Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ (1) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Θεολογική Σχολή Τμήμα Θεολογίας Γεώργιος Η. Μπόρας Μεταπτυχιακή Εργασία


Σύμβουλος Καθηγητής: Δ. Τσελεγγίδης
Θεσσαλονίκη 2014
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Η εργασία ξεκίνησε με μοναδικό γνώμονα την διάθεση για ψηλάφηση των συνιστωσών εκείνων που φαίνεται να ορίζουν τα θεολογικά και πολιτιστικά πράγματα της εποχής μας. Η παρακολούθηση των μαθημάτων του τομέα Δογματικής Θεολογίας, ιδιαιτέρως του Καθηγητή κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, τον οποίο και θέλουμε να ευχαριστήσουμε και από αυτή την θέση για την εμπιστοσύνη με την οποία μας περιέβαλλε και την υπομονή του για τις όποιες αστοχίες μας, έσπειρε την διάθεση για να ασχοληθούμε κάπως εκτενέστερα και πάντως όχι εξαντλητικά με το φαινόμενο του Οικουμενισμού.
Αρχικά προσεγγίζουμε το φαινόμενο της σταδιακής μεταστροφής των θέσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε ζητήματα διαλόγων με τις δυτικές χριστιανικές ομολογίες. Ο λόγος για τον οποίο υποστηρίξαμε αυτήν την προσέγγιση εδράζεται από τη μία στην προτροπή του κ. Τσελεγγίδη να ξεκινήσουμε από αυτό το εκκλησιαστικό γεγονός και από την άλλη, στην μετέπειτα ωρίμανση μας όσον αφορά στην κατανόηση του εξαιρετικά σπουδαίου θέματος της διάθεσης για ένωση και όχι για ενότητα.
Στο δεύτερο κεφάλαιο προσπαθούμε να κατανοήσουμε πως λειτουργεί το φαινόμενο του κληρικαλισμού επικουρικά στην εξάπλωση του Οικουμενισμού. Το ζήτημα των Ιερών Κανόνων, της συχνής Θείας Μετάληψης, της εξουσίας της, της Ευχαριστιακής Εκκλησιολογίας και του επισκοποκεντρισμού αποτελούν καίρια σημεία του φαινομένου. Στο δεύτερο μέρος του κεφαλαίου προσεγγίζουμε, στο μέτρο του δυνατού, το τεράστιο ζήτημα της «Πολιτικής Ορθότητας» και του «πολιτιστικού μαρξισμού», γεννήματα του 20ου αιώνα και πρωταγωνιστών της εποχής μας. Διαπιστώνουμε ότι ο απόηχος όλων αυτων των κινήσεων έρχεται μέχρι τις μέρες μας και παραδόξως έχει τα ίδια αιτήματα με αυτά του Οικουμενισμού.
Τέλος, στο τελευταίο μέρος της εργασίας, αναφερόμαστε στην Θεολογία του Προσώπου και στους κατ΄εξοχήν διακονητές της στον χώρο της ελληνόφωνης και όχι μόνο Ορθοδοξίας, μιας και ο Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας, καθώς και ο Καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς είναι παγκοσμίως γνωστοί και άρα και η θεολογία που διακόνησαν και συνεχίζουν να διακονούν εκτείνεται ομοίως. Διαπιστώνουμε ότι κατά τον ίδιο τρόπο και αυτή η θεολογία έχει τα ίδια αιτήματα με αυτά του Οικουμενισμού.
Ευχαριστούμε το Θεό που μας βοήθησε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες που προεκύψαν και συνέτειναν ώστε να γίνει ακόμη πιο δύσκολη η προσπάθεια συγγραφής της εργασίας. Θα ήθελα με όλη μου την καρδιά να ευχαριστήσω την συζυγό μου για την βοήθεια που μου πρόσφερε σε τεχνικά θέματα αλλα πολύ περισσότερο για την υπομονή της κατά την εξέλιξη της εργασίας. Να ζητήσω συγγνώμη από τα μικρά μας παιδάκια που δεν τους αφιέρωσα περισσότερο χρόνο. Να ευχαριστήσω τον κ. Ιωάννη Μπουζιανά για την εγκάρδια εμψύχωση του. Τέλος να ευχαριστήσουμε τον π. Ειρηναίο για τις προσευχές του.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Περί τών Αγίων Πατέρων της Δ' Οικουμενικής Συνόδου Το Ορθοδοξείν εστί αεί σχοινοβατείν


Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής Γ' Ματθαίου (Τίτου Γ' 8-15). Τών Αγίων Πατέρων της Δ' Οικουμενικής Συνόδου
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Κόνιτσα


Ανέκαθεν η Αγία μας Εκκλησία τιμούσε εορταστικώς και μέσα στο κυριακό Δείπνο τις Οικουμενικές Συνόδους, κηρύσσοντας τις δογματικές τους διδασκαλίες, αλλά και εφαρμόζοντας στην πράξη του Ιερούς Κανόνες, οι οποίοι διασφαλίζουν την τάξη αλλά και την απρόσκοπτη πορεία της «νοητής νηός», δηλ. της στρατευομένης μας Εκκλησίας.
Στο πλαίσιο αυτό του εορτασμού και της τιμής, επιβάλλεται έστω και συνοπτικώ τω τρόπω, να γνωρίζουμε την ιστορία τής κάθε συνόδου και ποια ακριβώς διδασκαλία ερμήνευσε και αποκρυστάλλωσε για τη ζωή των πιστών. Διδασκαλία η οποία εννοείται πως ανέκαθεν υπήρχε και βιωνόταν από τους αγίους, οι οποίοι και αποτελούν τους φωτεινούς οδοδείκτες για την πορεία προς την Βασιλεία των ουρανών.
Σε αυτή λοιπόν τη βάση, την Κυριακή τιμούμε τους Αγίους Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Ας δούμε λοιπόν κάποια βασικά στοιχεία για την μεγάλη αυτή Οικουμενική Σύνοδο.
Συγκλήθηκε το έτος 451 μ.Χ. στην Χαλκηδόνα, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη.
Οπωσδήποτε υπήρξε μέγας σταθμός για την Ορθόδοξη Εκκλησία μας και μάλιστα για το κεντρικό θέμα της Χριστολογίας.
Η μεγάλη αυτή Σύνοδος των 630 θεοφόρων Πατέρων μας, αντιμετώπισε ένα από τα πλεόν δύσκολα θεολογικά θέματα, το οποίο για αρκετό καιρό εταλάνιζε την Εκκλησία αλλά και αυτήν την Αυτοκρατορία.
Το όλον θέμα αφορούσε τις 2 φύσεις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Θέμα όντως πολύπλευρο, που θα χρειαζόταν όχι σελίδες, αλλά τόμοι ολόκληροι για να το εξαντλήσουμε απ' όλες του τις πλευρές.
Τελικώς η Σύνοδος κατεδίκασε τις δύο φοβερές και αντιμαχόμενες αιρέσεις. Την αίρεση δηλ. τού Νεστοριανισμού και την θανατηφόρο κακοδοξία τού Μονοφυσιτισμού.
Στο Αποστολικό τώρα ανάγνωσμα που θα ακούσουμε την Κυριακή στην λατρεία μας, προς τιμήν τών Αγίων Πατέρων, ο Απόστολος Παύλος, μεταξύ των άλλων θεοπνεύστων διδασκαλιών του, τονίζει και μια φράση που φαίνεται να μη τις έχει δοθεί η δέουσα προσοχή που θα έπρεπε, με αποτελέσματα ολέθρια, όπως θα δούμε, κάποιες φορές.
Πρόκειται για την συμβουλή που απευθύνει στον πιστό του μαθητή, τον Τίτο, ο οποίος είναι ο ποιμένας της Κρήτης. Λέγει λοιπόν: «αιρετικόν άνθρωπον, μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (Τίτου Γ΄ 10).
Πρόκειται για μια συμβουλή με βαθύτατο περιεχόμενο στην οποία επιβάλλεται να εστιάσουμε και την προσοχή μας.
Οι αιρετικοί, ήσαν ανέκαθεν επικίνδυνοι. Γι' αυτό και ο Απόστολος, ώριμος πλέον στην ηλικία και έχοντας τόσες και τόσες εμπειρίες επάνω στα θέματα αυτά, αλλά και όντως θεόπνευστος, συνιστά στον Τίτο να είναι πολύ προσεκτικός απέναντι όσων αντιστρατεύονται την ορθή διδασκαλία. Όσων δηλαδή είναι αιρετικοί. Και αυτό, διότι και τότε οι άνθρωποι αυτοί δημιουργούσαν σκάνδαλα και διαιρέσεις στην Εκκλησία, αλλά και λόγω του ότι νόθευαν με δικές τους επινοήσεις και με αποκυήματα της φαντασία τους, την ορθή Αποστολική πίστη.

ων αγίων 318 Θεoφόρων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου

Kυριακή Ζ' μετά το Πάσχα - των αγίων 318 Θεoφόρων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου
Η σημερινή Κυριακή είναι αφιερωμένη στην ιερή μνήμη των 318 θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας που συμμετείχαν στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το 325 μ. Χ. για να επιβεβαιώσουν βασικές διδασκαλίες της Εκκλησίας μας που έχουν σχέση με την εν Χριστώ σωτηρία μας. Οι βασικές αυτές αρχές τονίζονται μέσα από τα πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως μας, το γνωστό «Πιστεύω», που συνεχίζουμε μέχρι σήμερα όλοι οι Χριστιανοί να επαναλαμβάνουμε με φόβο Θεού για να τονίζουμε την πίστη μας στον Θεό Πατέρα ως το Δημιουργό του κόσμου και στον Ιησού Χριστόν ως τον Μονογενή του Υιόν που ήλθε στον κόσμο για να μας σώσει από την αμαρτία και τον θάνατον και να μας οδηγήσει στον Παράδεισον.
 
Γενικότερα όταν μιλάμε για τους Πατέρες της Εκκλησίας, εννοούμε όσους εκ των κληρικών της Εκκλησίας μας διακρίθησαν σε αγιότητα, οσιότητα και στην διαποίμανση των πιστών. Εννοούμε δηλαδή τους κληρικούς μας που αναλαμβάνουν με επιτυχία την ποιμαντική ευθύνη της πνευματικής προκοπής των πιστών.
 
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας με την ποιμαντική τους φροντίδα και με τον ασκητικό τους αγώνα αγίασαν και έγιναν φωτεινά παραδείγματα για όλους μας. Με το έργο τους οι Πατέρες εξηγούσαν το Λόγο του Θεού, ερμήνευαν το Πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού υπογραμμίζοντας την αγία Γραφή ώστε να γνωρίζουν οι πιστοί την αλήθεια για να προκόπτουν πνευματικά. Αντίκρουαν με τον προφορικό και τον γραπτόν λόγον τις ύποπτες και τις εσφαλμένες γνώμες και αντιλήψεις διαφόρων αιρετικών και σχισματικών. Έτσι οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι φορείς και εκφραστές της αλήθειας που είναι διατυπωμένη στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας. Εκφράζουν την αλήθεια της Παραδόσεως στη γλώσσα της εποχής και μέσω της ιδιομορφίας των ανθρώπων για να είναι κατανοητοί.
 
Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας ζούσαν και γνώριζαν το θύραθεν πνευματικό κλίμα της εποχής τους χρησιμοποιώντας το αριστοτεχνικά μέσα στην Θεολογία τους για να εκφράσουν τις αλήθειες της Εκκλησίας μας. Πρόκειται περί του είδους της σχέσεως Εκκλησίας και κόσμου. Και το είδος που εφάρμοσαν οι Πατέρες είναι η πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία. Το αντίθετο αυτού του είδους είναι η εκκοσμίκευση, η πρόσληψη δηλαδή της Εκκλησίας από τον κόσμο, όταν δηλαδή η Εκκλησία γίνεται κοσμική με κίνδυνο να απολέσει τον πνευματικό και σωτηριολογικό χαρακτήρα της.
 
Αντίθετα όταν έχουμε πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία τότε ο κόσμος γίνεται Εκκλησία, τότε ο κόσμος αγιοποιείται και σώζεται. Όταν όμως συναντούμε το φαινόμενο της εκκοσμίκευσης, τη πρόσληψη δηλαδή της Εκκλησίας από τον κόσμο, τότε η Εκκλησία γίνεται κόσμος, γίνεται κοσμική με κίνδυνο τη διάλυσή της.
Εκεί που έχουμε πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία πορεύεται η Ορθοδοξία, και εκεί που έχουμε πρόσληψη της Εκκλησίας από τον κόσμο πορεύεται, το σχίσμα, η κακοδοξία και τελικά η αίρεση. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δημιούργησαν ως εμπνευσμένοι διαμορφωτές τη Θεολογία, το φρόνημα και το ήθος της Εκκλησίας και του Χριστιανισμού.
 
Οι Πατέρες της Εκκλησίας εκπροσωπούν και εκφράζουν τη νέα πνευματική πραγματικότητα, η οποία εμφανίσθηκε με την ενανθρώπιση του θείου Λόγου και συνεκλόνισε και μεταστοιχείωσε πραγματικά σε μεγάλο βαθμό την όλη ανθρωπότητα. Οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι οι μεγάλοι εμπνευστές και δημιουργοί του νέου πνευματικού μέτρου στον κόσμο.
 
Αυτό όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας αποτελούν τους φορείς της Παραδόσεως και του ήθους της Εκκλησίας που εξ αφορμής κάποιας μεγάλης θεολογικής κρίσεως φωτίζονται από το Άγιο Πνεύμα και εκφράζουν θεολογικά μια ευρύτερη εμπειρία της αλήθειας, με αποτέλεσμα να συμβάλλουν αποφασιστικά στην αντιμετώπιση της κρίσεως, η οποία αφορά στην αλήθεια και άρα στη σωτηρία του ανθρώπου. Κοινό γνώρισμα όλων των Πατέρων της Εκκλησίας μας υπήρξε ο πόνος και ο παλμός τους για τα κοινά και για το κοινό καλό της κοινωνίας τους. Η ζωή τους κι η όλη ύπαρξη τους αποτελούσαν έκφραση και πραγμάτωση του όλου σώματος της Εκκλησίας, των πόνων και των ονείρων των ανθρώπων της εποχής τους για ένα καλύτερο κόσμο.
 
Έτσι οι Πατέρες της Εκκλησίας αποτελούν τα ζωντανά στόματα της Εκκλησίας μέσω των οποίων εκφράζεται η Εκκλησιαστική συνείδηση. Μέσω των Πατέρων της Εκκλησίας εκφράζεται η πίστη της Εκκλησίας μας κι εξακολουθεί να αντηχεί σε μας το Αποστολικό κήρυγμα, η θεία Αποκάλυψη που δόθηκε στην Ανθρωπότητα μέσω του Χριστού και των προσώπων εκείνων που εξέλεξε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός για να καταστήσει στους ανθρώπους την σωτηριολογική αλήθεια του Θεού γνωστήν και προσιτή.
 
Σήμερα, όπως ήδη αναφέραμε, η Εκκλησία μας τιμά ειδικώτερα τους 318 Θεοφόρους Πατέρες που συμμετείχαν στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, όπου με το Σύμβολον της Πίστεως καταδικάστηκε η αιρετική διδασκαλία του Αρείου και των οπαδών του, που απέρριπταν τη φυσική Θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, λέγοντας ασεβώς ότι υπήρχε εποχή που ο Χριστός δεν ήταν Θεός και κατά συνέπεια ότι ήταν κτίσμα, ένα δηλαδή από τα δημιουργήματα του Θεού. Οι οπαδοί του Αιρεσιάρχη Αρείου πέτυχαν μάλιστα να επηρεάσουν την πολιτική εξουσία και να κυριαρχήσουν στην Ανατολή με διάφορες μορφές. Σταδιακά όμως οι Αρειανόφρονες δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους και έτσι διασπάσθησαν σε διάφορες αιρετικές παρατάξεις. Γενικά ο Αρειανισμός προκάλεσε μια από τις σοβαρότερες κρίσεις στην ιστορία της Εκκλησίας γιατί με την άρνηση της φυσικής Θεότητας του Χριστού απέρριπταν την πραγματικότητα του λυτρωτικού χαρακτήρα του Χριστιανισμού.
 
Ο Άρειος απολυτοποιώντας την ενότητα και την μοναδικότητα του Θεού Πατέρα υποτιμά τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Αυτό είναι άλλωστε και το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κάθε αίρεσης. Η απολυτοποίηση ενός μέρους της αλήθειας σε βάρος της όλης αλήθειας της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας. Στην πραγματικότητα, σ’ αυτή την περίπτωση, για την αντίληψη του δόγματος, λειτουργεί ένα στοιχείο ανθρωπομορφικό, ανθρωποκεντρικό και ατομοκεντρικό, δηλαδή εγωϊστικό. Είναι μια απολυτοποίηση της λογικής του ανθρώπου και έτσι το δόγμα κατανοείται όχι όπως το κατανοεί η συνείδηση της Εκκλησίας μας, αλλά όπως το αντιλαμβάνεται μια λογική περιορισμένη που έχει την εγωϊστική απαίτηση να νομίζει ότι μπορεί να τα γνωρίζει όλα.
 
Ο ανθρώπινος λόγος διακονεί τη Θεολογία χωρίς όμως να γίνεται και αφετηρία της Θεολογίας. Ο ανθρώπινος λόγος διακονεί τη σωτηρία του ανθρώπου όταν προϋποθέτει την εκκλησιαστική συνείδηση επειδή ακριβώς η Εκκλησιαστική συνείδηση έχει την έννοια της καθολικής συνείδησης. Γι’ αυτό η θέση των λαϊκών μέσα στην Εκκλησία είναι να διακονούν την Εκκλησία μας με βάση τις ποιμαντικές οδηγίες του Πατριάρχου, της Ιεράς Συνόδου και του Επισκόπου που εκπροσωπούν τον Πατριάρχη και την Σύνοδο. Εκεί που συμβαίνει οι λαϊκοί να μη έχουν την εκκλησιαστική αυτή συνείδηση της διακονίας με σεβασμό και υπακοή με βάση τις οδηγίες του Επισκόπου τότε είναι ως να προσπαθούν να βλάψουν την ενότητα του Σώματος της Εκκλησίας, να μετατρέψουν τον χώρο της Εκκλησίας σε κοσμικό ίδρυμα ή σε μια επαγγελματική κερδοσκοπική εταιρεία που χλευάζει τα ιερά και τα όσια αποβλέποντας σε οικονομικά κέρδη. Εκεί που συμβαίνει αυτό και αντιστρατευόμαστε τις οδηγίες του Επισκόπου μας γινόμαστε συνειδητά ή ασυνείδητα θεοπαίκτες. Όπως λέει ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας, αν θεωρούμε τον Επίσκοπο μας ως τη ζωντανή παρουσία του Χριστού ανάμεσα μας, και τον αγαπούμε και τον υπακούομε, τότε πορευόμαστε την οδό της σωτηρίας. Αν όμως τον φθονούμε και τον πολεμούμε και τον αντιστρατευόμαστε, τότε συνειδητά ή ασυνείδητα έχουμε πέσει στην πλάνη της αμαρτίας που ως όργανα του διαβόλου οδηγούμε και τους εαυτούς μας και τους γύρω μας στην οδό της Κολάσεως.
 
Γι’ αυτό χαρακτηριστικό γνώρισμα του Χριστιανισμού είναι η συντριβή του εγώ, του εγωϊσμού μας, της ανθρώπινης λογικής. Όταν η ανθρώπινη λογική ταπεινωθεί τότε καρποφορεί μέσα στη ζωή της Εκκλησίας ως διακονία αγάπης που διακονεί τη Θεολογία της Εκκλησίας οδηγώντας τους ανθρώπους στο έργον της εν Χριστώ σωτηρίας.
 
Η σημερινή Κυριακή που είναι αφιερωμένη στην ιερά μνήμη των Θεοφόρων Πατέρων της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, μας μεταφέρει λοιπόν στους μεγάλους αγώνες τους ενάντια στην αίρεση του Αρείου, που τάραζε, όπως τονίσαμε, την όλη ενότητα της Εκκλησίας. Ταυτόχρονα όμως οι αγώνες των Πατέρων της Εκκλησίας οδήγησαν στη νίκη της Ορθόδοξης αλήθειας και στη διατήρηση της ενότητας του λαού του Θεού.
 
Έτσι το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, παρουσιάζοντας στους πιστούς ένα μέρος από την Προσευχή του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού στον κήπο της Γεθσημανής, μας αποκαλύπτει την αγωνία του Ιησού για τους αγίους Μαθητές του και Αποστόλους του και για όλους τους διαδόχους τους και γενικά τους μετέπειτα πιστούς Μαθητές του, τους αγίους μας.
 
Παρακαλεί ο Ιησούς τον Πατέρα του να προφυλάξει τους Μαθητές του από κάθε τι κακό και πονηρό. Προσεύχεται ο Ιησούς στον Πατέρα του να προφυλάξει τους Μαθητές και να τους προστατεύει στο δύσκολο δρόμο της σωστής διδασκαλίας του Ευαγγελίου. Παρακαλεί ο Ιησούς τον Πατέρα του να τους αγιάσει μέσα στην αλήθεια και σ΄ αυτήν να αφιερώσουν ολόκληρη τη ζωή τους.
Κυρίως όμως ο Ιησούς προσεύχεται για την ενότητα όλων των ανθρώπων που θα πιστέψουν στο όνομά του. Η ενότητα αυτή θα ενισχύεται από την ενότητα που υπάρχει ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιόν. Καρπός της ενότητας αυτής είναι η ορθή πίστη των ανθρώπων στην Αγία Τριάδα.
 
Σε όλη της την ιστορική πορεία η Εκκλησία αγωνίζεται και παλεύει ενάντια σε αιρέσεις και σχίσματα. Και στη δική μας ακόμη τοπική Εκκλησία, αυτοί που μας δημιουργούν παρόμοια προβλήματα, είναι άνθρωποι που παρουσιάζονται ως μέλη Συμβουλίων, που μας ταλαιπωρούν όλους, εργαζόμενοι το έργον του Αντιχρίστου κατά της ενότητας της Εκκλησίας μας, δηλαδή κατά του Σώματος του Χριστού.
Γι΄ αυτό η Εκκλησία μας στις ιερές ακολουθίες της συνεχίζει να προσεύχεται « για την ενότητα των αγίων του Θεού Εκκλησιών», να «ορθοτομήται ο λόγος της αληθείας του» και όλοι οι πιστοί να «ώσιν έν» όπως είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο πνεύμα, ο Τρισυπόστατος Θεός μας.
Έτσι, η χριστιανική ενότητά μας απορρέει από την ύπαρξη της κοινής πίστεως και του κοινού βαπτίσματος σε όσους πιστεύουν ελεύθερα και με φόβο Θεού στο Σωτήρα ημών Ιησού Χριστό.
 
Βάση της ενότητας της Εκκλησίας είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός που αποτελεί την Κεφαλή της Εκκλησίας. Κι εφ΄ όσον ο Χριστός είναι ένας, ενιαίον είναι και το σώμα του, δηλαδή η Εκκλησία. Η ενότητα της Εκκλησίας συνδέεται με το άγιο Πνεύμα, το οποίο και την εμψυχώνει. Επιπλέον η ενότητα της Εκκλησίας συνάπτεται με τον Θεό Πατέρα ο οποίος αποτελεί την πρώτη αρχή και αιτία της Εκκλησίας.
Η ενότητα της Εκκλησίας είναι συνδεδεμένη με την μία κοινή πίστη των μελών της, με το ένα αγιο Βάπτισμα, στο οποίο βαπτίζονται όσοι γίνονται χριστιανοί και με το ένα μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, με το οποίο οι πιστοί ενσωματώνονται κάθε φορά πληρέστερα με την Εκκλησία.   
 
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέει ότι «όταν πάντες ομοίως πιστεύομεν, τότε ενότης εστί».
Επομένως κάθε απόκλιση του Χριστιανού από την ακρίβεια της πίστεως συνιστά πράξη διασπάσεως της ενότητας της Εκκλησίας.
Στον καθημερινό πνευματικό μας αγώνα για την χριστοποίησή μας και την αγιοποίησή μας με την χάρη του Θεού, πρέπει να προσευχόμαστε να μας ενισχύει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ζητώντας τις πρεσβείες της Υπερευλογημένης ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και πάντων των αγίων και μάλιστα των αγίων Θεοφόρων Πατέρων της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, που η Εκκλησία μας τιμά σήμερα την ιερά μνήμη τους.
 
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν κατά τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής ημών να έχουμε ως Αλεξανδρινούς Φάρους να φωτίζουν το δρόμο μας όλες αυτές τις μεγάλες και ηρωϊκές μορφές των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Το παράδειγμά τους μας θυμίζει το μεγάλο χρέος που έχουμε ως χριστιανοί να συνεχίσουμε τον πνευματικό μας αγώνα για την Ορθόδοξη πίστη μας. Έτσι θα παραμείνει ζωντανή η παρουσία του Χριστού μέσα στον κόσμο, για να ελπίζουμε στην εν Χριστώ σωτηρία μας και την είσοδό μας στο Παράδεισο.