Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Άνθρωπος, υπάνθρωπος και Θεάνθρωπος



(Απόσπασμα απομαγνητοφωνημένης ομιλίας Μητροπολίτου Λεμεσού Αθανασίου, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου)
Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο όχι για να μας αποκαλύψει ιδέες ή για να μας δώσει μια φιλοσοφία ή μερικές αρχές, αλλά ήρθε στον κόσμο για να μας δώσει τον εαυτόν Του, ο οποίος δίδεται εις τον κόσμο καθημερινώς, εις την Εκκλησία, εις την Θεία Ευχαριστία. Αυτό ήταν το νόημα της σαρκώσεως του Θεού Λόγου. Και δίδοντας τον εαυτόν Του στον κόσμο, ταυτόχρονα ανέλαβε τον κόσμο επάνω Του· έγινε άνθρωπος, εθέωσε την ανθρώπινη φύση την δικήν Του, την ανέλαβε εις τον ουρανό , την κάθισε εκ δεξιών του Θεού Πατρός και εν συνεχεία μας έδειξε ότι και σε μας πλέον ανήκει αυτός ο δρόμος και αυτή η θέσης, της δόξας του ανθρωπίνου σώματος, του ανθρώπου στο σύνολον του. Ο άνθρωπος πλέον δεν είναι μόνον ψυχή ή μόνον μία ηθικολογία, αλλά συνολικά άνθρωπος σ’ όλο του το είναι. Αναλαμβανόμενος ο Θεός εις τον ουρανό άφησε στον άνθρωπο την Εκκλησία κι η Εκκλησία είναι, ακριβώς, ο πνευματικός χώρος, εις τον οποίον παραδόθηκε από γενεά σε γενεά, ως εμπειρία πλέον, η γνώσις του Θεού, του αληθινού Θεού. Έτσι η Εκκλησία μας, από τότε που ήρθε ο Χριστός, από την ημέρα της Πεντηκοστής, έλαβε σαν παρακαταθήκη, σαν θησαυρό, σαν δώρο, σαν κληρονομιά, αυτήν την Χάριν του Αγίου Πνεύματος· κι αυτήν την Χάριν του Αγίου Πνεύματος δίδει από γενεά σε γενεά εις τους ανθρώπους, οι οποίοι ακολουθούν αυτήν την μέθοδο της Εκκλησίας, την μέθοδο των Αποστόλων· κι έτσι έχομε μέσα σ’ αυτήν την πορεία το σύνολο των Αγίων, οι οποίοι είναι η επαλήθευσης του Λόγου του Θεού, η επαλήθευσης του Ευαγγελίου.

Εφραίμ Φιλοθεΐτης: "Επιμονή στην πανίσχυρη νοερά προσευχή"





Καὶ μετά, ἀπὸ τὴν προφορικὴ ἐπίκλησι, ἡ εὐχὴ γίνεται ἐσωτερική. Ἀνοίγεται δρόμος μέσα στὸν νοῦ καὶ τὴν λέγει κατόπιν ὁ εὐχόμενος, χωρὶς νὰ κάνη προσπάθεια. Σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνο καὶ ἀμέσως ἀρχίζει ἡ εὐχὴ μόνη της! Πρῶτα ἀρχίζει μὲ τὴν προσπάθεια νὰ τὴν λέη προφορικά. Καὶ ἀφοῦ μὲ τὴν μπουλντόζα τῆς προφορικῆς ἐπίκλησης ἀνοίξη ὁ δρόμος, μετὰ περπατᾶ ἄνετα μὲ τὸ αὐτοκινητάκι τοῦ νοῦ. Ἡ προφορικὴ ἐπίκλησις ἀνοίγει τὸν δρόμο στὸ νοῦ καὶ ἡ εὐχὴ ἀρχίζει κατόπιν νὰ προφέρεται μὲ τὸν ἐνδιάθετο λόγο ἄνετα.

Κι ἂν ἡ εὐχὴ προχωρῆ βαθύτερα καὶ προοδευτικότερα, κάτι ποὺ ἀνήκει στοὺς κατ᾽ ἐξοχὴν μεγάλους νηπτικοὺς Πατέρες, ἀνοίγει πλέον ὄχι δρόμος ἀλλὰ κανονικὴ λεωφόρος μέσα στὴν καρδιά. Ὅταν ἡ καρδιά μελετᾶ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τότε γίνεται τὸ μεγάλο πανήγυρι, μὲ μεγάλα ὀφέλη, μὲ μεγάλα πνευματικὰ πλούτη. Τότε βρίσκει ὁ μοναχὸς τὸν κεκρυμμένο μαργαρίτη, τὸν πνευματικὸ θησαυρὸ καὶ μοιάζει μὲ τὸν σοφὸ ἔμπορο ποὺ ἀντάλλαξε τὰ πάντα: περιουσίες, μόρφωσι, κοσμικὴ δόξα, οἰκείους, πατρίδα καὶ τέλος ἀκόμα καὶ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, γιὰ νὰ ἀγοράση αὐτὸν τὸν κεκρυμμένο πολύτιμο μαργαρίτη καὶ νὰ γίνη πάμπλουτος πνευματικά. Ἀλλὰ ξεκινάει ἀπὸ μικροπωλητής. Γι’ αὐτὸ χρειάζεται ἡ προφορικὴ ἐπίκληση τῆς εὐχῆς.