Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

Σχετικά με το να μην απελπιζόμαστε Αγίου Αμφιλοχίου



Όταν αδελφέ μου ντρέπεσαι να σηκώσεις τα μάτια στον ουρανό, και νιώθεις την ψυχή σου ξεγραμμένη από το βιβλίο της ζωής, διάβασε αυτούς τους λόγους του αγίου Αμφιλοχίου και θα βρεις νέα δύναμη στον κατά Χριστόν αγώνα σου. Συνέχισε τον αγώνα, και έχει ο Θεός για όλους μας!

 Κάποιος αδελφός νικήθηκε από το πάθος της πορνείας και έκανε την αμαρτία καθημερινά., αλλά και καθημερινά ζητούσε έλεος από τον Κύριό του με δάκρυα και προσευχές. Ενεργώντας λοιπόν έτσι, τον ξεγελούσε η κακή συνήθεια, και έκανε την αμαρτία· έπειτα πάλι, μετά την αμαρτία, πήγαινε στην εκκλησία, και βλέποντας την ιερή και σεβάσμια  εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, έπεφτε μπροστά της με πικρά δάκρυα και έλεγε: «Σπλαχνίσου με, Κύριε, και πάρε από επάνω μου αυτόν τον ύπουλο πειρασμό, γιατί  με ταλαιπωρεί φοβερά και με τραυματίζει με τις πικρές ηδονές. Δεν έχω πρόσωπο, Κύριε, να αντικρύσω και να δω την αγία εικόνα σου και την υπέρλαμπρη μορφή του προσώπου σου, ώστε να γλυκαθεί η καρδιά μου».

Τέτοια έλεγε, και όταν έβγαινε από την εκκλησία έπεφτε πάλι στον βούρκο. Όμως και πάλι δεν απελπιζόταν για τη σωτηρία του, αλλά από την αμαρτία ξαναγύριζε στην εκκλησία και έλεγε τα παρόμοια προς τον φιλάνθρωπο Κύριο και Θεό: «Εσένα, Κύριε, βάζω εγγυητή, ότι από εδώ και πέρα δεν θα ξανακάνω αυτή την αμαρτία· μόνο, αγαθέ, συγχώρησε μου όσες αμαρτίες σου έκανα από την αρχή  μέχρι τώρα».  Και αφού έδινε αυτές τις φοβερές υποσχέσεις, πάλι γύριζε στη βαριά αμαρτία του. Και έβλεπε κανείς τη γλυκύτατη φιλανθρωπία και την άπειρη αγαθότητα του Θεού να ανέχεται καθημερινά και να υπομένει την αδιόρθωτη και βαριά παράβαση  και την αχαριστία του αδελφού και να θέλει από πολλή ευσπλαχνία τη μετάνοιά του και την οριστική επιστροφή του. Γιατί αυτό δεν γινόταν για ένα, δύο ή τρία χρόνια, αλλά για δέκα και περισσότερο.



Βλέπετε αδελφοί, την άμετρη  ανοχή και την άπειρη φιλανθρωπία του Κυρίου; Πως κάθε φορά δείχνει μακροθυμία και καλοσύνη, υπομένοντας τις βαριές ανομίες και αμαρτίες μας; Γιατί αυτό που συγκλονίζει και προκαλεί θαυμασμό σχετικά με την πλούσια ευσπλαχνία του Θεού είναι ότι ο αδελφός, ενώ υποσχόταν και συμφωνούσε να μην ξανακάνει την αμαρτία, αποδεικνυόταν ψεύτης.



 Μια μέρα λοιπόν, καθώς γινόταν αυτό, ο αδερφός, αφού έκανε την αμαρτία, πήγε τρέχοντας στην εκκλησία, θρηνώντας και στενάζοντας και κλαίγοντας και βιάζοντας της ευσπλαχνία του αγαθού Θεού να τον λυπηθεί και να τον γλυτώσει από τον βούρκο της ασωτείας. Καθώς λοιπόν ο αδελφός παρακαλούσε τον φιλάνθρωπο Θεό, ο αρχέκακος διάβολος, η καταστροφή των ψυχών μας, είδε ότι  τίποτε δεν κάνει, αλλά όσο αυτός έραβε με την αμαρτία, ο αδελφός τα ξήλωνε με τη μετάνοια. Με θράσος λοιπόν του παρουσιάστηκε φανερά και, στρέφοντας το πρόσωπο του προς τη σεβάσμια εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κραύγαζε και έλεγε: «Τι θα γίνει μ’ εμάς τους δύο, Ιησού Χριστέ; Η άπειρη συμπάθειά σου με νικά και με ρίχνει κάτω, καθώς δέχεσαι αυτόν τον πόρνο, τον άσωτο, που κάθε μέρα σου λέει ψέματα και δεν λογαριάζει την εξουσία σου. Γιατί λοιπόν δεν τον καις, αλλά μακροθυμείς και τον ανέχεσαι; Εσύ πρόκειται να δικάσεις του μοιχούς και τους πόρνους και να  εξολοθρεύσεις όλους τους αμαρτωλούς. Πράγματι, δεν είσαι δίκαιος κριτής, αλλά όπου νομίσει η εξουσία σου, κρίνεις άδικα και παραβλέπεις. Εμένα, για τη μικρή παράβαση της υπερηφάνειας, με έριξες από τον ουρανό κάτω· και αυτός είναι ψεύτης και πόρνος και άσωτος, και επειδή πέφτει μπροστά σου, του χαρίζεις ατάραχος την ευμένειά σου. Γιατί λοιπόν σε λένε δίκαιο κριτή; Όπως βλέπω, και εσύ χαρίζεσαι σε πρόσωπα από την πολλή σου αγαθότητα και παραβλέπεις το δίκαιο». Και αυτά ο διάβολος τα έλεγε πνιγμένος από την πολλή πίκρα του και βγάζοντας φλόγες και καπνό από τα ρουθούνια του.

Αφού τα είπε αυτά ο διάβολος, σώπασε· και αμέσως ακούστηκε μία φωνή σαν από το άγιο βήμα να λέει: «Παμπόνηρε και ολέθριε δράκοντα, δεν χόρτασε η κακία σου που κατάπιες όλο τον κόσμο, αλλά και αυτόν που κατέφυγε στο άπειρο έλεος της ευσπλαχνίας μου πασχίζεις να τον αρπάξεις και να τον καταπιείς; Έχεις να παρουσιάσεις αμαρτήματα τόσα  που να ζυγίζουν βαρύτερα από το πολύτιμο αίμα που έχυσα γι’ αυτόν επάνω στον σταυρό; Μάθε ότι η σταύρωση και ο θάνατος μου συγχώρησαν τις αμαρτίες του. Και εσύ βέβαια, όταν αυτός πηγαίνει στην αμαρτία, δεν τον διώχνεις, αλλά τον δέχεσαι με χαρά και δεν τον αποστρέφεσαι, ούτε τον εμποδίζεις, γιατί ελπίζεις να τον κερδίσεις. Εγώ λοπόν, που είμαι τέτοιος σπλαχνικός και φιλάνθρωπος, που έδωσα εντολή στον κορυφαίο μου απόστολο Πέτρο να συγχωρεί ως εβδομήντα φορές το επτά αυτόν που αμαρτάνει καθημερινά, άραγε δεν θα συγχωρήσω και δεν θα τον σπλαχνιστώ; Ναι, σου λέω· και επειδή  καταφεύγει σ’ εμένα, δεν θα τον αποστραφώ, ώσπου να τον πάρω δικό μου· γιατί εγώ για τους αμαρτωλούς σταυρώθηκα και γι’ αυτούς άπλωσα τα άχραντα χέρια μου, έτσι ώστε όποιος θέλει να σωθεί, να καταφεύγει σ’ εμένα και σώζεται. Κανέναν δεν αποστρέφομαι  ούτε διώχνω· ακόμη και μύριες φορές τη μέρα να αμαρτήσει κάποιος και μύριες φορές να έρθει σ’ εμένα, δεν θα φύγει λυπημένος. Γιατί δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους ενάρετους αλλά τους αμαρτωλούς».

Μόλις ακούστηκαν αυτά τα λόγια, ο διάβολος έμεινε στη θέση του τρέμοντας, χωρίς να μπορεί να φύγει. Και ακούστηκε πάλι η φωνή: « Άκουσε, απατεώνα, και σχετικά με αυτό που είπες, ότι δηλαδή είμαι άδικος. Γιατί εγώ είμαι δίκαιος σε όλους, και σε όποια κατάσταση βρω κάποιον, σύμφωνα με αυτή τον κρίνω. Δες, λοιπόν· αυτόν τον βρήκα τώρα σε μετάνοια και επιστροφή, πεσμένο μπροστά στα πόδια μου και νικητή σου. Θα τον πάρω λοιπόν και θα σώσω την ψυχή του, επειδή δεν απελπίστηκε για τη σωτηρία του. Και εσύ, βλέποντας την τιμή που του κάνω, να σουβλιστείς από τον φθόνο σου και να καταντροπιαστείς».



Και όπως ήταν ο αδελφός πεσμένος μπρούμυτα και θρηνούσε, παρέδωσε την ψυχή του· και αμέσως ήρθε οργή μεγάλη σαν φωτιά και έπεσε επάνω στον σατανά και τον κατέκαιγε. Από αυτό λοιπόν ας μάθουμε, αδελφοί, την άμετρη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία του Θεού και πόσο καλό Κύριο έχουμε, και ποτέ να μην απελπιστούμε ή να αμελήσουμε τη σωτηρία μας.



Κάποιος άλλος πάλι που μετανόησε μετά την αμαρτία αποσύρθηκε στην ησυχία· συνέβη όμως τότε να χτυπήσει σε πέτρα και να πληγωθεί στο πόδι, και τόσο αίμα να τρέξει από την πληγή, ώστε να ξεψυχήσει από τον αιμοραγία. Ήρθαν λοιπόν οι δαίμονες θέλοντας να πάρουν την ψυχή του· και τους λένε οι άγγελοι: «Κοιτάξτε στην πέτρα και δείτε το αίμα του που έχυσε για τον Κύριο». Και με αυτό που είπαν οι άγγελοι, αφέθηκε ελεύθερη η ψυχή.



Σε κάποιον αδερφό που έπεσε σε αμαρτία, παρουσιάστηκε ο σατανάς και είπε: «Δεν είσαι χριστιανός». Ο αδελφός του αποκρίθηκε: «όποιος και να είμαι, πάντως είμαι καλύτερός σου». Ο σατανάς είπε πάλι: «Σου λέω, θα πας στην κόλαση». Και ο αδελφός του απάντησε: «Δεν είσαι εσύ κριτής μου ούτε ο Θεός μου». Έτσι ο σατανάς έφυγε άπρακτος, ενώ ο αδελφός έδειξε ειλικρινή μετάνοια στον Θεό και έγινε άξιος.



Ένας αδελφός που είχε κυριευθεί από λύπη, ρώτησε κάποιον γέροντα:  «Τι να κάνω; Οι λογισμοί μου λένε ότι άδικα απαρνήθηκα τον κόσμο και ότι δεν μπορώ να σωθώ». Και ο γέροντας αποκρίθηκε:  «Ακόμη και αν δεν μπορούμε να μπούμε στη Γη της επαγγελίας, μας συμφέρει να αφήσουμε τα κόκκαλα μας στην έρημο παρά να γυρίσουμε πίσω στη Αίγυπτο».



Άλλος αδελφός ρώτησε τον ίδιο γέροντα: «Πάτερ, τι εννοεί ο προφήτης όταν λέει: ‘‘ Δεν υπάρχει γι’ αυτό σωτηρία από τον Θεό του’’;» και ο γέροντας είπε: «Εννοεί τους λογισμούς της απελπισίας που σπέρνονται από τους δαίμονες σε αυτόν που αμάρτησε και του λένε· ‘‘Δεν υπάρχει πια για σένα σωτηρία από τον Θεό’’, και προσπαθούν να τον γκρεμίσουν στην απελπισία. Αυτούς πρέπει κανείς να τους αντιμάχεται λέγοντας· ‘‘ Καταφύγιό μου είναι ο Κύριος, και αυτός θα ελευθερώσει από την παγίδα τα πόδια μου’’».



Κάποιος από τους πατέρες διηγήθηκε ότι στην Θεσσαλονίκη υπήρχε ένα ασκητήριο παρθένων. Μία από αυτές, από ενέργεια του κοινού εχθρού, έφυγε από το μοναστήρι και έπεσε σε πορνεία, και έμεινε στο πάθος αυτό αρκετό καιρό. Κάποτε όμως, με τη βοήθεια του φιλάνθρωπου Θεού, μετανόησε και γύρισε στο κοινόβιό της. Και φτάνοντας μπροστά στην πύλη, έπεσε νεκρή.



Ο θάνατός της αποκαλύφθηκε σε κάποιον άγιο, ο οποίος είδε τους αγίους αγγέλους που ήρθαν να πάρουν την ψυχή της, και δαίμονες που τους ακολουθούσαν. Στον διάλογο που έγινε μεταξύ τους, οι άγιοι άγγελοι έλεγαν ότι γύρισε με μετάνοια. Οι δαίμονες πάλι αντέλεγαν: «Τόσο καιρό είναι υποδουλωμένη σ’ εμάς και είναι δική μας· άλλωστε δεν πρόλαβε ούτε να μπει στο κοινόβιο, και πώς λέτε ότι μετανόησε;» και είπαν οι άγγελοι: «Από τη στιγμή που είδε ο Θεός την πρόθεσή της να έχει κλίση στον σκοπό αυτό, δέχτηκε τη μετάνοιά της· και η μετάνοια βέβαια ήταν στην εξουσία της, λόγω του σκοπού που έβαλε, η ζωή της όμως ήταν στην εξουσία του Κυρίου του σύμπαντος». Με τα λόγια αυτά ντροπιάστηκαν οι δαίμονες και έφυγαν. Και αυτός που είδε την αποκάλυψη, τη διηγήθηκε στους παρόντες.



Ο αββάς Αλώνιος είπε ότι, αν θέλει ο άθνρωπος, μπορεί από το πρωί ως το βράδι να φτάσει σε θεία μέτρα.



 Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Μωυσή: «Έστω ότι κάποιος δέρνει τον δούλο του για κάποιο σφάλμα που έκανε· τι θα πει ο δούλος;». Αποκρίθηκε ο γέροντας: «Αν  είναι δούλος καλός, θα πει· ‘‘Σπλαχνίσου με έσφαλα’’».  «Δεν λέει τίποτε άλλο;» ξαναρώτησε ο αδελφός. «Τίποτε», απάντησε ο γέροντας· «γιατί από τη στιγμή που θα αναγνωρίσει το σφάλμα του και θα πει ότι έσφαλε, αμέσως τον σπλαχνίζεται ο κύριος του».



Κάποιος αδελφός είπε στον αββά Ποιμένα: «Αν πέσω σε αξιοδάκρυτο παράπτωμα, με κατατρώει ο λογισμός μου και με κατηγορεί που έπεσα». Ο γέροντας απάντησε: «Αν, την ώρα που  άνθρωπος πέσει σε σφάλμα, πει ‘‘αμάρτησα’’, αμέσως παύει ο λογισμός».



Κάποιας νέας, που λεγόταν Ταϊσία, πέθαναν οι γονείς και έμεινε ορφανή. Αυτή τότε μετέτρεψε το σπίτι της σε ξενώνα των πατέρων της Σκήτης και για πολύ καιρό τους δεχόταν και τους φιλοξενούσε. Όταν όμως ξόδεψε όσα είχε, άρχισε να στερείται. Την πλησίασαν τότε άνθρωποι διεστραμμένοι και την έβγαλαν από τον καλό δρόμο. Και ζούσε πλέον αμαρτωλά,. Έτσι που κατάντησε και στην πορνεία.



Όταν το έμαθαν οι πατέρες, λυπήθηκαν πάρα πολύ και κάλεσαν τον αββά Ιωάννη τον Κολοβό και του είπαν: «Ακούσαμε για την τάδε αδελφή ότι ζει στην αμαρτία. Αυτή, όταν μπορούσε, είχε δείξει αγάπη σ’ εμάς· ας τη βοηθήσουμε και εμείς τώρα, όπως μπορούμε. Κάνε λοιπόν τον κόπο να πας σε αυτήν και με σοφία που σου έδωσε ο Θεός, φρόντισε για τη διόρθωση της».



Πήγε λοιπόν ο γέροντας σε αυτήν, και είπε στη γριά που φύλαγε στην πόρτα: «Πες στην κυρία σου ότι ήρθα». Εκείνη τον έδιωξε λέγοντας: «Εσείς παλιά της τα φάγατε όλα και τώρα είναι φτωχή». Ο γέροντας επέμενε: «Πες της, και θα δει πολύ καλό από εμένα». Ανέβηκε λοιπόν η γριά και ανέφερε στη νέα για τον γέροντα. Ακούγοντας την εκείνη είπε: «Αυτοί οι μοναχοί όλο γυρίζουν κατά την Ερυθρά Θάλασσα και βρίσκουν μαργαριτάρια». Στολίστηκε λοιπόν, κάθισε στο κρεβάτι και είπε στη θυρωρό: «Φέρε τον εδώ».



Όταν μπήκε ο αββάς Ιωάννης, κάθισε κοντά της και, κοιτώντας την στο πρόσωπο, της είπε: «Τι σε έκανε να απορρίψεις τον Ιησού, ώστε να φτάσεις σε αυτή την κατάσταση;» Αυτή, ακούγοντας τα λόγια του, πάγωσε· και ο γέροντας, σκύβοντας το κεφάλι, άρχισε να κλαίει πικρά. «Αββά, γιατί κλαις;» τον ρώτησε. Αυτός σήκωσε λίγο το κεφάλι του, και σκύβοντας πάλι είπε: «Βλέπω τον σατανά να χορεύει στο πρόσωπο σου, και πως να μην κλάψω;» «Υπάρχει μετάνοια, αββά;» ρώτησε η κόρη. «Ναι», της είπε ο γέροντας. Και εκείνη πρόσθεσε: «Πάρε με, όπου νομίζεις». «Πάμε», είπε ο γέροντας, και αυτή αμέσως σηκώθηκε να τον ακολουθήσει. Ο γέροντας παρατήρησε ότι δεν άφησε καμιά παραγγελία για το σπίτι της και θαύμασε.



Κοντεύοντας στην έρημο, τους πρόλαβε το βράδυ. Και ο γέροντας της ετοίμασε ένα μικρό προσκέφαλο, το σταύρωσε και της είπε να κοιμηθεί εκεί. Έκανε έπειτα και για τον εαυτό του πιο πέρα και αφού τελείωσε τις προσευχές του πλάγιασε και αυτός.



Τα μεσάνυχτα ξύπνησε και βλέπει κάτι σαν δρόμο από φως να ξεκινά από αυτήν και να καταλήγει στον ουρανό, και είδε τους αγγέλους του Θεού να ανεβάζουν την ψυχή της. Σηκώθηκε, πλησίασε και τη σκούντηξε με το πόδι. Όταν κατάλαβε ότι ήταν νεκρή, γονάτισε με το πρόσωπο στη γη και παρακαλούσε τον Θεό. Και άκουσε μια φωνή να του λέει ότι η μία ώρα της μετανοίας της έγινε δεκτή περισσότερο από τη μετάνοια πολλών άλλων, που διαρκεί πολύν καιρό αλλά δεν έχει θέρμη.

 

Η θαυμαστή εμφάνιση τής Αγίας Τριάδος στον Ρώσο άγιο Αλέξανδρο τού Σβιρ



Μετάφραση-επιμέλεια: www.proskynitis.blogspot.com

Το μέγα αυτό θαύμα έγινε ως εξής. Το έτος 1508 σε ηλικία 60 ετών αφ' ότου ο όσιος Αλέξανδρος άρχισε τότε να ασκείται με αγώνες που υπερβαίνουν την ανθρώπινη δύναμη σε πείνα, δίψα και στην αντοχή του ψύχους, ελπίζοντας ότι με το πρόσκαιρο αυτό ψύχος του χειμώνα θα αποφύγει τη μέλλουσα αιώνια κόλαση. Οι δαίμονες όμως, βλέποντας να καταπολεμούνται απ' τον Όσιο και καταλαβαίνοντας ότι επρόκειτο να εξοστρακιστούν απ' αυτόν, προσπάθησαν απ' την αρχή να τον τρομοκρατήσουν. Εμφανίζονταν άλλοτε μεν σαν θηρία και άλλοτε σαν φίδια που έτρεχαν κατεπάνω του με συριγμούς και θηριώδη αγριότητα και του προκαλούσαν πολλούς άλλους πειρασμούς.
Μια νύχτα ο όσιος Αλέξανδρος πήγαινε προς το μοναχικό ερημητήριο του οπού συνήθιζε να προσεύχεται μόνος του, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του ένα αναρίθμητο πλήθος δαιμόνων, σαν να 'ταν στρατός πολύς, και άρχισαν να πηδούν κατεπάνω του με μανία, να τρίζουν τα δόντια τους, ενώ απ' το στόμα τους φαινόταν έβγαινε μια μεγάλη φλόγα και με λύσσα να του φωνάζουν:
Φύγε, φύγε απ' αυτόν τον τόπο, αναχώρησε γρήγορα απ' εδώ, για να μην πεθάνεις με θάνατο κακό.
Ο Όσιος όμως, σαν καλός μαχητής του Ιησού Χριστού οπλισμένος με προσευχή, δεν τρομοκρατήθηκε καθόλου απ' αυτούς, γιατί γνώριζε την ασθενική δύναμη τους. Και η προσευχή, του έβγαινε από το στόμα του σαν πύρινη φλόγα και κατέκαψε και αφάνισε όλες τις ανίσχυρες λεγεώνες των δαιμόνων.
Ο όσιος Αλέξανδρος συνέχισε τότε το δρόμο του και ήρθε στο μοναχικό ερημητήριο του όπου έκανε τις συνηθισμένες προσευχές του στο Θεό, οπότε ξαφνικά ένας άγγελος με λαμπρά ενδύματα παρουσιάστηκε μπροστά του. Βλέποντας τον ο Όσιος αισθάνθηκε φόβο και τρόμο και πέφτοντας στο έδαφος έμεινε εκεί σαν νεκρός. Ο άγγελος τον έπιασε από το χέρι και του είπε:
Είμαι άγγελος Κυρίου και ο Θεός με έστειλε να σε διαφυλάξω απ` όλες τις απάτες του πονηρού διαβόλου και να σού υπενθυμίσω τα θεια οράματα που είχες δει σ' αυτόν τον τόπο που έχεις εγκατασταθεί - γιατί οι εντολές Του πρέπει να εκτελεστούν - ο Κύριος σε εξέλεξε να γίνεις οδηγός σε πολλούς για τη σωτηρία τους. Σού δηλώνω ότι το θέλημα του Θεού είναι να χτίσεις σ' αυτόν τον τόπο μια εκκλησία στο όνομα της Αγίας Τριάδος, να συγκεντρώσεις αδελφούς και να ιδρύσεις μοναστήρι.
Κι αφού είπε αυτά ο άγγελος έγινε άφαντος.
Ο όσιος Αλέξανδρος όμως αγαπούσε την ησυχία και ήθελε να ζήσει σ' αυτή όλες τις μέρες της ζωής του - γι' αυτό προσευχόταν όλο και περισσότερο στο Θεό να τον ελευθερώσει από κάθε απάτη του εχθρού. Κάποτε που είχε απομακρυνθεί απ' την καλύβα του και όπως το συνήθιζε προσευχόταν μερικές ώρες συνέχεια, ξαφνικά εμφανίστηκε πάλι ο άγγελος Κυρίου και του είπε:
-Αλέξανδρε, όπως σου είπα την προηγούμενη φορά, φτιάξε μια εκκλησία, συγκέντρωσε αδελφούς και ίδρυσε μοναστήρι, γιατί πολλοί που επιζητούν να σωθούν θα έρθουν σε σένα και πρέπει να τους οδηγήσεις «εις οδόν σωτηρίας».
Και λέγοντας αυτά ο άγγελος έγινε και πάλι άφαντος.
Κατά το 1508 πάλι, που ο Όσιος συμπλήρωνε τον 23ο χρόνο σ' αυτή την έρημο κι ενώ ήταν στο ερημικό κελί του μια νύχτα και κατά τη συνήθεια του προσευχόταν, ξαφνικά στο σημείο που βρισκόταν έλαμψε ένα μεγάλο φως. Ο Όσιος ξαφνιάστηκε και σκέφτηκε: «Τι να σημαίνει αυτό;» Και αμέσως είδε τρεις ανθρώπους να έρχονται προς αυτόν ντυμένοι με λαμπρά, λευκά ενδύματα. Ήταν ωραιότατοι και αγνοί, λάμποντας περισσότερο απ' τον ήλιο και αστράφτοντας με μια ανέκφραστη ουράνια δόξα. Καθένας τους κρατούσε στο χέρι κι ένα σκήπτρο.
Όταν τους είδε ο Όσιος έτρεμε ολόκληρος, γιατί τον κατέλαβε φόβος και τρόμος Και μόλις συνήλθε λίγο προσπάθησε να τους προσκυνήσει μέχρι το έδαφος*. Εκείνοι όμως τον έπιασαν απ' το χέρι, τον σήκωσαν και του είπαν:
Έχε ελπίδα, μακάριε, και μη φοβάσαι.
Και ο Άγιος είπε:
-Κύριοί μου, εάν βρήκα κάποια χάρη ενώπιον σας, πέστε μου ποιοι είστε που, ενώ έχετε τόση δόξα και λαμπρότητα, καταδεχθήκατε να έρθετε προς το δούλο σας, γιατί ποτέ μου δεν είδα κανένα με τέτοια δόξα όπως εσείς.
Εκείνοι του απάντησαν:
-Μη φοβάσαι, άνθρωπε θείων επιθυμιών, γιατί το Άγιο Πνεύμα ευαρεστήθηκε να κατοικήσει σε σένα για την αγνότητα της καρδιάς σου και όπως σου προείπα πολλές φορές έτσι και τώρα σου λέω ότι πρέπει να φτιάξεις εκκλησία, να συγκεντρώσεις αδελφούς και να δημιουργήσεις μοναστήρι, γιατί με σένα ευδόκησα να σώσω πολλές ψυχές και να τους φέρω στην επίγνωση της αλήθειας.
Ακούγοντας αυτά ο Όσιος γονάτισε και πλημμυρισμένος από δάκρυα είπε:
- Κύριέ μου, ποιος είμαι εγώ ο αμαρτωλός, ο χειρότερος απ' όλους τους ανθρώπους, που θα ήμουν άξιος ν' αναλάβω τέτοιες ευθύνες, σαν κι αυτές για τις οποίες μου μίλησες; Είμαι αδύνατος για ν' αποδεχτώ τέτοια αποστολή. Γιατί εγώ ο ανάξιος δεν ήρθα σ' αυτόν τον τόπο για να κάνω αυτά που με προστάζεις, αλλά μάλλον για να κλάψω τις αμαρτίες μου.
Μόλις είπε αυτά ο Όσιος κειτόταν κάτω στο έδαφος και ο Κύριος τον έπιασε πάλι απ' το χέρι, τον σήκωσε και του είπε:
-Σήκω όρθιος, πάρε θάρρος και δύναμη και κάνε όλα όσα σε πρόσταξα*.
Ο Όσιος απάντησε:
- Κύριε μου, μη θυμώνεις μαζί μου που τόλμησα να σου αντιμιλήσω - πες μου, σε τίνος το όνομα θέλεις να τιμάται ή εκκλησία που η αγάπη Σου για το ανθρώπινο γένος θέλει να χτιστεί σ' αυτόν τον τόπο;
Και ο Κύριος είπε στον Όσιο:
Όπως βλέπεις τον ένα να σου μιλάει με τρία πρόσωπα, φτιάξε την εκκλησία στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της Αγίας Τριάδος «εν μια τη ουσία». Σου αφήνω την ειρήνη Μου και η ειρήνη Μου που σου χαρίζω θα είναι μαζί σου.
Και ξαφνικά ο Όσιος είδε τον Κύριο με απλωμένα φτερά να βαδίζει στο έδαφος, σαν να περπατούσε με τα πόδια, και μετά έγινε άφαντος.
Ο όσιος Αλέξανδρος ήταν συνεπαρμένος από πολλή χαρά και φόβο και ευχαρίστησε θερμά γι' αυτό το Θεό, που τόσο αγαπάει το ανθρώπινο γένος. Μετά άρχισε να σκέπτεται πώς και πού θα χτίσει την εκκλησία. Αφού σκέφτηκε πολύ και προσευχήθηκε γι' αυτό στο Θεό, άκουσε ξαφνικά μια μέρα μια φωνή να του μιλάει από ψηλά. Κοιτάζοντας προς τα πάνω ο Όσιος είδε έναν άγγελο του Θεού που φορούσε μανδύα και κουκούλια να στέκεται στον αέρα με απλωμένα φτερά και με τον ίδιο τρόπο που άλλοτε εμφανίστηκε στο μεγάλο Παχώμιο, με τα χέρια του τεντωμένα προς τον ουρανό να λέει: «Είς Άγιος, είς Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν». Και μετά είπε στον Όσιο:
- Αλέξανδρε, ας χτιστεί ή εκκλησία σ' αυτόν τον τόπο στο όνομα του Κυρίου που εμφανίστηκε σε σένα με τρία πρόσωπα, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της αδιαιρέτου Τριάδος.
Και λέγοντας αυτά σημείωσε στον τόπο εκείνο το σημείο του σταυρού με το χέρι του και έγινε άφαντος. Ο Όσιος ευφράνθηκε πολύ με το όραμα αυτό, δοξολόγησε το Θεό που δεν παρείδε τη δέησή του και στο σημείο αυτό τοποθέτησε ένα σταυρό.

Οι δυνάμεις τής ψυχής τού ανθρώπου κατά τον Όσιο Δαμασκηνό Στουδίτη Πώς λειτουργούσαν στον Αδάμ οι δυνάμεις τής ψυχής Φως από τον 16ο αιώνα



Τού Πρωτοπρεσβύτερου Θωμά Βαμβίνη



Πηγή: Περιοδικό: "Εκκλησιαστική Παρέμβασις" Τεύχος 256. Νοεμβρίου 2017.

Αναδημοσίευση από: http://www.parembasis.gr



Η μνήμη τού οσίου Δαμασκηνού τού Στουδίτου, Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Άρτης, στις 27 Νοεμβρίου, μάς προκαλεί προεόρτια τών Χριστουγέννων να προβάλλουμε, ως φως από τον 16ο αιώνα, τον απλό και πατερικό λόγο του, που σχετίζεται με την ιατρεία τής φύσεώς μας, η οποία «ενόσησε» από την φθορά και τον θάνατο, εξ αιτίας τών οποίων βασίλευσε η αμαρτία.

Θα παραθέσουμε, σε ελεύθερη απόδοση στην καθομιλουμένη, ορισμένα αποσπάσματα από τον λόγο του στην Γέννηση τού Χριστού. Στα παραθέματα αυτά περιγράφονται οι ψυχικές δυνάμεις τού ανθρώπου, η κατά Θεόν κίνησή τους και η πτώση τών πρωτοπλάστων, την οποία θεράπευσε η ενανθρώπηση τού Θεού Λόγου

Με το αυτεξούσιό του ο άνθρωπος σώζεται ή κολάζεται. Εξαρτάται από το πώς αποφασίζει (αυτεξούσια) να ζήση την ζωή του. Δημιουργήθηκε από τον Θεό καλός λίαν. Με την προαίρεσή του αχρειώθηκε. Το κακό φύτρωσε στις επιλογές του, στην διαχείριση τής θελήσεώς του, όχι σ’ αυτήν καθ’ εαυτήν την φυσική του θέληση. Ο όσιος Δαμασκηνός λέει: «Εξ αρχής ο Θεός δημιούργησε τον Αδάμ όλον καλωσύνη, όλον καθαρότητα, όλον αγιότητα, και τού χάρισε δώδεκα ψυχικές δυνάμεις, τις οποίες έχει κάθε άνθρωπος». Στην συνέχεια διατυπώνει με πολύ απλό τρόπο, προσαρμοσμένο στην απλοϊκότητα τών ακροατών του, μια ασκητική ορθόδοξη ανθρωπολογία, περιγράφοντας αυτές τις δώδεκα ψυχικές δυνάμεις.

Τις κατατάσσει σε τρεις κατηγορίες: στις φυσικές, ζωτικές και γνωστικές.

Ως «φυσικές» χαρακτηρίζει τρεις δυνάμεις: την γεννητική, την θρεπτική και την αυξητική. Τις χαρακτηρίζει φυσικές, όχι διότι αυτές μόνον ανήκουν στην φύση τών ανθρώπων, αλλά διότι «με αυτές γεννάται, τρέφεται και αυξάνει ο άνθρωπος». Παρατηρεί μάλιστα ότι «αυτές τις δυνάμεις τις έχουν και τα άλογα ζώα και τα φυτά».

«Ζωτικές» ονομάζει τέσσερεις δυνάμεις: την βούληση, την προαίρεση, τον θυμό και την επιθυμία. Εξηγεί ότι τις χαρακτηρίζει «ζωτικές» επειδή με αυτές «ζη και αναζωούται ο άνθρωπος». Ειδικότερα λέει ότι βούληση είναι η δύναμη με την οποία ο άνθρωπος «όλως διόλου “βούλεται” και θέλει το καλό». Όπως φαίνεται χαρακτηρίζει ως βούληση την λογική και ζωτική όρεξη τής ψυχής, την οποία ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ονομάζει φυσικό θέλημα, «δύναμιν τού κατά φύσιν όντος ορεκτικήν». Με την βούληση ο άνθρωπος θέλει το καλό. «Όταν, όμως, διαλέγει το καλό από το κακό ή το κακό από το καλό, τότε εκείνη η δύναμη λέγεται προαίρεση», που είναι η δεύτερη ζωτική δύναμη.

Στο σημείο αυτό ο όσιος Δαμασκηνός κάνει μια σημαντική χριστολογική παρατήρηση. Στον Χριστό, λέει, μόνο βούληση έχουμε, διότι ο Χριστός δεν ήθελε ποτέ το κακό, αλλά πάντοτε το καλό. Οπότε δεν μπορούμε να μιλάμε για προαίρεση στον Χριστό. Ο Χριστός δεν «προαιρείτο», αφού, ως Θεός που είναι, το θέλημά Του ταυτίζεται με το όντως καλό και αγαθό.

Ο θυμός, η τρίτη ζωτική δύναμη, είναι εκείνη με την οποία στρεφόμαστε εναντίον τού διαβόλου. Εναντίον αυτού πρέπει να θυμώνουμε, όχι εναντίον τών ανθρώπων. Εκείνον να κακολογούμε και σε εκείνον να κάνουμε κακό (να καταστρέφουμε τα έργα του), διότι αυτός μάς έκανε «παροίκους», μάς έβγαλε από τον Παράδεισο.

Η τέταρτη ζωτική δύναμη, η επιθυμία, μάς δόθηκε για να επιθυμούμε το καλό, την πρώτη μας πατρίδα, την Βασιλεία τών Ουρανών. Αυτή είναι η φυσική και ευλογημένη κίνηση τής επιθυμίας.

Σύμφωνα με τον όσιο Δαμασκηνό οι άλλες πέντε δυνάμεις τής ψυχής χαρακτηρίζονται «γνωστικές» και είναι: η αίσθηση, η φαντασία, η δόξα, η διάνοια και ο νους. Αυτή η διαίρεση τών γνωστικών δυνάμεων τής ψυχής μάς θυμίζει τον δεύτερο λόγο στα Εισόδια τής Θεοτόκου τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, χωρίς όμως να υπάρχη απόλυτη ταύτιση στην περιγραφή τών δυνάμεων αυτών.

Ο όσιος Δαμασκηνός την αίσθηση, ως γνωστική δύναμη τής ψυχής, την συνδέει με τις πέντε σωματικές αισθήσεις (όραση, όσφρηση, ακοή, γεύση, αφή), οι οποίες λειτουργούν όταν τα αισθητά αντικείμενα είναι παρόντα. Την φαντασία, επίσης, συνδέει άμεσα με τις αισθήσεις, αφού είναι η ενθύμηση πραγμάτων που είδαμε, όπως επίσης και με τα όνειρα και τον «ενδιάθετο λόγο», αφού σ’ αυτά ενεργεί η φαντασία.

Κατά τον όσιο Δαμασκηνό η δόξα είναι η δύναμη με την οποία σχηματίζουμε γνώμη για ό,τι γίνεται αντιληπτό σε εμάς, και είναι διπλή: άλογη και λογική. Ως άλογη δόξα χαρακτηρίζει ο Όσιος την παραδοχή κάποιου γεγονότος, χωρίς να γνωρίζουμε το πώς έγινε, ενώ, αν γνωρίζουμε, είναι λογική. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς χαρακτηρίζει «ψήφο άλογη» την «δόξα» που προέρχεται από την φαντασία, ενώ λογική αυτήν που προέρχεται από την διάνοια.

Η διάνοια κατά τον όσιο Δαμασκηνό είναι η δύναμη τής ψυχής με την οποία συλλογιζόμαστε και ελέγχουμε αν οι πληροφορίες που φθάνουν σ’ εμάς είναι αληθείς ή ψευδείς.

Ο νους τέλος είναι κάτι ξεχωριστό από όλες τις υπόλοιπες ένδεκα δυνάμεις. Ο όσιος Δαμασκηνός, χωρίς να κάνη εκτενείς αναλύσεις για τον νου, λέει με απλά λόγια ότι «όσα κάμνουν και ενεργούν οι ένδεκα δυνάμεις, όλο για τον νου δουλεύουν, και είναι ο νους σαν βασιλιάς αναπαυμένος. Ο νους περπατάει μόνο στα φανερά και ομολογημένα πράγματα, δηλαδή, στο ότι είναι ο Θεός αγαθός, στο ότι ο ήλιος λάμπει, στο ότι ο άνθρωπος είναι θνητός».

Στην συνέχεια ο όσιος Δαμασκηνός περιγράφει την φυσική λειτουργία τών δώδεκα δυνάμεων τής ψυχής.

Μάς λέει: «Αυτές τις δώδεκα δυνάμεις, που αναφέραμε, τις έδωσε ο Θεός στον Αδάμ για να ορέγεται το καλό, να αγαπά το αγαθό, να επιθυμή το δίκαιο, να συλλογίζεται το συμφέρον, να έρχεται από το μη ον στο είναι, να τρέφεται σωματικά και ψυχικά· σωματικά με το φαγητό και ψυχικά με τον λόγο τού Θεού. Να αυξάνη το κορμί του και οι αρετές να περισσεύουν στην ψυχή· να θέλη το θέλημα τού Θεού, να προκρίνη το καλό από το κακό, να οργίζεται κατά τού διαβόλου, να επιθυμή την Βασιλεία τών Ουρανών, […] να φαντάζεται την παλαιά πατρίδα, να δοξάζη τον αγαθό Θεό, να διανοήται τα ψυχικά και να νοή ποιο είναι το συμφέρον του».

Σύμφωνα με τον όσιο Δαμασκηνό, ο Θεός μετά την δημιουργία τού Αδάμ είπε στον πρωτόπλαστο: «Όλα είναι στην εξουσία σου. Για όλα σού επιτρέπω να εξετάζης την αρχήν τους. Μόνο τον Θεό να μην ερευνήσης, πώς έγινε ή πώς είναι». Αυτή ήταν η εντολή που δόθηκε μέσα στον Παράδεισο, την οποία ο Αδάμ παρήκουσε. Η αμαρτία του ήταν ότι «εκεί που δεν έφθανε, θέλησε να ανεβή και τα ακατάληπτα να καταλάβη». Έτσι διώχθηκε από τον Παράδεισο.

Στην συνέχεια ο όσιος Δαμασκηνός, σ’ αυτούς που στέκονταν στον αισθητό καρπό «τού γινώσκειν καλόν και πονηρόν», τους εξηγεί ότι εκείνο το «ξύλον» ήταν διπλό, αισθητό και νοητό, όπως βεβαιώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγοντας: «θεωρία γαρ ην το φυτόν, ως η εμή θεωρία». Η εντολή μάλιστα που δόθηκε ήταν για να θυμάται ο Αδάμ ότι είναι κτίσμα και έχει «αυθέντη» τον Θεό. «Αυτός όμως δεν άκουσε το πρόσταγμα τού Θεού, αλλά τού πλάνου όφεως, τού διαβόλου, που φθονούσε το καλό του».

Την απομάκρυνση τού Αδάμ από τον Παράδεισο ακολούθησαν όλα τα δεινά. Ο Θεός ως φύσει φιλάνθρωπος με πολλούς τρόπους προσπάθησε να συνετίση τον άνθρωπο, αλλά αυτός πλέον δεν μισούσε την αμαρτία, δεν ήθελε να κάνη το θέλημα τού Θεού· έκανε το θέλημα τού κορμιού του και τού διαβόλου. Έτσι, η ειδωλολατρεία πληθυνόταν και τον αληθινό Θεό κανείς δεν λάτρευε.

Αυτήν την μεγάλη ασθένεια τού ανθρώπου κανείς άνθρωπος δεν ήταν ικανός να θεραπεύση. Αυτήν θεράπευσε με την ενανθρώπησή Του ο Υιός και Λόγος τού Θεού Πατρός.

Με όσα σύντομα εκτέθηκαν προηγουμένως γίνεται σαφές ότι το κήρυγμα τής Εκκλησίας στα χρόνια τής Οθωμανοκρατίας ήταν καθαρό, παρά την υπερβολική κάποιες φορές απλούστευσή του, κήρυγμα τής προφητικής και αποστολικής Παραδόσεως. Διατηρούσε και μεταλαμπάδευε την καυστική και φωτιστική φλόγα τής ορθόδοξης διδασκαλίας.

Είθε να την κρατούμε ζωντανή.

Ο Θεός ως Αιών τών αιώνων και "Είναι" κάθε υπαρκτού Διονυσίου τού Αρεοπαγίτου





Πηγή αρχαίου κειμένου σε πολυτονικό πριν τη μετατροπή του: https://churchgoc.org/Library/areopagitis2.html
Πηγές στις οποίες στηρίχθηκε η μετάφραση στη Δημοτική: ΕΠΕ Χρήστου Διονυσίου Αρεοπαγίτου Fil-3, σελ. 152-156, και http://paterikakeimena.blogspot.gr/2011/02/5.html

"Περί όντος εν ώ και περί παραδειγμάτων", κεφάλαιο 5ο: 4, 5:

Κείμενο     Μετάφραση

Περί όντος εν ώ και περί παραδειγμάτων

4. Επειδή και περί τούτων είπομεν, φέρε, ταγαθόν ως όντως ον και τών όντων απάντων ουσιοποιόν ανυμνήσωμεν.

Ο ων όλου τού είναι κατά δύναμιν υπερούσιός εστιν υποστάτις αιτία και δημιουργός όντος, υπάρξεως, υποστάσεως, ουσίας, φύσεως, αρχή και μέτρον αιώνων και χρόνων οντότης και αιών τών όντων, χρόνος τών γινομένων, το είναι τοις οπωσούν ούσι, γένεσις τοις οπωσούν γινομένοις.

Εκ τού όντος αιών και ουσία και ον και χρόνος και γένεσις και γινόμενον, τα εν τοις ούσιν όντα και τα οπωσούν υπάρχοντα και υφεστώτα.

Και γαρ ο θεός ου πώς εστιν ων, αλλ' απλώς και απεριορίστως όλον εν εαυτώ το είναι συνειληφώς και προειληφώς.

Διο και βασιλεύς λέγεται τών αιώνων ως εν αυτώ και περί αυτόν παντός τού είναι και όντος και υφεστηκότος και ούτε ην ούτε έσται ούτε εγένετο ούτε γίνεται ούτε γενήσεται, μάλλον δε ούτε εστίν. αλλ' αυτός εστι το είναι τοις ούσι και ου τα όντα μόνον, αλλά και αυτό το είναι τών όντων εκ τού προαιωνίως όντος,

αυτός γαρ εστιν ο αιών τών αιώνων, ο υπάρχων προ τών αιώνων.

5. Αναλαβόντες ουν είπωμεν, ότι πάσι τοις ούσι και τοις αιώσι το είναι παρά τού προόντος.

Και πας μεν αιών και χρόνος εξ αυτού, παντός δε και αιώνος και χρόνου και παντός οπωσούν όντος ο προών αρχή και αιτία, και πάντα αυτού μετέχει, και ουδενός τών όντων αποστατεί και αυτός εστι προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκεν, και απλώς, ει τι οπωσούν έστιν, εν τω προόντι και έστι και επινοείται και σώζεται,

και προ τών άλλων αυτού μετοχών το είναι προβέβληται, και έστιν αυτό καθ' αυτό το είναι πρεσβύτερον τού αυτοζωήν είναι και αυτοσοφίαν είναι και αυτοομοιότητα θείαν είναι, και τα άλλα, όσων τα όντα μετέχοντα, προ πάντων αυτών τού είναι μετέχει,

μάλλον δε και αυτά καθ' αυτά πάντα, ων τα όντα μετέχει, τού αυτό καθ' αυτό είναι μετέχει, και ουδέν έστιν ον, ού μη έστιν ουσία και αιών το αυτοείναι.

Πάντων ουν εικότως τών άλλων αρχηγικώτερον ως ων ο θεός εκ τής πρεσβυτέρας τών άλλων αυτού δωρεών υμνείται. Και γαρ το προείναι και υπερείναι προέχων και υπερέχων το είναι παν, αυτό φημι καθ' αυτό το είναι, προϋπεστήσατο και τω είναι αυτώ παν το οπωσούν ον υπεστήσατο. Και γουν αι αρχαί τών όντων πάσαι τού είναι μετέχουσαι και εισί και αρχαί εισί και πρώτον εισίν, έπειτα αρχαί εισίν.

Και ει βούλει τών ζώντων ως ζώντων αρχήν φάναι την αυτοζωήν και τών ομοίων ως ομοίων την αυτοομοιότητα και τών ηνωμένων ως ηνωμένων την αυτοένωσιν και τών τεταγμένων ως τεταγμένων την αυτόταξιν και τών άλλων, όσα τούδε ή τούδε ή αμφοτέρων ή πολλών μετέχοντα τόδε ή τόδε ή αμφότερα ή πολλά εστι, τας αυτομετοχάς ευρήσεις τού είναι πρώτον αυτάς μετεχούσας και τω είναι πρώτον μεν ούσας, έπειτα τούδε ή τούδε αρχάς ούσας και τω μετέχειν τού είναι και ούσας και μετεχομένας.

Ει δε ταύτα τη μετοχή τού είναι έστι, πολλώ γε μάλλον τα αυτών μετέχοντα.
   

Περί όντος και περί παραδειγμάτων

4. Αφού λοιπόν μιλήσαμε και γι' αυτά, εμπρός, ας ανυμνήσουμε το αγαθό ως όντως Ον και ως Δημιουργό τής ουσίας όλων τών όντων.

Ο Ων είναι κατά τη δύναμη, η υπερούσια υποστατική αιτία όλου του «είναι». Είναι Δημιουργός όντος, υπάρξεως, υποστάσεως, ουσίας, φύσεως, είναι Αρχή και Μέτρο τών αιώνων, Οντότητα των χρόνων και Αιώνας των όντων· είναι ο Χρόνος όσων γίνονται, το "Είναι" όσων υπάρχουν με οποιοδήποτε τρόπο, η Γένεση όσων έχουν οποιουδήποτε είδους γένεση.

Από τον Όντα, προέρχονται ο αιώνας και η ουσία και το ον και ο χρόνος και η γένεση και ό,τι γίνεται, όσα υπάρχουν μέσα στα όντα, και αυτά που με οποιοδήποτε τρόπο υπάρχουν και υφίστανται.

Γιατί βέβαια ο Θεός δεν είναι ων με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο, αλλά γενικά και απεριόριστα συγκεντρώνει και προ-λαμβάνει στον εαυτό του όλο το "είναι".

Γι' αυτό και λέγεται «βασιλεύς των αιώνων», επειδή μέσα σ' Αυτόν και γύρω απ' Αυτόν υπάρχει και υφίσταται όλο το είναι, ενώ ο Ίδιος ούτε ήταν, ούτε θα είναι, ούτε έγινε, ούτε γίνεται, ούτε θα γίνει· ή ορθότερα, ούτε υπάρχει. Αλλά Αυτός είναι η ύπαρξη για τα όντα, και όχι μόνο τα όντα, αλλά και αυτό το "είναι" των όντων προέρχεται από τον προαιωνίως Όντα.

Γιατί αυτός είναι ο Αιώνας των αιώνων, «αυτός που υπάρχει πριν από τους αιώνες».

5. Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν ας πούμε ότι όλα τα όντα και όλοι οι αιώνες λαμβάνουν την ύπαρξη τους από τον Προϋπάρχοντα.

Κάθε αιώνας και χρόνος προέρχεται απ' Αυτόν, και η Αρχή και η Αιτία για κάθε αιώνα και χρόνο, καθώς και για όλα όσα έχουν οποιουδήποτε είδους ύπαρξη, είναι ο Προϋπάρχων. Όλα μετέχουν σ' Αυτόν και από κανένα ον δεν απουσιάζει. «Αυτός υπάρχει πριν από όλα και τα πάντα έχουν συσταθεί σ' Αυτόν». Και γενικά, ό,τι έχει κάποιου είδους ύπαρξη, υπάρχει και επινοείται και σώζεται μέσα στον Προϋπάρχοντα.

Μάλιστα το «είναι» έχει προβληθεί από όλες τις άλλες συμμετοχές σ' Αυτόν. Και αυτό καθαυτό το «είναι», είναι πρωταρχικότερο από την ύπαρξη της αυτοζωής και της αυτοσοφίας και της θείας αυτοομοιότητας. Είναι επίσης πρωταρχικότερο και από όλα τα άλλα, στα οποία μετέχοντας τα όντα, πρώτα απ' όλα αυτά μετέχουν στο «είναι».

Ή καλύτερα, μετέχουν σ' αυτό καθεαυτό το «είναι», και όλες αυτές καθαυτές οι ιδιότητες, στις οποίες μετέχουν τα όντα. Και δεν υπάρχει κανένα ον του οποίου ουσία και αιώνας να μην είναι το Αυτοείναι.

Επομένως, εύλογα ο Θεός, χάρη στην πρωταρχικότερη από τις άλλες δωρεές του, υμνείται ως «ο Ων». Επειδή, κατέχοντας εκ των προτέρων την προΰπαρξη και την υπεροχή Του από όλα τα υπαρκτά, έδωσε από πριν υπόσταση σε όλο το "είναι", (εννοώ αυτό καθεαυτό το "είναι"), και με αυτό καθεαυτό το "είναι", έδωσε υπόσταση σε κάθε είδος ύπαρξης. Έτσι λοιπόν οι αρχές των όντων όλες, υπάρχουν και είναι αρχές, επειδή ακριβώς μετέχουν στο "είναι"· πρώτα όμως υπάρχουν και έπειτα είναι αρχές.
Ίσως θέλεις να υποστηρίξεις την αυτοζωή ως αρχή τών ζωντανών, ως ζωντανών,  και την αυτοομοιότητα ως αρχή τών ομοίων, ως ομοίων, και την αυτοένωση τών ενωμένων, ως ενωμένων, και την αυτοταξία, ως αρχή τών ταξινομημένων, ως ταξινομημένων.  Και να υποστηρίξεις το ίδιο για όλα τα άλλα, που με το να μετέχουν στο ένα ή στο άλλο, ή και στα δυο, ή σε πολλά, είναι το ένα ή το άλλο, ή και τα δύο ή πολλά. Τότε όμως, και πάλι θα βρεις ότι και οι ίδιες οι αυτοσυμμετοχές, πρώτα μετέχουν στο "είναι", και υπάρχουν πρώτα συμμετέχοντας στο "είναι", και μετά είναι αρχές του ενός ή του άλλου. Υπάρχουν και μετέχονται, επειδή μετέχουν στο "είναι".

Και αν αυτές (οι αρχές) υπάρχουν με τη μετοχή του είναι, πολύ περισσότερο ισχύει αυτό για όσα μετέχουν σε αυτές!