Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Επαινεί ο Χριστός την αδικία;

 
Εορτάζει σήμερον 6/12/14

Η παραβολή του άδικου οικονόμου
  καὶ ἐπῄνεσεν ὁ κύριος τὸν οἰκονόμον τῆς ἀδικίας, ὅτι φρονίμως ἐποίησεν

Ο οικονόμος της αδικίας και οι αναγνώστες της αδικίας


Σήμερα αγαπητοί θα ασχοληθούμε με ένα ερώτημα που προκύπτει από τον όγδοο στίχο της παραβολής του αδίκου οικονόμου. Διάφοροι πολέμιοι της πίστεως, θεωρούν ότι ο στίχος αυτός επαινεί την αδικία και λένε ότι με αυτόν τον στίχο ο Χριστός δίδει έπαινο στην πονηριά.
Είναι πολύ παλαιά η σκέψη όμως ερμηνεύοντας την παραβολή θα αποδειχθεί ότι εκτός από τους οικονόμους της αδικίας έχουμε και τους αναγνώστες της αδικίας.
Ξεκινώντας παραθέτουμε την παραβολή.
Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος, ὃς εἶχεν οἰκονόμον, καὶ οὗτος διεβλήθη αὐτῷ ὡς διασκορπίζων τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ. 2 καὶ φωνήσας αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· τί τοῦτο ἀκούω περὶ σοῦ; ἀπόδος τὸν λόγον τῆς οἰκονομίας σου· οὐ γὰρ δύνῃ ἔτι οἰκονομεῖν. 3 εἶπε δὲ ἐν ἑαυτῷ ὁ οἰκονόμος· τί ποιήσω, ὅτι ὁ κύριός μου ἀφαιρεῖται τὴν οἰκονομίαν ἀπ' ἐμοῦ; σκάπτειν οὐκ ἰσχύω, ἐπαιτεῖν αἰσχύνομαι· 4 ἔγνων τί ποιήσω, ἵνα, ὅταν μετασταθῶ ἐκ τῆς οἰκονομίας, δέξωνταί με εἰς τοὺς οἴκους ἑαυτῶν. 5 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα ἕκαστον τῶν χρεοφειλετῶν τοῦ κυρίου ἔλεγε τῷ πρώτῳ· πόσον ὀφείλεις σὺ τῷ κυρίῳ μου; 6 ὁ δὲ εἶπεν· ἑκατὸν βάτους ἐλαίου. καὶ εἶπεν αὐτῷ· δέξαι σου τὸ γράμμα καὶ καθίσας ταχέως γράψον πεντήκοντα. 7 ἔπειτα ἑτέρῳ εἶπε· σὺ δὲ πόσον ὀφείλεις; ὁ δὲ εἶπεν ἑκατὸν κόρους σίτου. καὶ λέγει αὐτῷ· δέξαι σου τὸ γράμμα καὶ γράψον ὀγδοήκοντα. 8 καὶ ἐπῄνεσεν ὁ κύριος τὸν οἰκονόμον τῆς ἀδικίας, ὅτι φρονίμως ἐποίησεν· ὅτι οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου φρονιμώτεροι ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τοῦ φωτὸς εἰς τὴν γενεὰν τὴν ἑαυτῶν εἰσι. 9 κἀγὼ ὑμῖν λέγω· ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας, ἵνα, ὅταν ἐκλίπητε, δέξωνται ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνάς. 10 ὁ πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ καὶ ἐν πολλῷ πιστός ἐστι, καὶ ὁ ἐν ἐλαχίστῳ ἄδικος καὶ ἐν πολλῷ ἄδικός ἐστιν. 11 εἰ οὖν ἐν τῷ ἀδίκῳ μαμωνᾷ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε, τὸ ἀληθινὸν τίς ὑμῖν πιστεύσει; 12 καὶ εἰ ἐν τῷ ἀλλοτρίῳ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε, τὸ ὑμέτερον τίς ὑμῖν δώσει; 13 Οὐδεὶς οἰκέτης δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 14 Ἤκουον δὲ ταῦτα πάντα οἱ Φαρισαῖοι φιλάργυροι ὑπάρχοντες, καὶ ἐξεμυκτήριζον αὐτόν. 15 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὑμεῖς ἐστε οἱ δικαιοῦντες ἑαυτοὺς ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ὁ δὲ Θεὸς γινώσκει τὰς καρδίας ὑμῶν· ὅτι τὸ ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ
Ο Χριστός ξεκινάει την παραβολή παρουσιάζοντας έναν οικονόμο ο οποίος παραβαίνει το καθήκον του αλλά συνάμα με αυτό παραβαίνει και το συμφέρον του. Διασκορπίζει την περιουσία που του έχει εμπιστευθεί ο πλούσιος και ταυτόχρονα όχι μόνο έρχεται σε θέση κλέπτου αλλά χάνει και την αξιόλογη δουλειά του ως οικονόμος ενός πλουσίου.
Όχι μόνο φέρεται με αδιαφορία σε αυτά που του εμπιστεύθηκαν αλλά χειρότερα κάνει καταχρήσεις και σπατάλες. Η κακοδιαχείριση αυτή όμως γίνεται γνωστή στον κύριο της περιουσίας ο οποίος απολύει τον κακό οικονόμο.
Προτού όμως αποπεμφθεί οριστικά από την θέση του, του ζητούνται τα βιβλία της διαχειρίσεως, ο κύριος της περιουσίας τον καλεί να δώσει τον λογαριασμό της διαχειρίσεως του.
Όταν ο οικονόμος άκουσε την απόφαση απολύσεώς του δεν έχει να αντιτείνει κάτι αφου είναι ένοχος και έχει φανερωθεί, τώρα με τα νέα δεδομένα σκέφτεται τι μπορεί να κάνει.
Σκέφτεται μέσα του και λέγει ότι δεν μπορώ να εργαστώ να ζητιανέψω ντρέπομαι. Γιατί δεν μπορεί να εργαστεί εργασία κοπιαστική; Μήπως είχε κάποια αναπηρία; Όχι αλλά είχε συνηθίσει στην καλοπέραση από τα κλεμμένα χρήματα του ταμείου και τώρα πια βαριόταν να δουλέψει. Είχε πέσει στην οκνηρία, η αδυναμία του δεν είναι σωματική αλλά ηθική.
Λέγοντας ότι ντρέπεται να ζητιανέψει βλέπουμε ότι και σωματική αναπηρία δεν είχε αλλά και επιβεβαιώνεται ότι η αιτία του κακού είναι ηθική. Εάν ήταν ανάπηρος θα του ήταν εύκολο να ζητήσει βοήθεια, είναι άραγε ντροπή να ζητήσεις βοήθεια όταν είσαι σωματικώς ανίκανος για εργασία;
Όμως τι παράδοξο, ο άδικος οικονόμος που δεν ντράπηκε να κλέβει τα χρήματα, τώρα ντρέπεται να ζητήσει βοήθεια. Δεν ντράπηκε να γίνει κλέπτης πράγμα ντροπής άξιο, άλλα ντρέπεται τώρα που είναι άνεργος να ζητήσει βοήθεια πράγμα που θα έδειχνε και την μεταμέλεια του ως προς την πράξη της κλοπής.
Εάν μετάνιωνε θα έλεγε, αυτό μου αξίζει έτσι όπως έπραξα, θα μετανοήσω και ο πλούσιος θα δει αυτήν την μεταμέλεια μου και εάν δεν με επαναπροσλάβει τουλάχιστον ίσως με ελεήσει διότι εκτός από πλούσιος είναι και εύσπλαχνος και καλός, αφου ενώ έχει μάθει ότι τον έκλεψα ούτε με αποκάλεσε κλέπτη, ούτε ζήτησε να παραδοθώ στην φυλακή, αλλά ευγενικά μου είπε "τι ακούω για εσένα;"   
Το μόνο που έκανε είναι να επιβεβαιώσει τα αποτελέσματα που θα είχε η πράξη μου σε εμένα, ότι δεν μπορώ εφόσον είμαι κλέπτης να είμαι και διαχειριστής.
Έτσι και ο Κύριος αγαπητοί θα πράξει στο τέλος όταν εκλίψουμε, θα επιβεβαιώσει τον αυτοπροορισμό μας είτε στο αιώνιο φως είτε στο αιώνιο σκότος.
Βρίσκει όμως ο οικονόμος, όπως νομίζει, λύση στο πρόβλημά του.  Ξέρω τι θα κάνω λέγει.
Γνωρίζω τους οφειλέτες, θα αλλάξω τα χρωστούμενα και θα τα μειώσω. Στον έναν θα αφαιρέσω τα μισά χρωστούμενα, στον άλλον το ένα πέμπτο, και αναλόγως θα πράξω σε όλους τους οφειλέτες και με αυτό θα τους υποχρεώσω ώστε να τους έχω βοηθούς.
Ιδού άλλη μια τρανή απόδειξη περί ηθικής κατάπτωσης. Ο άδικος οικονόμος βρίσκει την λύση μέσα από μια νέα αδικία, μέσα από μια νέα απάτη. Δρα μάλιστα ταχέως, ταχέως γράψον λέγει η παραβολή, τους έβαλε να γράψουν τα νέα χρεόγραφα.
Όμως παρά την ταχύτητα με την οποία έδρασε και αυτή η αδικία του γίνεται γνωστή και λέγει η παραβολή ἐπῄνεσεν ὁ κύριος τὸν οἰκονόμον τῆς ἀδικίας, ὅτι φρονίμως ἐποίησεν· ὅτι οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου φρονιμώτεροι ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τοῦ φωτὸς εἰς τὴν γενεὰν τὴν ἑαυτῶν εἰσι.
Τι κάνει εδώ ο κύριος της περιουσίας; Επαινεί τον άδικο οικονόμο;
Ο πλούσιος δεν ήταν παράλογος να επαινεί πραγματικά κάποιον που τον κλέβει και μάλιστα για δεύτερη φορά, τον έχει εξάλλου ήδη απολύσει με την πρώτη αδικία που έγινε εις βάρος του. Μήπως είδες άραγε κάποιον λογικό που να αγαπά αυτόν που τον κλέβει ; Μήπως άραγε είδες να υπάρχει έπαινος προς την κλεψιά εάν αυτή δεν είναι προς όφελος του επαινούντος ;
Για να υπήρχε έπαινος επί κλεψιάς τότε αυτή θα έπρεπε να είναι προς όφελος του πλουσίου και εις βάρος άλλου. Εάν ο πλούσιος θαμπώθηκε από την μεγάλη εξυπνάδα του οικονόμου, εάν ήταν πραγματικός και γνήσιος έπαινος της πονηριάς αυτό που του είπε, τότε οι επόμενοι στίχοι θα έλεγαν ότι τον επαναπροσέλαβε θέτοντας τον μεν υπό αυστηρή επιτήρηση, την δε εφευρετικότητα του στην υπηρεσία του ταμείου.
Ο πλούσιος όμως πουθενά δεν φαίνεται να μην επιμένει στην απόλυση του άδικου οικονόμου ενώ επιπλέον τώρα αποκαλείται, οικονόμος της αδικίας, ενώ πριν αποκαλούνταν μόνο οικονόμος. Αυτό δείχνει ότι έχει κριθεί από τον πλούσιο οριστικά ως άδικος. Δεν τον προσλαμβάνει πίσω διότι άνευ όρων δεν ανέχεται την αδικία ο πλούσιος, δεν ανέχεται ούτε εις βάρος του, ούτε εις βάρος των άλλων προς κέρδος του.
Έτσι και ο Κύριος, ο οποίος είναι ο πλούσιος, άνευ όρων δεν ανέχεται την αδικία και δεν θέλει μέρος από τα κλεμμένα για να κατευναστεί.
Αλλά γιατί να τον επαινέσεις Κύριε; Μήπως άραγε δεν τον ανακάλυψες αμέσως; 
Πως θα μπορούσες να τον παραδεχτείς ως εφευρετικό και να τον επαινέσεις αφού παρά το ότι έδρασε ταχέως για να μην συλληφθεί και αυτή του η κλεψιά έγινε άμεσα σε εσένα φανερή; Εσύ επέβλεπες και το ταμείο αλλά και την κάθε του κίνηση αφού ποτέ δεν θα σου μαρτυρούσε την αλλαγή στο χρεόγραφο αυτός που ωφελήθηκε από την κλεψιά. 
Μήπως άραγε ο οικονόμος δεν αποδείχτηκε αφελής αφού υπέθεσε ότι δεν είχες γνώση της περιουσίας σου;
Είχε δώσει ο πλούσιος εν λευκώ την διαχείριση και θεώρησε ο οικονόμος ότι δεν θα έχει ιδέα τι γίνεται στο ταμείο, μα δυστυχώς δεν ήταν έτσι τα πράγματα και η κάθε κίνηση του είναι γνωστή, για αυτό παρά την γρηγοράδα του τίποτα δεν κατάφερε και συλλαμβάνεται άμεσα ξανά.
Την πρώτη φορά δεν απολογείται, ούτε μια λέξη δεν λέει, τώρα όχι μόνο δεν θα έχει κάτι να πει αλλά  βρίσκεται και προ εκπλήξεως αφου νόμιζε ότι ο πλούσιος δεν ήξερε τι γινόταν. Αποδεικνύεται ότι τελικά δεν ήταν καθόλου έξυπνος ώστε να είναι άξιος να επαινεθεί πραγματικά από τον πλούσιο.
Έτσι και ο Κύριος, σε εμάς δίδει εν λευκώ την διαχείριση του ταμείου του και κάποιοι νομίζουμε σαν τον οικονόμο ότι είναι δικά μας ή άλλοι ότι δεν ξέρει τι γίνεται και θα τον κοροϊδέψουμε. Μὴ πλανᾶσθε, Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται· ὃ γὰρ ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει· ο Κύριος δεν κοροϊδεύεται με λίγα ψίχουλα από τα κλεμμένα, ότι σπείρεις θα θερίσεις ακριβώς όπως και ο οικονόμος.
Τότε μήπως ο έπαινος είναι ειρωνεία; Μήπως ο Κύριος λέγει ειρωνικά μωρέ μπράβο καλά τα καταφέρνεις; Μα αυτός δεν τον απεκάλεσε κλέπτη όταν έμαθε ότι τον έκλεβε, θα άρχιζε τώρα να τον ειρωνευόταν; Είδες ότι φάνηκε περίτρανα η ευγένεια, η καλοσύνη και η ανεξικακια του όταν έμαθε για την κακοδιαχείριση του την πρώτη φορά. Ούτε τον έδωσε να τιμωρηθεί, ούτε του ζήτησε τα κλεμμένα πίσω, αλλά μόνο ευγενικά του είπε, τι είναι αυτά που ακούω για εσένα; 
Όλους μας περιμένει ο Χριστός με πατρική αγάπη, βραδύς στην τιμωρία και γρήγορος στην βοήθεια.
Αλλά αφου δεν είναι έπαινος της κλεψιάς αλλά ούτε ειρωνεία τότε τι είναι;
Η επινοητικότητα που επαινείται τίθεται στην υπηρεσία της κλεψιάς, έτσι αφου ο πλούσιος αποδείχτηκε ότι ούτε κακολογεί αλλά είναι ευγενής, ούτε αφελής αλλά μάλλον εξυπνότερος είναι, ο έπαινος είναι στην πραγματικότητα μια ευγενική πατρική παρατήρηση.
Είναι πατρική παρατήρηση με ενδιαφέρον προς τον οικονόμο γιατί ο Κύριος που είναι ο πλούσιος της παραβολής είναι ο Πατήρ μας και λυπάται όταν τα τάλαντα μας τα θέτουμε στην υπηρεσία του κακού. Μόνο το αγαθό θέλει ο Κύριος και αυτό ζητά και από εμάς, να θέλουμε και να κάνουμε το αγαθό.
Απολύοντας τον του έχει πει, "οι πράξεις σου έκριναν ότι δεν είσαι άξιος για οικονόμος μου". Τώρα είναι σαν να του λέγει "είσαι προνοητικός, όμως έθεσες αυτό το ένα καλό στην υπηρεσία της κλεψιάς. Προσπαθείς να διορθώσεις τα αποτελέσματα (απόλυση) της παλαιάς κλεψιάς με μια νέα. Έθεσες το ένα καλό που επέδειξες στην υπηρεσία αυτού που σε χαρακτηρίζει ως άτομο, τι κρίμα παιδί μου που την χρησιμοποίησες έτσι, αποδεικνύεσαι γνήσιος κλέπτης".
Αλλά και το δεύτερο μέρος της προτάσεως έχει σημασία ἐπῄνεσεν ὁ κύριος τὸν οἰκονόμον τῆς ἀδικίας, ὅτι φρονίμως ἐποίησεν· ὅτι οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου φρονιμώτεροι ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τοῦ φωτὸς εἰς τὴν γενεὰν τὴν ἑαυτῶν εἰσι.
Είναι βεβαιωτικό ότι δεν υπάρχει πραγματικός έπαινος, αφου το φρονιμότεροι δεν σημαίνει ότι είναι στην πραγματικότητα φρόνιμοι και συνετοί οι υιοί του αιώνος τούτου, έτσι ο έπαινος, που προήλθε από την κακή φρονιμάδα, είναι στην πραγματικότητα πατρικό ενδιαφέρον για την χρησιμοποίησή της επινοητικότητας για κακό σκοπό. Κατά τον ίδιο τρόπο, πατρικά μιλάει στους δίκαιους οικονόμους και παρατηρεί ότι ενώ ξέρουν ότι κάποια στιγμή θα έλθει η απόλυση, δηλαδή ο θάνατος, και θα πρέπει να αποδώσουν λογαριασμό εν τούτοις όμως δεν εργάζονται όπως πρέπει και αυτό θα τους στοιχίσει, όπως ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή πατρικά, είχε μιλήσει και στο πρώτο σκέλος στον άδικο οικονόμο λυπούμενος για το τάλαντο του που το έθεσε στην υπηρεσία του κακού γιατί με αυτήν του την πορεία θα αποκλειστεί από την ουράνιο βασιλεία.
Ο Χριστός για κανέναν δεν αδιαφορεί, θέλει όλα τα παιδιά του να σωθούν, και ποτέ δεν λέει αδιάφορα "αυτός καλά κάνει εσύ Χριστιανέ τι κάνεις;" Το παράπονο αλλά και ο έπαινος προέρχονται από το ίδιο πατρικό ενδιαφέρον για την σωτηρία μας.
Ο θεοφόρος γέρων Παΐσιος, ο χαρισματούχος αυτός οδοδείκτης της αληθείας, θα μας έλεγε για τον στίχο ότι με τον έπαινο στον έναν και το παράπονο στους άλλους ήθελε να φέρει και τους δυο στο φιλότιμο για να μην χάσουν την σωτηρία.
Τέλος το δεύτερο σκέλος του στίχου 8 μας δείχνει το γεγονός ότι ο Ιησούς θέτει τα επιμέρους στοιχεία της παραβολής υπό το πρίσμα της Χριστιανικής διδασκαλίας. Πλούσιος είναι ο Θεός και οικονόμοι εμείς οι άνθρωποι. αλλά και οι υπόλοιποι στίχοι αυτό κάνουν, στίχος 9 η έκλειψη, δηλαδή ο θάνατος, είναι η απόλυση, στίχος 10 η δικαία ανταπόδοσις εκ του αυτοπροορισμού μας, στίχος 11 αντιπαραβολή προσωρινού με αιώνιο, στίχος 13 που μας λέει ότι όπως και ο οικονόμος και εμείς δουλεύουμε αλλά αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε έναν, είτε στον Θεό είτε στον μαμμωνά.
Μετά τον στίχο 8 ο στίχος 9 μας λέει: Ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας, ἵνα, ὅταν ἐκλίπητε, δέξωνται ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνάς. 
Εδώ ο Κύριος συνεχίζοντας αφήνει τον άδικο οικονόμο και μιλάει προς εμάς που έχουμε τώρα μπροστά μας φρέσκο το παράδειγμα του άδικου οικονόμου και μας λέγει να κάνουμε φίλους από τον μαμμωνά της αδικίας. 
Για τι πράγμα μιλάει; Είδες ότι ο πλούσιος είναι ο Κύριος, και οικονόμοι αναλόγως είτε άδικοι, είτε δίκαιοι, όλοι εμείς οι άνθρωποι. Έχε λοιπόν κατά νου την παραβολή και δες ότι ο οικονόμος σφετερίστηκε την περιουσία του κυρίου του, αυτήν έχει οικειοποιηθεί αδίκως, δεν έχει αφαιρέσει χρήματα από άλλον οικονόμο. Έτσι θα καταλάβεις ότι εδώ ο Χριστός δεν μιλάει για τα χρήματα που προήλθαν από αδικία και κλοπές, αλλά για τα χρήματα και άπασα την νόμιμη περιουσία σου, στην οποία επάνω ενώ είσαι μόνο διαχειριστής, εγωιστικώς την θεωρείς αποκλειστικά δική σου αγνοώντας τον συνάνθρωπο.
Δεν γνωρίζεις ότι τα πάντα ανήκουν στον Θεό;
Εμείς όμως σαν τον άδικο οικονόμο σφετεριζόμαστε την περιουσία Του, την θεωρούμε δική μας αγνοώντας τον συνάνθρωπο. Λέμε αυτά είναι δικά μου, και εκείνα δικά μου, και το λέμε αυτό επάνω στην περιουσία άλλου, δηλαδή του Δημιουργού.
Σου δοθήκαν τα υλικά αγαθά και οι διάφορες επιδεξιότητες από τον ουράνιο Πατέρα, όχι για να τα κρατάς μόνο για εσένα αλλά για να μοιράζεις και στον εν ανάγκαις αδελφό σου που είναι τέκνο Θεού. Μόνο τότε αναιρείται η άδικη διαχείριση, όταν αρχίσεις να φέρεσαι ως καλός οικονόμος.
Έτσι αποκτάς φίλους όχι μόνο αυτούς που ελέησες αλλά όλο το ουράνιο στερέωμα και πρώτα τον ίδιο τον Θεό που είπε, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε, αφού πως θα σε δέχονταν στις αιώνιες σκηνές αυτοί που έχεις ελεήσει, εάν δεν σε δεχόταν πρώτα ο δημιουργός του Παραδείσου;
Για αυτό και τα χρήματα ή τα περιουσιακά στοιχεία, είναι σε εμάς αλλότρια, καὶ εἰ ἐν τῷ ἀλλοτρίῳ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε, τὸ ὑμέτερον τίς ὑμῖν δώσει;  Αλλότριος δηλαδή ξένος, αυτός που ανήκει σε άλλον. Και σου είναι ξένα για δυο λόγους, πρώτον γιατί είναι του πλουσίου, δηλαδή του Θεού, και όχι δικά σου, και δεύτερον διότι είναι υλικά πράγματα και άρα ξένα προς την φύση σου. Δεν έχει γραφτεί ημῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει;
Ο άνθρωπος είναι πνευματική ύπαρξη, η ελπίδα σου είναι στον ουρανό εδώ είσαι περαστικός και τα υλικά είναι αλλότρια, είδες στον τάφο να παίρνει κάνεις τίποτα; 
Όταν κατακρατείς εγωιστικά τότε τα χρήματα είναι ο μαμμωνάς της αδικίας.
Είναι ο εργοδότης σου, ο μαμμωνάς που δουλεύεις για αυτόν, είναι ο δαίμονας που κυριαρχεί επάνω σου και σε εξαπατά. Και είναι της αδικίας διότι επήλθε από την αδικία, την κλεψιά της περιουσίας του Δημιουργού.
Πολλοί νομίζουν ότι δίδοντας κάποια από τα κλεμμένα θα εξοφλήσουν και ότι αυτό λέει ο Χριστός στον στίχο. Εάν δώσεις λίγα από τα κλεμμένα, δεν εξακολουθούν να είναι τα χρήματα σου τοποθετημένα στην αδικία και να εσύ είσαι όχι μόνο άδικος οικονόμος αλλά και κλέπτης; Κλέβοντας θεώρησες ότι εξασφαλίζεις το επίγειο μέλλον σου, νομίζεις ότι τώρα έρχεται ο Χριστός και σου λέγει ότι με λίγα από τα κλεμμένα θα εξασφαλίσεις και το ουράνιο; Μήπως σκέφτηκες ότι ο Θεός θέλει μερίδιο από τα κλεμμένα για να σε δικαιώσει;
Μήπως πάλι αφου σφετερίστηκες την περιουσία του Κυρίου τώρα προσπαθείς να δουλέψεις και στους δυο κυρίους; Μα είδες ότι αυτό δεν γίνεται. Τι άλλο μπορεί να σου προσφέρουν λοιπόν αυτές οι σκέψεις παρά ένα θανατηφόρο υπνωτικό που θα κοιμίσει την συνείδηση σου;
Εάν είναι άξιος κατακρίσεως αυτός που τα νόμιμα δεν διαχειρίζεται σωστά, τότε πόσο άξιος κατακρίσεως είναι ο κλέπτης;
Αλλά και εάν έχεις κλέψει δεν έχει χαθεί η ελπίδα για εσένα. Σταμάτησε την κλοπή δώσε πίσω τα ξένα, μην ξανακλέψεις, και στα νόμιμα που αποκτάς γίνε καλός διαχειριστής και αφού έγινες στα προσωρινά καλός θα σου δοθούν και τα αιώνια. Εδώ ο αξεπέραστος Χρυσόστομος ας μας μιλήσει: ου λέγω ίνα αρπάζων ελεής αλλ' ίνα της πλεονεξίας αποστάς, προς ελεημοσύνην και φιλανθρωπίαν αποχρήση τω πλούτω. Ει γαρ τις μη παύσαιτο της αρπαγής, ουδέ ελεημοσύνην εργάσεται αλλά καν μύρια καταβάλη χρήματα εις τας των δεομένων χείρας, τα ετέρων αρπάζων και πλεονεκτών τοις ανδροφόνοις εξίσης λελόγισται τω Θεώ.  
εἰ οὖν ἐν τῷ ἀδίκῳ μαμωνᾷ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε, τὸ ἀληθινὸν τίς ὑμῖν πιστεύσει;
Εδώ ο Χριστός μιλάει με την αναλογία των ουρανίων που είναι τα αληθινά σε σχέση με τα επίγεια. Πως είναι δυνατόν ο Κύριος να μας εμπιστευθεί τα αληθινά πλούτη όταν στα προσωρινά αποδειχθήκαμε αναξιόπιστοι; Με το να τα κρατήσουμε για εμάς τα ψεύτικα και προσωρινά φανήκαμε ανάξιοι του αληθινού πλούτου.
Ἤκουον δὲ ταῦτα πάντα οἱ Φαρισαῖοι φιλάργυροι ὑπάρχοντες, καὶ ἐξεμυκτήριζον αὐτόν.
Οι Φαρισαίοι ακούγοντάς τα αυτά καταλαβαίνουν αμέσως το τι είπε ο Χριστός, δεν ερμηνεύουν τα λεγόμενα ως, να δώσουν λίγα από τα κλεμμένα και έτσι θα δικαιωθούν.
Εάν αυτό ήταν το νόημα τότε θα δυσανασχετούσαν; 
Εάν οι φιλάργυροι Φαρισαίοι δυσανασχέτησαν που πολύ θα τους άρεσε το γεγονός ότι τώρα με λίγα από τα κλεμμένα θα εξασφαλίσουν και το ουράνιο μέλλον τότε πως εσύ λέγεις ότι ο Χριστός επαινεί την κλεψιά ;
Πόσες φορές δεν είδες ότι οι ακροατές των λόγων του Ιησού καταλάβαιναν αμέσως ορθά τι τους έλεγε και μάλιστα μη έχοντας μπροστά τους την Γραφή; 
Γιατί εσύ "αναγνώστη της αδικίας" επιμένεις να μην θες να εννοήσεις τι λέει ο Χριστός;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου