Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

«ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου».

ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ
Στὴν Βηθανία βρίσκεται ὁ Κύριος, στὸ σπίτι κάποιου Σίμωνα τοῦ λεπροῦ. Φιλοξενεῖται καὶ ὁ Λάζαρος μὲ τὶς ἀδερφές του.
Ἡ Μαρία,γιὰ νὰ δείξη τὴν εὐγνωμοσύνη της γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ ἀδερφοῦ της, ἔχυσε στὰ πόδια τοῦ Κυρίου ἕνα δοχεῖο πολύτιμο μύρο. Μοσκοβόλησε ὅλο τὸ σπίτι κι ἡ γλυκιὰ μυρουδιὰ τοῦ μύρου εὐχαρίστησε ὅλους.
Μόνο τὴν ψυχὴ τοῦ Ἰούδα δὲν μπόρεσε νὰ μαλακώση. Αὐτουνοῦ ποὺ τὴν εἶχε πουλημένη στὸ πάθος τοῦ χρήματος.
Στὸ πάθος ποὺ σβήνει κάθε εὐγενικὸ αἴσθημα στὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν κάνει νὰ σκέπτεται ταπεινά.
Ἀγανάχτησε καὶ διαμαρτυρήθηκε γιὰ τὴ σπατάλη τόσου χρήματος ὁ φιλοχρήματος μαθητής, γιατὶ ὅλα τὰ ζύγιζε καὶ τὰ μετροῦσε μὲ τὴν ἀξία μόνο τοῦ χρήματος, καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη ἀκόμη.
Γιὰ νὰ ἐκδικηθῆ τὸ δάσκαλό του ἔτρεξε στοὺς γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους καὶ διαπραγματεύτηκε τὴν παράδοσή του.
Οἱ μανιασμένοι ἀρχηγοὶ τῶν Ἑβραίων, ποὺ ὕστερ ἀπὸ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου εἶχαν ἀναστατωθῆ καὶ ζητοῦσαν τὴ σύλληψη καὶ τιμωρία ὄχι μόνον τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Λαζάρου, χάρηκαν μὲ τὴν ἄτιμη προσφορά του.
Ἔργο εὐγνωμοσύνης καὶ ἀγάπης κάνει ἡ Μαρία στὸν Κύριο καὶ Θεό της καὶ ἔργο προδοσίας καὶ ἀτιμίας ὁ φθονερὸς μαθητής. Πουλάει τὸν διδάσκαλό του, τὸν ἀκένωτο θησαυρὸ τῆς ἀγάπης, γιὰ τριάκοντα ἀργύρια!
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην (κεφ. ιβʹ, 1 – 18).
Πρὸ ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκὼς ὅν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.
Ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἶς ἧν τῶν ἀντικειμένων σὺν αὐτῷ.
Ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου.
Λέγει οὖν εἶς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· διατὶ τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς;
Εἶπε δὲ τοῦτο, οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἧν καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν.
Εἶπε οὐν ὁ Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ πἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό.
Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε.
Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστί, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν, ὅν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.
Ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς, ἵνα τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν. Ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν.
Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολύς, ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἰεροσόλυμα, ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ καὶ ἔκραζον· ὡσαννά· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ.
Εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθὼς ἐστι γεγραμμένον.
Μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου.
Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν, ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ.
Ἐμαρτύρει οὗν ὁ ὄχλος ὁ ὤν μετ’ αὐτοῦ, ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.
Διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αυτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.
Ἐξήγηση
Ὁ Ἰησοῦς, ἓξι μέρες πρὸ τοῦ Πάσχα πῆγε στὴ Βηθανία ὅπου ἦταν ὁ Λάζαρος ὁ πεθαμένος, ποὺ τὸν ἀνάστησε ἀπὸ τοὺς νεκρούς.
Τοῦ ἔκαναν λοιπὸν ἐκεῖ τραπέζι, κι ἡ Μάρθα ὑπηρετοῦσε κι ὁ Λάζαρος ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς καθισμένους μαζί του.
Ἡ Μαρία λοιπὸν πῆρε μιὰ λίτρα μυρωδικὸ δικὸ ἀπὸ ναρδόσταμο πολύτιμο καὶ ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ, καὶ σφούγγισε μὲ τὰ μαλλιά της τὰ πόδια του καὶ τὸ σπίτι γέμισε ἀπὸ τὴν εὐωδιὰ τοῦ μύρου.
Καὶ λέγει ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ἕνας μαθητής του, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τὸν παραδώση.
Γιατὶ αὐτὸ τὸ μύρο δὲν πουλήθηκε τριακόσια δηνάρια καὶ δὲ δόθηκε τὸ ποσὸ στοὺς φτωχούς;
Καὶ τὸ εἶπε αὐτό, ὄχι γιατὶ τὸν ἐναδιέφερε γιὰ τοὺς φτωχούς, ἀλλὰ γιατὶ ἦταν κλέφτης κι ἔχοντας τὸ ταμεῖο κρατοῦσε τὶς συνεισφορές.
Εἶπε λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἄφησέ την, τὸ ἔχει φυλάξει γιὰ τὴν ἡμέρα τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου.
Γιατὶ πάντοτε τοὺς φτωχοὺς τοὺς ἔχετε μαζί σας, ὅμως ἐμένα δὲν μὲ ἔχετε πάντοτε.
Ἔμαθε λοιπὸν πλῆθος πολὺ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους πὼς εἶναι ἐκεῖ, κι ἦρθαν ὄχι μόνο γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ γιὰ νὰ δοῦν καὶ τὸ Λάζαρο ποὺ ἀνέστησε ἀπὸ τοὺς νεκρούς.
Κι ἀπεφάσισαν οἱ ἀρχιερεῖς νὰ θανατώσουν καὶ τὸ Λάζαρο.
Γιατὶ γι’ αὐτὸν πῆγαν πολλοὶ Ἰουδαῖοι καὶ πίστεψαν στὸν Ἰησοῦ.
Τὴν ἄλλη μέρα πολὺ πλῆθος ποὺ εἶχε ἔλθει στὴν γιορτή, σὰν ἄκουσαν πὼς ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς στὰ Ἰεροσόλυμα, πῆραν τὰ βάια τῶν φοινίκων, βγῆκαν νὰ τὸν ὑποδεχτοῦν καὶ φώναζαν. Ὡσαννά, εὐλογημένος αὐτὸς ποὺ ἔρχεται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου εἶναι ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ.
Τότε ὁ Ἰησοῦς βρῆκε ἕνα γαϊδουράκι καὶ κάθισε ἐπάνω, καθὼς εἶναι γραμμένο (στοὺς προφῆτες). Μὴ φοβᾶσαι, θυγατέρα Ἱερουσαλήμ, νά, ἔρχεται ὁ βασιλιάς σου καθισμένος σὲ γαϊδουράκι.
Αὐτὰ δὲν τὰ καταλάβαιναν οἱ μαθητὲς του τότε, ὅμως ὅταν δοξάστηκε ὁ Ἰησοῦς, τότε θυμήθηκαν πὼς αὐτὰ γιὰ κεῖνον ἦταν γραμμένα, καὶ αὐτὰ ἔκαμε γι’ αὐτὸν ὁ κόσμος.
Βεβαίωνε λοιπὸν ὁ κόσμος ποὺ ἦταν μαζί του, ὅτι φώναξε ἀπὸ τὸν τάφο τὸ Λάζαρο καὶ τὸν ἀνέστησε ἀπὸ τοὺς νεκρούς.
Γι’ αὐτὸ καὶ βγῆκε νὰ τὸν ὑποδεχτῆ ὁ λαός, γιατὶ ἄκουσε πὼς ἔκανε ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖνο τὸ θαῦμα.
Ρητό: «Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων».
.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ Ε’ ΣΤʹ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
ΤΕΛΗ ΠΕΚΛΑΡΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου