Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

π. Αυγ.+π. Λ. ιστΔΙΣΤΑΖΩ, ἀγαπητοί μου, νὰ μιλήσω. Γιατὶ ἔχουμε φθάσει σὲ χρόνια σὰν ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα μιὰ προφητεία λέει, ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔχουν τὰ αὐτιά τους ἀνοιχτὰ γιὰ τὸ διάβολο ἀλλ’ ὄχι γιὰ τὸ Χριστό (πρβλ. Β΄ Τιμ. 4,4). Ἐν τούτοις θὰ τολμήσω νὰ πῶ μερικὰ λόγια πρὸς ὠφέλειαν. Κι ἂν δὲ μ᾽ ἀκούσουν ὅλοι, θὰ μ᾽ ἀκούσουν οἱ μισοί· κι ἂν δὲ μ᾽ ἀκούσουν οἱ μισοί, θὰ μ᾽ ἀκούσουν οἱ δέκα· κι ἂν δὲ μ᾽ ἀκούσουν οἱ δέκα, θὰ μ᾽ ἀκούσῃ ἕνας. Ἕνας νὰ μ᾽ ἀκούσῃ, φτάνει, εἶνε μεγάλος ὁ μισθός. Διότι, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, μιὰ ψυχὴ ἀξίζει παραπάνω ἀπὸ ὁλόκληρο τὸν ὁρατὸ κόσμο (βλ. Ματθ. 16,26· Μᾶρκ. 8,37). Μὲ τὴν ἐλπίδα αὐτὴ θὰ μιλήσω. Τί θὰ πῶ;

* * *

Ὑπάρχει μιὰ λέξις ποὺ κάνει τὸν κόσμο νὰ τρομάζῃ. Ποιά εἶν’ αὐτή; Εἶνε ἡ λέξις θάνατος. Ὅταν ἀκούσουν θάνατο, ταράζονται, ἀνησυχοῦν. Σ᾽ ἕνα χωριὸ ποὺ περιώδευα ὡς νέος ἱε­ροκήρυκας, κάπου στὸ λόγο μου εἶπα τὴ λέξι θάνατος, κι ἀμέσως ἄκουσα κάποιον νὰ λέῃ μὲ φρίκη «Χτύπα ξύλο». Νομίζουν, ὅτι ἔτσι ὁ θάνατος θ’ ἀπομακρυνθῇ. Ὁ θάνατος ὅμως ἔρχεται· εἶνε γεγονός.
Πότε ἔρχεται; Ἔρχεται ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸν περιμένουμε. Ἔρχεται τὴ νύχτα – τὰ μεσάνυχτα, ἔρχεται τὸ πρωΐ, ἔρχεται στὴν ἐργασία ποὺ κάνει ὁ καθένας, ἔρχεται τὸ μεσημέρι, σὲ ὁποιαδήποτε ὥρα. Ἄγνωστο εἶνε τὸ πότε θὰ παραδώσουμε τὸ πνεῦμα στὸ Θεό.
Τί εἶνε ὁ θάνατος; Εἶνε ἐκμηδένισις; Οἱ ἄ­πιστοι λένε ἐκμηδένισις. Πέθανες; λέει· πάει τελείωσε. Ἐμεῖς δὲ λέμε ἔτσι. Ἐμεῖς λέμε, ὅτι πέρα τοῦ τάφου ὑπάρχει ἄλλη ζωή. Τὸ σῶμα δι­αλύεται στὰ ἐξ ὧν συνετέθη, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ μένει ἀθάνατος καὶ αἰωνία. Γι’ αὐτὸ μιὰ μέρα θὰ ἐπανέλθῃ στὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο θ’ ἀναστη­θ. Ὑπάρχει ἀνάστασις.
Ἔχετε ἀποδείξεις; ρωτοῦν οἱ ἄπιστοι. Ἔ­χουμε. Τί ἀποδείξεις; Τριῶν εἰδῶν. Ἔχουμε πρῶτον παραδείγματα ἀπὸ τὴ φύσι, ἔχουμε δεύτερον προφητεῖες ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή, καὶ τρίτον ἔχουμε τὰ σχετικὰ θαύματα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ναί, ὑπάρχει ἀνάστασις. Τὸ φωνάζει ὁ κάθε σπόρος. Τί εἶνε ὁ σπόρος; Ἕνα μικρούτσικο πραγματάκι. Τὸ σπέρνεις μέσα στὴ γῆ, σαπίζει, καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ βγαίνει ἕνα στάχυ ποὺ ἔχει ἄλλοτε τριάντα, ἄλλοτε ἑξήντα, ἄλ­λοτε ἑ­κατὸ κουκκιά, καὶ βλέπεις τὸ καλοκαίρι τὰ σπαρτὰ νὰ κυ­ματίζουν σὰν μιὰ πράσινη θάλασσα, ἕνα ὡ­ραῖο θέαμα. Κάποιος ἄπιστος ἐ­πιστήμων πῆ­γε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἔφθασε σ᾽ ἕνα κελλί, ὅ­που ὁ καλόγερος ἦταν φιλανθής. Καθὼς ἡ αὐλὴ εὐωδίαζε ἀπὸ πολύχρωμα λου­λούδια, λέει στὸν ἐπισκέπτη του· ―Ξέρεις ἀπὸ ποῦ βγῆ­καν ὅλα αὐτά; ―Ἀπὸ ποῦ; ―Περίμενε νὰ σοῦ δείξω. Πάει λοιπὸν καὶ τοῦ φέρνει ἕνα κουτί. Μέσα σ’ αὐτὸ εἶχε σπόρους. Ἂν ἔ­χετε δεῖ, οἱ σπόροι εἶνε συχνὰ μικρότεροι κι ἀπ’ τὸ κεφά­λι τῆς καρφίτσας. Κι ὅμως μέσα στὸ μικρὸ ἐ­κεῖνο σπόρο κρύβεται ἕνα ἄνθος, ἕνα φυτό, ἢ καὶ ἕνα δέντρο πελώριο. Πῶς; Ὅλη ἡ ἐπιστήμη νὰ μαζευτῇ, ἕνα σπόρο δὲν μπορεῖ νὰ κάνῃ. Τὸ παράδειγμα αὐτὸ χρησιμοποιεῖ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος. Ἀμφιβάλλεις, λέει, ὅτι θ᾽ ἀ­ναστηθῇ ὁ νεκρός; Δὲς τὸ σπόρο. Ὅπως ὁ σπό­ρος πέφτει μέσ᾽ στὴ γῆ, σαπίζει καὶ μετὰ φυτρώνει καὶ γίνεται ἕνα ὡ­ραῖο στάχυ ἢ δέν­τρο, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος θάπτεται καὶ σαπίζει μέσα στὸ χῶμα, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ σαπισμένο αὐτὸ σῶ­μα θὰ προέλθῃ μιὰ μέρα ἕνα νέο ὡραιότατο σῶμα (βλ. Α΄ Κορ. 15,36-38). Ὅλη ἡ φύσις κηρύττει τὴν ἀνάστασι. Ὁ ἥλιος ποὺ ἀνατέλλει τὸ πρωΐ, ἡ σελήνη ποὺ βγαίνει τὴ νύχτα, τὰ ἄστρα ποὺ λάμπουν στὸ στερέωμα, ὅλο τὸ σύμπαν αὐτὴν διαλαλεῖ.
Ἀλλὰ τὴν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν ἀναγγέλλουν καὶ οἱ προφη­τεῖες. Μιὰ τέτοια προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶνε ἐκείνη ποὺ ἀκοῦμε τὸ Μέγα Σάββατο. Τί λέει; Ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ βρέθηκε σὲ μιὰ πεδιάδα ποὺ ἦταν γεμάτη νεκρὰ ὀστᾶ, καὶ ἀκούει φωνή· ―Τὰ ὀστᾶ αὐτὰ μποροῦν νὰ ζωντανέψουν; ―Σύ, Κύριε, λέει, τὸ ξέ­ρεις αὐτό. Ὁ Θεὸς τὸν διατάζει· ―Κήρυξε, μίλησε στὰ ὀστᾶ. Καὶ τότε ἔγινε σεισμός, τὰ ὀστᾶ πλησίασαν μεταξύ τους, συναρμολογήθηκαν καὶ ἔγιναν σκελετοί. Ἔπειτα πῆραν νεῦ­ρα καὶ καλύφθηκαν μὲ σάρκες καὶ δέρμα. Τοὺς ἔλειπε ὅμως ἡ ψυχή. Τέλος τοῦ δίνει ἐντολὴ νὰ κηρύξῃ πάλι, καὶ τότε ὅλα αὐτὰ τὰ σώματα ἀναστήθηκαν. Τὸ ὅραμα αὐτὸ εἶνε μιὰ προφητεία περὶ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν (βλ. Ἰεζ. 37,1-10).
Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο ἐπιχείρημα ποὺ δείχνει ὅτι ὁ θάνατος νικήθηκε εἶνε οἱ θαυ­μαστὲς νεκραναστάσεις ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός. Ἔ­χουμε τρία τέτοια θαύματα ποὺ ἐνήργησε σὲ ἄλ­λους ἀνθρώπους. Τὸ πρῶτο εἶνε, ὅτι ἀνέστησε τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου. Τὸ δεύτερο εἶνε αὐ­τὸ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο, ὅτι ἀνέστησε τὸν υἱὸ τῆς χήρας τῆς Ναΐν· ποὺ ἡ μάνα του τὸν εἶ­χε μονάκριβο, ἔκλαιγε γοε­ρῶς, καὶ ὁ Χριστὸς τὴν πλησίασε καὶ τῆς εἶπε «Μὴ κλαῖε» (Λουκ. 7,13). Τὸ τρίτο εἶνε, ὅτι ἀνέστησε τὸν φίλο του τὸν Λάζαρο, ποὺ ἦταν «τε­ταρταῖος» μέσα στὸ μνῆμα (Ἰωάν. 11,39). Τέλος ὁ Χριστός, ἀφοῦ προηγουμένως ὑπέστη τὸν σταυρικὸ θάνατο καὶ τὴν τριήμερο ταφή, ἀνέστησε καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του.
Ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάστασις! Ὅσο εἶστε βέβαιοι ὅτι αὔριο ξημερώνει Δευτέρα, τόσο νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι οἱ νεκροὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν. Γι’ αὐτὸ ὁ θάνατος δὲν πρέπει νὰ λέγεται θάνατος· πρέπει νὰ λέγεται ὕπνος. Ἡ μάνα βλέπει τὸ παιδάκι της νὰ κοιμᾶται. Κλαίει; Δὲν κλαίει· γιατὶ ξέρει, ὅτι θὰ ξυπνήσῃ ζωηρὸ καὶ δρο­σᾶ­το σὰν τὸ λουλούδι. Καὶ γι’ αὐτὸ τὰ νεκροταφεῖα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται νεκροταφεῖα· πρέπει νὰ λέγωνται κοιμητήρια. Ὕπνος εἶνε ὁ θάνατος, λέει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ ἅγι­ος Κοσμᾶς, καὶ γι’ αὐτὸ οἱ Χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ κλαῖνε γι’ αὐτὸν ἀπαρηγόρητα. Ὅπως ξυπνᾷ κάποιος ποὺ κοιμᾶται, ἔ­τσι καὶ ὅλοι οἱ νεκροὶ μιὰ μέρα θ᾽ ἀ­ναστηθοῦν, γιὰ νὰ κριθοῦν καὶ νὰ λάβῃ καθένας κατὰ τὰ ἔργα του· «καὶ ἀ­­πελεύσονται (οἱ ἐξ εὐωνύμων) εἰς κόλασιν αἰ­ώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζω­ὴν αἰώνιον» (Ματθ. 25,46).
Γεγονὸς λοιπὸν εἶνε ἡ ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀ­νάστασις κάθε θνητοῦ, ἡ κοινὴ ἀ­νάστασις. Καὶ αὐτὸ ὁμολογοῦμε κάθε φορὰ ποὺ λέμε τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως· «Προσδο­κῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλον­τος αἰῶνος· ἀμήν».

* * *

Αὐτὰ εἶχα νὰ σᾶς πῶ. Καὶ κηρύττω μὲ τὴν ἐλ­­πί­δα ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ δὲ θὰ πέσουν στὸ κενό. Διότι, γιὰ νὰ πιστέψῃ κάποιος στὴν ἀνάστασι, χρειάζονται κάποιες προϋποθέσεις
⃝ Ἐλπίζω, ὅτι μεταξύ σας κανείς δὲν εἶνε ἄ­θε­ος· ὅλα γύρω μας φωνάζουν, ὅτι Ὑ­πάρχει Θεός, κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου.
⃝ Ἐλπίζω, ὅτι μεταξύ σας κανείς δὲν εἶνε ἀ­σε­βὴς καὶ βλάσφημος. Αὐτὸς ποὺ πιστεύει σὲ ἀνάστασι καὶ κρίσι, δὲ βλαστημάει τὸν Κριτή. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Δι­ότι δὲ φταίει μόνο ἐκεῖ­νος ποὺ βλαστημάει· φταίει κι ὁ ἄλλος ποὺ τὸν ἀκούει καὶ δὲ διαμαρτύρεται. Ὁ ἅγι­ος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει, ὅτι τὸ βλάσφημο δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀνεχώμεθα. Ἂν ὑβρίσῃς, λέει, Χριστὸ καὶ Παναγιά, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ! Ὁ δὲ ἱερὸς Χρυσόστομος, αὐστηρότερος, προτρέπει· Ὅταν ἀκοῦς βλάσφημο συμβούλε­ψέ τον μιά, δυό, τρεῖς φορές. Δὲν συνετίζεταιι; Τότε, ἔ­χεις χέρι; χτύπα τὸ βλάσφημο. Χέρι, ποὺ θὰ χτυπήσῃ βλάσφημο, θ᾽ ἁγιάσῃ!
⃝ Ἐλπίζω ἀκόμη ὅτι ἐκκλησιάζεσθε. Εἶστε τίμιοι καὶ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι. Εὐλογημένη ἡ δουλειά· ὁ γεωργὸς στὸ χωράφι, ὁ τσοπᾶνος στὰ πρόβατα, ὁ ψαρᾶς στὰ δίχτυα, ὁ ἐργάτης στὸ ἐργοτάξιο. Ὅλη τὴν ἑβδομάδα δουλειά. Ξημέρωσε ὅμως Κυριακή, χτύπησε ἡ καμπάνα; Φτερὰ στὰ πόδια, ὅλοι στὴν ἐκκλησία! Ὅ­ποιος λέει «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν», αὐτὸς ἐκ­κλησιάζεται ἀνελλιπῶς. Κανείς νὰ μὴν ἀπουσιάζῃ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. 168 ὧρες ἔ­χει ἡ ἑβδομάδα, 1 ὥρα ζητάει ὁ Θεός. Τόσο δι­αρκεῖ ἡ θεία λειτουργία ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» μέχρι τὸ «Δι᾽ εὐχῶν…». Ἔ­λα λοιπὸν στὴν ἐκκλησία, νὰ πῇς ἕνα Δόξα σοι ὁ Θεός», ἕνα εὐχαριστῶ γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ σοῦ χαρίζει. Τὸ εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· θά ᾽ρθουν χρόνια δύσκολα ποὺ θ’ ἀξίζῃ «μιὰ φού­χτα ἀλεύρι – μιὰ φούχτα χρυσάφι». Τόσα δει­νὰ μᾶς ἀπειλοῦν, τόσα κακὰ μᾶς περιμένουν.
⃝ Ἐλπίζω τέλος ὅτι ποθεῖτε τὴν ἄνω Ἰερουσα­λήμ. Ἀγαπᾶτε τὴν ἐ­πίγεια πατρί­δα μας, γιὰ τὴν ὁποία καυχώμεθα ὅτι ἐμεῖς χτίσαμε Παρθενῶ­να καὶ Ἁγιὰ Σοφιὰ ὅταν οἱ ἄλλοι λαοὶ ζοῦσαν σὲ σπηλιὲς καὶ τρώγανε βελανίδια. Ἀλλ’ ἂν ἀ­γαποῦμε τὴν πατρίδα αὐτὴ μιὰ φορά, πόσῳ μᾶλλον τὴν οὐράνια καὶ αἰωνία πατρίδα μας;
Μὲ τὴν ἐλπίδα λοιπὸν αὐτὴ ὡς ἐπίσκοπος σᾶς εὐλογῶ. Εὐλογῶ τὰ σπίτια σας, τὶς οἰκογένειές σας, τὶς ἐργασίες σας, καὶ εὔχομαι ὁ Θεὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου νὰ εἶνε πάντα μαζί σας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου στον Ιερό Ναὸ του Ὁσίου Ναοὺμ Ἀρμενοχωρίου – Φλωρίνης 10-10-1993)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου