Κυριακή 31 Ιουλίου 2022

Ἕνας νηφάλιος νοῦς Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος γιά τό νέον Ἔτος 2020 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου

 




Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Κατ’ ἀρχήν εὔχομαι σέ ὅλους σας νά εἶναι εὐλογημένο καί σωτήριο τό νέον ἔτος 2020, τό ὁποῖο ἀρχίζει ἀπό σήμερα.

Τήν σημερινή ἡμέρα, ἐκτός ἀπό τήν Δεσποτική ἑορτή τῆς Περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ, σηματοδοτεῖ καί ἡ ἑορτή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀναδείχθηκε μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας σέ μιά ἐποχή πού ἐπικρατοῦσε θεολογική σύγχυση μεταξύ πολλῶν Ἐπισκόπων καί Χρι-στιανῶν, ὡς πρός τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐπειδή συγκρουόταν τό ρεῦμα τῆς φιλοσοφικῆς θεολογίας μέ τήν ἀποκαλυπτική θεολογία τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων. Ἔτσι ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν ἕνας νηφάλιος νοῦς, ὁ ὁποῖος διακρίθηκε σέ μιά διαταραγμένη ἐποχή καί αὐτό ἔχει σημασία νά τονίζεται, ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας.

Ἐκτός τοῦ ὅτι ἐργάσθηκε ποιμαντικά στήν Μητρόπολή του σέ ὅλους τούς τομεῖς, ἀνέλαβε τήν εὐθύνη νά εἰρηνεύση ὅλη τήν Ἐκκλησία. Εἶχε προηγηθῆ ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 μ.Χ. στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ἡ ὁποία ὁμολόγησε τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅμως ὁ θόρυβος ὄχι μόνον δέν σταμάτησε, ἀλλά ἐπεκτάθηκε ἀκόμη περισσότερο. Δηλαδή, μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο πολλοί Ἐπίσκοποι δέν ἀποδέχθηκαν τίς ἀποφάσεις της, μέ ἀποτέλεσμα νά διασαλεύεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅσοι καταδικάσθηκαν ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἔκαναν ἀγώνα γιά νά ἐπικρατήσουν οἱ αἱρετικές ἀπόψεις τους. Ἔπειτα, ἐμφανίσθηκαν καί ἄλλοι αἱρετικοί, ὅπως οἱ Πνευματομάχοι πού δέν δέχονταν τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί ἄλλοι αἱρετικοί, ἤτοι ὁ Εὐνόμιος, ὁ Ἀπολλινά-ριος Λαοδικείας, ὁ Σαβέλλιος, ὁ Μάρκελλος Ἀγκύρας κλπ., πού δίδασκαν διάφορες αἱρετικές διδασκαλίες. Μεγάλη ἀναταραχή δημιουργήθηκε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τίς ποικίλες αἱρέσεις.

Ὁ Μέγας Βασίλειος παρομοιάζει τήν κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐποχῆς του μέ μιά ναυμαχία μέ τήν σύρραξη τῶν πλοίων, τήν τρικυμία τῆς θάλασσας, τό σκοτάδι τῆς νύκτας, τήν δύναμη τῶν ἀνέμων, τήν ἀλληλοεξόντωση τῶν πολεμιστῶν, τό βύθισμα τῶν πλοίων, τήν διαμάχη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Καί ἐνῶ ὁ ἴδιος θά προτιμοῦσε νά σιωπήση, γιατί δέν θά τόν ἄκουγε κανένας, ὅμως ἀπό ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία ἀνέλαβε μιά ἔντονη δραστηριότητα γιά νά ἐπικρατήση ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν.

Κυρίως, χρησιμοποίησε τέσσερεις τρόπους. Ὁ πρῶτος ἦταν ἡ ἀποστολή ἐπιστολῶν σέ διαφόρους Ἐπισκόπους, Κληρικούς, πολιτικούς ἄρχοντες, ρήτορες καί φιλοσόφους φίλους του γιά δογματικά θέματα, ἀλλά καί γιά ἄλλα θέματα πού ἀπασχολοῦσαν τούς Χριστιανούς. Ὁ δεύτερος τρόπος ἦταν ἡ προσωπική ἐπικοινωνία μέ διάφορες Ἐκκλησίες ἤ μέ ἀντιπροσώπους τους, προκειμένου νά εὑρεθοῦν λύσεις γιά τά δογματικά καί τά ἐκκλησιαστικά ζητήματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁ τρίτος τρόπος ἦταν ἡ πρόταση γιά σύγκληση Συνόδων προκειμένου νά ληφθοῦν οἱ ἀπαραίτητες ἀποφάσεις. Καί ὁ τέταρτος τρόπος ἦταν ἡ προσευχή. Γι' αὐτό στήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς στήν θεία Λειτουργία πού συνέταξε, προσεύχεται: «Παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν... τάς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος». Οἱ αἱρέσεις τελικά ἀντιμετωπίζονται κυρίως μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στόν ἀγώνα του αὐτόν εἶχε δύο σταθερά δεδομένα, πού ἦταν καί οἱ βασικοί στόχοι του, δηλαδή, δέν ἔκανε συζητήσεις διπλωματικές, ὥστε νά δεχθῆ συμβιβασμούς στήν πίστη. Ὁ πρῶτος ὅρος ἦταν ὅλοι νά ἀποδεχθοῦν τό Σύμβολο τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, τό ὁποῖο θέσπισαν οἱ Πατέρες τό 325 μ.Χ., καί ὁ δεύτερος ὅρος ἦταν νά ἀποδεχθοῦν ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἄκτιστον, δηλαδή Θεός. Μέ αὐτά τά δεδομένα ἐπικοινωνοῦσε συνεχῶς μέ τούς τότε κορυφαίους θρόνους, ἤτοι τῆς Ρώμης, τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί προσπαθοῦσε νά βρῆ σημεῖα ἑνότητος μεταξύ τους.

Ὅταν διαβάση κανείς τούς λόγους του, διαπιστώνει ὅτι διακρίνονται ἀπό σοβαρότητα, ὑπευθυνότητα, θεολογική ἐπάρκεια, εὐγένεια, ἐπιχειρηματολογία, στιβαρότητα, σεβασμό στήν Ἐκκλησία καί στούς ἀνθρώπους, μετριοπάθεια καί πολλά ἄλλα. Ἦταν πράγματι ἕνας πνευματικός ἡγέτης μεγάλων διαστάσεων, ἕνας οἰκουμενικός Πατέρας καί διδάσκαλος.

Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖον, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἐκοιμήθη τό 379 μ.Χ. σέ ἡλικία 49 ἐτῶν, ὅμως ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος πού συγκλήθηκε δύο χρόνια μετά τήν κοίμησή του, δηλαδή τό 381 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη, στηρίχθηκε σέ μεγάλο βαθμό στίς δικές του προσπάθειες, στούς δικούς του κόπους, στήν δική του θεολογία, πού ἦταν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Βεβαίως, στήν ἐπιτυχία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἔπαιξαν σημαντικό ρόλο καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, δηλαδή ὁ φίλος του καί ὁ ἀδελφός του, ἀλλά κάτω ἀπό αὐτούς κρύβεται ὁ στιβαρός, ἰσορροπημένος θεολογικός λόγος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅπως φαίνεται στίς ἐπιστολές πού ἀπέστειλε.

Ὁ λόγος του καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐνεργοῦσε εἶναι ὑπόδειγμα καί γιά ἐμᾶς σήμερα, τούς Ἐπισκόπους, τούς Κληρικούς, τούς μοναχούς καί τούς λαϊκούς Χριστιανούς, στόν χειρισμό τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων πού μᾶς ἀπασχολοῦν. Ὅταν ἐπικρατοῦν ἀπόψεις πού διαποτίζονται ἀπό τόν ἐμπαθῆ φανατισμό καί τήν ἐξωτερική διπλωματία, ὅταν ἐπικρατῆ μιά ἄνευρη θεολογία, πού θυμίζει αὐτό πού ἔγραφε ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅτι δυστυχῶς οἱ Ἐπίσκοποι καί θεολόγοι «τεχνολογοῦσι καί οὐ θεολογοῦσι», ὅταν ἐπικρατοῦν σχισματικές τάσεις, τότε ἀπαιτοῦνται νηφάλιες, σοβαρές καί ὑπεύθυνες θεολογικές φωνές.

Μέσα στήν πνευματική καί ἐκκλησιαστική τρικυμία χρειάζεται ψυχραιμία, ὑπευθυνότητα, ὀρθόδοξη θεολογία, πού εἶναι ἡ θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, κυρίως ἀπαιτεῖται εἰλικρινής ἀγάπη στόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία. Χρειαζόμαστε σήμερα Κληρικούς καί θεολόγους, πού νά προσεγγίζουν, ἔστω καί λίγο, τήν μεγάλη μορφή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πρέπει νά προσευχόμαστε στόν Θεό γι' αὐτό. Δέν μᾶς λείπουν σήμερα τά ἐπιχειρήματα, ἀλλά ἅγιοι Ἐπίσκοποι, πού νά ἔχουν ζωντανή θεολογία καί νηφάλιο λόγο, γιατί ἐκεῖ πού ἀκούγονται ἐμπρηστικοί φανατικοί λόγοι, δέν ἐνεργεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά ὑπάρχει ἡ ἐνέργεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος, πού διαιρεῖ ἀντί νά ἑνώνη.

Καί πάλι εὔχομαι σέ ὅλους σας νά εἶναι εὐλογημένος ὁ νέος χρόνος μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας. Καί νά εὐχηθοῦμε νά εἰρηνεύη ἡ σύγχρονη Ἐκκλησία ἀπό τούς κλυδωνισμούς πού ὑφίσταται.

Εὐχέτης πρός Κύριον

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

«Τοῦτο ἐστίν ἄνθρωπος» κατά τόν Μέγα Βασίλειο Ὁ Μητροπολίτης + Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

 

Εὐφρόσυνη καί ἡ σημερινή ἡμέρα μέ τήν ἑορτή τῆς Περιτομῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν ἑορτή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας τῆς Καπ­παδοκίας. Μέ αὐτές τίς δύο ἑορτές, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τοῦ φίλου τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀρχίζει καί ὁ νέος χρόνος 2022 καί εὐχόμαστε νά εἶναι εὐλογημένος ἀπό τόν Τριαδικό Θεό.

Μέ τήν νέα αὐτήν χρονιά ἀφήνουμε πίσω μας τά λυ­πηρά τῆς προηγούμενης χρονιᾶς καί ἀρχίζουμε μέ νέες καί χρηστές ἐλπίδες γιά τήν νέα χρονιά, τόσο γιά μᾶς, ὅσο καί γιά τήν Ἐκκλησία, τήν πατρίδα μας καί ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη.

Αὐτήν τήν ἡμέρα θά ἤθελα νά ἀναφερθῶ σέ ἕναν λόγο τοῦ Μεγά­λου Βασιλείου πού ἑορτάζει σήμερα περί τοῦ ὅτι, παρά τήν ἀναγ­καιότητα τῶν ὑλικῶν πραγμάτων γιά τήν ζωή μας, ἐν τούτοις δέν πρέπει νά προ­σκολλόμαστε σέ αὐτά, γιατί ἔχουμε δημιουρ­γηθῆ μέ ἄλλες ὑψηλές προδιαγραφές, γιά τό αἰώνιο. Φυσικά, χρησιμο­ποι­οῦμε ὅλα ὅσα μᾶς προσφέρονται γιά τήν συντή­ρησή μας στόν κόσμο αὐτόν, ἀλλά πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι ἔχουμε ὑψηλό προορισμό.

Μεταξύ τῶν ἄλλων στόν λόγο αὐτόν ὁ Μέγας Βασίλειος ὁρίζει τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί ποιός εἶναι ὁ προορισμός του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι νοῦς πού ἐνδύθηκε μέ τήν κατάλληλη καί ταιριαστή σάρκα, διαπλάσσεται ἀπό τόν πάνσοφο τεχνίτη ἀπό τούς μητρικούς κόλπους, καί ὁ καιρός τοῦ τοκετοῦ τόν φέρει στό φῶς ἀπό τούς σκοτεινούς ἐκείνους θαλάμους. Δέν γίνεται τίποτε μόνο του, ἀλλά γίνεται μέ τήν δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.

Στήν συνέχεια ὁ Μέγας Βασίλειος παρουσιάζει ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου καί ποιό εἶναι τό νόημα τῆς ὑπάρξεώς του.

Κατ’ ἀρχάς τονίζει γιά τό ποιά εἶναι ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώ­που μέ τήν κτίση. Λέγει: «Τοῦτο ἄρχειν ἐτάχθη τῶν ἐπί γῆς. Τούτῳ γυμνάσιον ἀρετῆς ἡ κτίσις ὑφήπλωται». Δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος ἔχει ταχθῆ ἀπό τόν Θεό νά κυβερνᾶ ὅλα ἐκεῖνα πού εἶναι στήν γῆ, καί μάλιστα ὅλη ἡ κτίση ἔχει ἁπλωθῆ μπροστά στόν ἄνθρωπο, ὥστε αὐτή νά εἶναι γυμναστήριο γιά τήν ἀρετή του.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά εἶναι ἐξαρτημένος ἀπό τήν κτίση, δέν μπορεῖ νά εἶναι δοῦλος τῆς κτίσεως, ἀλλά πρέπει νά τήν θεωρῆ ὡς γυμναστήριο γιά νά αὐξάνεται στήν ἀρετή.

Ἔπειτα, σκοπός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά ἔχη σχέση μέ τόν Θεό, νά μή ζῆ αὐτόνομα. Λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος: «Τούτῳ κεῖται νόμος μιμεῖσθαι τόν πλάστην εἰς δύναμιν, καί τήν ἐν οὐρανοῖς εὐταξίαν σκιαγραφεῖν ἐπί γῆς». Δηλαδή δόθηκε νόμος στόν ἄνθρωπο νά μι­μῆται ὅσον εἶναι δυνατόν τόν πλάστη του, καί νά σκιαγραφῆ ἐπάνω στήν γῆ τήν οὐράνια εὐταξία.

Αὐτός εἶναι ἕνας ὑπέροχος λόγος πού δείχνει τό πῶς πρέπει νά ζῆ ὁ ἄνθρωπος. Ἔχει μέσα του τόν νόμο, πού εἶναι ἡ φυσική του κατάσταση γιά νά μιμῆται τόν Δημιουργό του καί νά ἰχνογραφῆ, νά ζωγραφίζη στήν γῆ τήν εὐταξία πού ἐπικρατεῖ στόν οὐρανό, δηλαδή νά μιμῆται τούς ἀγγέλους καί τούς ἁγίους.

Πέρα ἀπό αὐτά ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά σκέπτεται ὅτι θά δώση λόγο τῶν πράξεών του στόν Δημιουργό του στόν κα­τάλληλο καιρό. Λέγει: «Τοῦτο ἐντεῦθεν καλούμενον ἀπα­νίσταται. Τοῦτο τῷ τοῦ πέμψαντος Θεοῦ παρίσταται βήματι. Τοῦτο εὐθύνεται, τοῦτο δέχεται τήν τῶν ἐνταῦθα πεπο­λιτευμένων ἀντίδοσιν». Δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος εἶναι προσωρινός ἐδῶ στήν γῆ καί θά κληθῆ νά ἀνέβη στόν οὐρανό καί θά παραστῆ στό βῆμα τοῦ Χριστοῦ, καί φυσικά θά κριθῆ καί θά λάβη ἀνταπόδοση γι’ αὐτά πού ἔπραξε ὅσο ζοῦσε στήν γῆ.

Πρόκειται γιά μιά μεγαλόπνοη θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Μέγα Βασίλειο, πού εἶναι διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως παρουσιάζεται στήν Ἁγία Γραφή καί τήν ὅλη παράδοσή της. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα μέρος τοῦ παρόντος κόσμου, δέν εἶναι ἐξάρτημα τῆς φύσεως, ἀλλά δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό γιά νά εἶναι ἄρχοντας τῆς φύσεως καί νά πορεύεται σέ Αὐτόν. Ἡ ἀποστολή του ἐδῶ στόν κόσμο εἶναι νά σκιαγραφῆ στήν γῆ «τήν ἐν οὐρανοῖς εὐταξίαν».

Εἶναι ἐπίκαιρος αὐτός ὁ λόγος τοῦ ἑορταζομένου σή­με­ρα Μεγάλου Βασιλείου. Ἡ ἐπικαιρότητα αὐτοῦ τοῦ μηνύμα­τος συνδέεται μέ τό ὅτι οἱ σύγχρονοι Χριστιανοί ἔχουμε κατεβάσει πολύ τό ἐπίπεδο τῆς ζωῆς μας. Ἀσχολούμαστε ὁλοκληρωτικά μέ τήν καθημερινότητα, ἡ ὁποία μᾶς κατα­βροχθίζει, ὁ νοῦς μας εἶναι σκοτισμένος, ἀφοῦ ταυτίζεται μέ τήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον, πράγμα πού συνιστᾶ τήν πτώση‧ εἴμαστε δοῦλοι τῆς κτίσεως ἀντί νά κυριαρχοῦμε ἐπάνω σέ αὐτήν‧ ξεχνᾶμε τόν νόμο πού μᾶς ἔχει δοθῆ γιά νά μιμούμαστε τόν δημιουργό μας καί κάνουμε δικούς μας νόμους γιά νά θέτουμε στό περιθώριο τῆς ζωῆς μας τόν Θεό‧ θέτουμε δικούς μας κανόνες ἀντί νά ζοῦμε κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ‧ καί νομίζουμε ὅτι θά ζήσουμε πολλά χρόνια πάνω στήν γῆ, καί ὅταν θά ἔλθη ἡ ὥρα τοῦ κοινοῦ χρέους, μερικοί πι­στεύουν ὅτι θά ὁδηγηθοῦν στό «ἀπόλυτο μηδέν», σέ μιά ζωή χωρίς Θεό, καί χωρίς λο­γο­δοσία τῶν πράξεών μας.

Μάλιστα, ὅλες οἱ συζητήσεις γιά τήν πανδημία καί τόν τρόπο ἀντιμετωπίσεώς της, προσελκύουν ἀπόλυτα τό ἐνδια­φέ­ρον μας, ὡσάν νά εἴμαστε αὐθύπαρκτα ὄντα, χωρίς νά δώσουμε ἀναφορά σέ κανέναν, καί χωρίς νά ἔχουμε μέλλον.

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ὁ νέος χρόνος μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά σκεφθοῦμε τί εἴμαστε καί πῶς πρέπει νά ζοῦμε. Εἴμαστε δημιουργημένοι ἀπό τόν Θεό γιά νά ζήσουμε αἰωνίως μαζί Του, πρέπει νά ζοῦμε κατά Θεόν καί θά δώσουμε λόγο σέ Αὐτόν γιά ὅσα κάνουμε ἐδῶ στήν γῆ στό σύντομο χρονικό διάστημα πού θά ζήσουμε.

Γι’ αὐτό τήν ἡμέρα αὐτήν εὔχομαι καλή καί εὐλογημένη χρονιά, ὅπως τό ἔκανα στήν ἀρχή, καί νά ἐφαρμόσουμε τήν ἐντολή πού ἔδωσε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στόν μαθητή του Τιμόθεο: «Ἀγωνίζου τόν καλόν ἀγῶνα τῆς πίστεως‧ ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς» (Α΄Τιμ. στ΄, 12).

 

Μέ πατρικές εὐχές

Ὁ Μητροπολίτης

+ Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ


Ἡ βιολογική ζωή καί ὁ χρόνος Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου




Συνδέεται στενά ἡ βιολογική ζωή τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν χρόνο. Ἀκόμη, ὅλα τά ὄργανα τοῦ σωματικοῦ ὀργανισμοῦ του ἔχουν τόν δικό τους χρόνο, πού κάποτε ἀρχίζει μέ τήν σύλληψη τοῦ ἀνθρώπου, τήν διαφοροποίηση τῶν ἐμβρυικῶν κυττάρων καί τόν σχηματισμό τῶν ἱστῶν καί τῶν ὀργάνων, καί κάποτε θά πεθάνουν. Ζωή καί θάνατος συνδέονται στενά μέ τά κύτταρα, τά ὄργανα, τήν βιολογική ζωή. Καί αὐτό συμβαίνει γιατί ὑπάρχει ἔναρξη καί τέλος τοῦ χρόνου.

Ἔτσι, ἡ βιολογική ζωή συνδέεται μέ τόν χρόνο καί ἔχει ἀρχή, συνέχεια καί τέλος. Ὁ χρόνος κινεῖται συνεχῶς, τό κάθε παρόν γίνεται παρελθόν καί μέλλον, στήν πραγματικότητα δέν ὑπάρχει παρόν, ἀφοῦ κάθε στιγμή γίνεται παρελθόν καί μέλλον. Ἔτσι ζοῦμε τό παρελθόν μέ τίς ἀναμνήσεις, χωρίς νά μποροῦμε νά ἐπανέλθουμε σέ αὐτό καί ζοῦμε τό μέλλον μέ τήν συνεχῆ κίνηση καί τήν ἐλπίδα. Εἶναι ἕνα ἐκπληκτικό μυστήριο ἡ σύνδεση τῆς βιολογικῆς ζωῆς μέ τόν χρόνο, ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου στόν χρόνο καί τόν χῶρο, μέ προοπτική τήν αἰωνιότητα.

Ὁ Μέγας Βασίλειος, Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας ἔζησε μόνον 49 χρόνια στήν βιολογική του ζωή, ἀλλά δίδαξε τόσα πολλά πού ἄντεξαν στόν χρόνο, ἀφοῦ ὅλες οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας στηρίχθηκε πάνω στήν διδασκαλία του, πού εἶναι σταθερή, ἀποκαλυπτική καί διαχρονική.

Σέ μιά ὁμιλία του, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἀναφέρεται καί στό θέμα τῆς βιολογικῆς ζωῆς, σέ σχέση μέ τόν χρόνο. Κάνει λόγο γιά τήν ἀνθρώπινη ζωή ὡς ὁδό, γι’ αὐτό ἀναφέρεται καί στήν «ὑποκειμένην ὁδόν τοῦ βίου», τήν ὁποία πρέπει νά βαδίσουμε μέ ἀσφάλεια. Ζητᾶ ἀπό τούς ἀκροατές του νά μή θεωρήσουν ὅτι πλάθει καινούργια ὀνόματα, ἐπειδή ἀπεκάλεσε τήν ἀνθρώπινη ζωή ὡς ὁδό, γιατί αὐτό τό γράφει ὁ Προφήτης Δαυΐδ, ὅταν λέγη: «Μακάριοι οἱ ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, οἱ πορευόμενοι ἐν νόμῳ Κυρίου» (Ψαλμ. 118, 1).

Ἑπομένως, ἡ ἀνθρώπινη ζωή εἶναι ὁδός, καί κάθε ἄνθρωπος καλεῖται νά βαδίση αὐτήν τήν ὁδό. Ἔτσι, ἡ παροῦσα ζωή ἁπλώνεται σέ κάθε ἄνθρωπο ὡς «συνεχής ὁδός» πού κατανέμεται σέ διαφόρους σταθμούς κατά τήν ἡλικία τους.

Ἀρχή τῆς ὁδοιπορίας αὐτῆς εἶναι οἱ μητρικές ὠδῖνες, τέρμα δέ τῆς ὁδοιπορίας εἶναι ἡ διαμονή στούς τάφους. Γράφει: «Ἀρχήν μέν ἑκάστῳ τῆς ὁδοιπορίας παρέχουσα τάς τῶν μητρῶν ὠδῖνας, τέρμα δέ ὑποδεικνῦσα τοῦ δρόμου τάς τῶν τάφων σκηνάς». Σέ αὐτό τό τέρμα ὁδηγοῦνται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἄλλοι γρηγορότερα καί ἄλλοι βραδύτερα, ἄλλοι ἀφοῦ πέρασαν ὅλες τίς ἡλικίες τῆς ζωῆς τους καί ἄλλοι χωρίς κἄν νά αὐλιστοῦν στά πρῶτα στάδια τοῦ βίου.
Ὁδός, λοιπόν, εἶναι ἡ παροῦσα ζωή καί εἴμαστε ὁδοιπόροι, ἀφοῦ κάποτε ἀρχίσαμε νά βαδίζουμε καί κάποτε θά περατώσουμε αὐτήν τήν βιολογική ζωή μέ τόν θάνατό μας.
Λαμβάνοντας τό παράδειγμα τῆς ὁδοιπορίας ἀπό πόλεως σέ πόλη λέγει ὅτι αὐτή ἡ ὁδός δέν μπορεῖ νά εἶναι ὑποχρεωτική, ἀφοῦ κάποιος ἔχει τήν δυνατότητα, ἐάν δέν θέλη, νά ἀποφύγη τήν ὁδό καί νά μή βαδίση. Ὅμως, τήν ὁδό τῆς βιολογικῆς ζωῆς δέν μπορεῖ νά τήν ὁρίση κανείς μόνος του. Ἐάν ἐμεῖς θέλουμε νά ἀναβάλουμε τήν πορεία, δέν μποροῦμε νά τό κάνουμε, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ πορεία ἁρπάζει τούς ἀνθρώπους μέ τήν βία καί τούς ἑλκύει πρός τό τέλος, σύμφωνα μέ τήν ἐξουσία πού ἔχει λάβει ἀπό τόν Δεσπότη. Ἔτσι, αὐτός πού ἦλθε στήν ζωή καί ἄρχισε τήν πορεία τῆς ὁδοῦ, δέν μπορεῖ νά μήν φθάση στό τέλος της, πού εἶναι ὁ θάνατος καί ὁ τάφος.

Στήν συνέχεια ἐξηγεῖ τήν σχέση πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς βιολογικῆς ζωῆς, τῆς πορείας στήν ὁδό τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, καί τοῦ χρόνου. Λέγει ὅτι ὁ καθένας μας, ἀμέσως μόλις φύγει ἀπό «τούς μητρικούς κόλπους», δηλαδή μόλις γεννηθῆ, «εὐθύς τοῖς τοῦ χρόνου ρεύμασιν ἐνδεθείς ὑποσύρεται», δηλαδή σύρεται ἀμέσως πρός τά κάτω, ἀφοῦ προσδέθηκε μέ τήν ροή τοῦ χρόνου. Καί τότε ἀφήνοντας τήν ἡμέρα πού ἔζησε, δέν μπορεῖ, ἀκόμη καί ἄν τό θέλη, νά ἐπανέλθη στήν χθεσινή ἡμέρα.

Ὁ ἀνθρωπος βαδίζει τήν βιολογική ζωή, συρόμενος ἀπό τήν ροή τοῦ χρόνου, ἀφοῦ ἡ μιά ἡμέρα διαδέχεται τήν ἄλλη, καί δέν μπορεῖ νά ἐπανέλθη στήν προηγούμενη ἡμέρα.

Συνεπῶς, ὁ χρόνος εἶναι πανδαμάτωρ. Κάθε ὁδοιπόρος, κάθε ταξιδιώτης ἔχει νά ἐπιλέξη τό νά συνεχίση τήν πορεία ἤ ὄχι, νά ἐπιστρέψη στήν ἀρχή ἀπό ὅπου ξεκίνησε. Ὅμως, ἐκεῖνος πού βαδίζει τόν δρόμο τῆς βιολογικῆς ζωῆς ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος, δέν μπορεῖ νά ἔχη τέτοιες ἐπιλογές, διότι ἑλκύεται, σύρεται μέ τήν βία ἀπό τήν ροή τοῦ χρόνου πρός τό τέλος.

Ἀλλά ὁ Μέγας Βασίλειος, ὕστερα ἀπό αὐτές τίς διαπιστώσεις του, προχωρεῖ γιά νά ἑρμηνεύση καί τίς διαθέσεις τοῦ ἀνθρώπου πού βαδίζει αὐτήν τήν πορεία στόν δρόμο τοῦ βίου. Λέγει ὅτι, παρά τό ὅτι συρόμαστε πρός τό τέλος, ἐν τούτοις ἐμεῖς χαιρόμαστε πού ὁδηγούμαστε πρός τά ἐμπρός, ἀλλάζοντας τίς ἡλικίες. Δηλαδή, ὅταν κάποιος ἀπό παιδί γίνη ἄνδρας καί ἀπό ἄνδρας γίνη πρεσβύτης στήν ἡλικία, τό χαίρεται σάν νά ἀποκτᾶ κάτι καί τό θεωρεῖ μακάριο. Ἔρχεται νέος χρόνος καί χαιρόμαστε σάν κάτι νά προστίθεται στήν ζωή μας, ἐνῶ συρόμαστε καί ἑλκυόμαστε πρός τό τέλος.

Στήν πραγματικότητα ἀγνοοῦμε ὅτι κάθε φορά χάνουμε τόσο χρόνο ἀπό τήν ζωή μας πού ζήσαμε, καί δέν αἰσθανόμαστε ὅτι χάνεται ὁ χρόνος, ἄν καί τόν μετροῦμε. Ἀκόμη, δέν σκεπτόμαστε πόσο χρόνο ἀκόμη θά θελήση νά μᾶς παραχωρήση αὐτός πού μᾶς ἀπέστειλε στόν κόσμο αὐτόν, καί πότε θά ἀνοίξη τίς πύλες τῆς εἰσόδου στόν καθένα ἀπό τούς δρομεῖς. Ἐδῶ ὁ Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει τόν κάθε ἄνθρωπο ὡς ὁδοιπόρο καί δρομέα πού τρέχει ἀπό τήν ἐκκίνηση πρός τό τέλος, καί φυσικά συνδέεται ὁ βίος μέ τόν χρόνο.

Ἐπίσης, ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει ὅτι, δυστυχῶς, δέν σκεπτόμαστε ὅτι πρέπει νά ἑτοιμαζόμαστε καθημερινά γιά τήν ἀποδημία μας ἀπό ἐδῶ καί πρέπει νά περιμένουμε μέ ἀνοικτά τά μάτια μας «τό τοῦ Δεσπότου νεῦμα». Πρέπει νά βρισκόμαστε σέ διαρκῆ ἑτοιμότητα γιά νά ἀκούσουμε τήν κλήση πρός συνάντηση μέ τόν Δεσπότη Χριστό, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἔφερε στήν ὕπαρξη.

Ἐκεῖνος πού βαδίζει τήν ὁδό πού εἶναι μεγάλη, καί ὁ δρομεύς, ὁ ἀθλητής πού πρέπει νά διατρέξη πολύ δρόμο, φροντίζει νά ἔχη ἐλάχιστα ὑλικά πράγματα ἐπάνω του, καί μάλιστα νά ἔχη τά πλέον ἀπαραίτητα. Ἔτσι, ἐμεῖς πού κληθήκαμε νά βαδίζουμε αὐτήν τήν πορεία πρέπει νά ἐξετάσουμε ἀκριβῶς ποιά φορτία εἶναι κατάλληλα νά ἔχουμε μαζί μας καί ποιά φορτία εἶναι βαρειά, δύσκολα καί ἀσήκωτα ἀπό τήν γῆ, γιά νά μή τά λάβουμε μαζί μας. Ἀντίθετα, ἐμεῖς αὐτά πού ἔπρεπε νά συλλέξουμε τά ἀφήσαμε, καί αὐτά πού ἔπρεπε νά περιφρονοῦμε, τά συγκεντρώνουμε. Δηλαδή, προσπαθοῦμε νά συγκεντρώνουμε αὐτά πού εἶναι αἰωνίως ξένα σέ μᾶς, πού εἶναι τά ὑλικά ἀγαθά, ὁ πλοῦτος, ὁ χρόνος.

Γενικά, κατά τόν Μέγα Βασίλειο, ἡ ἀνθρώπινη ζωή εἶναι μιά πορεία, ἕνας δρόμος, καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁδοιπόρος καί δρομεύς πού ἔχει βιολογική ἀρχή καί βιολογικό τέλος. Ὁ βίος ἀρχίζει νά μετριέται, ἀφοῦ ὁ βίος συνδέεται μέ τόν χρόνο, καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι δεμένος μέ τόν χῶρο καί τόν χρόνο. Ἡ μία ὥρα διαδέχεται τήν ἄλλη, ἡ μία μέρα διαδέχεται τήν ἄλλη, τό ἕνα ἔτος διαδέχεται τό ἄλλο, πηγαίνουμε μπροστά καί δέν μποροῦμε νά ἐπιστρέψουμε πίσω. Ὁ χρόνος τοῦ βίου εἶναι ἄγνωστος, γι’ αὐτό πρέπει νά εἴμαστε ἕτοιμοι γιά νά δεχθοῦμε τήν κλήση γιά τό τέλος τῆς βιολογικῆς ζωῆς καί τήν συνάντησή μας μέ τόν Χριστό.

Σ’ αὐτήν τήν πορεία πρέπει νά συμπεριφερόμαστε μέ σοβαρότητα, πού σημαίνει πρέπει νά φροντίζουμε τό τί ἀποσκευές θά ἔχουμε, δηλαδή νά ἔχουμε ἀποσκευές αὐτές πού εἶναι ἐλαφρές καί ἀντέχουν στήν αἰωνιότητα, οἱ ὁποῖες θά προστρέξουν μαζί μας στούς ἀγγέλους καί γενικά τόν οὐράνιο κόσμο.

Εἴμαστε προσδεδεμένοι στόν βίο καί τόν χρόνο, πού μᾶς τυραννοῦν, καί πρέπει νά βαδίζουμε τήν ὁδό τοῦ βίου μέ ἐλευθερία καί προσευχή, ὑπερβαίνοντας τά δεσμά τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου, τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων καί τῶν ἀπαιτήσεων τῶν παθῶν. Αὐτό θά γίνη, ἄν ἔχουμε ὁδοιπόρο τόν Χριστό, ὅπως τόν εἶχαν οἱ Μαθητές πού πήγαιναν πρός Ἐμμαούς καί εἶχαν μαζί τους τόν ἀναστάντα Χριστό.

«Ὁ ὅλος ἄνθρωπος» Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

 



«Θά ἤθελα νά συγχαρῶ τήν Agrinio Media γιά τό Στρατηγικό Συνέδριο «Δυτικά ἐπιχειρεῖν 2022 – Ἀπό τήν Σταθερότητα στήν Περιφερειακή Ἀνάπτυξη» πού διοργάνωσε, καί θά δοθῆ ἡ δυνατότητα νά ἀναπτυχθοῦν θέματα σχετικά μέ τίς ἐπιχειρήσεις, τόν τουρισμό καί τήν ἀνάπτυξη τοῦ τόπου μας.

Ἐπιπροσθέτως, θά ἤθελα νά εὐχαριστήσω γιά τήν πρόσκληση νά συμμετάσχω σέ αὐτό τό σημαντικό Συνέδριο, καί μάλιστα μέ τό σκεπτικό, ὅπως μοῦ γράψατε, ὅτι «ἔχουμε βαθειά πεποίθηση πώς ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἐπιρροές σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς καί δέν περιορίζεται στά ποιμαντορικά ζητήματα. Ἐκτιμοῦμε πώς ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα ἔχει τήν ἐπίδρασή της ἀκόμη καί στό πῶς προσεγγίζει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος τήν ἐπιχειρηματικότητα στόν πρωτογενῆ τομέα καί ἄλλους τομεῖς».

Πράγματι, ἡ Ἐκκλησία δέν περιορίζεται σέ μερικούς τοίχους καί μόνον στήν λατρεία της, ἀλλά ἀγκαλιάζει ὅλο τόν βίο καί τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου, στήν οἰκογένεια καί τήν κοινωνία, πάντοτε, ὅμως, μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς θεολογίας της καί μέσα ἀπό τούς διακριτούς της ρόλους, χωρίς νά ἀναμειγνύεται στήν πολιτική καί σέ ἄλλα ἀλλότρια θέματα, ἀλλά πάντοτε νοηματοδοτεῖ τόν ἀνθρώπινο βίο. Ἄλλωστε, ὅλα τά θέματα ἀπό τήν φύση τους εἶναι ἀνόητα, ἀλλά ἐμεῖς τούς δίνουμε τό ἰδιαίτερο νόημα, ἀνάλογα μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς μας.

Ὅπως γνωρίζετε εἶμαι στήν Περιφερειακή Ἑνότητα τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, καί μάλιστα στήν ἱστορική Μητρόπολη Ναυπάκτου, εἴκοσι ἑπτά χρόνια καί συμμετέχω σέ ὅλη τήν ζωή τῆς κοινωνίας καί αὐτήν τήν ἐποχή εἶμαι Τοποτηρητής τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας, καί χαίρομαι πού εἶμαι μαζί σας.

Μέ τήν παρουσία μου θά ἤθελα νά πῶ ὅτι τό κέντρο τῆς κοινωνίας, τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἐπιχειρήσεως, τοῦ τουρισμοῦ, τῆς ἀνάπτυξης εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Καί ὁ ἄνθρωπος, ὅπως ἔλεγε ὁ Ἔριχ Φρόμ δέν ἐξαντλεῖται στό «ἔχειν», ἀλλά πρέπει νά ἐπεκτείνεται στό «εἶναι». Πρόκειται γιά κλασσικό ἐρώτημα πού ἔθεσε σέ βιβλίο του μέ τίτλο: «Νά ἔχεις ἤ νά εἶσαι;», δηλαδή ἄν ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνον αὐτό πού ἔχει, ὅταν χαθῆ αὐτό πού ἔχει, τότε ποιός θά εἶναι;

Φυσικά, στήν ὀρθόδοξη θεολογία λέμε ὅτι δέν εἴμαστε ἰδεαλιστές καί μεταφυσικοί, οὔτε ματεριαλιστές ἤ ὑλιστές, ἀλλά πιστεύουμε στόν «ὅλο» ἄνθρωπο καί στήν ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, τήν κοινωνία καί τό φυσικό περιβάλλον.

Στήν Δύση ἀπό τόν 17ο αἰώνα καί μετά τέθηκε ὡς ἀρχή ἀπό τόν Ζάν Ζάκ Ρουσσώ τό «ἐπάνοδος στήν φύση», δηλαδή ὅτι πρέπει νά ἀποβληθῆ τό μεταφυσικό στοιχεῖο ἀπό τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί νά παραμείνουμε στό φυσικό. Ἀμέσως, ὅμως, μετά ἄρχισε νά ἀναπτύσσεται ὁ προσδιορισμός τοῦ ποιός εἶναι ὁ φυσικός ἄνθρωπος, ποιό εἶναι τό βασικό στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου καί ὅπως εἶναι ἑπόμενο δόθηκαν πολλές ἀπαντήσεις.

Ὁ Ρενέ Ντεκάρτ ταύτισε τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν λογική, καί ἀναπτύχθηκε ἡ λεγόμενη λογικοκρατία μέ τό περιβόητο ἀπόφθεγμά του «σκέπτομαι ἄρα ὑπάρχω», ὅτι κέντρο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ λογική.

Οἱ Ἄγγλοι ἐμπειριστές Τζών Λόκ καί Ντέιβιντ Χιούμ θεώρησαν τίς αἰσθήσεις ὡς βασικό στοιχεῖο γνώσεως, οἱ ὁποῖες προσδιορίζουν καθοριστικά τόν ἄνθρωπο, καί ἀνέπτυξαν τήν αἰσθησιοκρατία μέ ἀπόφθεγμα τό «οὐδέν ἐν τῇ νοήσει ὅ μή πρότερον ἐν τῇ αἰσθήσει».

Ὁ Ἰμμανουέλ Κάντ, προσδιορίζοντας τόν ἄνθρωπο, στάθηκε στό μέσον μεταξύ λογικοκρατίας καί ἐμπειριοκρατίας γιά νά τονίση τήν λεγόμενη «ὑπερβατολογική ἀρχή», ὅτι σημασία ἔχει ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπηλλαγμένη ἀπό τήν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης.

Ὁ Ἄρτουρ Σοπενχάουερ ἔθεσε τήν βούληση ὡς μεταφυσική ἀρχή κατανόησης τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου στό περίφημο σύγγραμμά του «ὁ κόσμος ὡς βούληση καί παράσταση», πού σημαίνει ὅτι ἡ βούληση χαρακτηρίζει τόν ἄνθρωπο.

Ὕστερα, ἡ δυτική ἀνθρωπολογία μέσα ἀπό διάφορες διεργασίες ἔφθασε στόν ὑπεράνθρωπο τοῦ Νίτσε, καί τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τοῦ ὑπερανθρώπου εἶναι τέσσερα, ἤτοι ἡ ἀνάγκη νά φονευθῆ ὁ Θεός, τό νά μή λυπᾶται κανείς τόν πλησίον, ὁ ἀνελέητος καί ἀνεύθυνος πόθος γιά τήν ἐξουσία, καί ὅλα ἐπιτρέπονται, ἀφοῦ γιά τόν ὑπεράνθρωπο δέν ὑπάρχει οὔτε καλό οὔτε κακό. Αὐτός ὁ ὑπεράνθρωπος τοῦ Νίτσε, μέ τόν ναζισμό αἱματοκύλισε τήν ἀνθρωπότητα καί ἀκόμη σήμερα βιώνουμε τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς νοοτροπίας.

Στήν συνέχεια ἀναπτύχθηκε ὁ ὑπαρξισμός, ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπό τόν Ζάν-Πόλ Σάρτρ, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο «ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη εἶναι φορέας τῆς ὀντολογικῆς ἀρχῆς τοῦ μηδενός, ἀρχίζει ἀπό τό μηδέν καί καταλήγει στό μηδέν», ὁπότε ἰσχύει τό ἀπόφθεγμα «οἱ ἄλλοι εἶναι ἡ κόλασή μου».

Ἑπομένως, ἡ περί ἀνθρώπου διδασκαλία στήν δύση ξεκίνησε ὡς ἔμβρυο ἀπό τόν Ζάν Ζάκ Ρουσσώ, μεγάλωσε μέ ἄλλα φιλοσοφικά συστήματα καί ἔφθασε στόν ὑπεράνθρωπο τοῦ Νίτσε, ὁ ὁποῖος ὑπεράνθρωπος αὐτοκτόνησε μέ τίς θεωρίες τοῦ Σάρτρ, γιατί δέν μπορεῖ κανείς νά θεωρήση ὡς ἀνθρωπισμό τό «μηδέν», καί ὅτι «οἱ ἄλλοι εἶναι ἡ κόλασή μας».

Ἀντίθετα, στήν Ὀρθόδοξη παράδοση ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ, καί κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο «οἷον τινα κόσμον δεύτερον, ἐν μικρῷ μέγαν, ἐπί τῆς γῆς ἵστησιν, ἄγγελον ἄλλον, προσκυνητήν μικτόν, ἐπόπτην τῆς ὁρατῆς κτίσεως, μύστην τῆς νοουμένης, βασιλέα τῶν ἐπί γῆς, βασιλευόμενον ἄνωθεν, ἐπίγειον καί οὐράνιον, πρόσκαιρον καί ἀθάνατον, ὁρατόν καί νοούμενον, μέσον μεγέθους καί τελειότητος∙ τόν αὐτόν πνεῦμα καί σάρκα».

Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης ἐπηρεασμένος προφανῶς ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο θά γράψη γιά τόν κόσμο «ὁ κόσμος, ὁ μικρός, ὁ μέγας», καί εἶναι ὁ μικρός, καί ὁ μέγας, γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ «κόσμος ὁ δεύτερος, ἐν μικρῷ ὁ μέγας».

Καί φυσικά, τό περί ἀνθρώπου ἐρώτημα συνδέεται σαφῶς μέ τό περί Θεοῦ ἐρώτημα. Τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος συνδέεται μέ τό τί εἶναι ὁ Θεός. Σήμερα ὅλοι θεολογοῦν μέ διαφορετικό τρόπο, καί οἱ λεγόμενοι ἄθεοι θεολογοῦν μέ τόν τρόπο τους. Γιά παράδειγμα ὁ Νίκος Καζαντζάκης λίγο πρίν τόν θάνατό του ἔγραφε: «Τρία τά θεολογικά στάδια τῆς ζωῆς μου πού πέρασα. 1. Θεέ μου ἐσύ θά μέ σώσεις. 2. Θεέ μου ἐγώ θά σέ σώσω. 3. Θεέ μου μαζί θά ἀγωνισθοῦμε, μαζί θά σωθοῦμε». Πρόκειται γιά τρεῖς ἐπηρεασμούς πού δέχθηκε ὁ ἴδιος στήν ζωή του, πρῶτα ἀπό τόν Θεό τῆς Ἐκκλησίας, ἕπειτα ἀπό τόν «θεό» τοῦ Νίτσε καί στήν συνέχεια ἀπό τόν «θεό» τοῦ Μπερξόν.

Ὅμως, ὁ Θεός τῆς παραδόσεώς μας δέν εἶναι ὁ Θεός τῆς μεταφυσικῆς οὔτε τοῦ ὑπαρξισμοῦ, ἀλλά ὁ Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν, ὁ Θεός τῆς Ρωμηοσύνης, τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τοῦ Φώτη Κόντογλου καί ὅλων τῶν συγχρόνων ἁγίων πού βρίσκονται στό κέντρο τοῦ κόσμου καί κυριαρχοῦνται ἀπό τήν ἀγάπη. Καί ὁ ἄνθρωπος τῆς παραδόσεώς μας εἶναι γεμάτος ἀγάπη καί τρυφερότητα γιά κάθε πλησίον.

Τελικά, οἱ ἐπιχειρήσεις καί ἡ ἀνάπτυξη δέν πρέπει νά ἀναφέρονται στόν «μονοδιάστατο ἄνθρωπο», γιά τόν ὁποῖον μιλοῦσε ὁ Μαρκοῦζε, ἀλλά πρέπει νά ἀποβλέπουν στόν ὅλο ἄνθρωπο, τόν «κόσμον τόν δεύτερον, τόν ἐν μικρῷ μέγαν», καί ἔτσι ἐκλαμβάνω τήν πρόσκλησή μου νά παρευρεθῶ στό Συνέδριο αὐτό, γιά τό ὁποῖο σᾶς εὐχαριστῶ πού τιμᾶτε τήν Ἐκκλησία ὡς θεσμό καί ὡς ζωή, καί εὔχομαι καλή εὐόδωση τῶν ἐργασιῶν του.

Ὁμιλία στὸ Συνέδριο «Δυτικά Ἐπιχειρεῖν 2022», Ἀγρίνιο 18 Ἰουνίου 2022