Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Παράτεινον το έλεός σου τοις γινώσκουσί σε. Γράφει ο Ιωάννης Δήμος


Όποιος έχει συνηθίσει να λέει, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό», ασφαλώς είναι πάρα πολύ καλό.
Και πώς όχι αφού ζητάει το έλεος του Κυρίου; Όμως αυτό θα είναι ακόμη καλλίτερο και αποτελεσματικότερο, αν γνωρίζει και τα παρακάτω που έχουν σχέση με τη γνώση της αλήθειας, δηλαδή με τη γνώση του Θεού, σύμφωνα με τον ψαλμικό στοίχο, «παράτεινον το έλεός σου τοις γινώσκουσί σε»( Ψ. 35,11): α) Ο Θεός ως ελεήμων τον έχει ελεήσει πριν ακόμη αυτός το ζητήσει, σύμφωνα και με το, «ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού» ( Ρω. θ’, 16). β) Και μία φορά να το πει, όχι μόνο απαντά αμέσως ο Θεός, αλλά το γνωρίζει πριν ακόμη αυτός το ζητήσει. γ) Πρέπει να πιστεύει ότι ο Θεός τον έχει ελεήσει, τον ελεεί και θα τον ελεεί συνέχεια. δ) Όπως ελεεί αυτόν ελεεί και άλλους, σύμφωνα με το «ελεήσω ον αν ελεώ, και οικτειρήσω ον αν οικτείρω» ( Ρω. θ’, 15). ε) Πρέπει να χαίρεται που ο Θεός ελεεί και άλλους. στ) Πρέπει να δοξάζει το Θεό που τον ελεεί, όπως έκανε και ο ένας από τους δέκα λεπρούς. ζ) Αν αυτά δεν τα γνωρίζει και λέει μόνο για τον εαυτό του, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό», πάλι καλά κάνει και μάλιστα έχει το ελαφρυντικό της άγνοιας. Αν όμως διδάσκει και άλλους να κάνουν το ίδιο και τους κρύβει, έστω και από άγνοια, αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω σχετικά με τη γνώση της αλήθειας, δεν κάνει καθόλου καλά και καλά θα κάνει να προσέξει πολύ καλά τα λόγια του Ιακώβου, «Μη πολλοί διδάσκαλοι γίνεσθε, αδελφοί μου, ειδότες ότι μείζον κρίμα ληψόμεθα»( Ιακ. γ’, 1).
του Ιωάννη Δήμου

από την ιστοσελίδα του:  www.sostikalogia.com

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017


Αυτεξούσιο και καταστροφικότητα. Η ελλειματικότητα του δημιουργήματος
Δημοσιεύθηκε : Πέμπτη, 05 Μάιος 2011 08:00 | Γράφτηκε από τον/την kadmin | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο | Εμφανίσεις: 5746

Ιωάννης Πλεξίδας

H ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δρά­σης ἀ­πο­τε­λεῖ γιὰ τὸν Γρη­γό­ρι­ο τὴν κα­τα­στα­σι­α­κὴ συν­θή­κη τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Ὁ ἄν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ ἐ­λεύ­θε­ρος. Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρος, ἐ­πει­δὴ εἰ­κο­νί­ζει[i] τὸν Θε­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ὀν­το­λο­γι­κὰ ἐ­λεύ­θε­ρος. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τὸ αὐ­τε­ξού­σι­ο, ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται «ἰ­σό­θε­ο»[ii]. Ἐ­πει­δὴ ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α εἶ­ναι οὐ­σι­α­κὸ κα­τη­γό­ρη­μα τοῦ θε­ϊ­κοῦ τρό­που ὕ­παρ­ξης, ἡ ὁ­ρα­τὴ εἰ­κό­να τοῦ ἀ­ό­ρα­του ὀ­φεί­λει νὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἐ­λεύ­θε­ρη. Δι­α­φο­ρε­τι­κὰ δὲν πρό­κει­ται γιὰ ἀ­λη­θι­νὴ εἰ­κό­να, ἀλ­λὰ γιὰ μί­α ἀλ­λοι­ω­μέ­νη ἐκ­δο­χή της[iii]. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ συν­θή­κη ἢ ἀ­ναγκαι­ό­τη­τα ἡ ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ στα­θεῖ ἐμ­πό­δι­ο στὴν ἀν­θρώ­πι­νη βού­λη­ση[iv].

Ἀ­κό­μη καὶ ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ὸς ἐ­πι­τρέ­πει στὸν ἄν­θρω­πο νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει ἐ­λεύ­θε­ρα[v]. Ὁ ἄν­θρω­πος ὑ­πάρ­χει μό­νο στὸν ὁ­ρί­ζον­τα[vi] τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Ὁ Γρη­γό­ρι­ος θὰ ἀ­πο­κλεί­σει κά­θε μορ­φὴ με­τα­φυ­σι­κοῦ ντε­τερ­μι­νι­σμοῦ[vii], ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅ­τι οἱ ἑ­κά­στο­τε ἐ­πι­λο­γὲς τοῦ ἀν­θρώ­που κα­θο­ρί­ζον­ται μό­νο ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ ἐ­πι­λέ­ξει με­τα­ξὺ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν τρό­πων δρά­σης. Αὐ­τὴ ἡ μορ­φὴ δρα­πέ­τευ­σης ἀ­πὸ μί­α προ­κα­θο­ρι­σμέ­νη κα­νο­νι­κό­τη­τα ἐ­νέ­χει τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ ἀ­πρό­ο­πτου, τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἐγ­γε­νῶς ἐ­λεύ­θε­ρος, ἐ­πει­δὴ ἀ­κρι­βῶς δι­α­θέ­τει τὴ δυ­να­τό­τη­τα τῆς ἀ­πό­κλι­σης ἀ­πὸ τὸ κοι­νω­νι­κό, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο τὸ ἀν­θρώ­πι­νο, ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­τα­γὲς τῆς φύ­σης[viii]. Ἀ­πό­κλι­ση, ἡ ὁ­ποί­α κο­ρυ­φώ­νε­ται στὴν πρά­ξη τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας[ix]. Κά­θε ἀν­θρώ­πι­νη πρά­ξη, λοι­πόν, ἐ­νέ­χει μί­α ἀρ­χὴ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τας, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν ἀρ­χὴ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που[x]. Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­ναι μέ­ρος τῆς φύ­σης μὲ τὸν τρό­πο ποὺ εἶ­ναι τὰ ζῶ­α. Τὰ ζῶ­α ὑ­πο­τάσ­σον­ται καὶ ἀ­κο­λου­θοῦν πι­στὰ τὶς ἐ­πι­τα­γὲς τῆς φύ­σης[xi], ἐ­νῶ ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἡ φύ­ση τοῦ ἔ­χει ὁ­ρί­σει νὰ κά­νει. Κα­τα­νο­εῖ­ται ὡς ὂν μεταφυσικό, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι ξε­περ­νά­ει τὴ φύ­ση καὶ τὴν ἐ­ξου­σι­ά­ζει[xii]. Ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος κα­λεῖ­ται νὰ ἐ­πι­λέ­ξει τὸ δι­κό του μο­νο­πά­τι ζω­ῆς[xiii]. Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ἐν­το­πί­ζε­ται ἡ ἑ­τε­ρό­τη­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­λευ­θε­ρί­ας ἀ­πὸ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ Θε­οῦ. Ἑ­τε­ρό­τη­τα ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἀ­πόρ­ροι­α τῆς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ὀν­το­λο­γι­κῆς κα­τά­στα­σης ποὺ ὑ­πάρ­χει με­τα­ξὺ τῆς εἰ­κό­νας καὶ τοῦ ἀρ­χε­τύ­που, με­τα­ξὺ τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ καὶ τοῦ δη­μι­ουρ­γή­μα­τος[xiv]. Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­ναι ὀν­το­λο­γι­κὰ ἐ­λεύ­θε­ρος. Ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α του εἶ­ναι πάν­το­τε ἐν­τὸς ὁ­ρί­ων[xv], δε­σμεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὰ ὅ­ρι­α τῆς κτι­στό­τη­τάς του. Ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α ποὺ ἔ­χει ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μί­α ἐ­λευ­θε­ρί­α ἐ­πι­λο­γῆς καὶ ὄ­χι ὕ­παρ­ξης. Ἡ ὕ­παρ­ξη, δη­λα­δή, εἶ­ναι προ­τε­ρό­χρο­νη τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας καί, συ­νε­πῶς, τὴν κα­θο­ρί­ζει. Κά­θε ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ ἀν­θρώ­που πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται μό­νο ἐφ’ ὅ­σον τὸ ἀν­θρώ­πι­νο ὂν ἔ­χει ἀ­να­δυ­θεῖ στὴν ὕ­παρ­ξη, στὸν κό­σμο τῆς πα­ρου­σί­ας. Ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἑ­πο­μέ­νως, τοῦ ἀν­θρώ­που πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται σὲ μί­α ὀρ­θο­λο­γι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­νά­με­σα σὲ ἐν­δε­χό­με­να τὰ ὁ­ποῖ­α ὁ­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τὴ φυ­σι­κὴ κα­τα­σκευ­ή. Στὸν Θε­ό, ἀν­τί­θε­τα, ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α εἶ­ναι ὀντο­λο­γι­κή. Ὁ Θε­ὸς ἐ­πι­λέ­γει νὰ ὑ­πάρ­χει καὶ δὲν ἐ­πι­λέ­γει ἀ­φοῦ ὑ­πάρ­ξει. Ἡ ὕ­παρ­ξή του δὲν εἶ­ναι δο­σμέ­νη, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας του. Στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ βρί­σκε­ται καὶ ἡ δι­α­φο­ρὰ με­τα­ξὺ τῆς ἠ­θι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας [ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α] καὶ τῆς ὀν­το­λο­γι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας [Θε­ός]. Στὴν ἠ­θι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α προ­ϋ­πο­τί­θε­ται ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα, ἐ­νῶ στὴν ὀν­το­λο­γι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα εἶ­ναι τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμά της[xvi]. Ὁ Θε­ός, δη­λα­δή, εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρος ἀ­πὸ τὴν ὕ­παρ­ξη καθ’ αὑτὴ καὶ ἀ­πὸ τὶς φυ­σι­κὲς ἀ­ναγ­και­ό­τη­τες ποὺ αὐ­τὴ ἐ­πι­τάσ­σει[xvii].

Ἡ δι­ά­κρι­ση αὐ­τὴ ἀ­νά­με­σα σὲ ἠ­θι­κὴ ἢ «ἐν­τὸς ὁ­ρί­ων» ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ σὲ ὀν­το­λο­γι­κὴ ἢ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­λευ­θε­ρί­α ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ κα­θο­δη­γη­τι­κὸ νῆ­μα στὴν προ­σπά­θει­ά μας νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με τί ση­μαί­νει γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο νὰ εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρος καὶ μὲ ποιὸ τρό­πο μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α γεν­νι­έ­ται τὸ κα­κό. Εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρο ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει ex nihilo, ὅ­πως δη­μι­ουρ­γεῖ ὁ Θε­ός. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ὁ ἄν­θρω­πος δὲν προ­ϋ­πο­θέ­τει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ἕ­ναν ἀν­τι­κει­με­νι­κὸ κό­σμο, ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ ἀ­σύν­δε­το μα­ζί του, ἀλ­λὰ τὸν με­τα­μορ­φώ­νει καὶ τὸν ἀ­να­δι­ορ­γα­νώ­νει ὅ­πως αὐ­τὸς ἐ­πι­θυ­μεῖ. Πρό­κει­ται γιὰ μί­α πρά­ξη δη­μι­ουρ­γί­ας[xviii] καὶ με­τα­μόρ­φω­σης τοῦ κό­σμου, γιὰ μί­α ἐ­νερ­γη­τι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α ζω­ῆς, στὴν ὁ­ποί­α πρέ­πει νὰ ἐ­πι­ση­μά­νου­με τὸ διτ­τὸ τοῦ πράγ­μα­τος: ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μπο­ρεῖ νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ τό­σο γιὰ κα­λό, ὅ­σο καὶ γιὰ κακό[xix]. Ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, λοι­πόν, δὲν εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τη, κα­θὼς ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ ὅ,­τι ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὸ κα­λὸ καὶ τὸ κα­κό, μὲ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ ἑ­νὸς ἐ­νά­ρε­του ἢ ἀ­νή­θι­κου βί­ου[xx]. Ἂν κά­τι ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο[xxi], αὐ­τὸ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ τῆς ἀ­ρε­τῆς καὶ τῆς κα­κί­ας[xxii]. Ὁ Γρη­γό­ρι­ος θὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὸν ὅ­ρο προαίρεση[xxiii], προ­κει­μέ­νου νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὴ δυ­να­τό­τη­τα γιὰ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς με­τα­ξὺ δύ­ο ἀν­τί­θε­των κα­τα­στά­σε­ων[xxiv]. Ἡ ἔν­νοι­α τῆς προ­αί­ρε­σης ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν terminus technicus τῆς ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἠ­θι­κῆς. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης θὰ τὴ δι­α­στεί­λει ἀ­πὸ τὸ ἑ­κού­σι­ο, τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α, τὸν θυ­μό, τὴ βού­λη­ση καὶ τὴ γνώ­μη ἢ δό­ξα, θέ­τον­τάς την ὡς ἀρ­χὴ τῆς πρά­ξης καὶ τῆς κί­νη­σης[xxv]. Ὁ Γρη­γό­ρι­ος θὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη, ὁ­ρί­ζον­τας τὴν προ­αί­ρε­ση ὡς ἐ­λεύ­θε­ρη κί­νη­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς[xxvi], χω­ρὶς ὅ­μως νὰ προ­χω­ρή­σει στὴ δι­α­τύ­πω­ση πε­ρί­τε­χνων ὁ­ρι­σμῶν καὶ σὲ δι­ά­κρι­ση τῆς προ­αί­ρε­σης ἀ­πὸ τὶς ἄλ­λες ψυ­χι­κὲς δυ­νά­μεις. Ὁ Γρη­γό­ρι­ος, ἁ­πλῶς θὰ ἐ­πι­ση­μά­νει τὸν ἐ­λεύ­θε­ρο χα­ρα­κτή­ρα τῆς προ­αί­ρε­σης[xxvii], ἐ­λευ­θε­ρί­α τὴν ὁ­ποί­α ὁ Θε­ὸς ἁ­πλῶς μπο­ρεῖ καὶ προ­βλέ­πει, χω­ρὶς ὡ­στό­σο νὰ ἐ­ξου­σι­ά­ζει καὶ νὰ προ­ο­ρί­ζει[xxviii].

Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη προ­αί­ρε­ση, ὅ­μως, δὲν ἐ­πι­λέ­γει μό­νο τὸ ἀ­γα­θὸ καὶ δὲν νο­εῖ­ται μο­νο­σή­μαν­τα σὲ μί­α δη­μι­ουρ­γι­κὴ προ­ο­πτι­κή, ἀλ­λὰ ἐ­νέ­χει τὸ σπέρ­μα τῆς ρή­ξης καὶ τῆς ἀ­πο­δό­μη­σης, τὸ σπέρ­μα τῆς κα­τα­στρο­φι­κό­τη­τας[xxix]. Ἀ­πὸ ποῦ, ὅ­μως, ἐκ­πη­γά­ζει αὐ­τὴ ἡ ἀρ­νη­τι­κό­τη­τα, αὐ­τὴ ἡ ὑ­παρ­ξι­α­κὴ ἐν­τρο­πί­α, ποὺ κα­θι­στᾶ ἱ­κα­νὸ τὸν ἄν­θρω­πο νὰ ἀ­φα­νί­σει τὸν ἄλ­λο καὶ τὸν ἑ­αυ­τό του; Πῶς μπο­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἀ­γα­θῆς βού­λη­σης[xxx] τοῦ Θε­οῦ, νὰ δί­νει νό­η­μα στὸ ἀ-νό­η­το, πῶς μπο­ρεῖ νὰ οὐ­σι­ώ­σει[xxxi] τὸ ἀ­νού­σι­ο; Δι­α­νοί­γε­ται ἐ­νώ­πι­όν μας μί­α σα­φῶς ἀρ­νη­τι­κὴ ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἡ ἀν­θρώ­πι­νη προ­αί­ρε­ση εἶ­ναι ἡ μή­τρα τοῦ κα­κοῦ. Αὐ­τή, ἀ­κρι­βῶς, ἡ ἐκ­πή­γα­ση θε­με­λι­ώ­νε­ται σὲ μί­α ἐλ­λειμ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ δη­μι­ουρ­γή­μα­τος ὡς δη­μι­ουρ­γή­μα­τος, σὲ μί­α ὀν­το­λο­γι­κὴ ἀ­πό­στα­ση ἡ ὁ­ποί­α δί­νει στὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­κλί­νουν ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ νὰ κλί­νουν πρὸς ἐ­κεῖ­νο ποὺ πε­ρι­έ­χει λι­γό­τε­ρο εἶ­ναι, πρὸς τὸ μηδέν[xxxii]. Πρό­κει­ται, οὐ­σι­α­στι­κά, γιὰ μί­α κα­τα­σκευ­α­στι­κή, γιὰ μί­α φυ­σι­κὴ ἀ­τέ­λει­α τοῦ δη­μι­ουρ­γή­μα­τος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἔ­λευ­ση στὴν ὕ­παρ­ξη ση­μαί­νε­ται μὲ μί­α ἀλ­λοί­ω­ση, μὲ μί­α με­τα­βο­λή. Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν ὑ­πῆρ­χε πάν­το­τε, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­που­σί­α με­τέ­βη στὴν πα­ρου­σί­α μὲ τὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ πρό­σταγ­μα τοῦ Θε­οῦ. Ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α στὴν ὕ­παρ­ξη, θέ­τει ὡς βα­σι­κὸ κα­τη­γό­ρη­μα τῆς κτί­σης τὴν τρε­πτό­τη­τα, τὴν ἀλ­λοί­ω­ση[xxxiii]. Ἡ τρε­πτό­τη­τα τῆς κτι­στῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας εἶ­ναι σύμ­φυ­τη μὲ αὐ­τή. Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α, λοι­πόν, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­ναι αὐ­θύ­παρ­κτη, ἀλ­λὰ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ex nihilo καὶ πάν­τως ὄ­χι ἀ­πὸ τὴ θε­ϊ­κὴ οὐ­σί­α, εἶ­ναι τρε­πτὴ καὶ ἀλ­λοι­ω­τή[xxxiv]. Σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση, ὅ­μως, δὲν πρέ­πει νὰ ταυ­τί­σου­με τὴν ἀ­τέ­λει­α τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καὶ τὴ συ­να­κό­λου­θη κί­νη­σή της εἴ­τε πρὸς τὸ ἀ­γα­θὸ εἴ­τε πρὸς τὸ κα­κό, μὲ τὴν ἀ­σθέ­νει­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης[xxxv]. Ἡ ἔ­λευ­ση τοῦ κα­κοῦ στὸν κό­σμο, καὶ πρω­τί­στως ἡ κυ­ο­φό­ρη­σή του στὴν ἀν­θρώ­πι­νη προ­αί­ρε­ση, δὲν ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὴν τρε­πτό­τη­τα τῶν ὄν­των, ἀλ­λὰ εἶ­ναι συ­νέ­πει­ά της, ὅ­ταν τὰ ὄν­τα αὐ­το­βού­λως καὶ ἀ­βι­ά­στως ἐ­νερ­γοῦν πα­ρα­μορ­φω­τι­κά. Ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὴ θε­ϊ­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δη­μι­ουρ­γών­τας ἕ­ναν κό­σμο ἀ­πο­κύ­η­μα τοῦ ὑ­πο­κει­με­νι­κοῦ τους φω­τι­σμοῦ καὶ τῆς ἐ­γω­τι­κῆς αὐ­τάρ­κει­άς τους.

Ὁ ἄν­θρω­πος, λοι­πόν, βι­ώ­νει ἕ­να ἀ­κα­τά­παυ­στο γίγνεσθαι, μί­α δι­αρ­κῆ καὶ ἀ­κα­τά­λη­κτη κί­νη­ση[xxxvi], ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἀμ­φιρ­ρε­πής[xxxvii]. Μπο­ρεῖ νὰ ὁ­δη­γή­σει στὸν ἀ­φα­νι­σμὸ καὶ στὴν ἀ­πώ­λει­α[xxxviii] ἢ στὴν πλή­ρω­ση τῆς ὕ­παρ­ξης, πλή­ρω­ση ἡ ὁ­ποί­α νο­εῖ­ται ὡς ἕ­νω­ση μὲ τὸ ὑ­περ­βα­τι­κό[xxxix]. Αὐ­τὴ ἡ διτ­τὴ[xl] κί­νη­ση εἶ­ναι ποὺ κα­θι­στᾶ τὸν ἄν­θρω­πο ἕ­να ὂν δι­φο­ρού­με­νο καὶ ἀ­κα­θό­ρι­στο, ἕ­να ὂν ποὺ με­τε­ω­ρί­ζε­ται καὶ ἀ­κρο­βα­τεῖ πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἄ­βυσ­σο τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας. Αὐ­τὸς ὁ δι­φο­ρού­με­νος χα­ρα­κτή­ρας τῆς ὑ­παρ­κτι­κῆς καὶ ὀν­το­λο­γι­κῆς θέ­σης τοῦ ἀν­θρώ­που μέ­σα στὸν κό­σμο, κα­θι­στᾶ τὸν ἄν­θρω­πο μί­α αἰ­νιγ­μα­τι­κὴ ὕ­παρ­ξη ποὺ βρί­σκε­ται σὲ δι­αρ­κῆ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα καὶ ἀ­νη­συ­χί­α καὶ ἡ ὁ­ποί­α κα­τοι­κο­ε­δρεύ­ει στὴ με­θό­ρι­ο[xli] τοῦ κα­κοῦ καὶ τοῦ κα­λοῦ. Ἂν καὶ ὑ­πάρ­χουν στὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση οἱ ἀ­φορ­μὲς καὶ τὰ ἐ­φαλ­τή­ρι­α γιὰ τὴ δι­ά­πρα­ξη τοῦ κα­λοῦ, γιὰ τὴν πα­ρα­μο­νὴ τοῦ ἀν­θρώ­που στὸν χῶ­ρο τοῦ ἀ­γα­θοῦ, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γή­θη­κε φύ­σει ἀ­γα­θὸς ἀ­πὸ ἕ­ναν πα­νά­γα­θο δη­μι­ουρ­γὸ[xlii] καὶ πα­ρου­σιά­ζει μί­α φυ­σι­κὴ προ­δι­ά­θε­ση[xliii] πρὸς τὸ ἀ­γα­θό[xliv], ὡ­στό­σο ἐ­ξαι­τί­ας τῆς τρε­πτό­τη­τας τῆς φύ­σης του ρέ­πει καὶ πρὸς τὸ κακό[xlv], αὐ­το­α­ναι­ρών­τας τὴν ὕ­παρ­ξή του καὶ μο­λύ­νον­τας κά­θε τι ἀ­γα­θό. Αὐ­τός, βέ­βαι­α, ὁ μο­λυ­σμὸς τῆς ὕ­παρ­ξης νο­εῖ­ται πάν­το­τε σὲ ἐ­πί­πε­δο ἠ­θι­κὸ καὶ ὄ­χι φυ­σι­κό. Ὁ ἄν­θρω­πος πα­ρα­μέ­νει φύσει ἀ­γα­θός, μὲ τὶς ἀ­γα­θὲς δυ­νά­μεις ποὺ συ­νο­δεύ­ουν τὴ φύ­ση του νὰ βρί­σκον­ται σὲ λαν­θά­νου­σα κα­τά­στα­ση[xlvi].

Στὴ σκέ­ψη τοῦ Γρη­γο­ρί­ου, λοι­πόν, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ μι­λή­σου­με γιὰ μί­α ὀν­το­λο­γί­α τοῦ κα­κοῦ. Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι ὀν­το­λο­γι­κὰ ἀ­νύ­παρ­κτο. Πρό­κει­ται γιὰ κα­τη­γο­ρί­α ἠ­θι­κὴ καὶ ὄ­χι ὀν­το­λο­γι­κή. Αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Νύσ­σης ἀρ­νεῖ­ται τὴν ἐμ­φά­νει­α τοῦ κα­κοῦ καὶ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τά της, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ὁ­λωσ­δι­ό­λου πραγ­μα­τι­κά. Αὐ­τὸ ποὺ ἀρ­νεῖ­ται ὁ Γρη­γό­ρι­ος εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­δο­χὴ τοῦ κα­κοῦ ὡς μέ­ρος τῆς τά­ξης ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σε ὁ Θεός[xlvii]. Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι συ­νέ­πει­α τῆς αὐ­τε­ξου­σι­ό­τη­τας τοῦ ἀν­θρώ­που[xlviii] καὶ νο­εῖ­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ καὶ μό­νο μὲ ὅ­ρους ἐ­ξω­κεν­τρι­κῆς το­πο­θε­τι­κό­τη­τας, μὲ ὅ­ρους δυ­να­τό­τη­τας ἀλ­λοί­ω­σης τοῦ ὑ­παρ­κτοῦ, κα­θὼς ὁ ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς καὶ μό­νο το­πο­θε­τη­μέ­νος μέ­σα στὸν πε­ρί­γυ­ρό του, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ αὐ­τόν[xlix]. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα γιὰ τὸν κα­τα­γω­γι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ κα­κοῦ ἀ­πο­κτᾶ νό­η­μα στὴ σφαί­ρα τῆς πρά­ξης. Στὴ συ­νέ­χει­α θὰ ἐ­πι­χει­ρή­σου­με νὰ δεί­ξου­με γι­α­τί, σύμ­φω­να μὲ τὸν Νύσ­σης πάν­το­τε, ὁ ἄν­θρω­πος δι­α­πράτ­τει τὸ κα­κό, ἂν καὶ ὁ πυ­ρή­νας τῆς ὕ­παρ­ξής του πα­ρα­μέ­νει ἀ­γα­θός.

Κλεί­νον­τας θὰ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­ση­μά­νου­με ὅ­τι ἂν καὶ ὁ Νύσ­σης προ­βάλ­λει τὴν πρά­ξη ὡς πη­γὴ τοῦ κα­κοῦ, δὲν θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι ἀ­παν­τᾶ στὸ ἐ­ρώ­τη­μα γιὰ τὴν ὕ­παρ­ξη τοῦ κα­κοῦ. Ὁ λό­γος τῆς ὕ­παρ­ξης τοῦ ρι­ζι­κοῦ κα­κοῦ πα­ρα­μέ­νει-καὶ νο­μί­ζου­με ὅ­τι θὰ συ­νε­χί­σει νὰ πα­ρα­μέ­νει-ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τος, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὁ Kant[l]. Ὁ Νύσ­σης, ἐ­ξάλ­λου, δὲν φαί­νε­ται νὰ δί­νει κά­ποια ἀ­πάν­τη­ση στὴν ἀ­δι­κί­α ποὺ ὑ­πάρ­χει στὴ χρι­στια­νι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κα­κό, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α οἱ πρά­ξεις τῶν προ­πα­τό­ρων μας κα­θο­ρί­ζουν τὴν κα­τά­στα­ση τῆς ὕ­παρ­ξής μας[li]. Ὁ ἴ­διος, βέ­βαι­α, φαί­νε­ται νὰ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται αὐ­τὸ τὸ λο­γι­κὸ κε­νό, γι’ αὐ­τὸ μᾶς κα­λεῖ νὰ σκε­φτοῦ­με ἀλ­λι­ῶς, κα­θὼς ἡ νο­η­τι­κή μας μα­τιὰ δὲν ἐ­ξαν­τλεῖ, μέ­σα στὴν ὑ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τά της καὶ στὴν ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τά της, τὸ ὅ­λο τῶν πραγ­μά­των, μᾶς κα­λεῖ νὰ δοῦ­με τὸ κα­κὸ ὡς ἐμ­πει­ρί­α γνώ­σης, ἡ ὁ­ποί­α θὰ μᾶς ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴ χα­μέ­νη πα­ρα­δεί­σι­α πα­τρί­δα[lii].

[liii]

[i] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Πε­ρὶ κα­τα­σκευ­ῆς ἀν­θρώ­που, P.G. 44, 184B: «…κα­τ’ εἰ­κό­να θε­οῦ γε­γε­νῆ­σθαι τὸν ἄν­θρω­πον.­.. ἓν δὲ τῶν πάν­των καὶ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρον ἀ­νάγ­κης εἶ­ναι, καὶ μὴ ὑ­πε­ζεῦ­χθαί τι­νι φυ­σι­κῇ δυ­να­στεί­ᾳ. Ἀλ­λ’ αὐ­τε­ξού­σιον πρὸς τὸ δο­κοῦν ἔ­χειν τὴν γνώ­μην». Γιὰ τὸν εἰ­κο­νι­σμὸ τοῦ Θε­οῦ στὸν ἄν­θρω­πο καὶ γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α στὴ σκέ­ψη τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Νύσ­σης βλ. M­u­c­k­le T. J­o­hn, «T­he D­o­c­t­r­i­ne of St. G­r­e­g­o­ry of N­y­s­sa on M­an as t­he I­m­a­ge of G­od», στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ M­e­d­i­a­e­v­al S­t­u­d­i­es, τεῦ­χος, 7, 1945, σ. 55-84, A­r­m­s­t­r­o­ng H. A., «P­l­a­t­o­n­ic E­l­e­m­e­n­ts in G­r­e­g­o­ry of N­y­s­s­a­’s D­o­c­t­r­i­ne of M­an», στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ D­o­m­i­n­i­c­i­an S­t­u­d­i­es, τεῦ­χος 1, 1948, σ. 113-126, L­a­d­n­er B. G­e­r­h­a­rt, «T­he P­h­i­l­o­s­o­p­h­i­c­al A­n­t­h­r­o­p­o­l­o­gy of S­a­i­nt G­r­e­g­o­ry of N­y­s­sa», στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ D­u­m­b­a­r­t­on O­ak P­a­p­e­rs, τεῦ­χος 12, 1958, σ. 58-94, Z­a­c­h­h­u­b­er J­o­h­a­n­n­es, H­u­m­an N­a­t­u­re in G­r­e­g­o­ry of N­y­s­sa. P­h­i­l­o­s­o­p­h­i­c­al B­a­c­k­r­o­u­nd a­nd T­h­e­o­l­o­g­i­c­al S­i­g­n­i­f­i­c­a­n­ce, L­e­i­d­en, B­r­i­ll, σει­ρά: S­u­p­p­l­e­m­e­n­ts to V­i­g­i­l­i­ae C­h­r­i­s­t­i­a­n­ae, ἀρ. 46, 2000, σ. 145-173, M­e­r­e­d­i­th A­n­t­h­o­ny, G­r­e­g­o­ry of N­y­s­sa, ὅ.π., σ. 21: «F­or G­r­e­g­o­ry t­he i­m­a­ge of G­od in m­an r­e­s­i­d­es p­r­i­n­c­i­p­a­l­ly in h­is f­r­ee w­i­ll r­a­t­h­er in h­is i­n­t­e­l­l­e­c­t­u­al a­b­i­l­i­t­i­es». Γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­λευ­θε­ρί­ας ὡς βα­σι­κὸ κα­τη­γό­ρη­μα κά­θε θρη­σκεί­ας βλ. D­e­r­r­i­da J­a­c­q­u­es, T­he G­i­ft of D­e­a­th, ὅ.π., σ. 2-3.

[ii] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τοὺς κοι­μη­θέν­τας, G.N.O. IX.1, σ. 54.1-10: «Ἐ­πει­δὴ γὰρ θε­ο­ει­δὴς ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­γέ­νε­το καὶ μα­κά­ριος τῷ αὐ­τε­ξου­σί­ῳ τε­τι­μη­μέ­νος (τὸ γὰρ αὐ­το­κρα­τές τε καὶ ἀ­δέ­σπο­τον ἴ­διόν ἐ­στι τῆς θεί­ας μα­κα­ρι­ό­τη­τος)…εἰ γὰρ ἑ­κου­σί­ως τὴν ἀν­θρω­πί­νην φύ­σιν κα­τὰ τὴν αὐ­τε­ξού­σιον κί­νη­σιν ἐ­πί τι τῶν οὐ δε­όν­των ὁρ­μή­σα­σαν βια­ίως τε καὶ κα­τη­ναγ­κα­σμέ­νως τῶν ἀ­ρε­σάν­των ἀ­πέ­στη­σεν, ἀ­φαί­ρε­σις ἂν ἦν τοῦ προ­έ­χον­τος ἀ­γα­θοῦ τὸ γι­νό­με­νον καὶ τῆς ἰ­σο­θέ­ου τι­μῆς ἀ­πο­στέ­ρη­σις (ἰ­σό­θε­ον γὰρ ἔ­στι τὸ αὐ­τε­ξού­σιον)­».

[iii] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 45, 24CD: «Ὁ γὰρ ἐ­πὶ με­του­σί­ᾳ τῶν ἰ­δί­ων ἀ­γα­θῶν ποι­ή­σας τὸν ἄν­θρω­πον…οὐκ ἂν τοῦ καλ­λί­στου καὶ τι­μι­ω­τά­του τῶν ἀ­γα­θῶν ἀ­πε­στέ­ρη­σε, λέ­γω δὴ τῆς κα­τὰ τὸ ἀ­δέ­σπο­τον καὶ αὐ­τε­ξού­σιον χά­ρι­τος…Εἰ γάρ τις ἀ­νάγ­κη τῇ ἀν­θρω­πί­νῃ ἐ­πε­στά­τει ζω­ῇ, δι­ε­ψεύ­σθη ἂν ἡ εἰ­κὼν κα­τ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ μέ­ρος, ἀλ­λο­τρι­ω­θεῖ­σα τῷ ἀ­νο­μοί­ῳ πρὸς τὸ ἀρ­χέ­τυ­πον. Τῆς γὰρ βα­σι­λευ­ού­σης φύ­σε­ως ἡ ἀ­νάγ­καις τι­σὶν ὑ­πε­ζευγ­μέ­νη τε καὶ δου­λεύ­ου­σα, πῶς ἂν εἰ­κὼν ὀ­νο­μά­ζοι­το;­». Ὁ Γρη­γό­ριος ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὴν ἔν­νοι­α τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἰ­δω­μέ­νης μέ­σα ἀ­πὸ τὴν προ­ο­πτι­κὴ τῆς πρά­ξης, θὰ ἀ­να­φερ­θεῖ στὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἑ­νὸς ἐ­πη­ρε­ά­ζει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἄλ­λου, δί­νον­τας ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α στὶς πο­λι­τι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­κὲς προ­ε­κτά­σεις αὐ­τῆς τῆς ἀλ­λη­λε­πί­δρα­σης. Στὶς ὁ­μι­λί­ες του στὸν Ἐκ­κλη­σια­στή, θὰ ἐ­πι­ση­μά­νει ὅ­τι ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ροι καὶ ἴ­σοι ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ [Εἰς τὸν Ἐκ­κλη­σια­στήν, G.N.O. V, σ. 338.1-23] καὶ θὰ το­νί­σει ὅ­τι ἡ ἐ­ξου­σί­α ποὺ ἔ­χουν οἱ ἄν­θρω­ποι πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στὰ ἄ­λο­γα ὄν­τα [Εἰς τὸν Ἐκ­κλη­σια­στήν, G.N.O. V, σ. 335.12-13: «…ἐ­πι­λέ­λη­σαι τῶν τῆς ἐ­ξου­σί­ας ὅ­ρων, ὅ­τι σοι μέ­χρι τῆς τῶν ἀ­λό­γων ἐ­πι­στα­σί­ας ἡ ἀρ­χὴ πε­ρι­ώ­ρι­σται…­»­]. Θὰ κα­τα­δι­κά­σει, τέ­λος, τὴ δου­λεί­α [Εἰς τὸν Ἐκ­κλη­σια­στήν, G.N.O. V, σ. 336.10-15 καὶ σ. 338.8-17] για­τὶ ἀ­να­τρέ­πει τὴν τά­ξη τοῦ κό­σμου [Εἰς τὸν Ἐκ­κλη­σια­στήν, G.N.O. V, σ. 335.5-8: «…δου­λεί­ᾳ κα­τα­δι­κά­ζεις τὸν ἄν­θρω­πον, οὗ ἐ­λευ­θέ­ρα ἡ φύ­σις καὶ αὐ­τε­ξού­σιος, καὶ ἀν­τι­νο­μο­θε­τεῖς τῷ θε­ῷ, ἀ­να­τρέ­πων αὐ­τοῦ τὸν ἐ­πὶ τῇ φύ­σει νό­μον»­], πρβλ. D­e­n­n­is J. T., «T­he R­e­l­a­t­i­o­n­s­h­ip B­e­t­w­e­en G­r­e­g­o­ry of N­y­s­s­a­’s A­t­t­a­ck on S­l­a­v­e­ry in h­is F­o­u­r­th H­o­m­i­ly on E­c­c­l­e­s­i­a­s­t­es a­nd h­is T­r­e­a­t­i­se De H­o­m­i­n­is O­p­i­f­i­c­io», στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ S­t­u­d­ia P­a­t­r­i­s­t­i­ca, τεῦ­χος 17.3, 1982, σ. 1065-1072. Γιὰ τὴν κρι­τι­κὴ τοῦ Νύσ­σης στὴν πο­λι­τι­κὴ ζω­ὴ μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ τὴν ἰ­σό­τη­τα τῶν ἀν­θρώ­πων βλ. H­a­r­r­i­s­on V­e­r­na, G­r­a­ce a­nd H­u­m­an F­r­e­e­d­om A­c­c­o­r­d­i­ng to St. G­r­e­g­o­ry of N­y­s­sa, ὅ.π., σ. 141, σημ. 5.

[iv] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Πε­ρὶ παρ­θε­νί­ας, G.N.O. V­I­II.1, σ.298.9-16: «…καὶ δι­ὰ τοῦ­το καὶ ἐν τῷ αὐ­τε­ξου­σί­ῳ τῆς προ­αι­ρέ­σε­ως πρὸς τὸν ἐ­ξου­σι­ά­ζον­τα πάν­των εἶ­χε τὴν ὁ­μοι­ό­τη­τα, οὐ­δε­μιᾷ τι­νι τῶν ἔ­ξω­θεν ἀ­νάγ­κῃ δε­δου­λω­μέ­νος…τὸ ἀ­ρέ­σκον αὐ­τῷ κα­τ’ ἐ­ξου­σί­αν αἱ­ρού­με­νος», Πε­ρὶ κα­τα­σκευ­ῆς ἀν­θρώ­που, P.G. 44, 184B: «Ἓν δὲ τῶν πάν­των καὶ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρον ἀ­νάγ­κης εἶ­ναι, καὶ μὴ ὑ­πε­ζεῦ­χθαί τι­νι φυ­σι­κῇ δυ­να­στεί­ᾳ· ἀλ­λ’ αὐ­τε­ξού­σιον πρὸς τὸ δο­κοῦν ἔ­χειν τὴν γνώ­μην». Ὁ Γρη­γό­ριος θὰ ἀ­πορ­ρί­ψει τὴν ὕ­παρ­ξη τῆς εἱ­μαρ­μέ­νης κα­θὼς καὶ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν στὴ ζω­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­που, βλ. A­m­a­nd de M­e­n­d­i­e­t­ta, F­a­t­a­l­i­s­me et l­i­b­e­r­té d­a­ns l’ a­n­t­i­q­u­i­té g­r­e­c­q­ue, L­o­u­v­a­in, 1945, ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­να­φο­ρὰ γιὰ τὸν Γρη­γό­ριο γί­νε­ται στὶς σε­λί­δες 405-439, G­r­e­g­o­r­i­os M­ar P­a­u­l­os, C­o­s­m­ic M­an. T­he D­i­v­i­ne P­r­e­s­e­n­ce, ὅ.π., σ. 143, M­e­r­e­d­i­th A­n­t­h­o­ny, G­r­e­g­o­ry of N­y­s­sa, ὅ.π., σ. 62.

[v] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 45, 77BC: «Ἀλ­λ’ οὐκ ἀ­πο­ροῦ­σιν οὐ­δὲ πρὸς τὰ τοια­ῦτα τῆς ἐ­ρι­στι­κῆς ἀν­τι­λο­γί­ας. Λέ­γου­σι γὰρ δύ­να­σθαι τὸν Θε­όν, εἴ­περ ἐ­βού­λε­το, καὶ τοὺς ἀν­τι­τύ­πως ἔ­χον­τας ἀ­ναγ­κα­στι­κῶς ἐ­φελ­κύ­σα­σθαι πρὸς τὴν πα­ρα­δο­χὴν τοῦ κη­ρύγ­μα­τος. Ποῦ τοί­νυν ἐν τού­τοις τὸ αὐ­τε­ξού­σιον; Ποῦ δὲ τῶν κα­τορ­θούν­των ὁ ἔ­παι­νος; Μό­νων γὰρ τῶν ἀ­ψύ­χων ἢ τῶν ἀ­λό­γων ἔ­στι τῷ ἀλ­λο­τρί­ῳ βου­λή­μα­τι πρὸς τὸ δο­κοῦν πε­ρι­ά­γε­σθαι».

[vi] Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα ἐ­δῶ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ νὰ δη­λώ­σει τὴν ἀ­νά­δυ­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης στὴν πα­ρου­σί­α, βλ. M­e­r­l­e­au-P­o­n­ty M­a­u­r­i­ce, Ση­μει­ώ­σεις μα­θη­μά­των γιὰ τὴν προ­έ­λευ­ση τῆς γε­ω­με­τρί­ας τοῦ H­u­s­s­e­rl, στό: H­u­s­s­e­rl E­d­m­u­nd, Ἡ προ­έ­λευ­ση τῆς γε­ω­με­τρί­ας, Ἀ­θή­να, ἐκ­δό­σεις Ἐκ­κρε­μές, σει­ρά: Εὐ­με­νεῖς Ἔ­λεγ­χοι, 2003, μτφρ. Κον­τὸς Παῦ­λος, σ. 167: «Ἕ­νας ὁ­ρί­ζον­τας χώ­ρου δὲν εἶ­ναι μί­α πη­γὴ πραγ­μά­των, ἀλ­λὰ ἡ τυ­πι­κή τους δο­μή, τὸ στίλ τους, ἕ­νας προ­κα­τα­βο­λι­κὸς χῶ­ρος ὅ­που αὐ­τὰ μπο­ροῦν στὴ συ­νέ­χεια νὰ ὑ­πάρ­ξουν».

[vii] Ὁ K­a­rl P­o­p­p­er θὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅ­τι ὁ θρη­σκευ­τι­κὸς ντε­τερ­μι­νι­σμὸς [R­e­l­i­g­i­o­us D­e­t­e­r­m­i­n­i­sm] εἶ­ναι ἡ πη­γὴ κά­θε ἄλ­λης μορ­φῆς ντε­τερ­μι­νι­σμοῦ, ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ [S­c­i­e­n­t­i­f­ic] ἢ με­τα­φυ­σι­κοῦ [M­e­t­a­p­h­y­s­i­c­al]. Ὁ θρη­σκευ­τι­κὸς ντε­τερ­μι­νι­σμὸς ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ χρι­στι­α­νι­κὸ δόγ­μα γιὰ τὴ θε­ϊ­κὴ παν­το­δυ­να­μί­α καὶ τὴ θε­ϊ­κὴ παν­το­γνω­σί­α. Πάν­τως, θὰ πεῖ ὁ P­o­p­p­er, δὲν προ­κρί­νουν ὅ­λες οἱ θρη­σκεῖ­ες μί­α ντε­τερ­μι­νι­στι­κὴ θε­ώ­ρη­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς, βλ. P­o­p­p­er K­a­rl, T­he O­p­en U­n­i­v­e­r­se. An A­r­g­u­m­e­nt of I­n­d­e­t­e­r­m­i­n­i­sm, L­o­n­d­on a­nd N­ew Y­o­rk, R­o­u­t­l­e­d­ge, 20058, (19821), σ. 5 καὶ σημ. 1. Σὲ ἕ­να ἄλ­λο κεί­με­νό του ὁ P­o­p­p­er θὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅ­τι ὁ θε­ο­λο­γι­κὸς ντε­τερ­μι­νι­σμὸς ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε ἀ­πὸ τὸν να­του­ρα­λι­στι­κὸ ντε­τερ­μι­νι­σμό, τὸν ὁ­ποῖ­ο δι­α­δέ­χτη­κε ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς ντε­τερ­μι­νι­σμός, βλ. P­o­p­p­er K­a­rl, Ἡ ἔν­δεια τοῦ Ἱ­στο­ρι­κι­σμοῦ, Ἀ­θή­να, ἐκ­δό­σεις Εὐ­ρα­σί­α, 2005, μτφρ. Σα­μαρ­τζῆς Ἀ­θα­νά­σιος, σ. 32-33: «Ἡ πρω­ι­μό­τε­ρη, να­του­ρα­λι­στι­κή, ἐ­πα­νά­στα­ση ἐ­νάν­τια στὸ Θε­ὸ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὸ ὄ­νο­μα ‘Θε­ό­ς’ μὲ τὸ ὄ­νο­μα φύ­ση…δη­λα­δὴ ἡ παν­το­δυ­να­μί­α καὶ ἡ παν­το­γνω­σί­α τοῦ Θε­οῦ ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­καν ἀ­πὸ τὴν παν­το­δυ­να­μί­α τῆς Φύ­σης». Ὁ S­t­e­i­n­er θὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἓ­να εἶ­δος «θε­ο­λο­γί­ας τῆς ἀ­πο­κα­τά­στα­σης», βλ. S­t­e­i­n­er G­e­o­r­ge, Νο­σταλ­γί­α τοῦ Ἀ­πό­λυ­του, Ἀ­θή­να, ἐκ­δό­σεις Ἂ­γρα, 2007, μτφρ. Παλ­μύ­ρα Ἰ­σμυ­ρί­δου, σ. 16: «Οἱ με­γά­λες μυ­θο­λο­γί­ες ποὺ οἰ­κο­δο­μή­θη­καν στὴ Δύ­ση ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 19ου αἰ­ώ­να…Εἶ­ναι κα­θε­αυ­τές ἓ­να εἶ­δος θε­ο­λο­γί­ας τῆς ὑ­πο­κα­τά­στα­σης…ἡ δο­μή τους, οἱ φι­λο­δο­ξί­ες τους, οἱ ἀ­ξι­ώ­σεις τους ἀ­πὸ τοὺς πι­στοὺς, εἶ­ναι βα­θιά θρη­σκευ­τι­κὲς τό­σο ἀ­πὸ πλευ­ρᾶς στρα­τη­γι­κῆς ὃ­σο καὶ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος».

[viii] S­c­h­e­l­er M­ax, Ἡ θέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὸν κό­σμο, ὅ.π., σ. 98-99: «Συγ­κρι­νό­με­νος μὲ τὸ ζῶ­ο, ποὺ πάν­το­τε λέ­ει ‘ναί’ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὡς τέ­τοι­α, ἀ­κό­μα καὶ στὶς πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ τὴν ἀ­πο­στρέ­φε­ται καὶ τὴν ἀ­πο­φεύ­γει, ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι τὸ ‘ὂν ποὺ μπο­ρεῖ νὰ λέ­ει ὄ­χι’, ‘ὁ ἀ­σκη­τὴς τῆς ζω­ῆ­ς’ καί, ὡς πρὸς ὁ­τι­δή­πο­τε εἶ­ναι μό­νο πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὁ αἰ­ώ­νιος δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­νος».

[ix] Βλ. τὰ ὅ­σα ἀ­να­φέ­ρει ὁ Ἰ­ω­άν­νης Ζη­ζι­ού­λας, ἑρ­μη­νεύ­ον­τας τὸν D­o­s­t­o­e­v­s­ky μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ φρά­ση τοῦ K­i­r­i­l­ov: «Ἐ­κεῖ­νος ποὺ τολ­μᾶ νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει εἶ­ναι ὁ Θε­ός», γιὰ τὴν αὐ­το­κτο­νί­α ὡς μο­να­δι­κὸ τρό­πο ὑ­πέρ­βα­σης τῆς ἀ­ναγ­και­ό­τη­τας ποὺ ἐ­πι­βάλ­λει στὸν ἄν­θρω­πο ἡ κτι­στὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, Z­i­z­i­o­u­l­as J­o­hn, B­e­i­ng as C­o­m­m­u­n­i­on. S­t­u­d­i­es in t­he P­e­r­s­o­n­h­o­od a­nd t­he C­h­u­r­ch, N­ew Y­o­rk, St. V­l­a­d­i­m­i­r­’s S­e­m­i­n­a­ry P­r­e­ss, 1985, σ. 42.

[x] M­o­r­in E­d­g­ar, Ἡ μέ­θο­δος. Ἡ ἀν­θρω­πι­νό­τη­τα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ταυ­τό­τη­τα, Ἀ­θή­να, ἐκ­δό­σεις τοῦ Εἰ­κο­στοῦ Πρώ­του, 2005, μτφρ. Δη­μη­τρού­λια Τι­τί­κα, σ. 396.

[xi] Ὁ Ἰ­ω­άν­νης Δα­μα­σκη­νὸς χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὰ ζῶ­α ὑ­πε­ξού­σια, ἐ­πει­δὴ ὑ­πο­τάσ­σον­ται στοὺς νό­μους τῆς φύ­σης, βλ. Ἰ­ω­άν­νης Δα­μα­σκη­νός, Εἰ­σα­γω­γὴ δογ­μά­των στοι­χει­ώ­δης, §10.3-8, K­o­t­t­er I: «Τὰ μὲν γὰρ ἄ­λο­γα οὐκ αὐ­τε­ξου­σί­ως κι­νεῖ­ται πρὸς ὄ­ρε­ξιν· φυ­σι­κῶς γὰρ κι­νου­μέ­νης ἐν αὐ­τοῖς τῆς ὀ­ρέ­ξε­ως μὴ ἔ­χον­τα ἐ­πι­στα­τοῦν­τα τὸν λό­γον ἄ­γον­ται ὑ­πὸ τῆς φύ­σε­ως, τῇ ταύ­της ὀ­ρέ­ξει ἡτ­τώ­με­να. Ὅ­θεν εὐ­θέ­ως ὁρ­μᾷ πρὸς τὴν πρᾶ­ξιν, εἰ μὴ ὑ­φ’ ἑ­τέ­ρου κω­λυ­θῇ. Δι­ὸ οὐκ αὐ­τε­ξού­σιά εἰ­σιν, ἀλ­λ’ ὑ­πε­ξού­σια».

[xii] Γιὰ τὰ κυ­ρι­αρ­χι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που πά­νω στὰ ἄ­λο­γα ὄν­τα καὶ στὴ φύ­ση γε­νι­κό­τε­ρα βλ. Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τὸν Ἐκ­κλη­σια­στήν, G.N.O. V, σ. 336.10-13: «Ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον κα­τ’ εἰ­κό­να ἡ­με­τέ­ραν καὶ ὁ­μοί­ω­σιν. Τὸν κα­θ’ ὁ­μοι­ό­τη­τα τοῦ θε­οῦ ὄν­τα καὶ πά­σης ἄρ­χον­τα τῆς γῆς καὶ πάν­των τῶν ἐ­πὶ τῆς γῆς ἐ­ξου­σί­αν πα­ρὰ τοῦ θε­οῦ κλη­ρω­σά­με­νον», Κα­τὰ Εὐ­νο­μί­ου, Λό­γος Α΄, G.N.O. Ι, σ. 82.21-23: «Τι­μῶν τὸν ἄν­θρω­πον τῷ κα­τ’ εἰ­κό­να γε­γε­νῆ­σθαι τοῦ κτί­σαν­τος πᾶ­σαν αὐ­τῷ τὴν ἄ­λο­γον φύ­σιν ὑ­πέ­τα­ξεν ὁ κτί­σας θε­ός…­», Εἰς τὸ τό­τε ὑ­πο­τα­γή­σε­ται, G.N.O. Ι­Ι­Ι.2, σ. 5.20: «…τὰ δὲ ἄ­λο­γα τοῖς λο­γι­κοῖς εἰ­σι ὑ­πο­χεί­ρια». Ἡ κυ­ρι­αρ­χί­α τοῦ ἀν­θρώ­που πά­νω στὴ φύ­ση δὲν προ­κρί­νει μί­α ὠ­φε­λι­μι­στι­κὴ καὶ χρη­σι­μο­θη­ρι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τῆς κτί­σης, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ὁ κό­σμος εἶ­ναι κτῆ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λὰ ἀ­παι­τεῖ νὰ με­τα­χει­ρί­ζε­ται κα­νεὶς τὴν κτί­ση ὡς κά­τι ποὺ προ­ο­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, ὄ­χι μό­νο γιὰ νὰ ἐ­πι­ζή­σει, ἀλ­λὰ ἐ­πί­σης νὰ ‘ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ’ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια τοῦ ἀν­θρώ­που, βλ. Ζη­ζι­ού­λας Ἰ­ω­άν­νης, Ἡ κτί­ση ὡς Εὐ­χα­ρι­στί­α. Θε­ο­λο­γι­κὴ προ­σέγ­γι­ση στὸ πρό­βλη­μα τῆς οἰ­κο­λο­γί­ας, Ἀ­θή­να, ἐκ­δό­σεις Ἀ­κρί­τας, σει­ρά: Ὀρ­θό­δο­ξη Μαρ­τυ­ρί­α, ἀρ. 44, 19982, (19821), μτφρ. Γκανούρη Ἑλένη, σ. 112-123, πρβλ. C­a­p­ra F­r­i­t­j­of, B­e­l­o­n­g­i­ng to t­he U­n­i­v­e­r­se. N­ew T­h­i­n­k­i­ng a­b­o­ut G­od a­nd N­a­t­u­re, L­o­n­d­on, P­e­n­g­u­in B­o­o­ks, 19922, (19911), σ. 85-86, ὅ­που υἱ­ο­θε­τεῖ­ται ἡ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὴν ἐ­πι­φα­νεια­κὴ [ρη­χή] οἰ­κο­λο­γί­α [S­h­a­l­l­ow E­c­o­l­o­gy] καὶ στὴν οὐ­σι­α­στι­κὴ [βα­θιά] οἰ­κο­λο­γί­α [D­e­ep E­c­o­l­o­gy], μὲ τὴν πρώ­τη νὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἐρ­γα­λεια­κὴ χρή­ση τῆς κτί­σης, ἐ­νῶ ἡ δεύ­τε­ρη ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μί­α ἐ­κλο­γι­κευ­μέ­νη χρή­ση τῶν φυ­σι­κῶν πό­ρων ἡ ὁ­ποί­α σέ­βε­ται τὴ φύ­ση.

[xiii] Ὁ ὅ­ρος μο­νο­πά­τια τῆς ζω­ῆς [l­i­f­e­l­i­n­es] χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τὸν S­t­e­v­en R­o­se προ­κει­μέ­νου νὰ ἐκ­φρά­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α ποὺ ἐ­νυ­πάρ­χει στὶς ἔμ­βι­ες δι­α­δι­κα­σί­ες ποὺ συν­θέ­τουν τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ὕ­παρ­ξη, βλ. R­o­se S­t­e­v­en, Μο­νο­πά­τια τῆς ζω­ῆς. Βι­ο­λο­γί­α, ἐ­λευ­θε­ρί­α, ντε­τερ­μι­νι­σμός, Ἀ­θή­να, ἐκ­δό­σεις Κά­το­πτρο, 2005, μτφρ. Πα­πα­σταύ­ρου Κα­τε­ρί­να, σ. 28-31: «…θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι εἶ­ναι στὴ φύ­ση τῶν ἔμ­βι­ων συ­στη­μά­των νὰ εἶ­ναι ρι­ζι­κὰ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στα, νὰ δι­α­μορ­φώ­νουν συ­νε­χῶς τὸ μέλ­λον τους-τὸ μέλ­λον μας-σὲ συν­θῆ­κες ὅ­μως ποὺ δὲν κα­θο­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια», πρβλ. J­a­c­q­u­a­rd A­l­b­e­rt, Ἐ­γὼ καὶ οἱ ἄλ­λοι. Μί­α γε­νε­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση, Ἀ­θή­να, ἐκ­δό­σεις Κά­το­πτρο, 20022 , (19951), μτφρ. Καζ­λα­ρῆς Χά­ρης-Μά­μα­λης Ἀ­λέ­ξαν­δρος, σ. 143: «Γιὰ νὰ γί­νω ἀ­λη­θι­νὸς ἄν­θρω­πος, μοῦ ὀ­φεί­λε­τε ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο δῶ­ρο: τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ γί­νω αὐ­τὸς ποὺ ἐ­πι­λέ­γω νὰ εἶ­μαι».

[xiv] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Πε­ρὶ κα­τα­σκευ­ῆς ἀν­θρώ­που, P.G. 44, 184C: «Ἐν πᾶ­σι τοί­νυν τῆς εἰ­κό­νος τοῦ πρω­το­τύ­που κάλ­λους τὸν χα­ρα­κτῆ­ρα φε­ρού­σης, εἰ μὴ κα­τά τι τὴν δι­α­φο­ρὰν ἔ­χῃ, οὐ­κέ­τι ἂν εἴ­η πάν­τως ὁ­μοί­ω­μα, ἀλ­λὰ ταὐ­τὸν ἐ­κεῖ­νο δι­ὰ πάν­των ἀ­να­δει­χθή­σε­ται, τὸ ἐν παν­τὶ ἀ­πα­ράλ­λα­κτον», Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 57D: «Τὸ δὲ μι­μού­με­νον, εἰ μὴ ἐν ἑ­τε­ρό­τη­τι τύ­χοι τι­νί, ταὐ­τὸν ἂν εἴ­η πάν­τως ἐ­κεί­νῳ ᾧ ἀ­φω­μοί­ω­ται».

[xv] Πρβλ. R­o­se S­t­e­v­en, Μο­νο­πά­τια τῆς ζω­ῆς. Βι­ο­λο­γί­α, ἐ­λευ­θε­ρί­α, ντε­τερ­μι­νι­σμός, ὅ.π., σ. 323: «…ἂν ἡ βι­ο­λο­γί­α συ­νι­στᾶ ὄν­τως ἕ­να πε­πρω­μέ­νο, τὸ πε­πρω­μέ­νο αὐ­τὸ δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι ἐ­λευ­θε­ρί­α ἐν­τὸς ὁ­ρι­σμέ­νων ὁ­ρί­ων».

[xvi] Z­i­z­i­o­u­l­as J­o­hn, C­o­m­m­u­n­i­on a­nd O­t­h­e­r­n­e­ss, ὅπ., σ. 122. Ὁ Γρη­γό­ριος Νύσ­σης θὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅ­τι κα­τορ­θώ­νε­ται ἡ ὑ­πέρ­βα­ση τῆς βι­ο­λο­γι­κῆς ὑ­πό­στα­σης καὶ τῶν ὁ­ρί­ων ποὺ αὐ­τὴ θέ­τει μὲ τὴ θέ­ω­ση, τὴν ἕ­νω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὶς ἄ­κτι­στες θε­ϊ­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες, βλ. Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τὸ ᾎ­σμα τῶν ᾈ­σμά­των, G.N.O. VI, σ. 271.10-12: «Ὁ δὲ λό­γος οὗ­τος φι­λο­σο­φί­α τις ἔ­στιν εἰς ὅ,­τι βλέ­πει τοῖς ἀν­θρώ­ποις ὁ κα­τ’ ἀ­ρε­τὴν βί­ος ὑ­πο­δει­κνύ­ων· πέ­ρας γὰρ τῆς ἐ­να­ρέ­του ζω­ῆς ἡ πρὸς τὸ θεῖ­ον ἔ­στιν ὁ­μοί­ω­σις» καὶ σ. 25.6-9: «Ἐκ­βὰς ἕ­κα­στος αὐ­τὸς ἑ­αυ­τοῦ καὶ ἔ­ξω τοῦ ὑ­λι­κοῦ κό­σμου γε­νό­με­νος καὶ ἐ­πα­νελ­θὼν τρό­πον τι­νὰ δι’ ἀ­πα­θεί­ας εἰς τὸν πα­ρά­δει­σον καὶ δι­ὰ κα­θα­ρό­τη­τος ὁ­μοι­ω­θεὶς τῷ θε­ῷ…­», Εἰς τοῦ Μα­κα­ρι­σμούς, G.N.O. V­I­Ι.2, σ. 151.15-17: «Ἐκ­βαί­νει τὴν ἑ­αυ­τοῦ φύ­σιν ὁ ἄν­θρω­πος, ἀ­θά­να­τος ἐκ θνη­τοῦ καὶ ἐξ ἐ­πι­κή­ρου ἀ­κή­ρα­τος καὶ ἐξ ἐ­φη­μέ­ρου ἀ­ΐ­διος καὶ τὸ ὅ­λον θε­ὸς ἐξ ἀν­θρώ­που γι­νό­με­νος», Εἰς τὰς ἐ­πι­γρα­φὰς τῶν Ψαλ­μῶν, G.N.O. V, σ. 26.8-11: «Τὸ δὲ ἐν ἀν­θρώ­ποις μα­κά­ριον τῇ με­θέ­ξει τοῦ ὄν­τως ὄν­τος ἐ­κεῖ­νο πο­σῶς γί­νε­ταί τε καὶ ὀ­νο­μά­ζε­ται, ὅ­περ ἡ τοῦ με­τε­χο­μέ­νου φύ­σις ἔ­στιν. Οὐ­κοῦν ὅ­ρος ἔ­στι τῆς ἀν­θρω­πί­νης μα­κα­ρι­ό­τη­τος ἡ πρὸς τὸ θεῖ­ον ὁ­μοί­ω­σις». Ὁ K­a­rl B­a­r­th θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει φυ­σι­κὴ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α ποὺ ἔ­χει ὁ ἄν­θρω­πος ὡς δη­μι­ούρ­γη­μα, ἐ­νῶ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει ὑ­πο­σχό­με­νη τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α ποὺ θὰ ἔ­χει ὁ ἄν­θρω­πος στὴ μέλ­λου­σα ζω­ή, βλ. B­a­r­th K­a­rl, T­he H­u­m­a­n­i­ty of G­od, L­o­u­s­v­i­l­le-K­e­n­t­u­c­ky, W­e­s­t­m­i­n­s­t­er J­o­hn K­n­ox P­r­e­ss, 1960, μτφρ. W­i­e­s­er T­h­o­m­as, σ. 75.

[xvii] Μα­νου­σά­κης Π. Ἰ­ω­άν­νης, Θε­ὸς φι­λο­σο­φού­με­νος. Ἕ­ξι προ­σεγ­γί­σεις σύγ­χρο­νης φι­λο­σο­φί­ας στὸ ἐ­ρώ­τη­μα πε­ρὶ τοῦ Θε­οῦ, ὅ.π., σ. 132 καὶ σημ. 13, ὅ­που πα­ρα­πέμ­πει στὸ ἔρ­γο τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Ζι­ζι­ού­λα. Γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ προ­σώ­που στὴ σκέ­ψη τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Νύσ­σης βλ. Z­i­z­i­o­u­l­as J­o­hn, «H­u­m­an C­a­p­a­c­i­ty a­nd H­u­m­an I­n­c­a­p­a­c­i­ty», στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ S­c­o­t­t­i­sh J­o­u­r­n­al of T­h­e­o­l­o­gy, τεῦ­χος 28, 1975, σ. 401-447, ἰδ. 428.

[xviii] Γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο ὡς δη­μι­ουρ­γὸ στὴ σκέ­ψη τοῦ Γρη­γο­ρί­ου Νύσ­σης βλ. M­o­s­s­h­a­m­er A. A­l­d­en, «N­on-B­e­i­ng a­nd E­v­il in G­r­e­g­o­ry of N­y­s­sa», ὅ.π., σ. 144-147, ἰδ. σ. 146, ὅ­που ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γιὰ τὸν δη­μι­ουρ­γι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­λευ­θε­ρί­ας: «T­he e­s­s­e­n­t­i­al d­i­f­f­e­r­e­n­ce…is t­h­at t­he d­i­v­i­ne w­i­ll c­o­n­t­a­i­ns r­e­al b­e­i­ng w­i­t­h­in i­t­s­e­lf, w­h­i­le t­he c­r­e­a­t­ed w­i­ll m­u­st d­e­r­i­ve b­e­i­ng f­r­om o­u­t­s­i­de i­t­s­e­lf»[Ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ δι­α­φο­ρά…εἶ­ναι ὅ­τι ἡ θε­ϊ­κὴ θέ­λη­ση πε­ρι­έ­χει τὴν ἀ­λη­θι­νὴ ὕ­παρ­ξη μέ­σα της, ἐ­νῶ ἡ δη­μι­ουρ­γη­μέ­νη πρέ­πει νὰ ἀν­τλή­σει τὴν ὕ­παρ­ξη ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της].

[xix] H­a­r­r­i­s­on V­e­r­na, G­r­a­ce a­nd H­u­m­an F­r­e­e­d­om A­c­c­o­r­d­i­ng to St. G­r­e­g­o­ry of N­y­s­sa, ὅ.π., σ. 145, πρβλ. Ἀ­πο­στο­λο­πού­λου Γε­ωρ­γί­α, «D­as P­r­o­b­l­em d­er W­i­l­l­e­n­s­f­r­e­i­h­e­it b­ei G­r­e­g­or v­on N­y­s­sa», στό: W­e­n­in C­h­r­i­s­t­i­an [E­d­i­t­or], L’ h­o­me et s­on u­n­i­v­e­rs au M­o­y­en A­ge, v­ol. 2, L­o­u­v­a­in, L­o­u­v­a­in-la-N­e­u­ve, 1986, σ. 719-725, ὅ­που θέ­τει τὸ ζή­τη­μα τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ ὡς δυ­να­το­τή­των τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­λευ­θε­ρί­ας.

[xx] Δευ­τε­ρο­νό­μιο, 30,15-19: «Ἰ­δού, δέ­δω­κα πρὸ προ­σώ­που σου σή­με­ρον τὴν ζω­ὴν καὶ τὸν θά­να­τον, τὸ ἀ­γα­θὸν καὶ τὸ κα­κόν…Δι­α­μαρ­τύ­ρο­μαι ὑ­μῖν σή­με­ρον τόν τε οὐ­ρα­νὸν καὶ τὴν γῆν, τὴν ζω­ὴν καὶ τὸν θά­να­τον δέ­δω­κα πρὸ προ­σώ­που ὑ­μῶν, τὴν εὐ­λο­γί­αν καὶ τὴν κα­τά­ραν· ἔ­κλε­ξαι τὴν ζω­ήν».

[xxi] Ὁ Γρη­γό­ριος θὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὸν στω­ι­κὸ ὅ­ρο ἐ­φ’ ἡ­μῖν γιὰ νὰ δη­λώ­σει ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πὸ τὴ βού­λη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, βλ. Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 45, 77D, Εἰς τὸν Ἐκ­κλη­σια­στήν, G.N.O. V, σ. 379.20-22, Εἰς τοὺς Μα­κα­ρι­σμούς, G.N.O. V­II.2, σ. 129.4-8 καὶ 13-26, Κα­τὰ Εὐ­νο­μί­ου, Λό­γος Γ΄, G.N.O. II, σ. 43.19-26, 44.1, Εἰς τὸ ἐ­μοὶ ἐ­ποι­ή­σα­τε, G.N.O. IX.1, σ. 113.18-19.

[xxii] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τὴν προ­σευ­χήν, G.N.O. V­II.2, σ. 37.19-21: «Ἐ­λευ­θέ­ραν γὰρ εἶ­ναι προ­σή­κει παν­τὸς φό­βου τὴν ἀ­ρε­τὴν καὶ ἀ­δέ­σπο­τον, ἑ­κου­σί­ᾳ γνώ­μῃ τὸ ἀ­γα­θὸν αἱ­ρου­μέ­νην», Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 45, 32D: «…ὁ τὴν ἀ­ρε­τήν.­.. ἀ­να­δεί­ξας ἆ­θλον τῆς προ­αι­ρέ­σε­ως…­», Πε­ρὶ κα­τα­σκευ­ῆς ἀν­θρώ­που, P.G. 44, 184BC: «Ἀ­δέ­σπο­τον γάρ τι χρῆ­μα ἡ ἀ­ρε­τὴ καὶ ἑ­κού­σιον, τὸ δὲ κα­τη­ναγ­κα­σμέ­νον καὶ βε­βι­α­σμέ­νον ἀ­ρε­τὴ εἶ­ναι οὐ δύ­να­ται», Πρὸς τὰ Ἀ­πο­λι­να­ρί­ου Ἀν­τιρ­ρη­τι­κός, G.N.O. I­II.1, σ. 198.1: «Τίς γὰρ οὐκ οἶ­δεν, ὅ­τι ἀ­ρε­τὴ προ­αι­ρέ­σε­ώς ἐ­στι κα­τόρ­θω­μα;­».

[xxiii] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 45, 77A: «Τοῦ­το δὲ ἔ­στιν ἡ προ­αί­ρε­σις, ἀ­δού­λω­τόν τι χρῆ­μα καὶ αὐ­τε­ξού­σιον ἐν τῇ ἐ­λευ­θε­ρί­ᾳ τῆς δι­α­νοί­ας κεί­με­νον».

[xxiv] M­o­s­s­h­a­m­er A. A­l­d­en, «N­on-B­e­i­ng a­nd E­v­il in G­r­e­g­o­ry of N­y­s­sa», ὅ.π., σ. 146, πρβλ. G­a­ï­th J­é­r­ô­me, La c­o­n­c­e­p­t­i­on de la l­i­b­e­r­té c­h­ez G­r­é­g­o­i­re de N­y­s­se, P­a­r­is, σει­ρά: É­t­u­d­es de p­h­i­l­o­s­o­p­h­ie m­é­d­i­é­v­a­le, ἀρ. 43, 1953, σ. 77., G­i­a­m­p­i­e­t­ro D­al T­o­so, «La n­o­t­i­o­ne di ΠΡΟ­ΑΙ­ΡΕ­ΣΙΣ in G­r­e­g­o­r­io di N­y­s­sa», στό: H­u­b­e­r­t­us R. D­r­o­b­n­er a­nd V­i­c­i­a­no A­l­b­e­rt [E­d­i­t­o­rs], G­r­e­g­o­ry of N­y­s­sa: H­o­m­i­l­i­es on t­he B­e­a­t­i­t­u­d­es. An E­n­g­l­i­sh V­e­r­s­i­on w­i­th C­o­m­m­e­n­t­a­ry a­nd S­u­p­p­o­r­t­i­ng S­t­u­d­i­es. P­r­o­c­e­e­d­i­n­gs of t­he E­i­g­h­th I­n­t­e­r­n­a­t­i­o­n­al C­o­l­l­o­q­u­i­um on G­r­e­g­o­ry of N­y­s­sa (P­a­d­e­r­b­o­rn, 14-18 S­e­p­t­e­m­b­er, 1998), L­e­i­d­en, B­r­i­ll, σει­ρά: S­u­p­p­l­e­m­e­n­ts to V­i­g­i­l­i­ae C­h­r­i­s­t­i­a­n­ae, ἀρ. 52, 2000, σ. 569-580.

[xxv] Ἀ­ρι­στο­τέ­λης, Ἠ­θι­κὰ Νι­κο­μά­χεια, 113a10-12: «…καὶ ἡ προ­αί­ρε­σις ἂν εἴ­η βου­λευ­τι­κὴ ὄ­ρε­ξις τῶν ἐ­φ’ ἡ­μῖν· ἐκ τοῦ βου­λεύ­σα­σθαι γὰρ κρί­ναν­τες ὀ­ρε­γό­με­θα κα­τὰ τὴν βού­λευ­σιν», πρβλ. Σκαλ­τσᾶς Θε­ό­δω­ρος, Ὁ Χρυ­σοῦς αἰ­ὼν τῆς ἀ­ρε­τῆς. Ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ ἠ­θι­κή, Ἀ­θή­να, ἐκ­δό­σεις Ἀ­λε­ξάν­δρεια, σει­ρά: Ἀρ­χαῖ­ος Κό­σμος, 1993, σ. 37, πρβλ. R­o­ss W. D., Ἀ­ρι­στο­τέ­λης, Ἀ­θή­να, ἔκ­δο­ση Μορ­φω­τι­κὸ Ἵ­δρυ­μα Ἐ­θνι­κῆς Τρα­πέ­ζης, 20013, (19911), μτφρ. Μή­τσου Μα­ρι­λί­ζα, σ. 281-287. Ὁ ὅ­ρος ἀ­παν­τᾶ­ται καὶ στὸν Πλά­τω­να [Παρ­με­νί­δης, 143c] χω­ρὶς ὅ­μως νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ὅ­ρο.

[xxvi] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Πε­ρὶ κα­τα­σκευ­ῆς ἀν­θρώ­που, P.G. 44, 185A, πρβλ. Σκαλ­τσᾶς Γε­ώρ­γιος, «Ἡ ἐ­σχα­το­λο­γί­α ὡς δυ­να­μι­κὴ κοι­νω­νι­κὴ ὀν­το­λο­γί­α. Ἡ πρό­τα­ση τοῦ ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου Νύσ­σης γιὰ μί­α νέ­α Ὀν­το­λο­γί­α» στό: Κα­λα­ϊν­τζί­δης Παν­τε­λῆς [Ἐ­πι­μέ­λεια]: Ἐκ­κλη­σί­α καὶ Ἐ­σχα­το­λο­γί­α, Ἀ­θή­να, ἐκ­δό­σεις Κα­στα­νι­ώ­της, 2003, σ. 263-337, ἰδ. 267-273.

[xxvii] Γιὰ τὸν αὐ­τε­ξού­σιο καὶ ἀ­δέ­σπο­το, ὅ­πως λέ­ει ὁ Γρη­γό­ριος, χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης προ­αί­ρε­σης βλ. W­a­r­en J. S­m­i­th, P­a­s­s­i­on a­nd P­a­r­a­d­i­se, ὅ.π., σ. 232-233, σημ. 6 καὶ 7, S­w­i­n­b­u­r­ne R­i­c­h­a­rd, P­r­o­v­i­d­e­n­ce a­nd t­he P­r­o­b­l­em of E­v­il, ὅ.π., σ. 106.

[xxviii] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Πε­ρὶ κα­τα­σκευ­ῆς ἀν­θρώ­που, P.G. 44, 189B: «…προ­εῖ­δε [ἐνν. ὁ Θε­ός] τῇ ὁ­ρα­τι­κῇ δυ­νά­μει μὴ εὐ­θυ­πο­ροῦ­σαν πρὸς τὸ κα­λὸν τὴν προ­αί­ρε­σιν…» καὶ 185Α: «…προ­κα­τα­νο­ή­σας τῇ προ­γνω­στι­κῇ δυ­νά­μει, πρὸς ὅ,­τι ῥέ­πει κα­τὰ τὸ αὐ­το­κρα­τὲς καὶ αὐ­τε­ξού­σιον τῆς ἀν­θρω­πί­νης προ­αι­ρέ­σε­ως ἡ κί­νη­σις, ἐ­πει­δὴ τὸ ἐ­σό­με­νον εἶ­δεν, ἐ­πι­τε­χνᾶ­ται τῇ εἰ­κό­νι τὴν πε­ρὶ τὸ ἄρ­ρεν καὶ θῆ­λυ δι­α­φο­ράν…­», πρβλ. Ἰ­ω­άν­νης Δα­μα­σκη­νός, Κα­τὰ Μα­νι­χαί­ων, §79.1-5, K­o­t­t­er IV: «Προ­ει­δὼς οὖν ὁ Θε­ὸς τὰ ἐ­σό­με­να ὑ­φ’ ἡ­μῶν ἑ­κου­σί­ως ἤ­γουν τὰ ἐ­φ’ ἡ­μῖν, ἀ­ρε­τήν φη­μι καὶ κα­κί­αν, προ­ο­ρί­ζει τὰ οὐκ ἐ­φ’ ἡ­μῖν. Καὶ ἡ μὲν προ­γνω­στι­κὴ δύ­να­μις τοῦ Θε­οῦ οὐκ ἐξ ἡ­μῶν ἔ­χει τὴν αἰ­τί­αν, τὸ δὲ προ­γνῶ­ναι, ἃ μέλ­λο­μεν ποι­εῖν, ἐξ ἡ­μῶν· εἰ γὰρ μὴ ἐ­μέλ­λο­μεν ποι­εῖν, οὐ­δὲ αὐ­τὸς προ­ε­γί­νω­σκε τὸ μὴ ἐ­σό­με­νον».

[xxix] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 45, 24D: «…ἐμ­φύ­ε­ταί πως τὸ κα­κὸν ἔν­δο­θεν, τῇ προ­αι­ρέ­σει τό­τε συ­νι­στά­με­νον…­», Πρὸς τὰ Ἀ­πο­λι­να­ρί­ου Ἀν­τιρ­ρη­τι­κός, G.N.O. I­II.1, σ. 164.27-28: «Κα­κί­α δὲ προ­αι­ρέ­σε­ως αἶ­σχός ἐ­στι…­», Εἰς τοὺς Μα­κα­ρι­σμούς, G.N.O. V­II.2, σ. 129.21-22: «Αὐ­τὸ δὲ ἐ­φ’ ἑ­αυ­τοῦ κα­τ’ ἰ­δί­αν ὑ­πό­στα­σιν ἔ­ξω προ­αι­ρέ­σε­ως οὐ­δα­μοῦ τὸ κα­κὸν εὑ­ρί­σκε­ται κεί­με­νον», Εἰς τοὺς κοι­μη­θέν­τας, G.N.O. IX.1, σ. 58.7-8: «…ἡ προ­αί­ρε­σις [ἐ­στίν] ἡ δη­μι­ουρ­γοῦ­σα τὰ πά­θη».

[xxx] Ση­μει­ώ­νου­με στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ὅ­τι ἐ­νῶ ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς βού­λη­σης τοῦ Θε­οῦ, οἱ ὑ­πο­στά­σεις τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Πνεύ­μα­τος εἶ­ναι ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα φύ­σε­ως, βλ. Ἰ­ω­άν­νης Δα­μα­σκη­νός, Ἔκ­δο­σις ἀ­κρι­βὴς τῆς ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως, §8.67-72, K­o­t­t­er II: «Ἡ μὲν γέν­νη­σις ἄ­ναρ­χος καὶ ἀ­ΐ­διος, φύ­σε­ως ἔρ­γον οὖ­σα…ἡ δὲ κτί­σις ἐ­πὶ θε­οῦ θε­λή­σε­ως ἔρ­γον οὖ­σα, οὐ συ­να­ΐ­διος ἔ­στι τῷ θε­ῷ…­». Βλ. τὰ ὅ­σα ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὁ F­e­u­e­r­b­a­ch, F­e­u­e­r­b­a­ch L­u­d­w­ig, T­he E­s­s­e­n­ce of R­e­l­i­g­i­on, ὅ.π., σ. 13-14.

[xxxi] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τὸν Ἐκ­κλη­σια­στήν, G.N.O. V, σ. 439.19-20, 440.1: «Οὕ­τω καὶ τὰ ἄλ­λα πάν­τα, ὅ­σα πα­ρὰ τοῦ θε­οῦ ἔ­χει ἡ φύ­σις, ἐν τῇ προ­αι­ρέ­σει τῶν κε­χρη­μέ­νων κεῖ­ται ἢ κα­λῶν ἢ κα­κῶν ὕ­λη γε­νέ­σθαι» καὶ σ. 407.8-10: «…τό­τε ἡ ἀ­νύ­παρ­κτος τῆς κα­κί­ας φύ­σις ἐν τοῖς ἀ­πορ­ρυ­εῖ­σι τοῦ ἀ­γα­θοῦ οὐ­σι­ώ­θη…­».

[xxxii] R­i­c­o­e­ur P­a­ul, Τὸ κα­κό. Μια πρό­κλη­ση γιὰ τὴ φι­λο­σο­φί­α καὶ τὴ θε­ο­λο­γί­α, ὅ.π., σ. 43.

[xxxiii] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Κα­τὰ Εὐ­νο­μί­ου, Λό­γος Γ΄, G.N.O. II, σ. 214.4-6: «Ἡ γὰρ ἐκ τοῦ μὴ ὄν­τος πά­ρο­δος τὸ τρε­πτὸν κα­τα­μη­νύ­ει τῆς φύ­σε­ως. ᾯ δὲ συγ­γε­νὴς ἡ ἀλ­λοί­ω­σις…­», Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 45, 40AB: «…ὅ­σα πα­ρὰ τῆς ἀ­κτί­στου φύ­σε­ως ἐκ τοῦ μὴ ὄν­τος ὑ­πέ­στη, εὐ­θὺς ἀ­πὸ τρο­πῆς τοῦ εἶ­ναι ἀρ­ξά­με­να, πάν­το­τε δι’ ἀλ­λοι­ώ­σε­ως πρό­ει­σιν».

[xxxiv] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Πε­ρὶ κα­τα­σκευ­ῆς ἀν­θρώ­που, P.G. 44, 184D: «Ἐ­πει­δὴ τοί­νυν τὸ μὲν ὡ­σαύ­τως ἔ­χει, καὶ ἀ­εί [ἐνν. ὁ Θε­ός], τὸ δὲ δι­ὰ κτί­σε­ως γε­γε­νη­μέ­νον ἀ­π’ ἀλ­λοι­ώ­σε­ως τοῦ εἶ­ναι ἤρ­ξα­το, καὶ συγ­γε­νῶς πρὸς τὴν τοια­ύτην ἔ­χει τρο­πήν» καὶ 129C: «Τῆς γὰρ κι­νή­σε­ως οὐ μό­νον κα­τὰ τὴν το­πι­κὴν με­τά­στα­σιν νο­ου­μέ­νης, ἀλ­λὰ καὶ ἐν τῇ τρο­πῇ καὶ ἀλ­λοι­ώ­σει θε­ω­ρου­μέ­νης», Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 45, 28CD: «Ἐ­πει­δὴ τοί­νυν ἡ ἄ­κτι­στος φύ­σις, τῆς κι­νή­σε­ως τῆς κα­τὰ τρο­πὴν καὶ με­τα­βο­λὴν καὶ ἀλ­λοί­ω­σιν ἔ­στιν ἀ­νε­πί­δε­κτος· πᾶν δὲ τὸ δι­ὰ κτί­σε­ως ὑ­πο­στάν, συγ­γε­νῶς πρὸς τὴν ἀλ­λοί­ω­σιν ἔ­χει» καὶ 57D: «Τρε­πτῆς δὲ φύ­σε­ως ὢν κα­τ’ ἀ­νάγ­κην· οὐ γὰρ ἐ­νε­δέ­χε­το τὸν ἐξ ἀλ­λοι­ώ­σε­ως τὴν ἀρ­χὴν τοῦ εἶ­ναι ἔ­χον­τα, μὴ τρε­πτὸν εἶ­ναι πάν­τως», Πε­ρὶ ψυ­χῆς καὶ ἀ­να­στά­σε­ως, P.G. 46, 92A: «Ἄν­θρω­ποι μὲν γάρ, δι­ὰ τὸ ἀ­εὶ πάν­τως ἐν κι­νή­σει τὴν φύ­σιν εἶ­ναι, κα­θά­περ ἂν ἡ ὁρ­μὴ τῆς προ­αι­ρέ­σε­ως γέ­νη­ται, κα­τ’ ἐ­κεῖ­νο φε­ρό­με­θα».

[xxxv] F­l­o­r­o­v­s­ky G­e­o­r­ge, Δη­μι­ουρ­γί­α καὶ ἀ­πο­λύ­τρω­ση, ὅ.π., σ. 97: «Στὴ φύ­ση πρὶν ἀ­πὸ τὴν πτώ­ση, μπο­ρεῖ κα­νεὶς ἴ­σως νὰ μι­λᾶ γιὰ ἔλ­λει­ψη καὶ ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Ἀλ­λὰ στὸν ‘πε­πτω­κό­τα’ κό­σμο ὑ­πάρ­χει κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο-μί­α δι­α­στρο­φή, μί­α ἐ­πα­νά­στα­ση, μί­α βλα­σφη­μί­α ποὺ προ­κα­λεῖ ἴ­λιγ­γο, μί­α βι­αι­ό­τη­τα. Εἶ­ναι ὁ χῶ­ρος τοῦ σφε­τε­ρι­σμοῦ».

[xxxvi] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τὰς ἐ­πι­γρα­φὰς τῶν Ψαλ­μῶν, G.N.O. V, σ. 46.2-4: «Ἐν τρο­πῇ καὶ ἀλ­λοι­ώ­σει τὸ ἀν­θρώ­πι­νον κεί­με­νον μη­δέ­πο­τε ἐ­πὶ τοῦ αὐ­τοῦ μέ­νειν, μή­τε εἰ πρὸς τὸ κρεῖτ­τον ἀ­νί­οι, μή­τε εἰ ἐκ­πί­πτοι τῆς με­του­σί­ας τοῦ κρείτ­το­νος», Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 45, 60AB: «Ἐ­πει­δὴ τοί­νυν κα­τὰ τὴν τρε­πτήν τε καὶ ἀλ­λοι­ω­τὴν ὁρ­μήν τε καὶ κί­νη­σιν, οὐκ ἐν­δέ­χε­ται τὴν φύ­σιν ἀ­φ’ ἑ­αυ­τῆς μέ­νειν ἀ­κί­νη­τον».

[xxxvii] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Κα­τὰ Εὐ­νο­μί­ου, Λό­γος Γ΄, G.N.O. II, σ. 43.20-21: «­..πρὸς ἑ­κά­τε­ρον ἐ­πιρ­ρε­πῶς τὸ ἀν­θρώ­πι­νον ἔ­χειν, πρὸς κα­κί­αν λέ­γω καὶ ἀ­ρε­τήν», Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 45 60A: «Δύ­ο λέ­γει τῆς τοια­ύτης εἴ­δη κι­νή­σε­ως· τὸ μὲν πρὸς ἀ­γα­θόν…τὸ δὲ πρὸς τὸ ἐ­ναν­τί­ον», Εἰς τὰς ἐ­πι­γρα­φὰς τῶν Ψαλ­μῶν, G.N.O. V, σ. 74.12-14: «Ἡ­μεῖς δὲ οἱ ἄν­θρω­ποι ἐν τρο­πῇ τε καὶ ἀλ­λοι­ώ­σει κεί­με­νοι κα­τ’ ἀμ­φό­τε­ρα δι­ὰ τῆς ἀλ­λοι­ω­τι­κῆς ἐ­νερ­γεί­ας ἢ χεί­ρους ἢ βελ­τί­ους γι­νό­με­θα».

[xxxviii] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τὸ τό­τε ὑ­πο­τα­γή­σε­ται, G.N.O. Ι­II.2, σ. 9.21-22: «Τὸ γὰρ με­τὰ ταῦ­τά τι γι­νό­με­νον νῦν δὲ μὴ ὂν ἴ­διον τῆς τρε­πτῆς ἔ­στι φύ­σε­ως».

[xxxix]            Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Πε­ρὶ ψυ­χῆς καὶ ἀ­να­στά­σε­ως, P.G. 46, 105BC.

[xl] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τοὺς Μα­κα­ρι­σμούς, G.N.O. V­II.2, σ. 95.6-8: «Δι­πλῆ τῆς ἑ­κά­στου προ­αι­ρέ­σε­ως ἔ­στιν ἡ κί­νη­σις, κα­τ’ ἐ­ξου­σί­αν πρὸς τὸ δο­κοῦν προ­ϊ­οῦ­σα, ἔν­θεν πρὸς σω­φρο­σύ­νην, ἐ­κεῖ­θεν πρὸς τὸ ἀ­κό­λα­στον».

[xli] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τοὺς Μα­κα­ρι­σμούς, G.N.O. V­II.2, σ. 164.16-17: «…ἐ­πει­δὴ γὰρ ἐν με­θο­ρί­ῳ κεῖ­ται τοῦ ἀ­γα­θοῦ καὶ τοῦ χεί­ρο­νος ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ή…­», Κα­τὰ Ευ­νο­μί­ου, Λό­γος Α΄, G.N.O. Ι, σ. 106.23-25: «…τῆς γὰρ φύ­σε­ως τῆς ἐν τῇ κτί­σει νο­ου­μέ­νης ἐν με­θο­ρί­ῳ τῶν ἀ­γα­θῶν καὶ τῶν ἐ­ναν­τί­ων ἑ­στώ­σης…­», Πε­ρὶ τε­λει­ό­τη­τος, G.N.O. V­I­II.1, σ. 213.11-26, 214.1-4.

[xlii] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τοὺς Μα­κα­ρι­σμούς, G.N.O. V­II.2, σ. 80.26, 81.1-2: «Ἡ ἀν­θρω­πί­νη φύ­σις, εἰ­κὼν οὖ­σα τῆς ὑ­περ­κει­μέ­νης μα­κα­ρι­ό­τη­τος, καὶ αὐ­τὴ τῷ ἀ­γα­θῷ κάλ­λει χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται…­», Πε­ρὶ κα­τα­σκευ­ῆς ἀν­θρώ­που, P.G. 44, 184B: «…παν­τὸς ἀ­γα­θοῦ μέ­το­χον τὴν ἀν­θρω­πί­νην φύ­σιν ἐ­ποί­η­σεν [ἐνν. ὁ Θε­ός]­», Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 45, 24A: «…ἀ­γα­θῆς τε καὶ ἐν ἀ­γα­θοῖς οὔ­σης κα­ταρ­χὰς τῆς φύ­σε­ως» καὶ 21C: «Εἰ τοί­νυν ἐ­πὶ τού­τοις ὁ ἄν­θρω­πος εἰς γέ­νε­σιν ἔρ­χε­ται, ἐ­φ’ ᾧ μέ­το­χος τῶν θεί­ων ἀ­γα­θῶν γε­νέ­σθαι…­».

[xliii] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τὸν βί­ον Μω­υ­σέ­ως, G.N.O. V­II.1, σ. 108.15-17: «Φυ­σι­κῶς ἡ­μῖν ἐγ­κει­μέ­νου τοῦ κα­τὰ νό­μον βου­λή­μα­τος ἐν τῇ ἀ­πο­στρο­φῇ τοῦ κα­κοῦ καὶ ἐν τῇ τοῦ θεί­ου τι­μῇ», Εἰς τὸν Ἐκ­κλη­σια­στήν, G.N.O. V, σ. 427.15-17: «…ἐκ πα­ρό­δου δόγ­μα ἐ­μά­θο­μεν, ὅ­τι πᾶ­σα τῆς ψυ­χῆς κί­νη­σις ἐ­π’ ἀ­γα­θῷ πα­ρὰ τοῦ δη­μι­ουρ­γή­σαν­τος τὴν φύ­σιν ἡ­μῶν κα­τε­σκευά­σθη», Κα­τη­χη­τι­κὸς Λό­γος, P.G. 45, 60B: «…ἀλ­λ’ ἐ­πί τι πάν­τως ἡ προ­αί­ρε­σις ἵ­ε­ται, τῆς πρὸς τὸ κα­λὸν ἐ­πι­θυ­μί­ας αὐ­τὴν ἐ­φελ­κο­μέ­νης φυ­σι­κῶς εἰς κί­νη­σιν».

[xliv] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τὰς ἐ­πι­γρα­φὰς τῶν Ψαλ­μῶν, G.N.O. V, σ. 26.12-14: «Ἐ­πεὶ οὖν τὸ ἀ­λη­θῶς ἀ­γα­θὸν ἤ­τοι τὸ ἐ­πέ­κει­να τοῦ ἀ­γα­θοῦ, τοῦ­το μό­νον ἐ­στὶ καὶ μα­κά­ριον καὶ ὀ­ρε­κτὸν τῇ φύ­σει, οὐ πᾶν τὸ με­τέ­χον μα­κά­ριον γί­νε­ται».

[xlv] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τοὺς Μα­κα­ρι­σμούς, G.N.O. V­II.2, σ. 94.16-18: «…πολ­λὴ πρὸς τὴν κα­κί­αν ἐ­στὶν ἡ εὐ­κο­λί­α καὶ ὀ­ξύρ­ρο­πον ἐ­πὶ τὸ χεῖ­ρον ἡ φύ­σις…­», Πρὸς τὰ Ἀ­πο­λι­να­ρί­ου Ἀν­τιρ­ρη­τι­κός, G.N.O. I­II.1, σ. 133.8-9: «…τὴν ἡ­με­τέ­ραν πρὸς τὸ κα­κὸν τρο­πήν…­», Εἰς τὸ πά­τερ ἡ­μῶν, G.N.O. V­II.2, σ. 47.17-18: «…ἀ­σθε­νὴς ἡ ἀν­θρω­πί­νη φύ­σις πρὸς τὸ ἀ­γα­θὸν ἔ­στιν…­», Εἰς τὰς ἐ­πι­γρα­φὰς τῶν Ψαλ­μῶν, G.N.O. V, σ. 46.14-16: «…τὸ δὲ ἀν­θρώ­πι­νον τῷ τρε­πτῷ τῆς φύ­σε­ως ἐκ τοῦ ὕ­ψους τῶν ἀ­γα­θῶν πρὸς τὸ τα­πει­νόν τε καὶ ὀ­λι­σθη­ρὸν τῆς ἁ­μαρ­τί­ας κα­τε­νε­χθὲν κα­τε­σύ­ρη».

[xlvi] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Πε­ρὶ παρ­θε­νί­ας, G.N.O. V­I­II.1, σ. 300.20-23: «Τὸ τοῦ θε­οῦ ἀ­γα­θόν…οὐ δι­ώ­ρι­σται τῆς φύ­σε­ως ἡ­μῶν οὐ­δὲ πόρ­ρω­θέν που τῶν ζη­τεῖν αὐ­τὸ προ­αι­ρου­μέ­νων ἀ­πῴκι­σται, ἀλλ’ ἀ­εὶ ἐν ἑ­κά­στῳ ἔ­στιν, ἀ­γνο­ού­με­νον μὲν καὶ λαν­θά­νον…».

[xlvii] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τὰς ἐ­πι­γρα­φὰς τῶν Ψαλ­μῶν, G.N.O. V, σ. 56.14-16: «…πάν­των δὲ τού­των ὑ­πό­θε­σις ἦν ἡ τοῦ θεί­ου νό­μου πα­ρα­κο­ὴ καὶ ἡ τῆς βου­λῆς τοῦ ὑ­ψί­στου ἀ­θέ­τη­σις». Γιὰ τὸν Νύσ­σης, τὸ ἠ­θι­κὸ κα­κό, ἡ πα­ρα­βί­α­ση τῆς ἐν­το­λῆς τοῦ Θε­οῦ, ἔ­χει ὀν­το­λο­γι­κὲς συ­νέ­πει­ες. Ὁ ἄν­θρω­πος πα­ρα­βαί­νον­τας τὴ θε­ϊ­κὴ ἐν­το­λὴ ἐ­πι­λέ­γει ἕ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο ὕ­παρ­ξης ἀ­πὸ αὐ­τὸν ποὺ τοῦ ὅ­ρι­σε ὁ Θε­ός, δι­α­κό­πτον­τας ἔ­τσι κά­θε δε­σμὸ μὲ τὸ ζω­ο­πά­ρο­χο μη­τρι­κὸ σῶ­μα.

[xlviii] P­e­l­i­k­an J­a­r­o­s­l­av, T­he C­h­r­i­s­t­i­an T­r­a­d­i­t­i­on. A H­i­s­t­o­ry of t­he D­e­v­e­l­o­p­m­e­nt of D­o­c­t­r­i­ne, v­ol. 1. T­he E­m­e­r­g­e­n­ce of t­he C­a­t­h­o­l­ic T­r­a­d­i­t­i­on (100-600), C­h­i­c­a­go, T­he U­n­i­v­e­r­s­i­ty of C­h­i­c­a­go P­r­e­ss, 19752, (19711), σ. 279-284, ὅ­που ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀν­τι­δι­α­στέλ­λει τὴ χρι­στι­α­νι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴν ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη γιὰ τὴν εἱ­μαρ­μέ­νη.

[xlix] Ὁ ὅ­ρος ἐ­ξω­κεν­τρι­κὴ το­πο­θε­τι­κό­τη­τα [E­x­z­e­n­t­r­i­s­c­he P­o­s­i­t­i­o­n­a­l­i­t­ät] χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τὸν H­e­l­m­u­th P­l­e­s­s­n­er γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σει τὴ ρή­ξη τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση του, τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος, ἂν καὶ το­πο­θε­τεῖ­ται μέ­σα σὲ ἕ­να ὅ­ριο, ζεῖ ὑ­πε­ρά­νω τού­του, βλ. P­l­e­s­s­n­er H­e­l­m­u­th, Κεί­με­να φι­λο­σο­φι­κῆς ἀν­θρω­πο­λο­γί­ας, Πρέ­βε­ζα, 2004, μτφρ. Θε­ο­δω­ρό­που­λος Ἰ­ω­άν­νης, σ. 97-102.

[l] K­a­nt I­m­m­a­n­u­el, Ἡ θρη­σκεί­α ἐν­τὸς τῶν ὁ­ρί­ων τοῦ Λό­γου καὶ μό­νο, Ἀ­θή­να, ἐκ­δό­σεις Πό­λις, 2007, μτφρ. Ἀν­δρου­λι­δά­κης Κώ­στας, σ. 85-87: «…ἡ προ­έ­λευ­ση τῆς ρο­πῆς αὐ­τῆς γιὰ τὸ κα­κό, πα­ρα­μέ­νει γιὰ μᾶς ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τη…δὲν ὑ­πάρ­χει γιὰ μᾶς ἕ­νας κα­τα­νο­η­τὸς λό­γος, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ ἦλ­θε σὲ μᾶς γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸ κα­κό. Τὸ ἀ­κα­τα­νό­η­το τοῦ­το, μα­ζὶ μὲ τὸν ἀ­κρι­βέ­στε­ρο προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τῆς κα­κο­ή­θειας τοῦ γέ­νους μας, τὸ ἐκ­φρά­ζει ἡ Γρα­φὴ στὴν ἀ­φή­γη­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας μὲ τὸ νὰ το­πο­θε­τεῖ μὲν τὸ κα­κὸ στὴν ἀρ­χὴ τοῦ κό­σμου, ὄ­χι ὅ­μως ἀ­κό­μη στὸν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ προ­η­γου­μέ­νως σὲ ἕ­να πνεῦ­μα μὲ ἀρ­χι­κῶς ὑ­ψη­λό­τε­ρο προ­ο­ρι­σμό· ὁ­πό­τε, λοι­πόν, ἡ πρώ­τη ἔ­ναρ­ξη κά­θε κα­κοῦ ἐν γέ­νει πα­ρι­στά­νε­ται ὡς ἀ­κα­τα­νό­η­τη γιὰ μᾶς (δι­ό­τι ἀ­πὸ ποῦ προ­έρ­χε­ται τὸ κα­κὸ στὸ πνεῦ­μα ἐ­κεῖ­νο;­)­», πρβλ. Γιανναρᾶς Χρῆστος, Τὸ ρητὸ καὶ τὸ  Ἂρρητο. Τὰ γλωσσικὰ ὅρια ρεαλισμοῦ τῆς μεταφυσικῆς, Αθήνα, ἐκδόσεις Ἲκαρος, 1999, σ. 100: «Δὲν ἔχουμε πειστικὴ ἑρμηνεία γιὰ τὸν παραλογισμὸ τοῦ κακοῦ…».

[li] J­a­m­es S­u­s­an, P­a­s­s­i­on a­nd A­c­t­i­on. T­he E­m­o­t­i­o­ns in S­e­v­e­n­t­e­e­n­th C­e­n­t­u­ry P­h­i­l­o­s­o­p­hy, N­ew Y­o­rk, O­x­f­o­rd U­n­i­v­e­r­s­i­ty P­r­e­ss, 1997, σ. 239, ὅ­που πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ κρι­τι­κὴ τοῦ P­a­s­c­al στὴ χρι­στι­α­νι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α πε­ρὶ κα­κοῦ.

[lii] Γρη­γό­ριος Νύσ­σης, Εἰς τοὺς κοι­μη­θέν­τας, G.N.O. IX.I, σ. 54.13-16: «…ἵ­να γευ­σά­με­νος τῶν κα­κῶν ὧν ἐ­πε­θύ­μη­σεν καὶ τῇ πεί­ρᾳ μα­θὼν οἷ­α ἀν­θ’ οἵ­ων ἠλ­λά­ξα­το, πα­λιν­δρο­μή­σῃ δι­ὰ τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας ἑ­κου­σί­ως πρὸς τὴν πρώ­την μα­κα­ρι­ό­τη­τα…­», Εἰς τὰς ἐ­πι­γρα­φὰς τῶν Ψαλ­μῶν, G.N.O. V, σ. 50.5-7: «…γνώ­ρι­σον ἡ­μῖν τὴν δε­ξιάν σου, ὡς χω­ρῆ­σαι δυ­νά­με­θα ἐν σο­φί­ᾳ, οὐκ ἐν τι­μω­ρί­ᾳ, πα­ρὰ σοῦ τῆς παι­δεύ­σε­ως ἡ­μῖν ἐ­νερ­γου­μέ­νης».

πηγή: antifono.gr

    Προηγούμενο
    Επόμενο

People in this conversation

Comments (7)

    Sort by Oldest First
    Sort by Latest First

    Θ.Ι.Ζ.

    Ευχαριστώ τον συγγραφέα που καθιστά προσιτά τα αλλιώς απρόσιτα σε μας πατερικά κείμενα.

    Χρειαζόμαστε τους ειδικούς, ακριβώς για να μας εξασφαλίζουν αξιόπιστη πρόσβαση στα θεολογικά κείμενα της Κοινότητας. Σ’ αυτό έγκειται νομίζω η κοινωνική χρησιμότητα του θεο-λογικού επαγγέλματος. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να αφήσουμε όσους μηχανεύονται την κατάργησή του.

    Επειδή όμως για μας τους διαδικτυακούς αναγνώστες τα πατερικά κείμενα είναι «κινέζικα» θα έπρεπε, ίσως, να μας διευκρινίζονται κάπως ή απλώς να επισημαίνονται και τα αμφισβητούμενα σημεία –αφού ως γνωστόν τα πατερικά κείμενα ούτε από το χέρι του ίδιου του Θεού είναι γραμμένα ούτε από τελείους (αναμάρτητους) ανθρώπους (–ουδείς αναμάρτητος-εύστοχος). Ούτε είναι όλα απολύτως συμβατά μεταξύ τους.

    Αναφέρεται για παράδειγμα, στο κείμενο, ότι εκ φύσεως ο άνθρωπος είναι αγαθός. Έχουμε όμως τη ρητή δήλωση του Ιησού ότι αυτό δεν ισχύει (: τι με λέγεις αγαθόν, ουδείς αγαθός ειμή μόνον ο Θεός). Έχουμε επίσης την ανάλυση του Γρηγ. Παλαμά ότι η αγαθότητα αναφέρεται αποκλειστικά στον Θεό κι’ απ’ Αυτόν, σαν από πηγή, εκχέεται (η Χάρις) σε μας. Οπότε μετέχουμε και μείς στην αγαθότητα- αν θέλουμε- και όσο χωρά το (επιδεχόμενο ανάπτυξη) υπανάπτυκτο ψυχικό μας όργανο.

    Άλλο συναφές θέμα είναι το όραμα του Νύσσης περί της τελικής αποκατάστασης πάντων –δικαίων και αδίκων, που το απέρριψε κάποια μεταγενέστερη Σύνοδος, ως στερητικό της ελευθερίας (π.χ. των υπερμοχθηρών εκείνων εγωιστών, που θα ήθελαν να παραμένουν αιωνίως λάτρεις του θεοποιημένου εγώ τους). Διδακτική εν προκειμένω και η σχετική συνηγορία του Βιτκενστάϊν (υπέρ της Συνόδου).

    Άρα: ενώ τόσο ωραία ο Γρηγόριος Νύσσης θεμελιώνει την ύπαρξη στην ελευθερία, κάποιο πρόβλημα έχει με τον χειρισμό της (καλό/κακό, αρετή/κακία). Μήπως από εδώ ο τόσος περί το κακό αγνωστικισμός, που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα;

    Τέλος (και τούτο δεν είναι βέβαια δουλειά των θεολόγων-φιλολόγων των πατερικών κειμένων) είναι η ιστορικότητα των κειμένων (που επί πλέον συμβαίνει συχνά να είναι έργα πολεμικής). Ότι δηλαδή οι λέξεις ελευθερία, αρετή, κακία, έχουν κάποια κοινωνική λειτουργικότητα συγκεκριμένη στα πλαίσια των ελληνικών πόλεων της εποχής τους. Λειτουργικότητα βέβαια τελείως διαφορετική απ’ ό,τι σε μας σήμερα.

    Ερώτημα: αν αφαιρέσουμε από τις λέξεις αυτές την ιστορική σάρκα που είχαν, χωρίς να τους προσδώσουμε μια σημερινή (ή τουλάχιστον σχετίζοντάς τες με την πιθανή σημερινή), τι μας βεβαιώνει ότι η αφηρημένη απόδοσή τους εκ μέρους μας διατηρεί την όποια αλήθεια συνέβαινε να έχουν;

    Άλλωστε το καλό και το κακό (ως χρήση της ελευθερίας) έχει κοινωνικό προσδιορισμό: α) σχέση με τον Θεό και β) σχέση με τον πλησίον («ομοία» τη πρώτη). Πού κολλάει λοιπόν εδώ ο τόσος αγνωστικισμός; Στην πρώτη; Όπου ο επωφελούμενος ή θιγόμενος δεν είναι φυσικά ο Θεός αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος; Άρα μήπως καλό είναι ότι αναβαθμίζει την ελευθερία και κακό ό,τι την υποβαθμίζει –ανάλογα με τον βαθμό μετοχής στην θεία αγαθότητα, ή την αγαπητική πλήρωση της υπάρξεως; (Εδώ είναι που χρειάζεται η ανάλυση που μας πάει π.χ. στη Φιλοκαλία.) Ενώ μήπως αρκεί στο δεύτερο η Δικαιοσύνη, μετά διακρίσεως και ευσπλαχνίας, αναλόγων της προσωπικής μετοχής στη θεία αγαθότητα; (Γ.Μ.Σαλεμή σε πιάνω!)

    Προβληματισμούς εκφράζω. Νομίζω προβληματισμό χρειαζόμαστε, γιατί αυτός και μόνο αφυπνίζει. Αλλιώς τα κείμενα, όταν μάλιστα είναι «ιερά», πετυχαίνουν το αντίθετο απ’ αυτό που επιδιώκουν: καθιστούν μακάριο τον ύπνο μας.

    Και προς Θεού δεν είναι τούτο μομφή κατά των θεολόγων και ειδικά του κ. Πλεξίδα –απεναντίας! Τους αξίζει κάθε έπαινος που κάνουν τέτοια δουλειά στην εποχή που έχει πεθάνει όχι μόνο ο Θεός, αλλά και …ο θάνατος του Θεού.
    0 Like
    Γιώργος Σαλεμής

    Θεο-λόγοι, αγαπητέ κ. Θ.Ι.Ζ, και ...θεο-λόγιοι ήτοι λόγιοι του Θεού! Εκείνων η θεολογία είναι λογία η δική μας είναι λαϊκή...δημοτική. Όπως είναι και τα τραγούδια...έντεχνα (λόγια θα έλεγα καλύτερα) και λαϊκά. Ο Μίκης έντεχνος (λόγιος)...ο Μάρκος λαϊκός! Εκείνοι βαδίζουν στο “θαυμάζω” εμείς βαδίζουμε στο “αγαπώ”. (Παραφράζω κατά το δοκούν τον Μίκη που αποφάνθηκε ότι “ο Μπετόβεν είναι στο “θαυμάζω” ενώ ο Μάρκος, ο Τσιτσάνης, στο “αγαπώ”).

    Όσο για την δικαιοσύνη με διάκριση και ευσπλαχνία, πάντα μιλώντας ως μαθητής, θαρρώ ότι δεν μπορεί να φτάσει στο καλό χωρίς τον υπόλοιπο Σταυρό. Δεν αρκεί μόνη της. Πόσες φορές συναντάμε το καλό, και μέσα μας και στους άλλους, και δεν έχουμε την γενναιότητα, την Ανδρεία, να σχετιστούμε μαζί του με Πίστη, Σταθερότητα και Υπομονή! Έτσι, ούτε λίγο ούτε πολύ, το τορπιλίζουμε για να βρεθούμε γρήγορα γρήγορα στα γνώριμα εδάφη της κακομοιριάς μας! Η έκφραση “είναι πολύ καλό για να είναι αληθινό” είναι χαρακτηριστική της δειλίας μας αυτής.
    Αλλά και η Σωφροσύνη με την Παρθενία της και την Αγνότητά της μας είναι απαραίτητες. Πόσες φορές μιλάμε με τους ανθρώπους γύρω μας κι ενώ ο ένας λέει κάτι ο άλλος απαντάει χωρίς να περιμένει να καταλάβει και συνήθως με την κακή εκδοχή των ρηθέντων στο μυαλό! Πόσες φορές ο άλλος εμάς και εμείς τον άλλο, τον αντιμετωπίζουμε έχοντας “τον νου μας στο κακό”!
    Και πόσες φορές η εκπόρνευση των άλλων δεν είναι άλλοθι για την δική μας εκπόρνευση!
    “Κουτσαίνει ο γείτονας να κουτσαίνω κι εγώ”(!)
    Από την Φρόνηση δεν μπορούμε να...γλιτώσουμε επίσης. Θεολογούμε ανθρωπολογώντας και ανθρωπολογούμε θεολογώντας! Κι όλα μέσα σε ένα πλαίσιο φυσιογνωσίας. Όλο και πιο πολύ φαίνεται ότι δεν μπορούμε να πάμε πουθενά χωρίς αυτή.
    0 Like
    Ιωάννης Πλεξίδας

    Χαίρομαι ιδιαίτερα που ένα σύντομο κείμενό μου έδωσε αφορμή/ές για προβληματισμό. (Πόσο μάλλον που το συγκεκριμένο κείμενο περιέχεται σε υπό έκδοση βιβλίο μου για την προβληματική του κακού στην πατερική και τη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη, καθώς και για την ύπαρξη/ανυπαρξία της κόλασης).
    Θα ήθελα, ωστόσο, να διευκρινίσω κάποια σημεία για τους διαδικτυακούς αναγνώστες, τα οποία, όπως ορθά επισημαίνει ο κ. Θ.Ι.Ζ., μπορεί να δημιουργήσουν σύγχυση [Στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό και χωρίς να καταχραστώ τη φιλοξενία του Αντιφώνου.]
    Για τον Γρηγόριο Νύσσης, ο οποίος ακολουθεί πιστά τον Πλάτωνα, «ουδείς εκών κακός». Ο άνθρωπος, ως αγαθό δημιούργημα ενός πανάγαθου Θεού, δεν πράττει το κακό ως τέτοιο. Επιλέγει και πράττει το κακό στον βαθμό που αυτό εμφανίζεται ως αγαθό. Αν το κακό δεν ήταν σύμμικτο με το αγαθό, θα πει, η κακία θα έμενε «άπρακτος» (Γρηγόριος Νύσσης, Εις τους Μακαρισμούς, G.N.O. VII.2, σ. 125.14-16).
    Το κακό, λοιπόν, νοείται σε μια πραξιολογική προοπτική, η οποία εκπηγάζει από την «αβουλία/εσφαλμένη κρίση» του ανθρώπου(Κατηχητικός Λόγος, P.G. 45, 25A), την «απαιδευσία» (Εις τον Εκκλησιαστήν, G.N.O. V. σ. 302.1-3) και την «πλάνη» του Σατανά (Εις το πάτερ ημών, G.N.O. VII.2, σ. 426.13-15). Σ’ αυτή την επιλογή του κακού συνεργεί η αίσθηση, η οποία προκρίνει ως καλό ό,τι προκαλεί ηδονή και ευχαρίστηση, ό,τι ικανοποιεί το σώμα, αποσπώντας τον άνθρωπο από τον Θεό και στρέφοντάς τον στη ματαιότητα της ύλης (Εις τους κοιμηθέντας, G.N.O. IX.1, σ. 48.11-13)
    Δεν θεωρώ, επομένως, ότι τίθεται θέμα αγνωστικισμού, αλλά τρεπτότητας των όντων και κίνησής τους προς τη θέωση ή το μηδέν. Ή, όπως, αναφέρεται στο κείμενο, τίθεται θέμα ελλειμματικότητας του δημιουργήματος (λίαν καλή δημιουργία των όντων).
    Ακριβώς γι’ αυτό η αποκατάσταση έχει νόημα για τον Γρηγόριο. (Αν και το θέμα της αποκατάστασης δεν τίθεται στο αρχικό κείμενο.) Στον Wittgenstein, ο οποίος είναι επηρεασμένος από την εβραϊκή σκέψη (τουλάχιστον όπως την κατανοούσε ο ίδιος, καθώς η έννοια της κόλασης προέρχεται από τον ζωροαστρισμό και, σύμφωνα πάντα με το Ταλμούδ, έχει τον χαρακτήρα καθαρτηρίου και όχι αιώνιας τιμωρίας), θα είχαν πολλά να πουν οι Russel, Berdiaeff ή Morin (και όχι μόνο).
    Σ’ ό,τι αφορά στον «μακάριο ύπνο», θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Θ.Ι.Ζ. Αυτό είναι και το δικό μου πρόταγμα. Να ξυπνήσουμε, επιτέλους, από τον «μακάριο ύπνο» των ιερών κειμένων. Να διαβάσουμε τα κείμενα ακόμη και ενάντια στην παράδοση που φέρουν και να τα αποδομήσουμε, ώστε να τα φέρουμε σε διάλογο με τη σύγχρονη σκέψη — και όλη αυτή η διαδικασία της απομυθοποίησης των κειμένων, της επανάγνωσης και επαναμυθοποίησης νοείται, φυσικά, με όρους θετικής ενεργοποίησης.
    Τέλος, είναι κατανοητό ότι δεν υπάρχει καμία μομφή για τους θεολόγους. Σημειώνω, όμως, κάτι που θεωρώ σημαντικό. Δεν είμαι θεολόγος. Έχω σπουδάσει φιλοσοφία και όλοι οι τίτλοι σπουδών που έχω είναι τίτλοι φιλοσοφίας. Αν θα έπρεπε να κατηγοριοποιήσω τον εαυτό μου, αν θα έπρεπε να ανήκω κάπου, θα έλεγα ότι προτιμώ να αυτοχαρακτηρίζομαι ως κάποιος που ομολογεί έναν χριστιανισμό του φιλοσόφου (για να θυμηθούμε και τον Ricoeur).
    Ευχαριστώ για τον χρόνο σας και για το ότι μοιραστήκατε τους προβληματισμούς σας μαζί μας.

    Υ.Γ. Ενδεικτικά μόνο έγιναν κάποιες αναφορές στα κείμενα του Νύσσης. Αν κάποιος αναγνώστης επιθυμεί να έχει το σύνολο των αναφορών στα έργα του Γρηγορίου ή τη σχετική βιβλιογραφία, είμαι στη διάθεσή του.
    0 Like
    Θεοφάνης

    @Ιωάννη Πλεξίδα

    Νομίζω πως σας διαφεύγει το ότι ο άνθρωπος δεν επιλέγει αφού υπάρξει αλλά επιλέγει για να υπάρξει αιωνίως μετά του Δημιουργού του!
    Άρα, αντίθετα από αυτό που υποστηρίζετε, η ελευθερία που έχει ο άνθρωπος είναι ελευθερία επιλογής ύπαρξης δλδ στον άνθρωπο η ελευθερία είναι οντολογική!
    Όπως το έχουμε πει ξανά εδώ στο ‘Αντίφωνο’ σχολιάζοντας τα λόγια του πατρός Σωφρονίου (Σαχάρωφ):
    «Είμεθα κτίσματα. Ως κτίσματα φέρομεν εντός ημών την υποστατικήν αρχήν δυνάμει, ουχί ενεργεία. ……
    Καλούμαι διά της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών να ενεργοποιήσω, να πραγματοποιήσω εν εμοί την υποστατικήν ομοίωσίν μου προς τον Θεόν να γίνω υπόστασις, υπερβαίνων τον περιορισμόν του ατόμου, όπερ ουδόλως δύναται να κληρονομήση την Θείαν μορφήν υπάρξεως».
    Άρα η ελευθερία του ανθρώπου δεν είναι \'εντός ορίων \' αλλά απόλυτη!
    Τόσο απλούν!
    0 Like
    Ιωάννης Πλεξίδας

    Αγαπητέ, Θεοφάνη,
    χωρίς διάθεση αντιδικίας, θα ήθελα να σας πω ότι δεν μου διαφεύγει κάτι. Ο μέγιστος δογματολόγος της Εκκλησίας, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει στο έργο του, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, παρ. 39,40, Τόμος II, Kotter: "Των γινομένων τα με εισιν εφ' ημίν, τα δε ουκ εφ΄ημίν". (Από τα γινόμενα άλλα είναι στην εξουσία μας και άλλα δεν είναι.) Για να συμπληρώσει: "Ο περί του αυτεξουσίου λόγος τουτέστι του εφ' ημίν" (Ο λόγος για το αυτεξούσιο, δηλαδή για όσα εξουσιάζονται από μας) και να πει τελικά, έπειτα από την ανάπτυξη του συλλογισμού του: "... εν οις εστίν τα της αρετής και της κακίας έργα. Τούτων γαρ εσμέν αυτεξούσιοι" (... στα οποία είναι τα έργα της αρετής και της κακίας. Γιατί αυτών είμαστε αυτεξούσιοι). Βέβαια, δεν είναι μόνο ο Δαμασκηνός που το λέει αυτό (Η κριτική έκδοση του κειμένου έχει πληθώρα αναφορών σε πατερικά κείμενα από τα οποία ο Δαμασκηνός επηρεάστηκε). Βέβαια, δεν μπορώ να αναπτύξω εδώ τη στωική έννοια των εφ' ημίν. Ο γέροντας Σωφρόνιος λέει κάτι αυτονόητο και όχι διαφορετικό από αυτό που λέει ο Δαμασκηνός. Μιλάει για την επιλογή του αγαθού (και για τις συνέπειες αυτής της επιλογής).
    0 Like
    Θεοφάνης

    Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε..
    να έχετε ένα υπέροχο υπόλοιπο καλοκαιριού.
    0 Like
    Ιωάννης Πλεξίδας

    Δεν το νομίζω εγώ, αλλά οι Πατέρες. Και οι Πατέρες μιλούν για τα εφ' ημίν (ο όρος, βέβαια, είναι στωικής προέλευσης), για όσα βρίσκονται στην ελευθερία μας να πράξουμε και για όσα όχι (ενάρετες ή κακές πράξεις). Αντεύχομαι ό,τι καλύτερο.
  
Agamben   Alicin   Badiou   Barth   Bell   Berdyaef   Breck   Buntig   Chesterton   Clement Steiner   Dworkin   Elliot   Ellul   Evdokimov   Heidegger   Lacan   Lash   LeGoff   Lepeltier   Levinas   Losky   Malson   McGilchrist   Muse   Orwell   Pastoureau   Polony   Popper   Postman   Rawls   Rifkin   Sherrard   Skolimowski   Smith   Solzhenitsyn   Swartz   Szazs   Tarkofsky   Unger   Weil   Zirar   Zoja   Αγγελής Δ.   Αμάραντος Σ.   Ανδρουλιδάκης Α.   Ανδρουλιδάκης Κ.   Αρανίτσης Ε.   Βαμβουνάκη Μ.   Βαρδής Μ.   Βαρθαλίτης Γ.   Βιρβιδάκης Στ.   Βραχνός Κ.   Γεωργίου Θ.   Γρηγοράτος Μ.   Δανέζης Μ.   Διαμαντής Α.   Ζάχος Κ.   Ζιώγας Απ.   Ζουράρις Κ.   Ζώης Ι.   Ιωάννου Δ.   Ιωαννίδης Γ.   Καλογερόπουλος Α.   Καραμπελιάς Γ.   Καστρινάκης Γ.   Κατρούτσος Χρ.   Κιουρτσάκης Γ   Κομνηνός Στ.   Κονδύλης Π.   Κοροβίνης Β.   Κοσμόπουλος Δ.   Κουτρούλης Σ.   Κουτσουρέλης Κ.   Κούκος Σ.   Κυριαζόπουλος Σ.   Κωνσταντούδης Β.   Κόσσυβα Σ.   Λυγερός Ν.   Μαλεβίτσης Χ.   Μανουσέλης Σ.   Μαυρίδης Ν.   Μαυρόπουλος Δ.   Μητραλέξης Σ.   Μπάρλας Γ.   Μπαλτάς Δ.   Μπλάθρας Κ.   Ναξάκης Χ.   Νευροκοπλή B.   Ντόκος Γ.   Ξυδάκης Ν.   Παντούλας Θ.   Παπαγιάννης Α.   Παπαθανασίου Θ.   Παπαναγιώτου Ι.   Πρεβελάκης Γ.Σ.   Προγκίδης Λ.   Σακελλαρίου Μ.   Σαλεμής Γ.   Σκλήρης Δ.   Σουφλέρης Στ.   Σταματελόπουλος Λ.   Σταυρόπουλος Β.   Σχοινάς Φ.   Τάσης Θ.   Τσιρόπουλος Κ.   Τσιτσίγκος Σ.   Φαραντάκης Π.   Φεραίος Χ.   Χαραλαμπίδης Κ.   Χατζηαντωνίου Κ.   π. Γιάγκου Β.   π. Γκανάς Ε.   π. Γοντικάκης Β.   π. Ζηζιούλας Ι.   π. Θερμός Β.   π. Παπαδόπουλος Χ.   π. Φάρος Φ.   JoelLipman.Com   
social

   

Η ωφέλεια από τα μνημόσυνα (Αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός)


Μ’ αυτό το έργο του ο μεγάλος άγιος και θεολόγος του 8ου αιώνα συνοψίζει τη διδασκαλία της Εκκλησία μας για τα μνημόσυνα και, χρησιμοποιώντας πλήθος πατερικών μαρτυριών, απαντά σε πολλά ερωτήματα, που σχετίζονται με την ιστορική προέλευση, τη σημασία και τη σκοπιμότητά τους...
Πρόλογος
Σύμφωνα με ομόφωνη αγιοπατερική μαρτυρία την οποία επιβεβαιώνει αδιάκοπη εκκλησιαστική παράδοση αιώνων, οι ειδικές ευχές για τους νεκρούς θεσπίστηκαν από τους αγίους αποστόλους (1). H θέσπιση αυτή έχει δύο βασικά δογματικά  θεμέλια: α) την έννοια της Εκκλησίας ως κοινωνίας αγίων, που αποτελείται όχι μόνο από τους ζωντανούς αλλά και τους «κεκοιμημένους» χριστιανούς και β) την πίστη στη μεταθανάτια ζωή, την ανάσταση και την τελική κρίση.
Επιπλέoν, η διδασκαλία και η διαχρονική πράξη της Εκκλησίας, μας προτρέπουν να εκδηλώνουμε  τη μέριμνα μας για την ανάπαυση μιας ψυχής όχι μόνο με προσευχές, αλλά και με έργα αγάπης. Έτσι, οι Αποστολικές Διαταγές παραγγέλνουν να προσφέρονται στους φτωχούς ορισμένα από τα υπάρχοντα του νεκρού στη μνήμη του.  Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, συμβουλεύει να κάνουμε τέτοιες αγαθοεργίες, «ώστε, αν μεν ο νεκρός είναι αμαρτωλός, ν’ απαλλαγεί από τις αμαρτίες του· και αν είναι δίκαιος, να λάβει μεγαλύτερο μισθό και ανταπόδοση». Οι προσευχές, από το άλλο μέρος, για  τους νεκρούς περιλαμβάνουν τόσο την μνημόνευση των ονομάτων τους στις θείες λειτουργίες, όσο και την τέλεση ειδικών ακολουθιών, των μνημοσύνων.
Ήδη στις Αποστολικές Διδαχές βρίσκεται η διάκριση των μνημοσύνων σε «τρίτα», «ένατα», «τεσσαρακοστά» και ενιαύσια» (ετήσια), ανάλογα με το χρόνο τελέσεως τους από την ημέρα του θανάτου.
Πολλοί συμβολισμοί των επιμέρους μνημοσύνων αναφέρονται από τους πατέρες. Οι κυριότεροι είναι οι εξής: Τα «τρίτα» συμβολίζουν την ανάσταση του Κυρίου μετά την τριήμερη παραμονή Του στον τάφο και τελούνται με την ευχή ν’ αναστηθεί και ο νεκρός στην ουράνια βασιλεία (2).  Τα «ένατα» τελούνται για τα εννέα τάγματα των άυλων αγγέλων, με την ευχή να βρεθεί κοντά τους η άυλη ψυχή του νεκρού. Τα «τεσσαρακοστά» τελούνται για την ανάληψη του Κυρίου, που έγινε σαράντα μέρες μετά την ανάστασή Του. Με την ευχή να ν’ «αναληφθεί» και ο νεκρός, να συναντήσει το Χριστό στους ουρανούς και να ζήσει για πάντα μαζί Του. Τα «ενιαύσια» (ετήσια), τέλος, τελούνται την επέτειο ημέρα του θανάτου, σε ανάμνηση των γενεθλίων του νεκρού, καθώς, για τους πιστούς χριστιανούς, ημέρα της αληθινής γεννήσεως είναι η ημέρα του σωματικού θανάτου και της μεταστάσεως στην αιώνια ζωή. Μνημόσυνα, αντίστοιχα με τα παραπάνω, τελούνται τον τρίτο, έκτο και ένατο μήνα από την ημέρα του θανάτου («τρίμηνα», «εξάμηνα», «εννεάμηνα»).
Τη μεγαλύτερη ωφέλεια, πάντως, στους νεκρούς την προξενεί η τέλεση της θείας ευχαριστίας στη μνήμη τους, γιατί τότε, με τις μερίδες τους στο άγιο δισκάριο, «ενώνονται αόρατα με το Θεό και επικοινωνούν μαζί Του και παρηγορούνται και σώζονται και ευφραίνονται εν Χριστώ» (άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης).
Εκτός από τα ειδικά για κάθε νεκρό μνημόσυνα, η Εκκλησία έχει στις καθημερινές ακολουθίες της, γενικές δεήσεις για τους «κεκοιμημένους», όπως είναι λ.χ. το νεκρώσιμο μέρος του μεσονυκτικού και οι σχετικές αναφορές στις εκτενείς του εσπερινού, του όρθρου και της θείας λειτουργίας. Έχει, επίσης, καθιερώσει και ειδικές ημέρες μνημοσύνων. Τα Σάββατα σχεδόν όλου του εκκλησιαστικού έτους, και ιδιαίτερα τα προηγούμενα των Κυριακών της Απόκρεω και της Πεντηκοστής (Ψυχοσάββατα), είναι αφιερωμένα στη μνήμη των νεκρών.
Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί, αν και αυτονόητο, ότι η Εκκλησία τελεί μνημόσυνα μόνο για του χριστιανούς που κοιμήθηκαν μέσα στους κόλπους της.
Όσα συνοπτικά αναφέρθηκαν πιο πάνω για τα μνημόσυνα και, γενικότερα, την κοινωνία των ζωντανών με τα «κεκοιμημένα» μέλη της Εκκλησίας, δηλαδή όλων των μελών του θεανθρώπινου σώματος του Χριστού, είναι αφενός ενημερωτικά για τον «αμύητο» αναγνώστη και αφετέρου προοιμιακά της πραγματείας του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων», αποσπάσματα της οποίας ακολουθούν σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση.
Μ’ αυτό το έργο του ο μεγάλος άγιος και θεολόγος του 8ου αιώνα συνοψίζει τη διδασκαλία της Εκκλησία μας για τα μνημόσυνα και, χρησιμοποιώντας πλήθος πατερικών μαρτυριών, απαντά σε πολλά ερωτήματα, που σχετίζονται με την ιστορική προέλευση, τη σημασία και τη σκοπιμότητά τους.
Εκ της Ιεράς Μονής Παρακλήτου
(1) Και οι Ιουδαίοι πρόσφεραν θυσίες για την εξάλειψη των αμαρτιών «των μετ’ ευσεβείας κοιμωμένων» (Β΄ Μακ.12:45)
(2) Σχετικός είναι και ο θεολογικός συμβολισμός των κολλύβων που προστίθενται σε κάθε μνημόσυνο. Το σιτάρι συμβολίζει την ταφή, την ανάσταση και την πέρα από τον τάφο  ζωή του ανθρώπου, καθώς, πέφτοντας στη γη, σαπίζει  και «πεθαίνει». Απ’ αυτόν το «θάνατό» του όμως βλασταίνει μια νέα ζωή.
Η ωφέλεια από τα μνημόσυνα
Ο διάβολος, ο άδειος από καθετί καλό και θεάρεστο, με πρόσχημα αλλόκοτο και παράδοξο και ολότελα άθεσμο, έπεσε πάνω σε κάποιους και τους φύτεψε την ιδέα ότι τάχα δεν ωφελούν σε τίποτα τους νεκρούς όλες οι θεάρεστες πράξεις, που γίνονται για τις ψυχές. Γιατί λένε, χρησιμοποιώντας αγιογραφικά χωρία για να στηρίξουν την άποψή τους, «Ο καθένας θα πάρει την αμοιβή του ανάλογα με τα όσα καλά ή κακά έπραξε σ’ αυτή τη ζωή» (Β΄ Κορ.5:10) και «Στον άδη ποιος θα μετανοήσει ενώποιόν Σου;» (πρβλ.Ψαλμ.6:6) και «Εσύ, Κύριε, θα αμείψεις ή θα τιμωρήσεις τον καθένα ανάλογα με τα έργα του» (Ψαλμ.61:13) και «ό,τι έσπειρε ο καθένας, αυτό και θα θερίσει». (πρβλ.Γαλ.6:7).
Αλλά, σοφοί μου, θα λέγαμε σ’ αυτούς, ερευνήστε και μάθετε, ότι όσο μεγάλος κι αν είναι ο φόβος που μας εμπνέει ο Θεός, ο Κύριος των όλων, πολύ πιο μεγάλη είναι η αγαθότητά Του. Και οι απειλές Του είναι, βέβαια φοβερές, μα και η φιλανθρωπία Του αφάνταστα μεγάλη. Και οι καταδίκες Του είναι φρικτές, μα και η ευσπλαχνία Του πέλαγος απέραντο.
Προσέξτε τι λέει η Αγία Γραφή:
Όταν στη Σιών, την πόλη του μεγάλου βασιλιά, ο Ιούδας ο Μακκαβαίος είδε το λαό του θανατωμένο από τους εχθρούς, έψαξε και βρήκε μέσα στους κόρφους τους μικρά είδωλα. Αμέσως, με κάθε ευλάβεια και αγάπη, πρόσφερε για τον καθένα τους εξιλαστήρια θυσία στον σπλαχνικό Κύριο. Γι’ αυτό και στη Γραφή θαυμάζεται για την πράξη του εκείνη, καθώς και για όλες τις άλλες (βλ. Β΄ Μακκ. 12:38-45).
Οι μαθητές του Σωτήρα μας, πάλι, οι μύστες και αυτόπτες του Λόγου, οι θείοι απόστολοι, που σαγήνεψαν τον κόσμο, θέσπισαν να γίνεται μνημόνευση των πιστών νεκρών κατά την τέλεση των αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων. Από τότε μέχρι τώρα η αποστολική και καθολική Εκκλησία του Χριστού, σ’ όλα τα μέρη της γης, κρατάει σταθερά και αναντίρρητα αυτή την παράδοση, και θα την κρατάει ως τη συντέλεια του κόσμου.
Αυτό, οπωσδήποτε, δεν το θέσπισαν ούτε αλόγιστα ούτε άσκοπα ούτε τυχαία. Γιατί τίποτε ανώφελο δεν έχει παραλάβει η αλάθητη χριστιανική θρησκεία και τίποτε άχρηστο δεν έχει διατηρήσει σταθερά τόσους αιώνες. Όλα όσα έχει παραλάβει και διατηρήσει είναι και χρήσιμα και θεάρεστα και πολύ ωφέλιμα και πολύ σωτήρια.
Ας δούμε, όμως, τι έχουν πει γι’ αυτό το θέμα οι παλαιότεροι άγιοι πατέρες.
Ο μεγάλος και βαθύς γνώστης των θείων Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, στο έργο του για την εκκλησιαστική ιεραρχία, γράφει ακριβώς τα εξής: «Οι προσευχές των αγίων και σ’ αυτή  τη ζωή και, πολύ περισσότερο, μετά το θάνατο, επιδρούν σ’ εκείνους που είναι άξιοι ιερών ευχών, δηλαδή στους πιστούς». Και πάλι: «Ο πανάγαθος Θεός ζητάει να συγχωρήσει  όλα  τα πταίσματα, που οφείλονται στην ανθρώπινη αδυναμία, και να τους τοποθετήσει στη χώρα των ζωντανών, στους κόλπους του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, απ’ όπου έχουν φυγαδευθεί ο πόνος, η λύπη και ο στεναγμός, παραβλέποντας με την αγαθότητα της θεαρχικής Του δυνάμεως τις αμαρτίες που έκανε ο νεκρός από ανθρώπινη αδυναμία, αφού, όπως λέει η Γραφή, κανένας δεν είναι καθαρός από αμαρτία.
Βλέπεις εσύ που αντιλέγεις, πώς βεβαιώνει ότι είναι ωφέλιμες οι δεήσεις γι’ αυτούς που πέθαναν με την ελπίδα τους στον Θεό;
Ο επώνυμος της θεολογίας, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, λέει για τη μητέρα του στον επιτάφιο λόγο του αδερφού του Καισαρίου: «Ακούστηκε κήρυγμα αξιοπρόσεκτο και ο πόνος της μητέρας γίνεται πιο ελαφρός με την καλή και θεάρεστη υπόσχεση, ότι θα τα δώσει όλα για χάρη του παιδιού, θα δώσει τον πλούτο του ως επιτάφιο δώρο γι’ αυτό». Και πιο κάτω: «Όσα, λοιπόν, εξαρτώνται από μας, είναι αυτά. Και άλλα τα κάναμε ήδη, αλλά θα τα κάνουμε στο μέλλον, προσφέροντας τις ετήσιες τιμές και τα μνημόσυνα, αν φυσικά μείνουμε στη ζωή».
Βλέπεις πώς βεβαιώνει και χαρακτηρίζει καλές και θεάρεστες τις προσφορές που γίνονται για όσους πέθαναν, και επιτρέπει τα ετήσια μνημόσυνα;
Μετά απ’ αυτόν, ο χρυσώνυμος και πραγματικά Χρυσόστομος Ιωάννης, στη θεοφώτιστη ερμηνεία του στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο, λέει: «Αν οι ειδωλολάτρες καίνε μαζί με τους νεκρούς και τα πράγματα  που τους ανήκουν, πόσο μάλλον εσύ, ο πιστός, πρέπει να συνοδέψεις μαζί με τον πιστό και τα πράγματα του, όχι για την στάχτη, όπως εκείνα των ειδωλολατρών, αλλά για να του εξασφαλίσεις μεγαλύτερη δόξα: Αν δηλαδή ο νεκρός είναι αμαρτωλός, για ν’ απαλλαγεί από τις αμαρτίες του· αν πάλι είναι δίκαιος για ν’ αυξηθούν ο μισθός και η ανταμοιβή του». Και στην ερμηνεία του στην προς Φιλιππησίους επιστολή γράφει: «Ας σοφιστούμε κάποιαν ωφέλεια γι’ αυτούς που έφυγαν. Ας τους προσφέρουμε κάθε δυνατή βοήθεια. Μιλάω για τις ελεημοσύνες και τις προσφορές, αυτές που πραγματικά τους εξασφαλίζουν πολλή ανακούφιση, μεγάλη απολαβή και ωφέλεια. Γιατί αυτά που νομοθετήθηκαν ούτε παραδοθήκαν έτσι άσκοπα και τυχαία στην Εκκλησία του Θεού από τους σοφούς μαθητές Του. Και δεν θα μας άφηναν εκείνη την παράδοση  να κάνει ευχή ο ιερέας, κατά την τέλεση των φρικτών μυστηρίων, για τους πιστούς που κοιμήθηκαν, αν δεν γνώριζαν ότι θα είχαν απ’ αυτό πολύ κέρδος και μεγάλη ωφέλεια.
Ο σοφός Γρηγόριος ο Νύσσης, πάλι γράφει:  «Τίποτα δεν παραδόθηκε ασυλλόγιστα και ανώφελα από τους μαθητές και κήρυκες του Χριστού, μα και τίποτα δεν διατηρήθηκε ασυλλόγιστα και ανώφελα σ’ ολόκληρη την Εκκλησία του Θεού. Το να μνημονεύουμε κατά τη θεία κι ολόλαμπρη μυσταγωγία εκείνους που κοιμήθηκαν ορθόδοξοι, είναι οπωσδήποτε ωφέλιμο και θεάρεστο».
Γιατί τα λόγια, «Εσύ, Κύριε, θ’ αμείψεις ή θα τιμωρήσεις τον καθένα ανάλογα με τα έργα του» (Ψαλμ. 61:13) και  «Ο καθένας θα θερίσει αυτό που έσπειρε» (πρβλ. Γάλ.6:7) και τα άλλα παρόμοια, έχουν λεχθεί οπωσδήποτε για τη Δευτέρα παρουσία του Κυρίου, τη φοβερή κρίση και τη συντέλεια του κόσμου. Τότε, βέβαια, δεν θα υπάρχει δυνατότητα βοήθειας. Τότε κάθε ικεσία θα είναι ανώφελη. Γιατί, όταν τελειώσει το παζάρι, δεν υπάρχει πια εμπόρευμα διαπραγματεύσιμο. Πραγματικά, πού θα είναι τότε οι φτωχοί; Πού θα είναι οι ιερείς για την τέλεση της λατρείας; Πού οι ψαλμωδίες; Πού οι ευεργεσίες; Πού οι αγαθοεργίες;
Γι’ αυτό, πριν έρθει εκείνη η ώρα, ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον και ας προσφέρουμε στον φιλάνθρωπο Θεό τα έργα της αγάπης μας στους αδερφούς. Γιατί δέχεται με ευχαρίστηση τις προσφορές μας για χάρη όσων δεν πρόλαβαν και έφυγαν, θα λέγαμε, απροετοίμαστοι. Τις δέχεται και τις λογαριάζει σαν πράξεις και προσφορές εκείνων. Έτσι θέλει ο φιλάνθρωπος Κύριος, να Του ζητάνε τα πλάσματά Του και να τους δίνει όσα είναι για τη σωτηρία τους. Και μάλιστα λυγίζει ολοκληρωτικά, όταν κάποιος δεν αγωνίζεται μόνο για την δική του ψυχή, αλλά ενδιαφέρεται και για την ψυχή του πλησίον του. Στην περίπτωση αυτή ο άνθρωπος γίνεται μιμητής του  Θεού και τις δωρεές των άλλων τις ζητάει σαν δικές του χάρες. Έτσι εκπληρώνει την προϋπόθεση της τέλειας αγάπης, εξασφαλίζει τον μακαρισμό («μακάριοι είναι όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί σ’ αυτούς θα δείξει ο Θεός το έλεος Του», Ματθ.5: 7) και, μαζί με την ψυχή του πλησίον, ευεργετεί πάρα πολύ και τη δική του ψυχή.
Ας περάσουμε τώρα απ’ αυτά σε άλλα παρόμοια και ισοδύναμα. Ο Παλλάδιος, στη Λαυσαϊκή Ιστορία του, αναφέρει με ακρίβεια τα θαύματα του μεγάλου Μακαρίου. Εκεί γράφει πως ο όσιος Μακάριος, ρωτώντας κάποτε το κρανίο ενός νεκρού έμαθε όλα τα σχετικά μ’ αυτούς που έχουν πεθάνει. Και στο τέλος τον ρώτησε: ‘‘Δεν βρίσκετε, λοιπόν, καμιά παρηγοριά;’’ Αυτή την ερώτηση την έκανε, γιατί συνήθιζε να προσεύχεται για τους νεκρούς και ήθελε να ξέρει αν πραγματικά τους ωφελούσε. Τότε ο φιλάνθρωπος Κύριος θέλησε ν’ αποκαλύψει την αλήθεια στο πιστό υπηρέτη Του. Τον πληροφόρησε, λοιπόν, μέσω του κρανίου: ‘‘Όταν προσφέρεις τις δεήσεις για τους νεκρούς, αισθανόμαστε μια μικρή ανακούφιση’’.
Κάποιος άλλος, πάλι, από τους οσίους πατέρες  είχε έναν μαθητή που ζούσε απρόσεκτα. Έτσι, μέσα στη ραθυμία, έφτασε στο τέλος της ζωής του. Ο πολυεύσπλαχνος και φιλάνθρωπος Κύριος φανέρωσε στο γέροντα, που τον παρακάλεσε με δάκρυα, ότι θα ρίξει τον μαθητή του στην φωτιά μέχρι το λαιμό, όπως τον πλούσιο της παραβολής του Λαζάρου (Λουκ. 16:23-24). Όταν ο όσιος γέροντας άρχισε να κτυπιέται και να ικετεύει κλαίγοντας το Θεό, Εκείνος του αποκάλυψε ότι θα τον βάλει στη φωτιά μόνο μέχρι τη ζώνη. Μα όταν και πάλι ο γέροντας Τον παρακάλεσε με μεγάλη επιμονή, ο Θεός του έδειξε σε όραμα ότι λύτρωσε τελείως το μαθητή  του από τη φωτιά της κολάσεως.
Αλλά ποιος θα μπορούσε να διηγηθεί με τη σειρά όλες τις μαρτυρίες, που βρίσκονται σκόρπιες μέσα στους βίους των αγίων, στα μαρτυρολόγια και στις ιερές αποκαλύψεις, απ’ όπου ολοφάνερα αποδεικνύεται ότι οι προσευχές, οι λειτουργίες και οι ελεημοσύνες για τους νεκρούς ωφελούν πολύ τις ψυχές τους; Γιατί, απ’ όσα δανείστηκαν στο Θεό, τίποτα δεν πάει χαμένο. Όλα τα ανταποδίδει ο Κύριος με το παραπάνω.
Όσο για το λόγο του προφήτη,  «Στον άδη ποιος θα μετανοήσει ενώπιον Σου;» (πρβ. Ψαλμ. 6:6), είπαμε ήδη πως οι απειλές του παντοκράτορα Θεού είναι, βέβαια, φοβερές, αλλά τελικά τις εξουδετερώνει η ανυπολόγιστη φιλανθρωπία Του. Άλλωστε, και μετά απ’ αυτόν τον λόγο του προφήτη, έγινε οπωσδήποτε μετάνοια στον άδη. Εννοώ τη μετάνοια εκείνων που πίστεψαν εκεί, όταν κετέβηκε ο Κύριος για να τους σώσει. Αλλά και στον άδη δεν τους έσωσε όλους ο Ζωοδότης. Έσωσε μόνο όσους τον πίστεψαν. Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται η προφητεία. Όχι, ποτέ. Απλά αποδεικνύεται ότι ο πανάγαθος Κύριος νικιέται από την αγάπη Του στον άνθρωπο. Το ίδιο και με τον προφητικό λόγο του Ιωνά, «Η Νινευΐ θα καταστραφεί» (Ιων.3:4). Και όμως δεν καταστράφηκε, γιατί η αγαθότητα του Θεού  νίκησε τη δικαιοσύνη Του. Και στον Εζεκία είπε με το στόμα του προφήτη Ησαΐα: «Τακτοποίησε τις υποθέσεις  του σπιτιού σου, γιατί θα πεθάνεις. (Δ΄ Βασ. 20:1). Και όμως δεν πέθανε. Στον Αχαάβ, πάλι, έστειλε τον προφήτη Ηλία για να τον προειδοποιήσει: «θα σου στείλω συμφορές» (Γ΄ Βασ. 20:21). Και δεν του έστειλε. Γιατί; Το εξήγησε στον προφήτη. Είδες πως μετανόησε ο Αχαάβ; Γι’ αυτό δεν θα του στείλω συμφορές όσο ζει» (Γ΄ Βασ. 20:29). Πάλι, δηλαδή, η αγαθότητα Του νίκησε την απόφαση του, όπως έγινε και σε πάρα πολλές άλλες περιπτώσεις και όπως θα γίνεται μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, τότε που θα τελειώσει το πανηγύρι, τότε που δεν θα είναι πια καιρός για βοήθεια αλλά κάθε άνθρωπος θα βρεθεί μόνος με το φορτίο του. Ενώ τώρα είναι ακόμα καιρός, καιρός για φροντίδα, καιρός για συναλλαγή, καιρός για κόπο και τρεχάματα και αγώνα. Και μακάριος είναι εκείνος που δεν απόκαμε, ούτε έχασε την ελπίδα του. Μα πιο μακάριος είναι εκείνος που αγωνίστηκε και για τον εαυτό του και για τον πλησίον του.
Γιατί αυτό, το να τρέχει δηλαδή ο καθένας σε βοήθεια του πλησίον, ευχαριστεί περισσότερο τον φιλεύσπλαχνο Κύριο. Αυτό θέλει και επιθυμεί, να ευεργετούμε ο ένας τον άλλο και στην παρούσα ζωή και μετά το θάνατο. Αν δεν έβλεπε σωστό κάτι τέτοιο, δεν θα μας έδινε το δικαίωμα να μνημονεύουμε τους νεκρούς στη θεία λειτουργία, καθώς και να τους κάνουμε μνημόσυνα  στις τρεις ημέρες, στις εννέα, στις σαράντα και στο χρόνο, όπως χωρίς καμιάν αντίρρηση τα τηρεί ο ευσεβέστατος λαός της. Αν, δηλαδή, αυτά ήταν μια κοροϊδία δίχως κέρδος και ωφέλεια, οπωσδήποτε σε κάποιον από τους πολλούς προγενέστερους θεοφόρους αγίους, πατριάρχες, πατέρες και διδασκάλους θα ερχόταν η φώτιση να σταματήσει την πλάνη. Κανένας τους, όμως, δεν δοκίμασε ποτέ να καταργήσει τα μνημόσυνα. Απεναντίας, μάλιστα, όλοι τα επικύρωσαν, κι έτσι καθημερινά η πρακτική αυτή όχι μόνο απλώνεται και ριζώνει, αλλά δέχεται και αλλεπάλληλες προσθήκες.
Ας δούμε, όμως τι λέει και ο Μέγας Αθανάσιος στον ωραιότατο λόγο του για τους κοιμηθέντες: «Κι αν ακόμα ο νεκρός τελείωσε τη ζωή του με ευσέβεια και τοποθετήθηκε στο ουρανό, μην αρνείσαι να προσφέρεις λάδι  και ν’ ανάβεις κεριά στον τάφο του, ζητώντας το έλεος του Χριστού. Γιατί αυτά είναι ευπρόσδεκτα από το Θεό και φέρνουν πλούσια την  ανταπόδοση Του, αφού το λάδι και το κερί είναι θυσία, η θεία λειτουργία είναι εξιλέωση, και η αγαθοεργία στους φτωχούς φέρνει κάθε αγαθή ανταπόδοση προσαυξημένη. Ο σκοπός, λοιπόν, εκείνου που κάνει την προσφορά για τον νεκρό, είναι ίδιος μ’ εκείνου που έχει ένα παιδί άλαλο, αδύναμο και άρρωστο, και για χάρη του προσφέρει  με πίστη  στον ιερό ναό, ως θυσία, κεριά, λιβάνι και λάδι. Αυτά, λοιπόν, δεν είναι σαν να τα κρατάει και να τα προσφέρει το ίδιο το παιδί; Κάτι ανάλογο δεν γίνεται και στο μυστήριο του θείου βαπτίσματος, οπότε ο ανάδοχος ‘‘αποτάσσεται τω σατανά’’ και ‘‘συντάσσεται τω Χριστώ’’ για λογαριασμό του νηπίου που βαπτίζεται; Όμοια πρέπει να κατανοούμε και την περίπτωση εκείνου που πέθανε πιστός στον Κύριο, ότι δηλαδή ο ίδιος κρατάει και προσφέρει τα κεριά, το λάδι και όλα όσα εμείς προσφέρουμε για την λύτρωση του. Έτσι, με τη χάρη του Θεού, η επιδίωξη, που συνοδεύεται από την πίστη, δεν θα ματαιωθεί. Γιατί οι θεολόγοι απόστολοι και οι μυσταγωγοί και οι πνευματοφόροι πατέρες, αφού πρώτα ενώθηκαν με το Θεό και έγιναν μέτοχοι της εκστατικής δυνάμεως Του, θέσπισαν θεάρεστα τις λειτουργίες, τις προσευχές και τις ψαλμωδίες, που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη των νεκρών».
Έρχεται, όμως, ένας αντίθετος και λέει: ‘‘Αν είναι έτσι, όλοι  θα σωθούν και κανένας δεν θα κολαστεί’’.
Σωστά. Και μακάρι να γίνει κάτι τέτοιο. Είναι αυτό που ποθεί και θέλει  και επιδιώκει ο πανάγαθος Κύριος, είναι αυτό που Του δίνει χαρά και ευφροσύνη, το να μη στερηθεί κανείς τις θείες δωρεές Του. Μήπως τα βραβεία και τα στεφάνια τα ετοίμασε για τους αγγέλους; Μήπως ήρθε στη γη και σαρκώθηκε από την Παρθένο και έγινε άνθρωπος και έπαθε και πέθανε για να σώσει τις ουράνιες δυνάμεις; Μήπως στους αγγέλους θα πει, «Ελάτε, οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί» (Ματθ. 25:34); Δεν  μπορείς εσύ, ο αντιρρησίας, να ισχυριστείς ότι θα γίνει αυτό. Αφού όλα για τον άνθρωπο τα υπέφερε ο Χριστός, όλα για τον άνθρωπο και τα ετοίμασε.  Ποιος άλλωστε, καλώντας τους φίλους του σε πλούσιο γεύμα, δεν θέλει να έρθουν όλοι και να χορτάσουν απ’ τα καλά του; Για ποιο σκοπό, δηλαδή, ετοίμασε το φαγοπότι, αν όχι για να περιποιηθεί τους φίλους του; Αν, λοιπόν, αυτό θέλουμε εμείς, δεν θα το θέλει πολύ περισσότερο ο μεγαλόδωρος Θεός, που από τη φύση Του είναι πανάγαθος και φιλάνθρωπος και που, μοιράζοντας και δίνοντας δώρα, χαίρεται και αγάλλεται περισσότερο απ’ όσο εκείνος που τα παίρνει;
Κάθε άνθρωπος που απέκτησε μικρή ζύμη αρετών και, μολονότι ήθελε, δεν πρόφτασε να την κάνει ψωμί από ραθυμία ή αμέλεια ή αναβλητικότητα, κι έτσι μια μέρα, χωρίς να το περιμένει, τον θέρισε ο θάνατος, αυτός δεν θα λησμονηθεί από τον δίκαιο Κριτή. Ο Κύριος θα συγκινήσει τις ψυχές των οικείων του, για να τον βοηθήσουν, αναπληρώνοντας τα υστερήματα του νεκρού.
Απεναντίας, όποιος έζησε ζωή αμαρτωλή, όποιος δεν πορεύθηκε ποτέ σύμφωνα με τη συνείδηση του, αλλά κυλιόταν άφοβα και αδιάντροπα στις δυσωδίες των ηδονών, ικανοποιώντας όλες τις ορέξεις της σάρκας και αδιαφορώντας ολότελα για την ψυχή του, όταν θα φύγει απ’ αυτή την ζωή, από κανέναν δεν θα βοηθηθεί. Ο Θεός, επειδή δεν τον λογαριάζει για δικό Του, θα οικονομήσει να τον ξεχάσουν και η γυναίκα του και τα παιδιά του και τ’ αδέλφια του και οι φίλοι του.
Εμένα, λοιπόν, όποιος είναι φίλος μου, εύχομαι να με βοηθήσει, αν είναι δυνατόν, ώστε να μην αφήσω πίσω μου κανένα υστέρημα. Αν, όμως, φτάσω στο τέλος της ζωής μου χωρίς να είμαι απόλυτα έτοιμος, παρακαλώ τον πολυέλαιο Κύριο να συγκινήσει τους  συγγενείς και τους φίλους μου και να θερμάνει τις καρδιές τους, ώστε, αν ως άνθρωπος αφήσω κάποιο υστέρημα, να με βοηθήσουν ολοπρόθυμα και να το αναπληρώσουν με καλά και θεάρεστα έργα. Έτσι, άλλωστε, διδάσκει και διακηρύσσει ο θεολόγος Χρυσόστομος, που τον ανέφερα  και πιο πάνω. «Αν δεν πρόλαβες», λέει, «να τακτοποιήσεις όλα τα ζητήματα της ψυχής σου όσο ζούσες, τότε, έστω και στα τελευταία σου, άφησε εντολή στους δικούς σου να στείλουν μαζί σου τα υπάρχοντα σου, όταν πεθάνεις, να σε βοηθήσουν δηλαδή με αγαθοεργίες, ελεημοσύνες και προσφορές. Έτσι θα κάνεις το Λυτρωτή να σε αντιμετωπίσει με επιείκεια, γιατί αυτά τα δέχεται με ευχαρίστηση».
Ο ίδιος, πάλι γράφει κάπου αλλού: «Στη διαθήκη σου βάλε συγκληρονόμο, μαζί με τα παιδιά και τους συγγενείς σου, και τον Κύριο. Ας έχει το χαρτί και το όνομα του Κριτή. Ας μην παραλείπει, ακόμα, ν’ αναφέρει και τους φτωχούς. Εγώ γίνομαι εγγυητής τους. Αυτό, βέβαια, δεν πρέπει να το χρησιμοποιήσει κανείς ως πρόφαση, για  να μην κάνει ελεημοσύνες όσο είναι ζωντανός. Και όσο ζει  να κάνει, αλλά και μετά το θάνατο να τις συνεχίζει. Το αντίθετο είναι τελείως παράλογο, βέβηλο και ασύμφωνο με το θέλημα του Θεού. Πολύ καλό και αρεστό και ευπρόσδεκτο απ’ το Θεό είναι το να καθαρίζει κάθε ευσεβής και φιλόχρηστος άνθρωπος τον εαυτό του με όλες τις αγαθοεργίες, να αποφεύγει κάθε αμαρτία και να τηρεί τις φωτεινές εντολές του Θεού, για να μπορέσει, όταν φτάσει στο τέλος της ζωής του, να πει θαρρετά στον Κύριο: ‘‘Έτοιμη είναι η καρδιά μου, Θεέ μου, έτοιμη είναι η καρδιά μου’’ (Ψαλ. 107:2). Και έτσι με χαρά να υποδεχτεί τους αγγέλους, που θα κατέβουν για να τον παραλάβουν».
Αυτό βέβαια, το κάνουν λίγοι και σε λίγες περιπτώσεις, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου, «αυτοί που θα σωθούν θα είναι λίγοι» (πρβλ. Λουκ. 13:23), λόγο που είπε ο Πάνσοφος με κάποια λύπη. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ότι είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν άνθρωποι σ’ αυτή την πρώτη κατηγορία των σωζομένων, πάμε αναγκαστικά στη δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα με τη διδασκαλία των αποστόλων και των πατέρων. Έτσι, με την αγαθότητα του Θεού, και οι νεκροί ωφελούνται και η φιλανθρωπία αυξάνει και η ελπίδα της αναστάσεως επιβεβαιώνεται και η προσευχή στο Θεό δυναμώνει και το εκκλησίασμα των ιερών ναών πυκνώνει και η αγαθοεργία στους φτωχούς απλώνεται.
Οι θεοφώτιστοι άνθρωποι λένε, πως οι πράξεις των ανθρώπων, στην ύστατη πνοή τους, δοκιμάζονται σαν σε ζυγαριά. Και αν η δεξιά πλάστιγγα είναι πιο πάνω από την αριστερή, είναι ολοφάνερο πως ο ετοιμοθάνατος θα παραδώσει την ψυχή του στους αγίους αγγέλους. Αν πάλι και οι δύο πλάστιγγες είναι ίσες, νικάει οπωσδήποτε η φιλανθρωπία του Θεού. Μα κι αν ακόμα η ζυγαριά γέρνει λίγο προς τα’ αριστερά, όπως λένε οι θεολόγοι, η ευσπλαχνία του Θεού θα αναπληρώσει όσο χρειάζεται. Να οι τρεις θείες κρίσεις του Κυρίου: η πρώτη είναι δίκαιη· η δεύτερη είναι φιλάνθρωπη· η Τρίτη είναι υπεράγαθη. Μετά απ’ αυτές έρχεται η τέταρτη, όταν οι εφάμαρτες πράξεις είναι πολύ βαρύτερες. Αλίμονο τότε, αδερφοί! Και αυτή όμως η κρίση του Θεού είναι δίκαιη και θεσπίζει δίκαια για τους ανθρώπους που κρίνονται.
Μετά απ’ αυτά, λοιπόν, ας στρέψουμε όλη μας την προσοχή στη φοβερή ημέρα της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου και ας αναρωτηθούμε, μήπως τότε κατηγορηθούμε, από τους συγγενείς μας ότι παραμελήσαμε τις υποχρεώσεις μας απέναντί τους.
Αλίμονο σ’ όλους, όσοι είναι σαν εμένα, που θα κληρωθούν εκείνη την ημέρα στ’ αριστερά του Κριτή. Μακάριοι εκείνοι, που ο Κύριος θα τους βάλει στα δεξιά Του και θ’ ακούσουν την ευλογημένη φωνή. «Ελάτε, οι ευλογημένοι απ’ τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί  απ’ την αρχή  του κόσμου» (Ματθ. 25:34). Αυτή τη φωνή μακάρι ν’ αξιωθούμε να την ακούμε όλοι, όσοι θα φυλάξουμε την ορθόδοξη πίστη, και ν’ απολαύσουμε τ’ αγαθά που την ομορφιά τους «μάτι ανθρώπινο ποτέ δεν είδε και αυτί ποτέ δεν άκουσε και νους δεν μπόρεσε ποτέ να σκεφτεί». (Α΄ Κορ. 2:9).
Αμήν.
(Από τη σειρά των φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής.)
(Πηγή: Ο.Ο.Δ.Ε.)

Περί του ποιητού του ιαμβικού κανόνος των Χριστουγέννων


Ο περίφημος ιαμβικός κανόνας των Χριστουγέννων επιγράφεται ως ποίημα Ιωάννου Δαμασκηνού. Άλλες πηγές όμως αναφέρουν Ιωάννου Αρκλά. Γνωρίζουμε κάτι ειδικότερο για τον ποιητή του κανόνος;

Ο περίφημος ιαμβικός κανόνας των Χριστουγέννων επιγράφεται ως ποίημα Ιωάννου Δαμασκηνού. Άλλες πηγές όμως αναφέρουν Ιωάννου Αρκλά. Γνωρίζουμε κάτι ειδικότερο για τον ποιητή του κανόνος;

Η ερώτηση είναι ενδιαφέρουσα αλλά δεδομένου ότι ο φίλτατος Γιώργος γνωρίζει τα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα ίσως μοιάζει και υποβολιμαία. Επειδή τα κίνητρά της γνωρίζω ότι είναι και φύσει και θέσει αγνά, ίσως αξίζει περισσότερο να παρουσιαστεί το ζήτημα της πατρότητας των ιαμβικών κανόνων του Ιωάννου μοναχού.

Αναφερόμαστε στους τρεις εν χρήσει ιαμβικούς ( σε βυζαντινό ιαμβικό δωδεκασύλλαβο, και με ακροστιχίδες σε ελεγειακό δίστιχο) κανόνες του Ιωάννου Μοναχού, που γράφηκαν για τρεις Δεσποτικές εορτές. Των Χριστουγέννων: Έσωσε λαόν, των Θεοφανείων: Στείβει θαλάσσης, και της Πεντηκοστής: Θείω καλυφθείς. Τα σωζόμενα χφφ των κανόνων αυτών σχεδόν ομόφωνα αποδίδουν και τους τρεις κανόνες στον Ιωάννη μοναχό, τον οποίο οι περισσότεροι ταυτίζουν με τον γνωστό πατέρα, θεολόγο και υμνογράφο, Ιωάννη Δαμασκηνό. Από τον 12ο αιώνα και εξής όμως δύο πηγές αρνούνται την απόδοση κάποιων ή και των τριών κανόνων στον Δαμασκηνό. Έτσι ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, μάλλον ακολουθώντας ιεροσολυμίτικη παράδοση, και βασιζόμενος σε υφολογικά κριτήρια, σε εκτενέστατο υπόμνημα στον Κανόνα της Πεντηκοστής τον αποδίδει στη γραφίδα του Ιωάννου μοναχού Αρκλά, ‘ως φασίν οι ίδμονες’, Η γλώσσα του Ευσταθίου είναι αρκετά αινιγματική, και εν τέλει προκειμένου να μην κατηγορηθεί για ισχυρογνωμοσύνη, συντάσσεται με τη γνώμη των πολλών και προτείνει ένα ‘συμβιβασμό’ στον αναγνώστη: να διαβάζει σαν να είναι έργο του Δαμασκηνού και όχι του Αρκλά! Την πατρότητα στον Αρκλά και των τριών κανόνων αποδίδει και ο Ιωάννης Μερκουρόπουλος( ή Μερκουροπώλος), εμμένοντας μάλιστα στην άποψή του, με χαρακτηριστική βεβαιότητα: ἐξαπατᾷ δ’ ἡ συνωνυμία ( δηλ Αρκλά και Δαμασκηνού) τοὺς οὐκ εἰδότας τὸ ἀκριβές. Η ισχύς της άποψης Ευσταθίου, Μερκουρόπουλου ήταν τόσο έντονη ώστε μετά από τον 12ο αιώνα σχεδόν όλα τα χφφ και τα έντυπα ή μη λειτουργικά βιβλία αποδίδουν τον κανόνα της Πεντηκοστής στον παντελώς άγνωστο για οτιδήποτε άλλο ποιητικό ή μη έργο Ιωάννη Αρκλά. Ο αγ. Νικόδημος Αγιορείτης στο περισπούδαστο Εορτοδρόμιόν του σε υποσημείωση στον ιαμβικό κανόνα της Πεντησοστής αναπαράγει στοιχεία που δίνει ο ‘γραικολατινικός τόμος’, τα οποία όμως η νεότερη έρευνα (ήδη από το 1960) έχει απορρίψει καθώς στηρίζονταν σε παρανοήσεις. Είναι εύγλωττο το συμπέρασμα του αγ. Νικοδήμου: Ὥστε κατὰ τὴν πολλῶν φήμην καὶ κοινὴν γνώμην ὁ Κανών οὗτος εἶναι τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἂν καὶ τοῦ Ἀρκλᾶ ἐπιγράφεται ἐν πολλοῖς. Ο Βαρθολομαίος Κουτλουμουσιανός στην έκδοση του Πεντηκοσταρίου στον Πρόλογο αλλά και στο κυρίως κείμενο αποδίδει τον Κανόνα στον Αρκλά, και έχει σχετική υποσημείωση.

Θεωρώ και τους τρεις κανόνες έργο μάλλον του ίδιου ποιητή, και αν υπάρχει κάποια αλήθεια πίσω από την ιστορία περί Αρκλά αυτό το όνομα είναι λογικό να παραπέμπει σε ένα υπαρκτό πρόσωπο, κι όχι σε ένα μέχρι στιγμής πρόσωπο-φάντασμα. Σε αυτά τα ζητήματα η απολυτότητα είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Σε εποχές και λογοτεχνικά είδη όπου ο κανόνας είναι η μίμηση, και η αυθεντικότητα στηρίζεται στην κατά το δυνατόν πιστότερη στοίχιση σε ακραιφνή πρότυπα, άλλες πιθανότητες περί την πατρότητα δεν μπορούν να αποκλείονται. Έτσι, ίσως κάποιος ή κάποιοι ποιητές να μιμούνται ο ένας τον άλλο, ή να ‘ναι οι δύο πρώτοι κανόνες έργα του Δαμασκηνού και ο τρίτος κάποιου άλλου κλπ.



Οι ιαμβικοί κανόνες στους οποίους μάλλον αναφέρεστε ( Χριστουγέννων, Θεοφανείων, Πεντηκοστής) είναι γραμμένοι από τον Ιωάννη μοναχό, που οι περισσότεροι ταυτίζουν με τον Ιωάννη Δαμασκηνό. Για δε τον Κανόνα της Πεντηκοστής ήδη από τον 12ο αιώνα αμφισβητείται η πατρότητά του, και αποδίδεται στον άγνωστο από αλλού Ιωάννη Αρκλά.

Οι ιαμβικοί κανόνες, που αποδίδονται στον Ιωάννη μοναχό, εκτός από τη γλωσσική και μετρική τους ιδιαιτερότητα, έχουν και ενδιαφέρον ως προς τον τρόπο με τον οποίο εκφράζουν τη θεολογία τους. Καλό είναι ποτέ να μη λησμονούμε ότι γράφηκαν για να είναι κυρίως λειτουργική ποίηση, λογοτεχνία χωρίς να αφίστανται στο ελάχιστο της ορθοδοξίας. Ακόμη, ο ποιητής τους δείχνει να σέβεται αρκετά και τον Ιωάννη Δαμασκηνό. Η έρευνα δεν έχει αποφανθεί ακόμη τελεσίδικα για το ποιά υμνογραφικά έργα του Δαμασκηνού είναι αυθεντικά δικά του, και ποιά όχι.
Η ίδια δυσκολία ενισχύεται και στην περίπτωση των τριών ιαμβικών κανόνων, οι οποίοι υπόκεινται σε αρκετές συμβάσεις. Ο μεγάλος πατέρας της εκκλησίας Ιωάννης Δαμασκηνός είναι γνωστός όχι για τη μοναδική πρωτοτυπία του, αλλά για τον συντμητικό ρόλο του, ως ανακεφαλαιωτή των πατερικών διατυπώσεων ( ειδικά των Καππαδοκών- και όχι μόνο). Η περίφημη φράση στα Διαλεκτικά του: Ἐρῶ τοιγαροῦν ἐμὸν μὲν οὐδέν.(έκδ Kotter, i, 2. 9) συνοψίζει με ενάργεια σύνόλο το ποιόν της γραφής του. Ότι δεν είναι ένας απλός συλλογέας, που καταγράφει ό,τι προειπώθηκε είναι βέβαιο. Η πρωτοτυπία του έχει ιδιάζοντα χαρακτηριστικά που καλύτερα φαίνονται όταν κάποιος αναγνώσει τα έργα του, παρά όταν ένας άλλος προσπαθήσει να τα απαριθμήσει σε λίγες αράδες.
Αν τα πάντα είναι ζήτημα ερμηνείας, εξαρτάται από το πού θα εκκινήσει κάποιος ώστε να αποδώσει ή μη τη θεολογία των ιαμβικών κανόνων στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό. Προσωπικά θεωρώ ότι τα στοιχεία υπέρ του Ιωάννη Δαμασκηνού ( τουλάχιστον για τους δύο πρώτους κανόνες) δεν είναι λιγότερα από ό,τι για έναν άγνωστο Ιωάννη μοναχό. Οπως υπαινίχθηκα και νωρίτερα άλλες πιθανότητες δεν μπορούν να αποκλειστούν κατηγορηματικά: πχ να είχε εγκρίνει, ή και πρωτογράψει ο Δαμασκηνός τους κανόνες, αλλά κάποιος σύγχρονός του, ή και μαθητής του στη Λαύρα του αγ. Σάββα να τους διεσκεύασε και έτσι να έφθασαν σε μας. Με τη χάρη του Θεού, μπορούμε να γνωρίζουμε ότι τα αρχαιότερα σωζόμενα χφφ που παραδίδουν τους κανόνες αυτούς δεν απέχουν και πολύ χρονικά ή και τοπικά από την ακμή και τον χώρο δραστηριότητας του Δαμασκηνού.