Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Επιλεγόμενα ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΧΟΣ ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ


Ο θάνατος είναι το φοβερώτερο μυστήριο που απασχολούσε ανέκαθεν το πνεύμα του ανθρώπου. Είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας, αλλά και αιτία της αμαρτίας. Η θνητότητα, την οποία φέρουμε μέσα μας από την γέννηση, καθορίζει την πορεία της ζωής μας. Αν προσέξη κανείς τις αντιδράσεις του, θα διαπιστώση ότι όλες ξεκινούν από το πρόβλημα του θανάτου. Οι ανασφάλειες, ο φόβος, η φιλαυτία, από την οποία γεννιούνται η φιλοδοξία, η φιλοκτημοσύνη και η φιληδονία, και πολλά άλλα πάθη, έχουν την προέλευσή τους στην βίωση του θανάτου.

Ο θάνατος χωρίζει αγαπημένα πρόσωπα, διασπά την κοινωνία και ενότητα των οικογενειών, των αγαπημένων και σκορπίζει απελπισία και απόγνωση. Η αγάπη συνδέεται στενά με τον θάνατο. Αγαπά κανείς για να υπερβή το άγχος και την οδύνη του θανάτου που βιώνει στην ύπαρξή του, αλλά και όταν αγαπά και τότε αισθάνεται το πλησίασμα του θανάτου, ο οποίος κάποτε θα γίνη αιτία να σταματήση αυτή η αγάπη. Όποιος βλέπει τον έρωτα, την αγάπη έξω από την βίωση του θανάτου, τον αντιμετωπίζει εσφαλμένα, συναισθηματικά, γιατί η αγάπη συνδέεται με τον πόνο. Πόνο για την εύρεση της αγάπης, και πόνο για τον φόβο της στέρησης.

Έτσι, ο άνθρωπος ο οποίος σκέπτεται τον θάνατο εκφράζει μια αληθινότητα. Κανένα γεγονός δεν είναι τόσο βέβαιο όσο ο θάνατος. Ένας μεγάλος φιλόσοφος του νοήματος του όντος ο Χάϊντεγκερ, θα πη ότι το υπάρχειν είναι "υπάρχειν - προς - θάνατον". Πραγματικά, "αυθεντικής υπάρχειν συμαίνει παραδοχή του υπάρχειν προς θάνατον".

Ο Χριστιανισμός, που είναι η αληθινή φιλοσοφία, είναι μελέτη θανάτου. Οι άγιοι αντιμετώπισαν σωστά το μεγάλο αυτό πρόβλημα, που,βασανίζει τον άνθρωπο. Οι ασκητές της ερήμου είναι οι αληθινοί μελετητές του θανάτου. Όμως, αυτή η μελέτη γινόταν με την βίωση της Χάριτος του Θεού, και δεν σκορπούσε απελπισία και απόγνωση, αλλά ελευθερία, άνεση, αγάπη, ελπίδα, έξοδο από τα περιοριστικά όρια των αισθήσεων και των αισθητών. Γι’ αυτό και ήταν αληθινοί άνθρωποι και κατ’ εξοχήν κοινωνικοί.


Οι άγιοι Πατέρες έδωσαν βαρύτητα στην μνήμη του θανάτου. Την θεώρησαν σαν το πλέον αποτελεσματικό μέσον για την απόκτηση του φόβου του Θεού, από τον οποίο γεννάται η μετάνοια. Γι’ αυτό επαινούν αυτόν που θυμάται την έξοδο από τον βίο αυτόν. "Μακάριος ο μνημονεύων της εξόδου αυτού, της εκ τούδε του βίου".* Η διαρκής μνήμη του θανάτου είναι "χρηστός παιδαγωγός και του σώματος και της ψυχής".* Η έννοια του θανάτου, που μελετάται από τον Χριστιανό, είναι παρεκτική σωτηριώδους λύπης.* Η εναργής μνήμη του θανάτου είναι περιεκτική πολλών αρετών. Αυτός που θυμάται τον θάνατο εξασκεί πολλές αρετές. Η μνήμη του θανάτου γίνεται "΄γεννήτρια πένθους, προτροπή εγκρατώς έχειν εκ πάντων, υπόμνησις γεένης, μήτηρ ευχής και δακρύων, φυλακή καρδίας, απροσπάθεια του πηλού, ως πηλίνης, ...κάθαρσις λογισμών εμπαθών εκ καρδίας, περιεκτική πολλών εντολών δεσποτικών".*

Έτσι, οι άγιοι Πατέρες είναι βέβαιοι ότι μέσα από την μελέτη του θανάτου περνά κανείς στην σωτηρία. Όπως είναι αδύνατον γι’ αυτόν που πεινάει να μην έχη την μνήμη του άρτου, έτσι είναι αδύνατον γι’ αυτόν που ενδιαφέρεται για την σωτηρία του "μνημονεύειν εξόδου και κρίσεως".*

Η σύσταση των Πατέρων είναι να έχουμε αδιάλειπτη μνήμη θανάτου, που θα μας συνοδεύη και στον ύπνο και στην εγρήγορση. "Μνήμη Θεού συγκοιμηθήτω σοι, και συναναστήτω σοι".* Η προτροπή τους είναι να θυμόμαστε τον θάνατο. "Και μνημονεύωμεν του θανάτου αεί".*

Βέβαια, αυτή η μνήμη έχει στενή σχέση με την ενθύμηση όλων όσων θα ακολουθήσουν μετά τον θάνατο. Δεν πρόκειται για την αίσθηση ότι θα έλθη καιρός που θα πεθάνουμε, αλλά για γνώση ότι αυτή η στιγμή της εξόδου είναι καθοριστική για το αιώνιο μέλλον. Δεν πρόκειται, δηλαδή, μόνον για το γεγονός ότι θα στερηθή κανείς την παρούσα ζωή και τα αγαπητά του πρόσωπα, όπως το αισθάνονται οι φιλόσαρκοι, αλλά για γνώση ότι ακολουθεί κρίση και δικαστήριο, από το οποίο εξαρτάται η μελλοντική ζωή. Αυτό είναι το φοβερό γεγονός.

Η μνήμη του θανάτου βιώνεται με δύο τρόπους, όπως βλέπουμε στα έργα των αγίων Πατέρων.

Ο πρώτος είναι η λογική μνήμη ότι έρχεται το τέλος της βιολογικής ζωής, και ακολουθεί η κρίση. Είναι σημαντική και αυτή η μνήμη, αφού λυτρώνει τον άνθρωπο από την προσκόλληση στα γήϊνα, τον ελευθερώνει από την προσπάθεια, δηλαδή την υποδούλωση στα υλικά και αισθητά.

Ο δεύτερος τρόπος είναι η χαρισματική μνήμη ή μάλλον η υπαρξιακή αίσθηση του θανάτου. Πρόκειται για μεγάλο πνευματικό χάρισμα, το οποίο είναι αφ’ ενός μεν καρπός της εμπειρίας του Θεού, αφ’ ετέρου δε δύναμη τρομερή, που παρακινεί τον άνθρωπο σε διάπυρη προσευχή, σε ακράτητο στεναγμό, σε διαρκή αγώνα τηρήσεως των εντολών του Χριστού για να μεταμορφωθή όλος ο εσωτερικός κόσμος.

Ο αείμνηστος Αρχιμ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ με καταπληκτική ευχέρεια περιγράφει αυτόν τον δεύτερο τρόπο μνήμης θανάτου, που είναι ένα μεγάλο και ιδιαίτερο πνευματικό χάρισμα, το οποίο δίνει ο Θεός. Κατά παράδοξο τρόπο, εμπνεόμενος κανείς από την θεία Χάρη, βλέπει την εσωτερική ερήμωσή του, την αιωνία λήθη, την έλλειψη νοήματος για την ζωή. Βλέπει τον θάνατο μέσα του και γύρω του. Όλους τους ανθρώπους τους αισθάνεται θνητούς, όλη η κτίση πεθαίνει μαζί του. Σε αυτήν την κατάσταση αναπτύσσεται φλογερή και πύρινη προσευχή στον άναρχο και αθάνατο Θεό. Παραλληλα βιώνεται μια οδυνηρή αναζήτηση του ζωντανού Θεού.*

Δεν πρέπει να θεωρηθή ότι μια τέτοια βίωση του θανάτου είναι τρομακτική και σκοτώνει το πνεύμα του ανθρώπου ή ότι του στερεί τις απαραίτητες ζωτικές ενέργειες και δυνάμεις για να συνεχίζη την ζωή του. Μπορεί και αυτό να συμβή, αν ο άνθρωπος το αντιμετωπίζει χωρίς την Χάρη του Θεού. Αλλά, αν μελετά τον θάνατο με πνευματική έμπνευση, δηλαδή με την ελπίδα στον Θεό, τότε ζωογονείται ακόμη περισσότερο. Δυνατές ενέργειες εισέρχονται μέσα στον ψυχοσωματικό ργανισμό του, αναπτύσσεται η ελπίδα για την αιώνια ζωή, για την υπέρβαση του θανάτου. Καλλιεργείται στην ύπαρξή του η απάθεια καί, γενικά, γίνεται ο πλέον κοινωνικός και αυθεντικός άνθρωπος. Και ξέρουμε πολύ καλά ότι σήμερα η κοινωνία μας πάσχει από αυθεντικούς ανθρώπους.

Οι Χριστιανοί ζουν σε ένα συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, αλλά "άλλου αιώνος εισιν, υιοί Αδάμ του επουρανίου, γέννημα καινόν, τέκνα Πνεύματος αγίου, αδελφοί Χριστού φωτεινοί όμοιοι τω πατρί αυτών Αδάμ, τω πνευματικώ και φωτεινώ, εκείνης της πόλεως, εκείνου του γένους, εκείνης της δυνάμεως". Και γι’ αυτό, έχοντας τον Κύριο μαζί τους, κατά τον καιρό της εξόδου, "εν μεγάλη χαρά έρχονται προς τους άνω, και δέχονται αυτούς οι του Κυρίου εκεί ευτρεπήσαντες αυτοίς οίκους και παραδείσους και ενδύματα ολολαμπρά και πολυτελή".*

Η πραγματική πατρίδα είναι ο ουρανός. Και γι’ αυτό νικούν τον θάνατο με την δύναμη του Χριστού, ο οποίος τον νίκησε προηγουμένως, και διακατέχονται από ελπίδα, γιατί από τον πρόσκαιρο τόπο, από την εξορία, πηγαίνουν στην αληθινή πατρίδα.

Έτσι, εν Χριστώ γίνεται υπέρβαση του θανάτου.. Όσοι ενώνονται με τον Χριστό δεν φοβούνται τον θάνατο, αλλά τον θεωρούν μετάβαση στην ζωή. Αυτό το βλέπουμε σε δισεκατομμύρια αγίους, μάρτυρας, οσίους, εγγάμους, που έφυγαν με χαρά και ελπίδα προς τον Χριστό.

Είναι χαρακτηριστικό το τέλος της αγίας Γοργονίας, της αδελφής του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, όπως το περιέγραψε ο ίδιος στον επιτάφιο που εξεφώνησε. Ποθούσε την ανάλυσή της (τόν θάνατο) λόγω της μεγάλης παρρησίας που είχε προς τον καλούντα. Είχε αναπτυχθή μέσα στην καρδιά της έρωτας προς τον ερώμενο, "προσθήσω δ’ ότι και τον εραστήν".

Είχε πληροφορηθή την ημέρα της κοιμήσεώς της και όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος, όταν ήλθε η καθορισμένη ημέρα, ετοιμάσθηκε για τον θάνατο και την εκδημία, "καί πληροί τον περί ταύτα νόμον δια της κατακλίσεως". Όταν κατάλαβε ότι έρχεται η ώρα της εξόδου της ψυχής από το σώμα, κατακλίθηκε στο κρεββάτι και περίμενε τον θάνατο. Κοιμήθηκε, αφού προηγουμένως συμβούλευσε τον άνδρα, τα παιδιά και τους φίλους της, και ομίλησε λαμπρώς για τα όσα συμβαίνουν στον ουρανό και έκανε την τελευταία ημέρα "πανηγήρεως ημέρα". Η ημέρα της εξόδου της ψυχής έγινε γι’ αυτήν ημέρα πανηγυριού. Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, μιλώντας για τον θάνατό της, λέγει ότι η αδελφή του "λύεται" ή μάλλον καλύτερα "προσλαμβάνεται ή αφίπταται ή μετοικίζεται ή μικρόν προαποδημεί του σώματος".

Στο τέλος του επιταφίου αυτού ο άγιος Γρηγόριος μας παραθέτει και μια λεπτομέρεια, η οποία, όμως, είναι εκφραστική και δηλωτική της υπερβάσεως του θανάτου.

Στο δωμάτιο, όπου βρισκόταν η αγία Γοργονία, την ώρα που πλησίαζε να φύγη από τον κόσμο αυτόν, επικρατούσε "σιγή βαθεία και τελετή τις θανάτου". Είναι ωραιότατος αυτός ο χαρακτηρισμός της ώρας του θανάτου. Πρόκειται για τελετή. Κάτι ψέλλιζε η αγία. Ο πατέρας της πλησίασε για να ακούση τί ακριβώς έλεγε. Και διασώζει την πληροφορία ότι έψελνε τα εξόδια ρήματα, την νεκρώσιμη ακολουθία. "Ψαλμωδία το υπολαλούμενον ήν, και ψαλμωδίας τα εξόδια ρήματα". Ο τρόπος κοιμήσεώς της ήταν, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, "μαρτυρία της παρρησίας", με την οποία γινόταν η έξοδός της.*

Έτσι φεύγουν από τον κόσμο αυτόν οι άγιοι, όσοι έχουν παρρησία στον Θεό. Φεύγουν με την ελπίδα της αναστάσεως, με την βεβαιότητα ότι θα συναντήσουν τον εράσμιο Νυμφίο. Η ώρα της κοιμήσεως κρύβει ένα μυστήριο, γι’ αυτό και η ένταση τότε είναι μεγάλη. Επικρατούν ανάμεικτα αισθήματα. Μετάνοια, προσευχή, φόβος, ελπίδα, αναμονή συναντήσεως. Γι’ αυτό όχι μόνον αυτός που πεθαίνει πρέπει να προσεύχεται, αλλά και όσοι βρίσκονται γύρω του πρέπει να τον συνοδεύουν με τις προσευχές τους. Αυτήν την ιερή ώρα πρέπει να την αντιμετωπίζουμε με ιερό δέος και έμπνευση πνευματική.

Αξιώθηκα από τον Θεό να βρεθώ σε όλη την διαδικασία της κοιμήσεως ενός αγίου ανθρώπου, του αειμνήστου Γέροντός μου Μητροπολίτου Εδέσσης Καλλινίκου. Όλη του η ζωή ήταν περίοδος προετοιμασίας για τον θάνατο. Συνεχώς τον θυμόταν και τον απασχολούσε. Είχε έντονη μνήμη θανάτου και αυτό επιβεβαιώνεται από πολλά περιστατικά.

Όμως, από την ημέρα που εκδηλώθηκε η ασθένειά του μέχρι την ημέρα που κοιμήθηκε, επτά ολόκληρους μήνες, έζησα την διδαδικασία της τελετής του θανάτου ενός αγίου ανθρώπου. Επτά μήνες βρισκόταν, κατά κάποια αναλογία, στον κήπο της Γεθσημανή. Συνεχώς προσευχόταν για την συνάντηση με το ουράνιο κριτήριο. Ζούσε με ένταση πνευματική, διαρκή νήψη, αδιάλειπτη προσευχή. Έκανε τελεία υπακοή στο θέλημα του Θεού. Αξιώθηκε θείων εμπειριών. Όλα αυτά τα κατέγραψα σε βιβλίο που εξέδωσα για να τιμήσω την μνήμη του. Το γεγονός είναι ότι είδα πώς κοιμούνται τα "παλληκάρια" του Χριστού. Γνώρισα ένδοξη κοίμηση ενός αγνού και αγίου ανθρώπου. Βίωσα τί θα πη υπέρβαση του θανάτου.

"Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ’ άρτι" (Αποκ. ιδ’, 13).

