Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Οι λόγοι του Εσταυρωμένου

πρώην Σεβ. Μητροπολίτου Πατρών κ. Νικοδήμου,
Μηνύματα Μεγάλης Εβδομάδος,
Εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1996, σελ. 218-228
Ο Α' ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς∙ οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. κγ' 34)
Οι στρατιώται του ηγεμονος εστήριξαν όρθιον τον Σταυρόν. Ανύψωσαν επ' αυτού δια σχοινιών τον Κύριον. Έδεσαν επί του ξύλου τας χείρας και τους πόδας Του. Επήραν κατόπιν εις χείρας των τα καρφιά. Τοποθετούν το ένα επί της παλάμης της μιας χειρός του Κυρίου και κτυπούν δια της σφύρας αλύπητα μέχρις ότου διαπερά την χείρα και καρφώνεται εις το ξύλον. Το ίδιο επαναλαμβάνουν ανηλεώς και επί της άλλης χειρός και επί των ποδών του Εσταυρωμένου.
Οι καταδικαζόμενοι εις την φοβεράν αυτήν ποινήν της σταυρώσεως, κατά την ώραν που τους εκαρφωναν επί του ξύλου, εξέβαλλον συνήθως φοβέρας κραυγάς από τους πόνους. Και άλλοι μεν εξεστόμιζαν κατάρες, ύβρεις και βλασφημίας κατά των σταυρωτών, άλλοι δε επεκαλούντο την στοιχειώδη ανθρωπινήν ευσπλαγχνίαν και συμπάθειαν, ίνα κατά κάποιον αμεσώτερον τρόπον τους θανατώσουν το ταχύτερον, δια να τεθή τέρμα εις το αφόρητον μαρτύριον των πόνων και των σπαραγμών του σώματος.
Τους πόνους και τας οδύνας αύτας αισθάνεται βαθύτατα και ο Κύριος ημών. Οι θανάσιμοι εχθροί του τον εκρεμασαν επί του σταυρού, εν μέσῳ δυό ληστών, ως κακούργον. Και οι πόνοι αμιλλώνται προς τον τέλειον εξευτελισμόν και την καταισχύνην του Εσταυρωμένου. Οι παριστάμενοι «εις το άλγος των τραυμάτων Του προσέθηκαν» εμπαιγμόν, χλευασμόν και ειρωνείαν. Η οργή του Θεού δεν φαίνεται να εκσπά κατά των κεφαλών των. Δεν θα ανοίξει άραγε και Αυτός το στόμα του να εκβάλη κραυγήν πόνου ή να καταφερθή κατά των σκληρών βασανιστών του;
Όχι, αδελφοί. «Ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν ἤχθη∙ καί ὡς ἀμνός ἄφωνος οὕτως οὐκ ἀνοίγει τό στόμα αὐτοῦ». Όπως το άκακον αρνίον, δεν ανοίγει το στόμα Του. Σιωπά δια την θηριωδίαν εκείνων που Τον μεταχειρίζονται ως τον μάλλον αποτρόπαιον κακούργον.
Αν οίγει δε δια πρώτην φοράν το στόμα του πότε και δια τι;
Μέσα εις την θλίψιν και την αγωνίαν του σταυρού, μέσα εις την οδύνην, την οποίαν του προκαλεί ο ακάνθινος στέφανος, ανάμεσα εις τους πόνους τους οποίους δοκιμάζει από τα διάτρητα χέρια και πόδια Του, ανοίγει το στόμα Του, δια να σύνθεση τον υπεροχώτερον ύμνον της αγάπης και της συγγνώμης. Τι λέγει; «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς∙ ο ὐ γάρ οἴ δασι τί ποιοϋσι»!
1. «Πάτερ»∙ είναι η πρώτη λέξις που εξέρχεται από τα ημιθανή αυτού χείλη. Προς τον ουράνιον Πατέρα Του απευθύνεται. Προς ποιον άλλον να υψώση το βλέμμα; Προς ποιόν να στρέψη τους οφθαλμούς; Προς ποιον να κατευθύνη τους λόγους της προσευχής Του, ει μη προς τον Πατέρα; «Τό ποτήριον ὁ δέδωκέ μοί ὁ Πατήρ, οὐ μή αὐτό πῖω;», έλεγε προηγουμένως εις τον Πέτρον. Τον Πατέρα λοιπόν επικαλείται κατά την σκληράν αυτήν ώραν που δοκιμάζει όντως με όλην του την πικρίαν το ποτήριον του πόνου και της οδύνης. Τον ονομάζει - όπως συνήθιζε να Τον αποκαλή- Πατέρα, ίνα δια του εκφραστικωτάτου αυτού ονόματος απευθυνθή εις την αγάπην του Πατρός προς τον Υιόν Του. «Πάτερ», λέγει, εἰς τήν πατρικήν σου καρδίαν ἀποτείνομαι. «Πάτερ» σου ομιλεί ο Υιός Σου ο μονογενής. «Πάτερ», «Σύ πάντοτε μοῦ ἀ κούεις». Και τώρα, κατά την φοβεράν αυτήν ώραν, δεν θα απόκρουσης, δεν θα αρνηθής αυτό που σου ζητεί ο Υιός Σου ο αγαπητός. Το συλλογιζόμεθα, αδελφοί μου; Ο Εσταυρωμένος λυτρωτής μας κάμνει χρήσιν της παρρησίας που έχει απέναντι του Θεού ως Υιός Του αγαπητός, δια να συνηγορήση, ως Υιός προς τον Πατέρα, χάριν των σταυρωτών Του. Και όχι μόνον χάριν αυτών. Διότι και όλους τους αμαρτωλούς όλων των εποχών «οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφούς αὐτούς καλεῖν», δια να έχωμεν εξησφαλισμένην την συνηγορίαν Του, ίνα μας δοθή το θείον έλεος. Ποίος δεν θα εθεώρει πολύτιμον συμπαραστάτην τόο υιόν του βασιλέως όταν εκείνος, με το πριγκηπικόν του κύρος, ζητή από τον βασιλέα πατέρα του χάριν υπέρ του καταδίκου, και μάλιστα όταν τον κατάδικον αυτόν ο βασιλόπαις τον θεωρή και τον ονομάζη αδελφόν του - παρ' όλην του την αναξιότητα - και εκδηλώνη δι' αυτόν ισάδελφον ενδιαφέρον; Ιδού διατί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης παρηγορεί και ενθαρρύνει πάντα αμαρτήσαντα άνθρωπον, λέγων «ἐάν τίς ἁμάρτῃ, παράκλητον ἔχομεν πρός τόν Πατέρα Ἰησοῦν Χριοτόν δίκαιον∙ καί αὐτός ἱλασμός ἐστι περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν». Ιδού διατί και ο θείος Απ. Παύλος, ατενίζων τον σταυρόν του Κυρίου, μᾶς προτρέπει να «προσερχώμεθα μετά παρρησίας (χωρίς φόβον ή δισταγμόν) τω θρόνω της χάριτος, ίνα λάβωμεν έλεον και χάριν εύρωμεν εἰς εύκαιρον βοήθειαν».
2. Αλλ' ας εμβαθύνωμεν περισσότερον εις τους λόγους του θείου Λυτρωτού. «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς». Η συγγνώμη και η άφεσις∙ ιδού το πρώτιστον αίτημα του Εσταυρωμένου Σωτήρος. Προσεύχεται υπέρ όλων εκείνων που τον είχαν οδηγήσει εις το ικρίωμα του Γολγοθά. Ναι. Προσεύχεται δια τους ιερείς και Γραμματείς της συναγωγής, οι οποίοι συνώμοσαν εναντίον Του. Προσεύχεται δια τους Αρχιερείς, οι οποίοι τον εκήρυξαν ένοχον θανάτου. Προσεύχεται δια τον δούλον, ο οποίος τον ερράπισε. Δια τον Πιλάτον, ο οποίος Τον παρέδωσεν εις τον Σταυρόν. Δια τους ψευδομάρτυρας, οι οποίοι Τον εσυκοφάντησαν. Δια τους στρατιώτας, οι οποίοι Τον ενέπαιξαν, τον ενέπτυσαν και Τον εκολάφισαν. Δια τον λαόν, ο οποίος Τον ύβρισε και εφώναξε με μανίαν το «σταυρωθήτω». Δια τους δημίους, οι οποίοι Τον εσφάγιασαν. «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς». Ω αγάπης ωκεανός! Ω συγγνώμη υψίστη.
Είχε κηρύξει ο Ίδιος το «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τούς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καί προσεύχεσθε ὑπέρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς». Και ομολογουμένως δια πρώτην φοράν ηκούσθη εις τον κόσμον τοιαύτη διδασκαλία. Κανείς φιλόσοφος και κανείς θρησκευτικός αρχηγός δεν κατώρθωσε να ανέλθη ούτε θεωρητικώς ούτε πρακτικώς μέχρι του ύψους της αγάπης προς τους εχθρούς και της υπέρ αυτών προσευχής. Αλλ' ο Υιός της Παρθένου δεν εδίδαξε μόνον την υπερκόσμιον και αθάνατον αυτήν διδασκαλίαν, άλλα και την εφήρμοσε επακριβώς καθ' όλον το διάστημα του βίου του, μάλιστα δε κατά τας τελευταίας στιγμάς της ζωής του. Τότε, προ πάντων προσηλωμένος επί του Σταυρού ενώ το αίμα έρρεεν από τας πληγάς Του ενώ η ψυχή Του ευρίσκετο εις την αγωνίαν του θανάτου ενώ ήκουε πέριξ αυτού την κατακραυγήν και το ανάθεμα του λαού, ο Χριστός επέδειξεν όλον το ηθικόν μεγαλείον Του και εξήσκησεν όλην την δύναμιν της αγάπης. Και με ένα στόμα, το οποίον προ ολίγου οι σταυρωταί του είχαν ποτίσει όξος και χολήν με μίαν γλώσσαν, την οποίαν είχε ξηράνει η αγωνία του Σταυρού, απηύθυνε προς τον Πατέρα Του την θερμοτέραν προσευχήν της αγάπης υπέρ των σταυρωτών του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς...». Εάν εκείνοι είπαν «τό αἷμα αὐτοῦ ἔφ' ἡμᾶς καί ἐπί τά τέκνα ἡμῶν», εγώ θέλω και ζητώ να γίνη το αίμα μου αυτό εξιλαστήριον δια την φοβεράν αυτήν αμαρτίαν των.
Και η αγάπη αυτή είναι αδύνατον να είναι απλώς ανθρωπίνη. Όχι μόνον διότι τοιούτον ύψος αγιότητος μαρτυρεί απόλυτον τελειότητα υπερβαίνουσαν τα ανθρώπινα όρια, αλλά και διότι αυτό τούτο το αίτημα του Εσταυρωμένου -το πρώτιστον μάλιστα αίτημα που ηκούσθη ως προσευχή από του ύψους του Σταυρού του - μαρτυρεί ότι ο Εσταυρωμένος Λυτρωτής περιέβαλλε τους αμαρτωλούς, όχι δι' ανθρωπινής, αλλά δια θείας αγάπης, αγάπης που αισθάνεται παρηγορίαν και χαράν δια την λύτρωσιν και σωτηρίαν και των χειρότερων αμαρτωλών. Πράγματι, μόνον ένας Θεός ήτο δυνατόν, εν μέσῳ τόσο φρικτής αγωνίας, να εκδηλώση, υπεράνω πάντων των άλλων ενδιαφερόντων του, το ενδιαφέρον δια την σωτηρίαν των αμαρτωλών και δη εκείνων που έφθασαν μέχρι τοιαύτης κακουργίας.
Ας μη το λησμονώμεν ποτέ, αγαπητοί, ότι ο Κύριος «οὐ θελήσει θέλει τόν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τό ἐπιστρέψαι καί ζῆν αὐτόν». Είναι ο Σωτήρ μας. Μας αγαπά, πάρ' όλας τας αμαρτίας μας. Και προσφέρεται Εκείνος να τας εξαγόραση δια του τιμίου Του αίματος. Επιτρέπεται, κατόπιν αυτού να μένωμεν με τας αμαρτίας μας και να ισταμεθα μακράν του ελέους που προχέει από του Σταυρού Του;
3. Και ο Εσταυρωμένος επιτείνει την συνηγορίαν Του∙ «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς ο ὐ γάρ ο ἴ δασι τί ποιοῦσι». Δια της προσθήκης των τελευταίων τούτων λέξεων θέλει να προβάλη και ελαφρυντικά δια τους σταυρωτάς Του, δια να παρουσίαση την αμαρτίαν των ως συγγνωστήν, διότι δεν γνωρίζουν το βάρος της πράξεως των.
Πράγματι, ο λαός του Ισραήλ δεν είχε πλήρη γνώσιν και συναίσθησιν ότι εσταύρωσε τον Κύριον της δόξης. Εν τῳ προσώπ ῳ Ιησού του Ναζωραίου δεν κατώρθωσαν να διακρίνουν τον προσδοκώμενον Μεσσίαν. Διότι εκείνοι ανεμενον μεσσίαν επίγειον δυνάστην, μέλλοντα να πατάξη τους Ρωμαίους κατακτητάς των εν ράβδῳ σιδηρά, να εκδιώξη αυτούς εκ της χώρας των και να ιδρύση ένδοξον επίγειον βασιλείαν. Αντί τούτου έβλεπον τον Ιησούν εν μέσ ῳ τόσης ασημότητος και ταπεινότητος να κυκλοφορή ανά την χῶραντων. Και κάτ' αυτούς ακόμη τους εκ μέρους των εχθρών του διωγμούς, και κατ' αυτά τα μαρτύρια εις τα οποία τον υπέβαλαν, δεν είδαν να εκσπά η θεία οργή η να ενεργήση άνωθεν ο επουράνιος Πατήρ προς σωτηρίαν Του. Επίστευσαν λοιπόν ότι παρεπλάνησε τον λαόν με τας μεσσιακάς διεκδικήσεις του και ότι έγινε αιτία να χλευασθή και να βεβηλωθή εν τω προσώπ ῳ αυτού, το ιδεώδες και η ιερά ελπίς του Ισραήλ περί του αναμενόμενου μεσσίου. Δεν τον εγνώρισαν λοιπόν. Δεν ανεγνώρισαν εις το πρόσωπον αυτού τον Μεσσίαν της ανθρωπότητος. «Εἰ γάρ ἔγνωσαν, οὐκ ἄν τόν Κύριόν τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α' Κόρ. β' 8) λέγει σχετικώς ο απ. Παύλος.
Αλλοίμονον! Υπάρχουν αμαρτίαι, τας οποίας ενεργούν οι άνθρωποι χωρίς να ξεύρουν τι κάμνουν! Και δύνανται να διαπράττουν εγκλήματα, όπως οι δήμιοι του Σωτήρος, χωρίς να αισθάνωνται το βάρος της ενοχής των.

Αλλ' η άγνοια των προήρχετο και εξ ιδίας υπαιτιότητος. Διότι μπορούσαν κάλλιστα να γνωρίσουν τον Κύριον ως Υιόν του Θεού και να πιστεύσουν εις αυτόν. Ο άγιος βίος Του επί έτη έλαμπε και απήστραπτεν ενώπιον των. Τα θαύματα Του εγίνοντο προ των οφθαλμών των. Η διδασκαλία Του, πράγματι υπερκοσμιος- διότι «οὐδέποτε οὕτως ἔλαλησεν ἄνθρωπος»- εφανέρωνεν ότι δεν προήρχετο εκ της γῆς. Αλλά ακόμη τόσαι προφητείαι της Παλαιάς Διαθήκης, η μία μετά την άλλην εξεπληρώνοντο θαυμαστώς εν τω προσώπῳ Του, μέχρι των ελαχίστων πολλάκις λεπτομερειών. Εν τούτοις, αυτοί θεληματικώς έμεναν τυφλοί ενώπιον της αποκαλυπτόμενης θεότητος του Κυρίου· τυφλωμένοι (η άρχουσα τάξις κυρίως) από πάθη και συμφέροντα και πολιτικάς και δημαγωγικάς επιδιώξεις. Η αμαρτία των λοιπόν προέρχεται εξ ενόχου αγνοίας.
Η μείς όμως, αγαπητοί αδελφοί, όταν αμαρτανωμεν, έχομεν άραγε το ελαφρυντικόν της αγνοίας; Υπάρχει βεβαίως και αμόρφωτος κόσμος. Και ίσως η έλλειψις μορφώσεως να δικαιολογή ωρισμένας παρεκτροπάς. Πως θα δικαιολογηθή όμως ο μορφωμένος άνθρωπος, όταν εμφανίζεται παραβάτης των εντολών του Θεού; Εις εποχήν δε, κατά την οποίαν υπάρχουν άφθονα τα πνευματικά μέσα και άνθησις της χριστιανικής κινήσεως, επιτρέπεται να υπάρχουν χριστιανοί αγνοούντες το Ευαγγέλιον και απληροφόρητοι περί του περιεχομένου της πίστεώς μας; Ο Κύριος εσταυρώθη χάριν ημών. Και ημείς θα επιτρέψωμεν εις τον εαυτόν μας και εις την κοινωνίαν μας να υστερή εις δείγματα χριστιανικής ωριμότητος και να παρουσιάζη το φαινόμενον ανθρώπων αγνοούντων - εν πλήρει 20ω αιώνι- τον Χριστόν και τας χριστιανικάς απαιτήσεις και εκδηλώσεις; Ω! Κύριε, ρύσαι ημάς από της πωρώσεως και της αγνοίας ταύτης. Δος να συναισθανθώμεν τας αμαρτίας μας και να μετανοήσωμεν δι' αυτάς. Συ δε, Κύριε, ο Οποίος «λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδώρεις καί πάσχων οὐκ ἠπείλεις» δόσε και εις ημάς την διάθεσιν να συγχωρώμεν τους πταίοντας εις ημᾶς και, προτοῦ εξέλθωμεν εκ του Ναού Σου σήμερον, να επαναλάβωμεν από καρδίας δι' όλους τους λυπήσαντας ημάς την προσευχήν την ιδικήν Σου· «ἅφες αὐτοῖς οὐ γάρ οἴ δασι τί ποιοῦσι». Ίνα τοιουτοτρόπως, Κύριε, και ημείς δυνάμεθα να ελπίζωμεν εις το έλεος και την συγγνώμην Σου που απέρρευσεν εκ του Σταυρού Σου. Καρδία του Εσταυρωμένου μας Λυτρωτού τι λέγεις;...
«Πάτερ ἄφες αὐτοῖς· ο ὐ γάρ ο ἴ δασι τί ποιοῦσι».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου