Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Ὅμιλία ἐγκωμιαστική στόν ἀπόστολο Παῦλο Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος




1.-. Τί τέλος πάντων εναι νθρωπος καί πόση εναι εγένεια τς δικς μας φύσης καί πόσο κανό στήν ρετή εναι ατό τό ν, μς τό δειξε περισσότερο π᾿ λους τούς νθρώπους Παλος. Καί τώρα σηκώνεται, πό κε πού χει φθάσει, καί μέ καθαρή φωνή πρός λους κείνους πού κατηγορον τή φύση μας πολογεται γιά χάρη το Κυρίου, προτρέπει γιά ρετή, κλείνει τά ναίσχυντα στόματα τν βλάσφημων καί ποδεικνύει τι δέν εναι μεγάλη διαφορά νάμεσα στούς γγέλους καί στούς νθρώπους, ν θέλουμε νά προσέχουμε τόν αυτό μας. Γιατί χωρίς νά χει λλη φύση, οτε νά χει λάβει λλη ψυχή, οτε νά κατοίκησε σ᾿ λλο κόσμο, λλά ν καί νατράφηκε στήν δια γ καί τόπο καί μέ τούς διους νόμους καί συνήθειες, ξεπέρασε λους τούς νθρώπους, ο ποοι ζησαν πό τότε πού γιναν ο νθρωποι. Πο εναι λοιπόν κενοι πού λέγουν, τι εναι δύσκολο πράγμα ρετή καί εκολο κακία; Γιατί Παλος τούς ντικρούει λέγοντας· «Ο θλίψεις μας πού γρήγορα περνον, προετοιμάζουν σ᾿ μς σέ περβολικά μεγάλο βαθμό αώνιο βάρος δόξας» (Β´ Κορ. 4, 17). άν μως τέτοιες θλίψεις περνον εκολα, πολύ περισσότερο ο φυσικές δονές. Καί δέν εναι μόνο ατό τό θαυμαστό του, τι δηλαδή πό πολλή προθυμία δέν ασθανόταν τούς κόπους του γιά τήν ρετή, λλ᾿ τι σκοσε ατήν χωρίς μοιβή.

μες βέβαια δέν πομένουμε κόπους γι᾿ ατήν ν καί πάρχουν μοιβές. κενος μως καί χωρίς τά παθλα τήν πιζητοσε καί τήν γαποσε, καί κενα πού θεωρονταν τι εναι μπόδιά της τά ξεπερνοσε μέ κάθε εκολία. Καί δέν πικαλέσθηκε οτε τήν δυναμία το σώματος, οτε τήν τυραννίδα τς φύσης, οτε τίποτε λλο. ν καί εχε ναλάβει μεγαλύτερη φροντίδα πό τούς στρατηγούς καί λους τούς βασιλες τς γς, λλ᾿ μως κάθε μέρα ταν κμαος, καί ν ο κίνδυνοί του παυξάνονταν, διέθετε νεανική προθυμία. Γιά νά δείξει ατό κριβς λεγε, «Ξεχνώντας τά σα γιναν στό παρελθόν καί φροντίζοντας γιά κενα πού εναι μπροστά μου» (Φιλιπ. 3, 14). Καί ν περίμενε τό θάνατο, καλοσε σέ συμμετοχή τς δονς ατς λέγοντας, «Χαίρετε καί νά χαίρεστε μαζί μου» (Φιλιπ. 2, 18). Καί ν τόν πειλοσαν κίνδυνοι καί προσβολές καί κάθε τιμία, πάλι σκιρτοσε· καί ταν γραφε τήν πιστολή στούς Κορινθίους λεγε, «Γι᾿ ατό καί εφραίνομαι σέ σθένειες, σέ προσβολές, σέ διωγμούς» (Β´ Κορ. 12, 10). Καί τά νόμασε ατά πλα τς δικαιοσύνης, ποδεικνύοντας τι καί πό ατά εχε πολύ μεγάλες φέλειες καί πό παντο ταν κατάβλητος στούς χθρούς του. Καί ν παντο τόν βασάνιζαν, τόν περιφρονοσαν, τόν κακολογοσαν, σάν νά βάδιζε σέ θριάμβους καί νά στησε σταθερά τρόπαια σ᾿ λα τά σημεα τς γς, τσι περηφανευόταν καί εχαριστοσε τό Θεό λέγοντας· « εχαριστία νήκει στό Θεό ποος πάντοτε μς δηγε σέ θρίαμβο» (Β´ Κορ. 2, 14).

2.-. Καί τήν κακοποίηση καί τήν προσβολή γιά τό κήρυγμα πιζητοσε περισσότερο π᾿ σο μες τήν τιμή, καί τό θάνατο π᾿ σο μες τή ζωή, καί τή φτώχεια π᾿ σο μες τόν πλοτο, καί τούς κόπους περισσότερο π᾿ σο λλοι τίς νέσεις, καί χι πλά περισσότερο, λλά πολύ περισσότερο, καί τή λύπη περισσότερο π᾿ σο λλοι τή χαρά, καί τό νά εχεται γιά τούς χθρούς περισσότερο π᾿ σο τό νά τούς καταριονται ο λλοι. Καί νάτρεψε τήν τάξη τν πραγμάτων, καλύτερα μες τήν νατρέψαμε, κενος μως, πως τή νομοθέτησε Θεός, τσι τή φύλασσε. Γιατί λα ατά ταν σύμφωνα μέ τή φύση, κενα μως ντίθετα. Ποιά εναι πόδειξη; Τό τι Παλος, ν καί ταν νθρωπος, κολουθοσε περισσότερο ατά παρά κενα. να μόνο πράγμα ταν φοβερό γι᾿ ατόν καί πόφευγε, τό νά ντιμάχεται τό Θεό, καί τίποτε λλο. πως βέβαια τίποτε λλο δέν το ταν ποθητό, σο τό νά ρέσει στό Θεό. Καί δέ λέγω τίποτε πό τά παρόντα, λλά οτε καί πό τά μέλλοντα. Καί μή μο πες τίς πόλεις καί τά θνη καί τούς βασιλες καί τά στρατόπεδα καί τά χρήματα καί τίς σατραπεες καί τίς δυναστεες, γιατί οτε στό ράχνης τά θεωροσε ατά. λλά σκέψου ατά πού πάρχουν στούς ορανούς καί τότε θά καταλάβεις τή σφοδρή γάπη πού εχε γιά τό Χριστό. Γιατί Παλος γι᾿ ατήν τήν γάπη δέ θαύμασε οτε τήν ξία τν γγέλων, οτε τν ρχαγγέλων, οτε τίποτε λλο παρόμοιο.

Εχε μέσα του πιό μεγάλο π᾿ λα, τήν γάπη το Χριστο καί μαζί μέ τοτο θεωροσε τόν αυτό του τόν πιό ετυχισμένο π᾿ λους. Καί χωρίς ατό, δέν πιθυμοσε νά γίνει νας πό τίς κυριότητες, οτε πό τίς ρχές καί ξουσίες (νομασίες γγελικν ταγμάτων), λλά μαζί μέ τήν γάπη ατήν θελε περισσότερο νά εναι νάμεσα στούς τελευταίους καί τούς κολασμένους, παρά χωρίς ατήν νάμεσα στούς πρώτους καί τιμημένους. Γιατί κόλαση γι᾿ ατόν ταν μία, τό νά χάσει τήν γάπη ατήν. Ατό ταν γιά τόν Παλο γέεννα, ατό τιμωρία, ατό πειρα κακά· πως κριβς καί πόλαυση, τό νά πετύχει τήν γάπη. Ατό ταν ζωή του, ατό κόσμος του, ατό γγελός του, ατό τά παρόντα, ατό τά μέλλοντα, ατό βασιλεία, ατό πόσχεση, ατό τά πειρα γαθά. Καί κάθε λλο πού δέν δηγοσε δ, δέν τό θεωροσε οτε δυσάρεστο, οτε εχάριστο. τσι μως περιφρονοσε λα τά ρατά, πως τό σάπιο χόρτο. Καί ο τύραννοι καί ο πόλεις πού φριζαν πό θυμό το φαίνονταν τι εναι κουνούπια, ν θάνατος καί ο τιμωρίες καί τά πάρα πολλά βασανιστήρια το φαίνονταν παιδικά παιχνίδια. λλά βέβαια τά πόφερε γιά τό Χριστό.

3.-. Γιατί τότε τά δεχότανε μέ χαρά ατά καί στά δεσμά του τσι περηφανευόταν, πως δέ θά περηφανευόταν Νέρων ταν εχε στό κεφάλι του τό βασιλικό διάδημα. Καί μεινε στή φυλακή, σάν νά ταν ορανός, καί δεχόταν τά κτυπήματα καί τίς μαστιγώσεις πιό εχάριστα άπό κείνους πού ρπάζουν τά βραβεα. Καί τούς πόνους γαποσε χι λιγότερο πό τά παθλα, θεωρώντας τούς πόνους τι εναι παθλο. Γι᾿ ατό καί τούς νόμαζε χάρη. Πρόσεχε μως. παθλο ταν, τό νά πεθάνει καί νά εναι μαζί μέ τό Χριστό, τό νά παραμείνει μως στή ζωή, ταν ατός γώνας. λλ᾿ μως ατό προτιμ περισσότερο πό κενο καί λέγει τι το εναι ναγκαιότερο. Τό νά ποχωρισθε πό τό Χριστό, ταν γώνας καί κόπος, καλύτερα περισσότερο πό γώνα καί κόπο· τό νά παραμένει μαζί του, ταν παθλο. Ατό μως προτιμ περισσότερο πό κενο γιά χάρη το Χριστο.

λλά θά μποροσε σως νά πε κανείς, τι λα ατά το ταν εχάριστα γιά χάρη το Χριστο. Ατό λοιπόν λέγω καί γώ, τι δηλαδή κενα πού γιά μς εναι ατία λύπης, ατά προκαλοσαν σ᾿ κενον μεγάλη εχαρίστηση. Καί γιατί λέγω τούς κινδύνους καί τίς λλες ταλαιπωρίες; φο πραγματικά ταν σέ διαρκή λύπη· γι᾿ ατό καί λεγε· «Ποιός σθενε καί δέν σθεν καί γώ μαζί του; ποιός σκανδαλίζεται καί δέν δοκιμάζομαι καί γώ; » (Β´ Κορ. 11, 19). λλ᾿ μως καί τή λύπη θά μποροσε νά πε κανείς τι εχε σάν εχαρίστηση. Γιατί πολλοί καί ταν χάσουν τά παιδιά τους καί τούς πιτρέπεται νά θρηνον, παρηγορονται· ταν μως μποδίζονται, στενοχωρονται. τσι λοιπόν καί Παλος, κλαίοντας νύκτα καί μέρα, παρηγορονταν. Γιατί κανένας δέν πένθησε τσι τά δικά του κακά, πως κενος τά ξένα. Πς λοιπόν θεωρες τι συμπεριφέρεται, φο ο ουδαοι δέ σώζονται, γιά νά σωθον ατοί, ταν εχεται νά κπέσει ατός πό τήν οράνια δόξα; πομένως εναι φανερό τι τό νά μή σωθον ατοί ταν πολύ χειρότερο γι᾿ ατόν. Γιατί ν δέν ταν χειρότερο, δέν θά εχόταν κενο (Βλ. Ρωμ. 9, 3), φο τό προτίμησε σάν λαφρότερο καί πού χει μεγαλύτερη παρηγοριά. Καί χι πλς θελε, λλά φώναζε λέγοντας, «τι πάρχει μέσα μου λύπη καί διάκοπος πόνος στήν καρδιά μου» ( Ρωμ. 9, 2).

Ατό λοιπόν πού πόφερε καθημερινά, σχεδόν, γιά λους τούς κατοίκους τς οκουμένης, καί γιά λους μαζί, καί γιά τά θνη, καί γιά τίς πόλεις καί γιά τόν καθένα χωριστά, μέ ποιόν θά μπορέσει νά τόν συγκρίνει κανείς; μέ ποιό σίδηρο; μέ ποιό διαμάντι; Τί θά μποροσε νά ποκαλέσει κανείς τήν ψυχήν κείνη; χρυσή δαμάντινη; γιατί ταν σκληρότερη πό κάθε διαμάντι καί πολυτιμότερη πό τό χρυσάφι καί τίς πολύτιμες πέτρες. Θά ξεπεράσει λοιπόν τήν ντοχή το διαμαντιο καί τήν ξία το χρυσο. Μέ ποιό λοιπόν στοιχεο θά μποροσε νά τήν συγκρίνει κανείς; Μέ κανένα πό ατά πού πάρχουν. ν μως Χριστός μποροσε νά γίνει διαμάντι καί τό διαμάντι χρυσός, τότε κάπως θά μπορέσει νά τή συγκρίνει μέ τήν εκόνα τους.

4.-. λλά γιατί νά τήν συγκρίνω μέ διαμάντι καί χρυσό; Σύγκρινε λο τόν κόσμο, καί τότε θά δες τι ψυχή το Παύλου χει περισσότερη ξία. Γιατί φο γι᾿ ατούς πού διακρίθηκαν φορώντας γιά ροχα δέρματα ζώων καί ζώντας σέ σπήλαια καί σέ τρύπες τς γς λέγει Παλος τοτο (Βλ. βρ. 11, 38), πολύ περισσότερο θά μπορούσαμε μες νά τό πομε γι᾿ ατόν, πειδή πραγματικά ταν πιό ξιος π᾿ λους. άν λοιπόν κόσμος δέν ταν σάξιος το Παύλου, ποιός ταν σάξιός του; μήπως ορανός; λλά καί ατό εναι μικρό. Γιατί φο ατός πό τόν ορανό καί τά ερισκόμενα στούς ορανούς προτίμησε τήν γάπη το Κυρίου, πολύ περισσότερο Κύριος πού εναι τόσο γαθότερος π᾿ ατόν, σο γαθότητα πό τήν πονηρία, θά τόν προτιμήσει ατόν πό πειρους ορανούς. Γιατί δέν μς γαπ μέ μοιο τρόπο, πού μες τόν γαπομε, λλά τόσο περισσότερο, σο οτε μέ λόγια δέν εναι δυνατό νά τό παραστήσουμε.

Πρόσεχε λοιπόν γιά πόσα τόν θεώρησε ξιο καί πρίν πό τή μέλλουσα νάσταση. Στόν Παράδεισο τόν ρπαξε, στόν τρίτο ορανό τόν νέβασε, το φανέρωσε τέτοια πόρρητα, τά ποα δέν πιτρέπεται σέ κανένα νθρωπο νά πε. Καί πολύ σωστά. Γιατί ν βάδιζε στή γ, σάν νά περιπολοσε μαζί μέ τούς γγέλους, τσι καμε τά πάντα, καί ν εχε θνητό σμα, παρουσίαζε τήν καθαρότητα τν γγέλων, καί ν πέκειτο σέ τόσες νάγκες, προσπαθοσε νά μή φανε καθόλου κατώτερος πό τίς οράνιες δυνάμεις. Γιατί πραγματικά σάν σώματος περιφρονοσε τούς πόνους καί τούς κινδύνους, καί σάν νά κέρδισε δη τόν ορανό, περιφρονοσε τά γήινα, καί σάν νά συναναστρεφόταν μαζί μ᾿ ατές τίς σώματες δυνάμεις τσι ταν σέ διαρκή γρήγορση.

Βέβαια πολλές φορές γγελοι νέλαβαν νά προστατεύουν διάφορα θνη. λλά κανένας πό ατούς τό θνος, πού το παραδόθηκε, δέν τό φρόντισε τσι, πως Παλος λόκληρη τήν οκουμένη. Καί μή μο πες τι Παλος δέν ταν ατός πού τά καμνε, καθόσον καί γώ τό μολογ. Γιατί καί ν δέν ταν ατός πού τά κτελοσε ατά, λλά οτε ταν τόσο νάξιος τν παίνων γι᾿ ατά, φο τοίμασε τόν αυτό του τόσο ξιο ατς τς μεγάλης χάρης. Μιχαήλ νάλαβε τό θνος τν ουδαίων (Βλ. Δαν. 12, 1 καί 10, 13.21), Παλος μως τή γ καί τή θάλασσα καί τό κατοικούμενο μέρος καί τό κατοίκητο. Καί ατά δέν τά λέγω μέ σκοπό νά προσβάλλω τούς γγέλους, μακριά πό μιά τέτοια σκέψη, λλά γιά νά ποδείξω τι εναι δυνατό, ν εναι κανείς νθρωπος, νά εναι μαζί μ᾿ κείνους καί νά στέκεται κοντά τους. Καί γιά ποιό λόγο δέν νέλαβαν ατά ο γγελοι; Γιά νά μήν χεις καμία δικαιολογία ταν εσαι διάφορος, οτε νά καταφεύγεις στή διαφορά τς φύσης ταν παραμένεις πρακτος. λλωστε καί τό θαμα γινόταν μεγαλύτερο. Πς λοιπόν δέν εναι θαυμαστό καί παράξενο, λόγος πού βγαινε πό νθρώπινη γλώσσα νά διώχνει τό θάνατο, νά συγχωρε μαρτίες, νά διορθώνει τήν νάπηρη φύση καί νά κάνει ορανό τή γ;

5.-. Γι᾿ ατό κπλήσσομαι μέ τή δύναμη το Θεο, γι᾿ ατά θαυμάζω τήν προθυμία το Παύλου, πειδή δέχτηκε τόση χάρη, πειδή καμε τέτοιον τόν αυτό του. Καί σς παρακαλ νά μή θαυμάζετε μόνο, λλά καί νά μιμεσθε τό παράδειγμα ατό τς ρετς, γιατί τσι θά μπορέσουμε νά λάβουμε τά δια μ᾿ κενον στεφάνια. άν μως πορες κούοντας τι, ν κατορθώσεις τά δια, θά πετύχεις τά δια μέ τόν Παλο, κουσε ατόν νά λέγει τά ξς· «χω γωνισθε τόν καλό γώνα, χω φθάσει στό τέλος το δρόμου, χω διαφυλάξει τήν πίστη. Λοιπόν μο πιφυλάσσεται τό στεφάνι τς δικαιοσύνης, πού θά μο δώσει σάν νταμοιβή Κύριος, δίκαιος κριτής, κατά τήν μέρα κείνη· καί χι μόνο σ᾿ μένα, λλά καί σ᾿ λους πού χουν γαπήσει τήν μφάνισή του» (Β´ Τιμ. 4, 7-8).

Βλέπεις πς λους τούς καλε στήν δια κοινωνία; πειδή λοιπόν πάρχουν τά δια γιά λους, ς φροντίσουμε λοι νά γίνουμε ξιοι τν γαθν τά ποα μς χει ποσχεθε. Καί ς μή δομε μόνο τό μέγεθος καί τήν κταση τν κατορθωμάτων, λλά καί τό πάθος τς προθυμίας, μέ τήν ποία πέσπασε τόση χάρη, καί τή συγγένεια τς φύσης, γιατί εχε λα ατά τά κοινά μ᾿ μς. Καί τσι καί τά περβολικά δύσκολα θά μς φανον εκολα καί λαφρά, καί φο κοπιάσουμε στό σύντομο ατό χρόνο, θά φορέσουμε τό φθαρτο καί θάνατο κενο στεφάνι, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τo Kυρίου μας ησο Χριστο, στόν ποο νήκει δόξα καί δύναμη τώρα καί πάντοτε, καί στούς αἰῶνες τν αώνων. μήν.









Πρωτότυπο κείμενο

γκώμιον ες τν γιον πόστολον Παλον λόγος β


2.1 Τί ποτέ στιν νθρωπος͵ κα ση τς φύσεως τς μετέρας εγένεια͵ κα σης στ δεκτικν ρετς τουτ τ ζον͵ δειξε μάλιστα πάντων νθρώπων Παλος· κα νν στηκεν͵ ξ ο γέγονε͵ λαμπρ τ φων πρς παντας τος γκαλοντας μν τ κατασκευ πολογούμενος πρ το Δεσπότου͵ κα προτρέπων π΄ ρετ͵ κα τ ναίσχυντα τν βλασφήμων μφράττων στόματα͵ κα δεικνς τι γγέλων κα νθρώπων ο πολ τ μέσον͵ ἐὰν θέλωμεν προσέχειν αυτος. Ο γρ λλην φύσιν λαχών͵ οδ τέρας κοινωνήσας ψυχς͵ οδ λλον οκήσας κόσμον͵ λλ΄ ν τ ατ γ κα χώρ κα νόμοις κα θεσι τραφείς͵ πάντας νθρώπους περηκόντισε τος ξ ο γεγόνασιν νθρωποι γενομένους. Πο τοίνυν ο λέγοντες τι δύσκολον ρετή͵ κα εκολον κακία; Οτος γρ ντιφθέγγεται τούτοις͵ λέγων· Τ παραυτίκα λαφρν τς θλίψεως καθ΄ περβολν ες περβολν αώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται. Ε δ α τοιαται θλίψεις λαφραί͵ πολλ μλλον α οκοθεν δοναί.

2.2 Κα ο τοτο μόνον στν ατο τ θαυμαστόν͵ τι περιουσί τς προθυμίας οδ σθάνετο τν πόνων τν πρ τς ρετς͵ λλ΄ τι οδ π μισθ ταύτην μετει. μες μν γρ οδ μισθν προκειμένων νεχόμεθα τν πρ ατς δρώτων· κενος δ κα χωρς τν πάθλων ατν σπάζετο κα φίλει͵ κα τ δοκοντα ατς εναι κωλύματα μετ πάσης περήλατο τς εκολίας· κα οτε σώματος σθένειαν͵ ο πραγμάτων περίστασιν͵ ο φύσεως τυραννίδα͵ οκ λλο οδν τιάσατο. Καίτοι κα στρα τηγν κα βασιλέων πάντων τν ντων π γς μείζονα φροντίδα γχειρισθείς͵ λλ΄ μως καθ΄ κάστην κμαζε τν μέραν. Κα τν κινδύνων πιτεινομένων ατ͵ νεαρν κέκτητο τν προθυμίαν͵ κα τοτο δηλν λεγε· Τν μν πίσω πιλανθανόμενος͵ τος δ μπροσθεν πεκτεινό μενος· κα θανάτου προσδοκωμένου͵ ες κοινωνίαν τς δονς ταύτης κάλει λέγων· Χαίρετε κα συγχαίρετέ μοι· κα κινδύνων πικειμένων κα βρεων͵ κα τιμίας πάσης͵ σκίρτα πάλιν͵ κα Κορινθίοις πιστέλλων λεγε· Δι κα εδοκ ν σθενείαις͵ ν βρεσιν͵ ν διωγμος·

