Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Το κήρυγμα της κοινοκτημοσύνης


…Ήταν τόση η προθυμία με την οποία έδιναν (όσοι είχαν περιουσίες), ώστε δεν υπήρχε ούτε ένας φτωχός (στην πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων). Δεν έδιναν δηλ. μέρος μόνο από την περιουσία τους, κρατώντας την υπόλοιπη για τον εαυτό τους, ούτε όλα μεν, αλλά με το αίσθημα πως ήταν δικά τους και τα δώριζαν. Την ανωμαλία της άνισης κατανομής των αγαθών την είχαν εξαφανίσει από ανάμεσά τους και ζούσαν με μεγάλη αφθονία αγαθών. Και το θεωρούσαν τούτο ιδιαίτερα τιμητικό. Ούτε τολμούσαν δηλ. να δίνουν οι ίδιοι απ’ ευθείας στα χέρια των φτωχών,  ούτε αισθάνονταν περήφανοι που έδιναν, αλλά μπροστά στα πόδια (των Αποστόλων) έφερναν (τα χρήματα από την πώληση των περιουσιών τους) κι αυτούς άφηναν να τα διαχειριστούν και απόλυτους κυρίους τους καθιστούσαν, ώστε η κατανάλωση να γίνεται από αγαθά που ανήκαν πια σ’ ολόκληρη την κοινότητα και όχι από δικά τους. Αυτός ο τρόπος, εκτός των άλλων, τους βοηθούσε και στο να μην υπερηφανεύονται. Αν και σήμερα γινόταν το ίδιο, θα ζούσαμε πιο ευτυχισμένοι και οι πλούσιοι και οι φτωχοί. Μάλιστα όχι τόσο στους φτωχούς, όσο στους πλούσιους θα έφερνε τούτο τη χαρά και την ευτυχία. Κι αν θέλετε, ας παραστήσουμε κατ’ αρχήν με λόγια το γεγονός εκείνο και μ’ αυτόν τον τρόπο ας απολαύσουμε τη χαρά και την ευτυχία της αδελφωμένης ζωής, αφού δεν θέλετε να την απολαύσουμε στην πράξη. Γιατί είναι από εαυτού του φανερό, προπαντός όμως από όσα συνέβησαν τότε, πως διαθέτοντας τις περιουσίες τους οι πλούσιοι, όχι μόνο δεν φτώχαιναν, αλλά και τους φτωχούς τους έκαναν πλούσιους.
Αλλά και τώρα ας περιγράψουμε με λόγια το καθεστώς εκείνο και όλοι, χωρίς καμιάν εξαίρεση, ας πουλήσουν όλα τα υπάρχοντά τους και ας καταθέσουν εδώ μπροστά την αξία τους -επαναλαμβάνω με λόγια μόνο, κανένας ας μη θορυβηθεί, ούτε πλούσιος, ούτε φτωχός. Πόσο χρυσάφι νομίζετε πως θα συγκεντρωθεί; Εγώ υποθέτω (γιατί δεν είναι βέβαια δυνατό να το καθορίσω με ακρίβεια) ότι αν όλοι και όλες καταθέσουν εδώ ειλικρινά όλα τα μετρητά τους και προσφέρουν επί πλέον και τα χωράφια τους και όλα γενικά τα ιδιόκτητα αντικείμενα και τα σπίτια τους (για δούλους δεν κάνω λόγο, επειδή ούτε τότε συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά τους ελευθέρωναν και τους εξίσωναν με τους εαυτούς των), σε λίγο θα συγκεντρωνόταν χωρίς αμφιβολία μέχρι ένα εκατομμύριο λίτρες χρυσάφι, ή καλύτερα δύο και τρεις φορές αυτή η ποσότητα. Ειπέ μου, λοιπόν, η πόλη μας (η Κωνσταντινούπολη) πόσους κατοίκους αριθμεί συνολικά; Πόσοι απ’ αυτούς θα θέλατε να υποθέσουμε ότι είναι χριστιανοί; Θα συμφωνούσατε εκατό χιλιάδες και οι υπόλοιποι ειδωλολάτρες και Ιουδαίοι; Πόσες δεκάδες χιλιάδες λίτρες χρυσάφι συγκεντρώθηκε, πόσος δε είναι ο αριθμός των φτωχών; Δε νομίζω περισσότεροι από πενήντα χιλιάδες. Για να τρέφονται λοιπόν αυτοί καθημερινά, πόση αφθονία μέσων θα υπήρχε! Αν μάλιστα η διατροφή ήταν κοινή και λειτουργούσαν συσσίτια, δεν θα χρειάζονταν και πολλά έξοδα. Τι όμως, θα μου πείτε, θα κάναμε, όταν θα ξοδεύονταν τα χρήματα; Όμως νομίζετε πως θα ήταν ποτέ δυνατό να ξοδευτούν; Δεν θα μας χορηγούσε ο Θεός τη χάρη του, ικανή ν’ αναπληρώσει ποσόν άπειρες φορές μεγαλύτερο απ’ αυτό; Δεν θα ξεχυνόταν δηλ. πλουσιοπάροχα πάνω σε μια τέτοια κοινωνία η χάρη του Θεού; Τι θα προέκυπτε λοιπόν; Δεν θα ‘χαμε μετατρέψει τη γη σε ουρανό; Αν εκεί (στην πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων) όπου οι πιστοί ανέρχονταν σε τρεις με πέντε χιλιάδες έγινε αυτό και πέτυχε κι έλαμψε τόσο πολύ και κανένας απ’ αυτούς δεν παραπονέθηκε για φτώχεια, πόσο περισσότερο θα πετύχαινε εφαρμοζόμενο από ένα μεγάλο πλήθος πιστών; Ποιος δε κι από τους εκτός της πόλης μας χριστιανούς δεν θα έσπευδε πρόθυμα να προσθέσει κι αυτός την προσφορά του; Για να σας αποδείξω δε πως η διάσπαση αυτή είναι δαπανηρή και πρόξενη της φτώχειας, ας πάρουμε σαν παράδειγμα μια οικογένεια που την αποτελούν δέκα παιδιά, η γυναίκα και ο άνδρας και η μεν γυναίκα ας υποθέσουμε πως γνέθει και υφαίνει, ο δε άνδρας πως έχει εισόδημα από εξωτερική εργασία. Ειπέ μου, λοιπόν, πότε θα ξοδεύουν περισσότερα, όταν θα τρέφονται από κοινού και θα διατηρούν ένα νοικοκυριό ή όταν θα μένουν ο καθένας ξεχωριστά; Είναι ολοφάνερο πως όταν θα μένουν ξεχωριστά. Αν δηλ. επρόκειτο να σκορπίσουν τα δέκα παιδιά, θα χρειάζονταν και δέκα σπίτια, δέκα τραπέζια, δέκα υπηρέτες και όλα τα άλλα απαραίτητα στον ίδιο αριθμό. Τι συμβαίνει εξ άλλου στα σπίτια που έχουν πολλούς δούλους; Δεν τους έχουν κοινό φαγητό, ώστε η σχετική δαπάνη να μην είναι μεγάλη; Αυτό γίνεται γιατί η διαίρεση σε όλες τις περιπτώσεις συνεπάγεται την ελάττωση, ενώ η ομόνοια και η συμφωνία την αύξηση. Έτσι ζουν σήμερα στα μοναστήρια, όπως παλιότερα οι πιστοί. Ποιος λοιπόν πέθανε από την πείνα; Ποιος δεν τράφηκε με αφθονία πολλή; Κι όμως, σήμερα, οι άνθρωποι φοβούνται αυτή τη ζωή (της κοινοκτημοσύνης) περισσότερο, παρά το να πέσουν σε πέλαγος άγνωστο και απέραντο. Αν όμως την είχαμε δοκιμάσει, σίγουρα θα τολμούσαμε να την εφαρμόσουμε. Πόση χάρη κι από την πλευρά του Θεού θα μας συνόδευε! Γιατί αν τότε που δεν υπήρχαν παρά μονάχα τρεις ως πέντε χιλιάδες πιστοί, που όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι της γης ήσαν εχθροί τους, που δεν περίμεναν βοήθεια από πουθενά, τόλμησαν, παρ’ όλα αυτά, να πραγματοποιήσουν την κοινοκτημοσύνη, πόσο μάλλον θα μπορούσε να γίνει αυτό σήμερα, που με τη χάρη του Θεού είναι γεμάτη από πιστούς η οικουμένη; Και ποιος θα παρέμενε τότε ειδωλολάτρης; Εγώ, τουλάχιστο, νομίζω κανένας κι έτσι όλους θα τους αποσπούσαμε από την ειδωλολατρία και θα τους προσελκύαμε με το μέρος μας (στο Χριστιανισμό). (Κάτι τέτοιο τώρα δεν συμβαίνει). Όμως αν προχωρούμε σ’ αυτήν την κατεύθυνση προοδευτικά, πιστεύω πως με τη χάρη του Θεού κι αυτό που τώρα μας φαίνεται ακατόρθωτο, θα γίνει. Μόνο πιστέψτε στα λόγια μου και θα πραγματοποιήσουμε σταδιακά το κατόρθωμα αυτό. Κι αν ο Θεός μού δώσει ζωή, πιστεύω ότι σύντομα θα σας οδηγήσω σ’ έναν τέτοιον τρόπο συμβίωσης.
Από την 11η ομιλία στις Πράξεις, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (Ε.Π.Μ. 60, 96-98)
Μεταγραφή: Γεώργιος Δ. Ροδίτης, από το βιβλίο “Χριστιανισμός και Πλούτος”, έκδοση 3η, Αθήνα 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου