Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Χριστουγεννιάτικοι στοχασμοί στη λογοτεχνία


Της Αταλάντης Μιχελογιαννάκη - Καραβελάκη

«Το απ' αιώνος απόκρυφον και αγγέλοις άγνωστον μυστήριον διά σου Θεοτόκε, τοις επί της γης πεφανέρωται. Θεός εν ασυγχύτω ενώσει σαρκούμενος και σταυρόν εκουσίως υπέρ ημών καταδεξάμενος».

Ο Θεός πήρε κορμί σαν το δικό μας «επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη». Τα παραπάνω αποσπάσματα λειτουργούν παρηγορητικά κατευθείαν στην ψυχή κάθε ορθόδοξου, δίχως ερμηνευτικές εξηγήσεις.

Και είναι για μας η Γέννηση του Χριστού, όχι μια απλή ανάμνηση, που γιορτάζει η Εκκλησία μας. Είναι στιγμές αναγέννησης της ψυχής μας και του νου, καθώς τα Χριστούγεννα για τους ορθοδόξους σηματοδοτούν μια από μέσα μας αναγέννηση, του έσω εαυτού μας, για να γίνομε πιο πράοι, πιο επιεικείς, πιο εύσπλαχνοι σαν την καρδιά του νεογέννητου νήπιου Χριστού.

Παλαιότερα, αλλά ακόμα πιο έντονα σήμερα στις αρχές του 21ου αιώνα, η ειρήνη, το χαμόγελο, η ήρεμη ζωή σε μικρούς και μεγάλους δεν είναι δεδομένη. Οι ταραγμένοι καιροί μας, με τις εικόνες εκμετάλλευσης, φτώχειας, ακόμη και κακοποίησης παιδιών, πληγώνουν την ευαισθησία μας και προκαλούν την ανθρωπιά μας. Μας κάνουν να νιώθουμε πολλές φορές οδυνηρά συνυπεύθυνοι..

Ευαίσθητος δέκτης των ψυχικών αιτημάτων μας και των κοινωνικών προβληματισμών μας και η Λογοτεχνία, όχι μόνο καταγγέλλει τις συνθήκες που ακυρώνουν και υπονομεύουν την ψυχοσωματική ισορροπία του ατόμου, αλλά γίνεται και το μέσο αναζήτησης και έκφρασης του.

Αυτή τη συνάντηση της λογοτεχνικής γραφής με την πνευματικότητα των μηνυμάτων, που μας αποπνέουν τα Χριστούγεννα, ως γεγονός και αφορμή για προσωπική αναγέννηση, θα ανιχνεύσουμε στη συνέχεια, μέσα από έργα Ελλήνων κυρίως αλλά και ξένων συγγραφέων. Η λογοτεχνία ανιχνεύει το νόημα ζωής, το αποτυπώνει με λεπτές αποχρώσεις, συμπυκνωμένο και μας κινητοποιεί για εσωτερικές ψυχικές διεργασίες, που κάποτε μπορεί να ακουμπούν τα όρια εσωτερικού ελέγχου ή ψυχικής κάθαρσης, σαν μια εκ βαθέων εξομολόγηση. Κι ο τελικός στόχος;… Ίσως, να δούμε τον κόσμο αλλιώς, από καινούριες πλευρές, που έμεναν κρυμμένες, μυστικές και να ακούσουμε ήχους ανήκουστους...

Στον λόγο του λογοτέχνη συνέχεται η "εν δυνάμει" υπάρχουσα στον άνθρωπο αισθητική και γι' αυτό τον "πληρώνει και τον ευφραίνει. Μα και τι άλλο είναι η λογοτεχνία;...λόγος απλός και καθαρός, γερά χτισμένος... εικόνες ευδιάκριτες, σαν καθημερινές...

Σε κάθε λογοτεχνικό κείμενο, κάποιες λέξεις -κλειδιά αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο από τον οποίο εξαρτάται η σταθερότητα της οικοδομής. Κι ενώ ο λογοτέχνης έχει στο νου του ολόκληρη την εικόνα του θέματος του και ο συναισθηματικός του κόσμος είναι απλωμένος στην περιοχή του προβλήματος, σε κάποια στιγμή συμπυκνώνεται και αποδίδεται με μια λέξη, που με το ειδικό βάρος της, σταθεροποιεί τις άλλες, οι οποίες διαπλέκονται νοηματικά μεταξύ τους με σημείο αναφοράς στη μια, στην κεντρική, από την οποία και εξαρτώνται.

Λέξεις–κλειδιά λοιπόν, ταυτόσημες με την ουσία της ορθόδοξης θρησκείας μας που συναντούμε σε χριστουγεννιάτικα, αλλά φυσικά όχι μόνον λογοτεχνικά κείμενα. Λέξεις που τα νοήματά τους συνιστούν συνάμα βαθιά μηνύματα της Ενανθρώπισης του Σωτήρος Χριστού, είναι η αληθινή ειρήνη, η αγάπη, η συμπόνεση η ταπείνωση, η αφιλοκέρδεια, η άρνηση κάθε ματαιότητας, η πραότητα, η απλότητα, η υπομονή, η επιείκεια,η αλληλοπεριχώρηση, η αλληλοβοήθεια κ.α.

Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο να μας φέρει την δική του ειρήνη, την από μέσα μας ειρήνη,που συνήθως φέρνει και την έξω, όπως ψάλλουν οι Άγγελοι κατά τη νύχτα που γεννιέται: «και επί γης ειρήνη».

Ο Θεός μας λέγεται «Θεός της αγάπης και της ειρήνης» (Ρωμ. ιε', 33).

Νιώθοντας τη σημασία που έχουν στη έσω και έξω ζωή του ανθρώπου τα παραπάνω νοήματα και μηνύματα της Θείας Γέννησης, παλαιότερα, και αρκετά συχνότερα από ότι συμβαίνει στις μέρες μας, λογοτέχνες όπως τον Παπαδιαμάντη, τον Κόντογλου, τον Βιζηϊνό, τον Κονδυλάκη, τον Καρκαβίτσα, του Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, τον Ξενόπουλο, τον Παλαμά, κατέθεταν με μια επιφυλλίδα, ένα ποίημα η ένα πεζό, εκφράζοντας στοχασμούς, σκέψεις, συναισθήματα και σχετικές εμπειρίες από αναμνήσεις επίκαιρες με το πνεύμα των Χριστουγέννων. Το «Αχ, αχ χριστουγεννιάτικο της φαμιλιάς τραπέζι-που ταίρι ταίρι η όρεξη με την αγάπη παίζει!...» από το Παλαμά και τα «…Χιόνια στο καμπαναριό» του Σπεράντζα δίνουν εικόνες από την Πάδοση των ημερών της Γέννησης, που κάπου στην άκρη του μυαλού μας υπάρχουν ανεξήτιλες.

Κι είναι αλήθεια πως οι πόθοι, οι καημοί, οι χαρές και οι λύπες, η συντροφικότητα ή η μοναξιά και οι θύμισες, προβάλλονται και βιώνονται, στην ψυχή, πολύ πιο έντονα τα Χριστούγεννα. Έτσι σε χριστουγεννιάτικα διηγήματα, μιας άλλης εποχής, μα φυσικά και σε κάποιες σημερινές εκδόσεις – όπως π.χ. «Τα κρητικά Χριστουγεννιάτικα διηγήματα» του Δημήτρη Θεοδοσάκη και «Το αστέρι της Βηθλεέμ» του Γιάννη Πανταγιά - βρίσκομε στο ψυχολογικό, πνευματικό και εθιμικό προφίλ των χαρακτήρων αυτών των κειμένων, αλήθειες, αξίες, ανθρωπιά και βαθιά διαχρονικά συναισθήματα. Μας αποκαλύπτεται φάσμα και φορτίο, αυτής της εορταστικής περιόδου της Ρωμιοσύνης.

Οι παραπάνω λογοτέχνες δεν γράφουν από του ύψους κάποιας υλικής ευμάρειας, όπου επαναπαύονται και δίνουν συμβουλές αδαπάνως, αλλά μέσ' από απλότητα ζωής και πόνο. Τόσο, πού μερικές φορές ο Κόντογλου θα πει: «Τα γραψίματά μου είναι χαρούμενα και φτυχισμένα. Ωστόσο, σου λέγω πως δεν γράφω με μελάνη παρά με δάκρυα γράφω.»

Ο Φώτης Κόντογλου ήταν ένας άνθρωπος με βαθιά χριστιανική πίστη, η οποία στηριζόταν πάνω στις λαϊκές παραδόσεις και στη σοφία της Ανατολής. Η πίστη του δε βασιζόταν στη λογική και στην κρίση, αλλά και στο ένστικτο και στη συναισθηματική προσέγγιση του θείου. Ο κόσμος των ηρώων του είναι ένας κόσμος μέσα από την καθημερινότητα, αλλά και τις μυστικές και ανεξήγητες με τα ανθρώπινα μέτρα προεκτάσεις της, όπου μυθικά στοιχεία συνυπάρχουν με τα πραγματικά σε μια αλληλοπεριχωρητική, αξεδιάλυτη σχέση.

Για τον Κόντογλου, όπως και για κάθε ορθόδοξο χριστιανό, υπάρχει μιά ζωή εσωτερική, πνευματική, καί μιά εξωτερική ζωή, με τά υλικά πράγματα. Αναφέρει στις «Ρημαγμένες ψυχές: «Αυτή η ειρήνη, η απέξω ειρήνη, είναι ένα ψέμα, αν δεν έχει κάθε άνθρωπος την από μέσα ειρήνη. Κι ίσως η από μέσα ειρήνη φέρνει την απέξω. Για όλα αυτά, όμως, χρειάζεται η πίστη και η ελπίδα σ' έναν καλύτερο, πνευματικότερο κόσμο από τον υπάρχοντα … Χωρίς ελπίδα δεν γίνεται μήτε ευτυχία, μήτε ειρήνη μέσα στον άνθρωπο»..Στα διηγήματά του ο Κόντογλου φωτίζει την αξία των ανθρώπων με καθαρή καρδιά, απλότητα και την πραότητα. Μέσα στις ιδιότητες αυτές αναζητεί και βρίσκει το νόημα της ζωής και την αλήθεια της χριστιανικής πίστης, θυμίζοντάς μας το «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία.» Συγκεκριμένα, στο διήγημά του το Βλογημένο μαντρί, ο βασικός ήρωας του, ο Γιάννης, παρουσιάζεται ως «καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός», που παραμένει άφθαρτος από τον ανθρώπινο πολιτισμό και την ματαιοδοξία. Αντίστοιχη ταπεινοσύνη αποδίδει στο ίδιο κείμενο και στο πρόσωπο του Άγιου Βασίλη, που ως απρόσκλητος, άγνωστος, απολαμβάνει τη φιλοξενία του Γιάννη του Βλογημένου το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων. Ο Άγιος, με ασκητική μορφή, παρά το γεγονός ότι «τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι άνθρωποι» προτιμά τους καθημερινούς απλούς ανθρώπους της ελληνικής υπαίθρου. Τα βαθύτερα στρώματα των ορθόδοξων πεποιθήσεων μας αποκαλύπτει σε όλο το φάσμα των σκέψεων του και στο κείμενό του, «Το νόημα των Χριστουγέννων». Εδώ ο Κόντογλου στηρίζει τις αντιλήψεις του για την αξία της νηπιότητας. Αναφέρει: «Νήπιος είναι ο άνθρωπος που είναι καθαρός και αμόλευτος από ανώφελες σοφίες, εκείνος που δεν είναι προσκολλημένος σαν στρείδι στην ύλη, αλλά έχει τα μάτια του ανοιχτά στο μέσα εαυτό του. Ανάλογες ταυτόσημες έννοιες και πνευματικά φορτία, συναντούμε και σε έργα ξένων συγγραφέων, όπως του Ντοστογιέφσκυ, του Ουγκώ, μα και κάποια κείμενα εμπνευσμένα άμεσα από το πνεύμα των Χριστουγέννων όπως τα παραμύθια «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» του Άντερσεν, «Το πνεύμα των Χριστουγέννων» του Ντίκενς κ.α. Παρόλο το συμβολικό χαρακτήρα, η παραμυθένια ατμόσφαιρα δημιουργεί μια ξεχωριστή γοητεία, στο «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» του Άντερσεν,που όμως αναδύει και το τραγικότερο κοινωνικό μήνυμα, πως δυστυχώς…μπορεί να συμβεί …ο θάνατος να επεμβαίνει κάποιες φορές στη φτώχεια και την ανέχεια, τη μιζέρια και την περιθωριοποίηση, γι αυτό όλοι πρέπει να έχομε, έμπρακτη βοήθεια και έγνοια των συνανθρώπων μας. Μας παραπέμπει με ιδιαίτερη ευαίσθητη ματιά, ο Όσκαρ Ουάιλντ στον «Ο Εγωιστή γίγαντα» και στον «Μικρό πρίγκιπα», τονίζοντας την αρετή της παιδικής αγνής αγάπης, που απαλύνει κάθε βαρβαρότητα και μοναξιά. Και είναι αυτή η αληθινή αγάπη, η ανιδιοτελής των παιδιών, που όπως μας λένε και τα λόγια του Αποστόλου Παύλου «… έχει μακροθυμία, έχει καλοσύνη, δεν έχει υπερηφάνεια, ζήλεια, φθόνο, εγωισμό και δεν κομπάζει. Δε χαίρεται για το στραβό που γίνεται, αλλά μετέχει στη χαρά για το σωστό.…και ουδέποτε εκπίπτει, ποτέ η αγάπη δε θα πάψει να υπάρχει».

Η ενσάρκωση του Λόγου ως αγάπη και ελπίδα και ακριβώς ο ίδιος ο Χριστός, είναι το κεντρικό θέμα διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, που το έργο του είναι ένα ποιητικό συναξάρι της μικρής ζωής. Τα πρόσωπα των διηγημάτων του θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν καθημερινοί σύγχρονοι Άγιοι με προσήλωση στο λιτό και το απαίρητο, δίχως μάταιες φροντίδες. Αισθάνονται πλούσιοι, ήρεμοι κι ευτυχισμένοι με τις απλές χαρές, γιατί είναι προικισμένοι με πολύ μεγάλη καρδιά, πνευματική δύναμη και έτσι «καρδίας ησυχαζούσης, το πρόσωπον θάλλει».

Οι άνθρωποι των χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, που κάποιες στιγμές βασανίζονται από στερήσεις και το κακό, βρίσκουν απάντηση στην πίστη, στην μακροθυμία, στην χρηστότητα που τα βιώνουν σαν φωτοχυσία. Οι πολυμέριμνοι, οι γεμάτοι από μιαν αρρωστιάρικη περιέργεια, δεν γεύονται τη χαρά και τη ζεστασιά της Γέννησης του Χριστού. Κι όπως λέγει ό άγιος, «ο αλλότριος της ειρήνης, αλλότριος εστί της χαράς».

Στα κείμενα του Κοσμοκαλόγερου, ο ξενητεμένος στρέφει ασταμάτητα με μεγαλύτερη νοσταλγία τη σκέψη στην πατρίδα, ο σκλαβωμένος αναθυμάται τα ελεύθερα Χριστούγεννα, όταν τίποτε δεν εμπόδιζε τις εκδηλώσεις της χαράς, κι όταν η οικογένεια ζει με στερήσεις, πόση αγωνία και προσπάθεια,κάνει για να εξασφαλιστούν τα στοιχειώδη στο χριστουγεννιάτικο δοξαστικό γεύμα.

Στο περίφημο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Έρωτας στα χιόνια» ο καημένος ο μπαρμπα-Γιαννιός σβήνει μέσα στην παγωνιά χωρίς να βρει ανταπόκριση στο αίσθημα του. Ένας άλλος συγγραφέας ο Στέφανος Δάφνης, που είναι το φιλολογικό ψευδώνυμο του Θρασύβουλου Ζωιόπουλου, περιλαμβάνει στο έργο του πολλά ηθογραφικά στοιχεία.

Στο διήγημα «Ο ξένος των Χριστουγέννων» περιέχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία. Πρόκειται για κλασικό «ηθογραφικό διήγημα», στο οποίο τα λαογραφικά στοιχεία αφθονούν γύρω από τη γιορτή Χριστουγέννων. Ειδικότερα, εδώ, αναφέρεται στην αξία που δίνει στην φιλοξενίας ο ελληνικός λαός και στην παράδοση του οικογενειακού χριστουγεννιάτικου τραπεζιού, όπου η οικογένεια μαζεμένη στο σπίτι, με επικεφαλής τον παππού, απολαμβάνει το ιδιαίτερα πλούσιο και ωραίο γιορταστικό φαγοπότι. Στο παραπάνω διήγημα, αναφέρεται πως, ενώ βρίσκονταν στο τραπέζι οι άνθρωποι του σπιτιού, σε κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται κάποιον ξένο, τρομαγμένο, ρακένδυτο, ίσως και κάπως ύποπτο στο κατώι. Όμως η οικογένεια τον παίρνει με το ζόρι σχεδόν στο σπίτι και τον δέχεται στο τραπέζι. Κι αυτό, γιατί το επιβάλλει η μέρα, αφού, ο Χριστός γεννήθηκε για όλους, καταργώντας κάθε είδους διάκριση και ρατσισμούς και ιδιαίτερα σε τέτοιες μέρες η φιλοξενία είναι ιερή. Όπως αναφέρει ο Δάφνης, στο διήγημα, όλων τα μάτια έπεσαν βουβά κι ερωτηματικά πάνω στον παράξενο ξένο, που πιθανώς να ήταν κατάδικος ή ακόμα ο ίδιος ο Χριστός, που τελικά βγαίνει αθόρυβα στον κόσμο τέτοιες μέρες, δοκιμάζοντας την ανθρώπινη συμπόνια και φιλανθρωπία.

Μα και στην αρχαία Ελλάδα, ο Ξένιος Ζευς προστατεύει κάθε ξένο και διαβάτη και οι Κρητικοί ειδικά οι πρόγονοι μας, δεν έκαναν διάκριση και υποδέχονταν τον περαστικό, δίχως να εξετάζουν το παραμικρό.

Η λαϊκή μας παράδοση είναι πλούσια με ποικίλα γραφικά έθιμα σε όλο το εορταστικό δωδεκαήμερο.

Στην Κάλυμνο, λ.χ., «Ανήμερα» τα Χριστούγεννα, το πρόσωπο της ημέρας είναι οι... πεθερές. Καλύτερη νύφη θεωρείται όποια φτιάχνει το μεγαλύτερο εφτάζυμο, για την πεθερά της.

Στη Μακεδονία, στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία τα Χριστούγεννα γιορτάζονται... «παγανιστικά».

Μασκαρεύονται, δηλαδή, οι καλαντάδες, όπως και στις... αποκριές και άνδρες φορτώνονται με «κακαβιά» (καζάνια), και γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι, για να τα «πουν».

Στα Ζαγοροχώρια, την παραμονή των Χριστουγέννων, οι νοικοκυράδες «φτιάχνουν» τηγανίτες, που τις πασπαλίζουν με μέλι και καρύδια και τις λένε «σπάργανα»,«τα σπάργανα του Χριστού».

Σε κείμενο του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, διαβάζομε:

«Εις την ωραίαν νήσον μας, την Σκιάθον, έρχονται τα Σκαλλικαντζούρια οικογενειακώς, συν γυναιξί και τέκνοις, δια θαλάσσης, με πλοία. Οταν έμβη το Σαρανταήμερον, ακούεται ο πρώτος κτύπος του ναυτικού των πελέκεως, δι' ου κόπτουσι τους πανάρχαιους πεύκους, ίνα κατασκευάσωσι τα πλοία των, τα οποία κατά τας παραμονάς των Χριστουγέννων, μετά την εορτήν του Αγίου Σπυρίδωνος, τα έρριψαν πλέον εις την θάλασσαν. Και καταπλεύσαντες την νύκτα της παραμονής κατέλαβον τάς καπνοδόχους τών οικιών. Η τροφή των η πλέον προσφιλής είναι ο παστός του χοιρινού κρέατος…Δεν είναι όμως όλοι οι Καλλικάντζαροι πνεύματα κακά, υπάρχουν και καλά. Είναι οι Καλοβρούσηδες Χρυσαφένταδοι. Αυτοί δε βλάφτουν τον άνθρωπο, δεν έχουν καμιά σχέση με το κακό. Αντίθετα το πέρασμα τους είναι ευεργετικό…και ο Θάνος Βελούδιος, λέει: «Στα νησιά πιστεύουν ότι οι Καλοβρούσηδες Χρυσαφένταδοι, που είναι α¬γαθά και ήσυχα αερικά και τα λεν καλοχρίστικα και που έρχονται Χριστούγεννα.

Νύχτα γεμάτη θαύματα νύχτα σπαρμένη μάγια… την αναφέρει ο Σολωμός. «Μυστήριον ξένον, ορώ και παράδοξον! Ουρανόν, το Σπήλαιον, θρόνον Χερουβικόν, την Παρθένον την φάτνην, χωρίον ….ο αχώρητος, Χριστός ο Θεός ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν».

Αλλά σε αυτό ακριβώς το αξεδιάλυτο μυστήριο, στο λογικά «μη εξηγήσιμο υπόλοιπο…», όπως λέει ο Χαίνριχ Μπάιλ [Η. Βöll]), έχουν τις ρίζες τους πολλές άλλες πτυχές και διαστάσεις της ζωής, όχι λιγότερο σημαντικές από την επιστήμη που αποδεικνύει με μέτρα και σταθμά.Είναι η ομορφιά, ο έρωτας, η δημιουργία, ο φιλοσοφικός στοχασμός, το δέος που μας εμπνέει το Σύμπαν, η ποίηση, η τέχνη και η μαγεία της ίδιας της ζωής.

Στο βιβλίο που αφιέρωσε στους «Κρυπτοχριστιανούς» ο Νίκος Μηλιώρης και εξέδωσε η Ένωση Σμυρναίων, θα βρούμε την περιγραφή μιας χριστουγεννιάτικης νύχτας, βασισμένη σε αυθεντικές μαρτυρίες:

«Είναι νύχτα Χριστουγέννων. Χτυπούν οι καμπάνες της εκκλησιάς και οι Χριστιανοί ξυπνούν, σηκώνονται και πάνε να λειτουργηθούν. Ξυπνά και ο Μουσταφάς που είναι Χρήστος. Ξυπνά αθόρυβα και τη φαμελιά του, χωρίς ν' ανάψει φως- τη γυναίκα του την Εμινέ, που είναι Μαρία, και την κόρη του τη Φατμέ, που είναι Ελένη και το γιο του το Χασάνη, που είναι Γιώργος. Μαζεύονται σε κάποιο κατώγι του σπιτιού. Σηκώνουν κάτι σακιά μέσα σ' ένα αμπάρι και βγάζουν τα κονίσματα. Τα στήνουν εκεί μπροστά τους, γονατίζουν κάνουν το σταυρό τους κι ανάβουν από ένα κερί. Ο Μουσταφάς παίρνει στο χέρι του μια σύνοψη. Την ανοίγει- δεν ξέρει να διαβάσει κάποιο τροπάρι σιγομουρμουρίζει ψαλμουδιστά με τα σπασμένα Ελληνικά του. Κάνουν το σταυρό τους και πάλι. Λένε σιγανά όλοι τους το «Η γέννησίς σου... » Με βουρκωμένα μάτια, με σφιγμένη την καρδιά φιλιούνται και ανεβαίνουν στον οντά τους να ξαπλώσουν. Η πίστη των ανθρώπων αυτών έχει έναν πόνο, που, αληθινά, δε λέγεται. Μα έχει και τόση αλήθεια, όση ίσως δεν έχει η πίστη των άλλων Χριστιανών, αυτών που λειτουργούνται την ίδια ώρα στις εκκλησιές τους."

Εμείς οι Ρωμιοί, ανέκαθεν, νιώθουμε βαθιά τη χαρά των Χριστουγέννων.

Κάπου είχα διαβάσει:Τα Χριστούγεννα είναι και «Μάνα». Κι αυτό εξηγείται από τη Μάνα Παναγία μα ίσως και γιατί όλοι έχομε αναμνήσεις από την παρουσία της μητέρας μας, που ζωντάνευεμε αισθήματα, αλλά και αισθήσεις, με ποικίλους τρόπους το πνεύμα των Χριστουγέννων, από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Την θυμόμαστε να φροντίζει ακούραστα, φυσικά και με την σημαντική συμβολή του πατέρα, να τηρηθούν τα πατροπαράδοτα γευστικά και εορταστικά έθιμα του Δωδεκαημέρου για την χαρά όλων. Την θυμόμαστε να φροντίζει ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο το σπίτι, το γιορτινό τραπέζι με τα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα φαγητά και γλυκά, να αγκαλιάζει με το βλέμμα της και την ζεστασιά της όλη την οικογένεια, να πηγαίνει με κατάνυξη στην εκκλησία και να προσπαθεί με απλότητα αλλά και περίσσια έγνοια να νιώσουμε τις γιορτινές μέρες απολαυστικά μα και πνευματικά. Λατρεία λοιπόν τις χριστουγεννιάτικες αποσπερίδες και στην ανάμνηση της μητέρας μας, της μάνας, που η πένα του Νικηφόρου Βρεττάκου, στο «Η μητέρα μου στην εκκλησία» μας φέρνει δυνατές εικόνες:



Η μητέρα μου στην εκκλησία



Άλλαξε τη μπόλια της η μητέρα μου κι ετοιμάστηκε

να πάει στην εκκλησία.

Καθαρή σαν αστέρι,

παρόλα τα μαύρα της, κατεβαίνει τα πέτρινα

σκαλοπάτια κοιτάζοντας την ευγένεια του ήλιου

και τις άσπρες πορτοκαλιές. Δεν ξέρει η μητέρα μου

τι είναι ο ήλιος. Τον φαντάζεται αγάπη που ανατέλλει στον ουρανό — δεν ξέρει η μητέρα μου.

Δεν ξέρει αν ήτανε Σάββατο χτες,

δεν ξέρει αν αύριο είναι Δευτέρα.

Ωστόσο τις μέρες τις γνωρίζει καλά.

Η Κυριακή μυρίζει βασιλικό κι η φωνή της καμπάνας είναι γλυκιά. Δεν ξέρει πώς γίνεται.

Γύρω της όλα φαίνονται φρέσκα, δείχνουν αλλιώς.

Εύχομαι ολόψυχα, η ομορφιά, η απλότητα, η ανιδιοτέλεια, η ειρήνη, η καλή καρδιά, η ελπίδα, η αγάπη, να είναι για πάντα μέσα μας, είτε είναι Χριστούγεννα, είτε η καθημερινότητά μας, και να επικρατήσει επιτέλους «Η επί Γης Ειρήνη»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου