Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

ΕΝ ΦΥΛΑΚΗ ΗΜΗΝ ΚΑΙ ΗΛΘΕΤΕ ΠΡΟΣ ΜΕ -Π. ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΕΘ' ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ - ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΜΕΛΩΔΟΙ

Τρόποι εκφράσεως τής ευχής καί οί καρποί της




Ένας περιπλανώμενος εξόριστος ιερεύς, κάνοντας τον τσαγκάρη στα φοβερά εκείνα χρόνια των τρομακτικών διωγμών στη Ρωσία, από το 1918 έως το 1925, μας δίδει μέσα από κάποιες γραπτές σημειώσεις του σε ένα πρόχειρο ημερολόγιο, κάποια βιώματα, όντως φοβερά και ανήκουστα ανοσιουργήματα. Γράφει και διηγείται ο ίδιος τα εξής:
Θα σας τα διαβάσω όπως τα γράφει.
Με έφεραν στη μικρή παραποτάμια πόλη, στο σπίτι ενός τσαγκάρη, του Σάββα Γρηγόριεβετς. Άρχισα να μαθαίνω την τέχνη του παπουτσή. Ο Σάββας, όμως, ήταν πιστός άνθρωπος. Καθόμασταν τα βράδια κάτω από μια φλαμουριά και μελετούσαμε την Αγία Γραφή, συζητούσαμε πνευματικά, προσευχόμασταν. Ήταν ο Σάββας ένας λεβεντόκορμος γέροντας, με φωτεινή, καθαρή ψυχή. Κρατούσε από σόι παραδοσιακό, καθαρά Ορθόδοξο. Με τη ζωή του λες και ζωγράφιζε την εικόνα του Χριστού. Τα Σάββατα και τις Κυριακές έρχονταν οι συγγενείς του και άλλοι ευσεβείς άνθρωποι, τελούσαμε κρυφά τη Θεία Λειτουργία, στα πίσω δωμάτια.
(Εδώ τη Θεία Λειτουργία την έχουμε ελεύθερη τώρα.)
Οι χριστιανοί έμαθαν για μένα. Μου έφερναν κρυφά τα παιδιά τους, τα βρέφη τους, για να τα βαφτίσω. Μου ζητούσανε να τους εξομολογήσω, να τους κοινωνήσω, να τους παντρέψω εκκλησιαστικά. Η πόλη δεν είχε πλέον ιερείς. Πριν έρθω εδώ, ως τσαγκάρης εξόριστος, τους είχαν εξαφανίσει όλους. Άλλους, βέβαια, τους είχαν εξορίσει στο Σολόφκ, και άλλους τους θανάτωσαν μετά από φρικτά βασανιστήρια. Όρμισαν σε έναν ιερέα την ώρα που κρατούσε το Άγιο Ποτήριο. Έχυσαν στο πάτωμα το Αίμα του Χριστού. Το λειτουργό τον έβγαλαν έξω με τα άμφια μαζί, έξω από την εκκλησία, και τον κρέμασαν στην πλατεία σε έναν ηλεκτρικό στύλο. Στο χωριό Ντουμπλάχ τον πατέρα Δημήτριο, συμμαθητή μου στην ιερατική σχολή, τον τύφλωσαν με τις λόγχες. Βαρύς ο Σταυρός της αμαρτίας, που έχει φορτωθεί όχι ο αμαρτωλός, γιατί ο αμαρτωλός μετανοεί, αλλά ο θεομάχος και ο πολέμιος της Ορθοδόξου πίστεως.

Η μυστηριακή καί πνευματική κοινωνία



Δυστυχώς λόγω κακής ποιότητας του ήχου, σε πολλά σημεία του κηρύγματος, η απομαγνητοφώνηση γίνεται δύσκολα.

216-α
Β' Χαιρ., 2005

Τυπικό της Εκκλησίας μας σήμερα, επειδή η ημέρα του Ευαγγελισμού έπεσε ημέρα Παρασκευή, πάντοτε, οποιαδήποτε ημέρα και αν πέσει ο Ευαγγελισμός, το βράδυ της ίδιας μέρας και λέγεται και γίνεται με εσπερινό η απόδοση της εορτής. Γι' αυτό και δοξάζεται μεσημέρι και βράδυ, γιατί δεν έχει απόδειπνο, δεν έχει κανόνα δηλαδή και ___ αλλά έχει εσπερινό.
Έτσι λοιπόν εάν σήμερα δεν ήταν Παρασκευή, αν έπεφτε Πέμπτη, ή Τετάρτη ή οποιαδήποτε άλλη μέρα, πάλι θα γινόταν εσπερινός, αλλά δεν θα κάνουμε τους Χαιρετισμούς. Επειδή όμως συνέπεσε να είναι ημέρα του Ευαγγελισμού, ημέρα Παρασκευή, μαζί με την απόδοση της εορτής, του εσπερινού, διαβάζονται ____ οι Χαιρετισμοί, όποιοι και αν πέσουν. Πρώτοι, δεύτεροι, τρίτοι και τα λοιπά και ούτω κάθς εξής.
Όταν έχουμε μεγάλες εορτές, και Θεομητορικές και Δεσποτικές, όταν προσέχουμε με προσοχή τα γράμματα, και μέσα μας λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», φώτισέ με, να καταλάβω αυτά τα υπέροχα λόγια τα οποία ακούγονται και λέγονται και ψάλλονται μέσα στην Εκκλησία μας, η καρδιά μας, μάς πληροφορεί, αναπαύεται μέσα, γλυκαίνεται, ξεκουράζεται, φεύγει από δω ειρηνική, τρέφεται πνευματικά, πώς να σας το πώ, είναι όπως ακριβώς μασάμε μια τροφή και χορταίνουμε, το ίδιο γίνεται όταν υπάρχει ευσεβής διάθεση από μας, να ακούσουμε τα λόγια του Θεού, τα οποία ψάλλονται και λέγονται, κατά την διάρκειαν είτε του Όρθρου, είτε του Εσπερινού, και προπάντος και ιδιαιτέρως της Θείας Λειτουργίας.
Όπως μας μπολιάσει η Θεία Κοινωνία, μας μεταγγίζει τρόπον τινά, να πω πιο καλύτερα, ο Ένας που ο Θεός ___, πως γίνεται με τους ασθενείς, που παίρνουν ζωή, επειδή μεταγγίζουμε αίμα, το οποίον δανείζονται από κάποιους συνανθρώπους, ανθρώπους που θέλουν να προσφέρουν το αίμα τους, και δίνουν μια φιάλη, και άλλος κάποια άλλη, και άλλος κάποια άλλη, και ούτω κάθ' εξής, και έτσι παίρνει ζωή ο ασθενής, κατά τον ίδιον τρόπον λοιπόν, η Θεία Κοινωνία είναι μία μετάγγισις του Θεϊκού Αίματος μέσα μας, και παίρνω μέσα ζωή.

Μερικά αίτια στή γέννηση τών παθών καί η καταπολέμησίς τους



Χαίρε φλογός παθών απαλλάττουσα,
δηλαδή Χαίρε Υπεραγία Θεοτόκε, που νεκρώνεις με τις πρεσβείες σου τον άνθρωπο από την φλόγα των παθών.
Χριστιανοί μου, από τότε που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τον εαυτόν μας μέχρι σήμερα, στην όποια ηλικία και αν είμεθα, παιδιά, νέοι, μεσήλικες και γερόντια, διαπιστώνουμε με λύπη ότι μας πολεμούν συνεχώς κάθε μέρα, πολλών ειδών πάθη.
Πριν από κάθε ορθρινό ή εωθινό Ευαγγέλιο, όπως και στις παρακλήσεις ψάλουμε το γνωστό σε όλους μας «εκ νεότητός μου πολλά πολεμεί με πάθη». Από μωρά δηλαδή μας πολεμούν τα πάθη, που είναι και οι αρρώστιες της ψυχής.
Όπως κάθε αρρώστια έχει τις εκδηλώσεις της, πυρετό, πόνο, ζάλη, εμετούς, εξανθήματα, πύον, και χίλια δυο άλλα, έτσι και τα πάθη έχουν και αυτά τις εκδηλώσεις τους. Εκδηλώνονται δηλαδή ως κακές επιθυμίες, ως διεστραμμένες ορμές, ως πονηρές συνήθειες και ως κακές έξεις.
Κάθε άνθρωπος που γεννιέται σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, γεννιέται με τη ροπή προς το κακό. Με κλίση προς το κακό και την αμαρτία. Η Αγία Γραφή μας βεβαιώνει λέγοντας ότι ο άνθρωπος εκ νεότητος ρέπει προς τα πονηρά, δηλαδή από της γεννήσεώς του. Φωλιάζουν μέσα μας τα πάθη σαν τους σπόρους που φυτεύονται στη γη. Κάποτε φυτρώνουν αυτοί οι σπόροι, και κάτω από κατάλληλες καιρικές συνθήκες και με τις φροντίδες και τις περιποιήσεις των γεωργών φυτρώνουν, μεγαλώνουν, γιγαντώνουν και δίνουν τους καρπούς των. Το ίδιο συμβαίνει και με την ποικιλία των διαφόρων αδυναμιών και κακών κλίσεων που έχουμε μέσα μας, από τη γέννησή μας. Τις περισσότερες φορές αυτά τρέφονται και μεγαλώνουν και γίνονται πάθη, από μας τους ίδιους τους γονείς προς τα παιδιά μας, που τους δίδουμε το κακό παράδειγμα. Όσο πικρή και αν είναι αυτή η αλήθεια, πρέπει να λέγεται, πρέπει να ακούγεται, πρέπει να διαλαλείται. Ότι τις περισσότερες φορές για τα πάθη των παιδιών μας φταίμε εμείς οι γονείς.
Άλλοτε πάλι οι γονείς μεν είναι ευσεβείς, αλλά έχουν κάποιες αδυναμίες και ιδιαιτερότητες προς τα παιδιά τους, και έτσι ανέχονται τα μικρά τους στραβά κουσούρια, είναι πέρα από κάθε μέτρο επιεικείς, προσφέρουν με αφθονία και αδιακρισία τα υλικά αγαθά, και δεν ελέγχουν μετά σοβαρής αυστηρότητος και τις πλέον μικρές αλλά πικρές παρεκτροπές.
Άλλοι πάλι από τους γονείς είναι πολύ νευρικοί, πολύ θυμώδεις, με πολλές φωνές, και αδιάκριτες ξυλιές και άλλοι πάλι είναι τελείως αδιάφοροι.

Η αξία τής ευχής μέσα από τά πολλά είδη προσευχών









Ομιλία 131, Η Νοερά Προσευχή, μέρος 5ον
7.4.2005

Πριν πολλά χρόνια, χριστιανοί μου, όταν ζούσε ακόμα η Γερόντισσα Μακρίνα της Πορταριάς, μου διηγήθηκε την εξής αξιοθαύμαστη εμπειρία της, που της συνέβη στα μαύρα χρόνια της Κατοχής, τότε που υπήρξε μεγάλη πείνα, η γύμνια και η παντελής φτώχεια. Ήταν ακόμα κοσμική, λαϊκή, όχι μοναχή. Ήταν τόση μεγάλη η στέρησις από τρόφιμα που, μόλις και μετά βίας, εξοικονομούσε μια φετούλα ψωμάκι για όλη την ημέρα, τίποτε άλλο. Έτσι έφθασε εκείνη τη βαριά χρονιά η Μεγάλη Εβδομάδα. Έφθασε και το Μεγάλο Σάββατο και η κατάστασή της ήτο δραματική. Το βράδυ πήγε στην εκκλησία και κάθισε σε μια γωνιά, κάνοντας συνέχεια κομποσχοίνι και λέγοντας "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Όλοι οι χριστιανοί, που άρχισαν να καταφθάνουν στην εκκλησία, νωρίτερα γιατί ήταν Κατοχή, κρατούσαν και από ένα κερί, άλλος μικρό και άλλος μεγάλο. Και στο «Δεύτε λάβετε φως», εκείνη η καημένη δεν πήγε να πάρει φως γιατί δεν είχε ούτε ένα μικρό κεράκι.
- «Εσύ, Χριστέ μου», έλεγε μέσα της, «αποφάσισες να μην κρατάω ούτε μια μικρή λαμπαδίτσα, να᾽ναι ευλογημένο».
Και μέσα στην προσευχή της, εξέφραζε την αγωνία της για τις στερήσεις, την πείνα που την θέριζε, για την λαμπάδα που δεν είχε, ενώ συγχρόνως με δάκρυα στα μάτια έλεγε συνεχώς την ευχή, "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με" και το «να ᾽ναι ευλογημένο». Εν τω μεταξύ, είχε ειπωθεί το «Χριστός Ανέστη» και άρχισε η αναστάσιμη ακολουθία του όρθρου. Στη μέση της ακολουθίας λιποθύμησε από την εξάντληση της πείνας. Από την πείνα τόσων ημερών, χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους γύρω χριστιανούς. Συνήλθε στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Θείας Πασχαλινής Λειτουργίας που αρχίζει, με το «Εν αρχή ην ο λόγος και ο λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός είναι ο Λόγος». Λες και άκουγε από το στόμα του λειτουργού ιερέως και πνευματικού της, χίλια ουράνια ραδιόφωνα να διαλαλούν αυτή την αλήθεια της Ορθοδόξου Πίστεως, που είναι και ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας. Αυτά τα λόγια χαράχτηκαν βαθιά μέσα στην ψυχή της και την κατέλαβαν ολόκληρη ψυχοσωματικά και της δημιούργησαν ένα πρωτόγνωρο αξιοθαύμαστο χορτασμό και στην καρδιά και στις αισθήσεις και στο σώμα που αδυνατούσε να τον περιγράψει με λόγια. Ήταν χορτάτη! Και στην ψυχή και στο σώμα. Χορτάτη!

Κήρυγμα πού ελέχθη τό 1998. Σήμερα τό μισό. (Κυριακή των Αγίων Πατέρων, 2005)




Μεγάλη η σημερινή Κυριακή χριστιανοί μου, η Κυριακή που είναι μετά την Ανάληψη, διότι η Εκκλησία μας τιμά τους Θεοφόρους Πατέρας της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Όλα τα γράμματα αναφέρονται εις την Θεότητα του Ιησού Χριστού, εις την Τριαδικότητα του Θεού και αυτό καταδεικνύεται και φαίνεται μέσα ακόμα και από το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα που σήμερα περιέχει, τέτοια μέρα, ένα μέρος από την λεγομένη Αρχιερατική προσευχή, την οποίαν ολόκληρη την ακούμε ως Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, σαν πρώτο Ευαγγέλιο την Μεγάλη Πέμπτη.
Αυτήν την προσευχή την απευθύνει ο Χριστός στον Θεό Πατέρα, λίγο πριν από το πάθος της Σταυρικής Του Θυσίας. Αρχίζει δε την προσευχή ο Κύριος με μία συγκινητική λεπτομέρεια. «Ταύτα ελάλησεν ο Ιησούς και επήρε τους οφθαλμούς εις τον Ουρανόν». Δηλαδή σήκωσε τα μάτια Του στον Ουρανό. Απ’ αυτή τη μικρή λεπτομέρεια, αλλά και από το πλήθος των άλλων που περιέχονται σε κάθε λέξη του Ευαγγελικού Αναγνώσματος, εξέρχονται άπειρες ουράνιες αποκαλύψεις. Δεν μπορούμε εμείς να ασχοληθούμε βέβαια με το άπειρον, ούτε καν με έναν περιορισμένον αριθμόν. Θα αρκεστούμε μονάχα σε δύο, ενώ το 1998 είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε σε τέσσερεις από αυτές θαυμαστές Ευαγγελικές αποκαλύψεις.
Η πρώτη είναι το πώς βλέπει ο Χριστός Κύριος τον Θεόν Πατέρα. Το βλέμμα του Χριστού στρέφεται προς τον ουρανό και λέγει. «Πάτερ ελήλυθεν η ώρα». Εμείς διδαχτήκαμε από τον ίδιο τον Χριστό, να φωνάζουμε και να επικαλούμεθα τον Θεόν «Πατέρα μας». «Πάτερ ημών», λέμε την Κυριακή προσευχή, την οποίαν και προηγουμένως την απαγγείλαμε όλοι μαζί, λέγοντες «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου» και τα λοιπά.
Ο Ιησούς Χριστός όμως δεν είπε «Πάτερ ημών», αλλά «Πάτερ», σκέτο το «Πάτερ». Διότι άλλη είναι η σχέσις η δική μας προς τον Θεόν, και άλλη η σχέσις η δική Του.
Η δική μας είναι σχέσις εξάρτησης. Από τον Θεόν δημιουργηθήκαμε όλοι μας. Μηδενός εξαιρουμένου. Αυτός μας έπλασε. Αυτός μας έφερε από την ανυπαρξία και από το μηδέν, στο «είναι», στο να υπάρχουμε. Αυτός μας έδωσε τη ζωή. Αυτός μας έπλασε κατ’ εικόνα Του και καθ’ ομοίωσίν Του. Μας έδωσε δηλαδή μυαλό, μας έδωσε λογικό, νου, λογον, έναρθρον λόγον, μπορούμε και ομιλούμε, θέληση, κρίση, ελευθερία, αίσθημα δικαιοσύνης αλλά και πολλών άλλων ειδών αισθήματα, αγάπης και προσφοράς και προς τον Θεόν, και προς τον πλησίον. Άρα Αυτός είναι ο Πατέρας μας. Ο φυσικός Πατέρας και Δημιουργός μας. Και μας έπλασε διπλούς τη φύση. Από σώμα υλικό και από ψυχή άϋλη και πνευματική. Οι δε γονείς μας είναι απλοί, γεννήτορές μας.
Ενώ οι σχέσεις του Χριστού προς τον Θεόν Πατέρα, είναι σχέσεις ενότητος, τι θα πει αυτό. Θα πει ότι ο Χριστός, είναι ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο μοναδικός κατά φύσιν Υιός του Θεού Πατρός. Ομοούσιος προς Αυτόν και τέλειος Θεός. Ακριβώς αυτό το πράγμα, το διακήρυξαν οι σημερινοί Πατέρες, στη Νίκαια το 325 μ.Χ. στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος είναι ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού, που γεννάται αϊδίως, πάντοτε και προ πάντων των αιώνων. Δεν υπήρξε εποχή και χρόνος που να μην υπήρχε, αφού ο Θεός ως Τριάς και ως μονάς, είναι αιώνιος και άχρονος. Και δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος.
Την ενότητα αυτή, τη βλέπουμε να εκφράζεται από τους λόγους του ίδιου του Κυρίου, όταν έλεγε στους Ιουδαίους «εγώ και ο Πατήρ έν εσμέν», «τα εμά πάντα σα εστί και τα σα εμά».
Εμείς όταν απευθυνόμαστε στο Θεό, συνήθως ζητάμε υλικά αγαθά, και την κάλυψη των πολλών μας βιοτικών αναγκών – άνθρωποι είμαστε.