2.3 Κα πλα δ ατ δικαιοσύνης κάλεσε͵ δεικνς τι κα ντεθεν τ μέγιστα καρποτο͵ κα τος χθρος πάντοθεν χείρωτος ν· κα πανταχο μαστιζόμενος͵ βρι ζόμενος͵ λοιδορούμενος͵ σπερ ν θριάμβοις μπομπεύων͵ κα τ τρόπαια συνεχ πανταχο γς στάς͵ οτως καλ λωπίζετο͵ κα χάριν μολόγει τ Θε λέγων· Χάρις δ τ Θε τ πάντοτε θριαμβεύοντι μς. Κα τν σχη μοσύνην κα τν βριν τν δι τ κήρυγμα μλλον͵ μες τν τιμν δίωκε͵ κα τν θάνατον͵ μες τν ζωήν͵ κα τν πενίαν͵ τν πλοτον μες͵ κα τος πόνους μλλον͵ τς νέσεις τεροι͵ κα οχ πλς μλλον͵ λλ πολλ μλλον͵ κα τ λυπεσθαι πλέον͵ μλλον͵ λλ πολλ μλλον͵ κα τ λυπεσθαι πλέον͵ τ χαίρειν τεροι͵ τ περεύχεσθαι τν χθρν μλλον͵ τ κατεύχεσθαι τεροι. Κα ντέστρεψε τν πραγμάτων τν τάξιν͵ μλλον δ μες ντεστρέψαμεν͵ κενος δέ͵ σπερ Θες νομοθέτησεν͵ οτως ατν φύλαττε. Τατα μν γρ κατ φύσιν παντα͵ κενα δ τοναντίον. Τίς τούτων πόδειξις; Παλος͵ νθρωπος ν͵ κα τούτοις πιτρέχων μλλον κείνοις.

2.4 ν τούτ φοβερν ν μόνον κα φευκτόν͵ τ προσ κροσαι Θε͵ τερον δ οδέν· σπερ ον οδ ποθεινν λλο τι͵ ς τ ρέσαι Θε· κα ο λέγω τν παρόντων οδέν͵ λλ΄ οδ τν μελλόντων. Μ γάρ μοι πόλεις επς κα θνη κα βασιλες κα στρατόπεδα κα πλα κα χρήματα κα σατραπείας κα δυναστείας· οδ γρ ράχνην τατα εναι νόμισεν· λλ΄ ατ τ ν τος ορανος τίθει͵ κα τότε ατο ψει τν σφοδρν ρωτα τν πρς τν Χριστόν. Οτος γρ πρς κενο τ φίλτρον͵ οκ γγέλων ξίαν θαύμασεν͵ οκ ρχαγγέλων͵ οκ λλο τοιοτον οδέν. Τ γρ πάντων μεζον εχεν ν αυτ͵ τν το Χριστο ρωτα· μετ τούτου πάντων αυτν μακαριώτερον εναι νόμισε. Κα τούτου χωρίς͵ οδ τν κυριοτήτων κα τν ρχν κα τν ξουσιν γενέσθαι ηχετο͵ λλ μετ τς γάπης ταύτης ν σχάτοις εναι βούλετο μλλον κα τν κολαζομένων͵ ταύτης χωρίς͵ τν κρων κα τν τιμωμένων.

2.5 Κόλασις γρ κείν μία͵ τ τς γάπης ταύτης πο τυχεν. Τοτο ατ γέεννα͵ τοτο τιμωρία͵ τοτο μυρία κακά͵ σπερ κα πόλαυσις͵ τ ταύτης πιτυχεν· τοτο ζωή͵ τοτο κόσμος͵ τοτο γγελος͵ τοτο παρόντα͵ τοτο μέλλοντα͵ τοτο βασιλεία͵ τοτο παγγελία͵ τοτο τ μυρία γαθά. τερον δ οδν τν μ φερόντων νταθα͵ οτε λυπηρόν͵ οτε δ εναι νόμιζεν· λλ΄ οτω κατεφρόνει τν ρωμένων πάντων͵ ς τς κατασηπο μένης βοτάνης. Τύραννοι δ ατ͵ κα δμοι θυμο πνέοντες͵ κώνωπες εναι δόκουν· θάνατος δ ατ κα πνέοντες͵ κώνωπες εναι δόκουν· θάνατος δ ατ κα τιμωρίαι κα μυρίαι κολάσεις͵ παίδων θύρματα· πλν ε ποτε δι τν Χριστν πέμενε. Τότε γρ κα τατα σπά ζετο͵ κα ες τν λυσιν οτως καλλωπίζετο͵ ς οδ τ διάδημα Νέρων π τς κεφαλς χων· κα τ δεσμω τήριον δ κει͵ ς ατν τν ορανόν͵ κα τραύματα κα μάστιγας δέχετο διον τούτων τν τ βραβεα ρπαζόν των· κα τος πόνους φίλει τν πάθλων οχ ττον͵ παθλον τος πόνους εναι νομίζων· δι τοτο κα χάριν ατος κάλει.

2.6 Σκόπει δέ. παθλον ν͵ τ ναλσαι κα σν Χριστ εναι͵ τ δ πιμεναι τ σαρκί͵ γν οτος· λλ΄ μως τοτο μλλον αρεται κείνου͵ κα ναγκαιό τερον ατ εναί φησι· τ νάθεμα π Χριστο γενέσθαι͵ γν ν κα πόνος͵ μλλον δ κα πρ γνα κα πόνον· τ εναι μετ΄ ατο͵ παθλον. λλ τοτο μλλον αρεται κείνου δι τν Χριστόν. λλ΄ σως εποι τις ν τι πάντα τατα δι τν Χριστν δέα ατ ν. Τοτο γρ κα γώ φημι͵ τι περ θυμίας μν ατια͵ τατα κείν μεγάλην τικτεν δονήν. Κα τί λέγω κινδύνους κα τς λλας ταλαιπωρίας; Κα γρ ν θυμί διηνεκε ν· δι κα λεγε· Τίς σθενε͵ κα οκ σθεν; τίς σκανδαλίζεται͵ κα οκ γ πυρομαι; Πλν ε κα τν θυμίαν δονν χειν εποι τις ν. Πολλο γρ κα τν τέκνα ποβαλόντων͵ συγχωρούμενοι μν θρηνεν͵ παραμυθίαν λαμβάνουσι· κωλυόμενοι δέ͵ λγοσι· καθάπερ ον κα Παλος͵ νυκτς κα μέρας δακρύων͵ παραμυθίαν λάμβανεν· οδες γρ οτω τ οκεα πέν θησε κακά͵ ς τ λλότρια κενος. Πς γρ οει δια κεσθαι ατν ουδαίων ο σωζομένων͵ να σωθσιν͵ εχόμενον κπεσεν τς νωθεν δόξης; θεν δλον τι τ μ σώζεσθαι ατος πολλ χαλεπώτερον ν. Ε γρ μ χαλεπώτερον͵ οκ ν ηξατο κενο· ς γρ κουφό τερον ελετο͵ κα μλλον χον παραμυθίαν· κα οχ πλς βούλετο͵ λλ κα βόα λέγων· τι λύπη μοί στι͵ κα δύνη τ καρδί μου.

2.7 Τν ον καθ΄ κάστην͵ ς επεν͵ πρ τν τν οκουμένην οκούντων λγοντα͵ κα πρ πάντων κοιν͵ κα θνν͵ κα πόλεων͵ κα πρ νς κάστου͵ τίνι ν τις δυνηθείη παραβαλεν; ποί σιδήρ; ποί δάμαντι; Τί ν τις κείνην καλέσειε τν ψυχήν; χρυσν͵ δα μαντίνην; κα γρ δάμαντος ν παντς στερροτέρα͵ κα χρυσο κα λίθων τιμίων τιμιωτέρα· κκείνης μν ον τς λης τν ετονίαν παρελάσει͵ ταύτης δ τν πολυτέλειαν. Τίνι ν ον τις ατν παραβάλοι; Τν μν οσν οδε μι. Ε δ χρυσς δάμας γένοιτο͵ κα δάμας χρυσός͵ τότε πωσον ατν τεύξεται τς εκόνος. λλ τί μοι δε παραβάλλειν δάμαντι κα χρυσ; Τν κόσμον ντίθες παντα͵ κα τότε ψει καθέλκουσαν το Παύλου τν ψυχήν. Ε γρ περ τν ν μηλωτας κα σπηλαίοις κα ν μικρ μέρει τς οκουμένης διαπρεψάντων τοτό φησιν κενος͵ πολλ μλλον περ ατο ν εποιμεν μες͵ ς τι πάντων ντάξιος ν. Ε τοίνυν κόσμος ατο οκ ξιος͵ τίς ξιος; τάχα ορανός; λλ κα τοτο σμικρόν. Ε γρ ατς ορανο μετ τν ν τος ορανος προετίμησε το Δεσπότου τν γάπην͵ πολλ μλλον Δεσπότης τοσοτον ατο γαθώτερος͵ σον πονηρίας γαθότης͵ μυρίων ατν ορανν προτιμήσει. Ο γρ μοίως μς φιλε͵ καθάπερ μες ατόν͵ λλ τοσούτ πλέον͵ σον οδ λόγ παραστσαι νι.

2.8 Σκόπει γον λίκων ατν κα πρ τς μελλούσης ξίωσεν ναστάσεως. Ες παράδεισον ρπασεν͵ ες τρίτον νήγαγεν ορανόν͵ πορρήτων ποίησε κοινωνν τοιούτων͵ μηδεν τν τν νθρωπίνην λαχόντων φύσιν θέμις επεν. Κα μάλα εκότως· κα γρ ν γ βαδίζων͵ ς μετ γγέλων περιπολν͵ οτως πραττεν παντα· κα σώματι θνητ συνδεδεμένος͵ τν κείνων καθαρότητα πε δείκνυτο͵ κα νάγκαις τοσαύταις ποκείμενος͵ φιλονείκει τν νω δυνάμεων μηδν λαττον φανναι. Κα γρ ς πτηνς τν οκουμένην διέδραμε͵ κα ς σώματος πόνων περεώρα κα κινδύνων͵ κα ς τν ορανν δη λαχν͵ κατεφρόνει τν π γς͵ κα ς μετ΄ ατν ναστρεφό μενος τν σωμάτων δυνάμεων͵ οτω διηνεκς γρη γορς ν. Καίτοι γε γγελοι πολλάκις νεχειρίσθησαν θνη διάφορα· λλ΄ οδ ες ατν τ θνος͵ νεπιστεύ θη͵ οτως κονόμησεν͵ ς Παλος τν οκουμένην πασαν. Κα μή μοι λέγε τι Παλος οκ ν τατα οκονομν· κα γρ κα ατς μολογ. Ε γρ κα μ ατς ν τατα νύων͵ λλ΄ οδ οτως κτς ν τν π τούτοις παίνων͵ πειδ αυτν οτω κατεσκεύασεν ξιον τς τοσαύτης χάριτος. Μιχαλ τ τν ουδαίων θνος νεχειρίσθη. Παλος δ γν κα θάλατταν͵ κα τν οκουμένην͵ κα τν οίκητον.

2.9 Κα τατα οκ γγέλους βρίζων λέγω͵ μ γένοιτο͵ λλ δεικνς τι δυνατν νθρωπον ντα μετ΄ κείνων εναι͵ κα γγς ατν στάναι. Κα τίνος νεκεν οκ γγελοι τατα νεχειρίσθησαν; να μηδεμίαν πολογίαν χς ῥᾳθυμν͵ μηδ ες τν διαφορν τς φύσεως κατα φεύγς καθεύδων· λλως δ κα τ θαμα μεζον γίνετο. Πς γρ ο θαυμαστν κα παράδοξον͵ π γλώττης πηλίνης κπηδντα λόγον͵ θάνατον φυγαδεύειν͵ μαρτή ματα λύειν͵ πεπηρωμένην διορθον φύσιν͵ κα τν γν ργάζεσθαι ορανόν; Δι τοτο κπλήττομαι το Θεο τν δύναμιν͵ δι τατα θαυμάζω το Παύλου τν προθυ μίαν͵ τι τοσαύτην πεδέξατο χάριν͵ τι τοιοτον παρε σκεύασεν αυτόν.

2.10 Κα μς παρακαλ μ θαυμάζειν μόνον͵ λλ κα μιμεσθαι τ ρχέτυπον τοτο τς ρετς· οτω γρ δυνησόμεθα τν ατν στεφάνων κοινωνσαι κείν. Ε δ θαυμάζεις κούων τι͵ τ ατ κατορθώσας͵ τν ατν πιτεύξ͵ κουσον ατο τατα λέγοντος· Τν γνα τν καλν γώνισμαι͵ τν δρόμον τετέλεκα͵ τν πίστιν τετήρηκα· λοιπν πόκειταί μοι τς δικαιοσύνης στέφανος͵ ν ποδώσει μοι Κύριος δίκαιος κριτς ν κείν τ μέρ· ο μόνον δ μοί͵ λλ κα πσι τος γαπηκόσι τν πιφάνειαν ατο. ρς πς πάντας ες τν ατν κοινωνίαν καλε; πε ον πασι πρόκειται τ ατά͵ πάντες σπουδά σωμεν ξιοι γενέσθαι τν πηγγελμένων γαθν· κα μ μόνον τ μέγεθος κα τν γκον τν κατορθωμάτων δωμεν͵ λλ κα τν τόνον τς προθυμίας͵ δι΄ ς τοσαύτην πεσπάσατο χάριν͵ κα τ τς φύσεως συγγενές· τν γρ ατν μν κοινώνησεν πάντων. Κα οτω κα τ σφόδρα δυσκατόρθωτα͵ ῥᾴδια μν φανεται κα κοφα͵ κα τν βραχν τοτον καμόντες χρόνον͵ τν γήρω κα θάνατον κενον στέφανον φοροντες διατελέσομεν͵ χάριτι κα φιλανθρωπί το Κυρίου μν ησο Χριστο͵ δόξα κα τ κράτος νν κα ε κα ες τος αἰῶνας τν αώνων. μήν.


(Patrologia Graeca J.P.Migne τόμος 50)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου