Literatur bis Eusebis, Leipzig 1897, B. II s. 450.
[xlviii] A. Piganiol, L’ Empereur Constantin le Grand, Paris 1932,  81-82.
[xlix] Mansi, II,2D.
[l] Leclerq, Dictionnaire d’ archeoloie Chrettienne et de liturgie, Paris 1926, VII.215. Την συζήτηση για την ερμηνεία του Κανόνα στο C. J. Hefele, History of the Christian  Counsils from the documents, Edimbourgh 18832,  vol. 1 p. 151.
[li] Τα ονόματα των επισκόπων που υπογράφουν τις αποφάσεις της Συνόδου της Ελβίρας στο Mansi II.5C.
[lii] Αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού, Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας, λόγος α’ 25.1:
«Ει δε φης τον θείον και θαυμαστόν Επιφάνιον διαρρήδην ταύτας απαγορεύσαι, πρώτον μεν τυχόν παραγεγραμμένος και επίπλαστος ο λόγος άλλου μεν ων πόνος, ετέρου δε την επωνυμίαν έχων, ό πολλοίς είθισται δραν». (PG 94,1257A).
[liii] D. Serruys, Revue des comptes rendus de l’ Acadèmie des inscriptions et belles-lettres, 1 (1940) 361-3
[liv] G. Ostrogorsky, Studien…, 83-8
[lv] F. F. Dölger, Byzantinische Diplomatik. 20 Aufsätze zum Urkundenwesen der Byzantiner .... Bilderstreits (1929)), Göttingische Gelehrte Anzeigen 1929, N. 8, 357-8. Επίσης το θέμα πραγματεύεται ο H. G. Beck, Kirche und theologische Literatur im byzantinischen Reich, München 1959,  s. 297.
[lvi] PG 43.390
[lvii] Registri epistolarum, liber IX, epistolae CV,
“Praeterea indico dudum ad nos pervenisse quod fraternitas vestra, quosdam imaginum adolares aspiciens, easdem in Eclesiis imagines confregit atque projecit. Et quidem zelum vos, ne quid manufactum adorari posset, habuisse laudavimus, sed franere easdem imagines non debuisse indicamus. Indirco enim picture in Ecclesiis adhibetur, ut hi qui litteras nesciunt, saltem in parietibus videndo legant quae legere in Codicibus non valent. Tua ergo fraternitas et illas servare, et ab earum adoratu populum prohibere debuit, quatenus et litterarum nescii haberent unde scientam historiae colligerent, et populous in picturae adoratione minime peccaret”. (PL 77.1027D-1028A).
Αγγλική μετάφραση της επιστολής Phlip Schaff, A Select Library of Nicene and Post-Nicene Fathers of the Christian Church, second series,  New York 1898,  vol. 13 p. 23
[lviii] Registri epistolarum, liber XI, epistolae XIII, PL 77,1127 , P. Schaff, A Select Library…, vol. 13 p. 53.
[lix] R. A. Lipsius & M. Bonnet, Acta Apostolorum Apocrypha, Lipsiae 1898. Το κείμενο στις σελίδες 151-216. Το περιστατικό με τον απόστολο Ιωάννη και τον μαθητή του Λυκομήδη στις σελίδες 165-167.
[lx] Mansi XIII,168D-173E
[lxi] Δ. Ζακηθυνός, Βυζαντινή Ιστορία, Αθήνα 1972, σελ. 196.
[lxii] Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία…, Β’ σελ. 132-3
[lxiii] Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή…, Β1 σελ. 107
[lxiv] Mansi XII,1054A-B
[lxv] Mansi XII,1115A
[lxvi] Mansi XII,1119B.
[lxvii] Steven Runciman, Ο Βυζαντινός Πολιτισμός, Γαλαξίας 1969, σελ. 287.
[lxviii] Steven Runciman, Ο Βυζαντινός Πολιτισμός, Γαλαξίας 1969, σελ. 300.
[lxix] Steven Runciman, Ο Βυζαντινός Πολιτισμός, Γαλαξίας 1969, σελ. 303-4.
[lxx] PG 86a,173A
[lxxi] Ed. Niebhur, t.1 174.14
[lxxii] Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία…, Β’ σελ. 132.
[lxxiii] Ελήφθη από A. Vasiliev, Ιστορία…, Α’ σελ. 315, όπου και η σχετική παραπομπή στη σημ. 68. Παρομοίως F. I. Uspenskij, Istorijavizantijskoj imperii, Leningrad 19272, II 22-53, 89-109, 157-174.  Την θέση αυτή αντέκρουσε ο G. Ostrogorsky, Über die vermeintliche Reformtätigkeit der lsaurier Byzantinische Zeitschrift XXX (1929-30) 399.
[lxxiv] K. Schwarzlose, Der Bilderstreit, ein Kampf der Griechischen Kirche um ihre Eigenart und ihre Freiheit, Gotha 1890, 42, 46, 48, 50.
[lxxv] Μ. Αναστος, Η εικονομαχία…, σελ.76.
[lxxvi] “Imperator sum et Sacerdos”. Gregorii II, Epistolae XIII, Ad Leonem Isaurum imperatorem, PL 89,521
[lxxvii] L. Bréhier, La Querelle des images, Paris 1905, 3-4.
[lxxviii] Βλ. Φειδάς, Βυζάντιο, Βίος-Θεσμοί-Κοινωνία-Τέχνη, Αθήνα 1985, σελ. 55
[lxxix] Mansi XIII,196E-200B
[lxxx] Από ομιλία που εκφωνήθηκε σε ειδική εκδήλωση που οργάνωσε η Ένωση Θεολόγων Βορείου Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή της Ορθοδοξίας (28-2-1988) στην αίθουσα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, και εκδόθηκε στο Θεόδωρου Ζήση, Πρωτοπρεσβύτερου, Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Οι εικόνες στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Θεσσαλονίκη 20072, σελ. 15-16.
[lxxxi] PG 99,1188C