Μακάριοι, όσοι έζησαν με την βίωση της μνήμης του θανάτου. Μακάριοι, όσοι αισθάνθηκαν τον εγκάρδιο πόθο και έρωτα προς τον Νυμφίο Χριστό. Μακάριοι, όσοι πληροφορήθηκαν και γνώρισαν καλά ότι είναι άνθρωποι "άλλου αιώνος", άλλης πατρίδας, άλλου πολιτεύματος. Μακάριοι, όσοι ελκύσθηκαν από τον ερώμενον και τον εραστήν. Μακάριοι, όσοι υπερέβησαν τον θάνατο από την ζωή αυτή. Μακάριοι, όσοι κοιμήθηκαν με την ελπίδα της αναστάσεως. Μακάριοι, όσοι έφυγαν από τον κόσμο αυτόν, ομολογούντες "προσδοκώ ανάστασιν νεκρών". Μακάριοι, όσοι μπορούν να επαναλάβουν το ψαλμικό: "εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω". Μακάριοι, όσοι έζησαν ως νεκροί για την αμαρτία, και όσοι πέθαναν αναστημένοι από την αμαρτία. Μακάριοι, όσοι εξέρχονται από τον κόσμο αυτόν με την βεβαιότητα ότι πορεύονται στους πατέρας, στον λαό του Θεού.

"Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ’ άρτι".

Μακαρίζω τους ανθρώπους αυτούς που γνώρισαν την δύναμη της ζωής. Νοσταλγώ την μελέτη του θανάτου, που έζησαν, και συγκινούμαι μπροστά στον εγκάρδιο πόθο τους για τον ουρανό.. Και ζητώ τις ευχές τους για να με αγγίξη αυτός ο πόθος, τον οποίο υποψιάζομαι, για να κοιμηθώ εν ειρήνη και μετανοία. Είναι η πιο μεγάλη μου επιθυμία.

Ο αείμνηστος Αρχιμ. Σωφρόνιος σε μια προσευχή που συνέταξε, μεταξύ των άλλων συμπεριλάμβανε και δύο αιτήματα: Το ένα να παρατείνη ο Θεός τις ημέρες της ζωής του, έως ότου προσφέρει σε Αυτόν μετάνοια αληθινή. Το δεύτερο, όταν θα αποφασίση ο Θεός να τον παραλάβη να του προγνωρίση το τέλος, ώστε να προετοιμασθή για την συνάντησή Του.

"Χάρισαί μοι, Κύριε, του γνώναι την αλήθειάν Σου προ του απελθείν με εκ της ζωής ταύτης. Παράτεινον τας ημέρας μου, έως αν προσφέρω Σοι μετάνοιαν αληθινήν. Μη αναγάγης με εν ημίσει ημερών μου, και όταν ευδοκήσης θείναι πέρας τη ζωή μου, προγνώρισόν μοι τον θάνατόν μου, ίνα η ψυχή μου ετοιμασθή προς συνάντησίν Σου.

Εν εκείνη τη ημέρα τη μεγάλη και ιερά δι’ εμέ, γενού μετ’ εμού Κύριε, και απόδος μοι την αγαλλίασιν του Σωτηρίου Σου. Καθάρισόν με από παντός αμαρτήματος φανερού ή κρυφίου, από πάσης ανομίας κεκρυμμένης εν εμοί, και αξίωσόν με προσφέρειν Σοι καλήν απολογίαν ενώπιον του φοβερού Βήματός Σου. Αμήν."*

Αυτά τα δύο αιτήματα είναι οι πιο προσφιλείς δεήσεις μου.

Παρακαλώ τον αναγνώστη να προσευχηθή για μένα στον Θεό για την εκπλήρωσή τους.

Αδιάλειπτη ας είναι η προσευχή μας:
 
"Τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής ημών εν
ειρήνη και μετανοία εκτελέσαι παρά του
Κυρίου αιτησώμεθα".
 
"Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών ανώ-
δυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν
απολογίαν την επί του φοβερού Βήματος
του Χριστού αιτησώμεθα".
 
Διάπυρη ας είναι η κραυγή:
 

"Π α ρ ά σ χ ο υ Κ ύ ρ ι ε"



[ΑΡΧΗ]





Το Δείπνο της Βασιλείας


Εί τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και φαιδράς πανηγύρεως. Εί τις δούλος ευγνώμων εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού. Εί τις έκαμε νηστεύων απολαυέτω νυν το δηνάριον. Εί τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα. Εί τις μετά την τρίτην ήλθεν, ευχαρίστως εορτασάτω. Εί τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω, και γαρ ουδέν ζημιούται. Εί τις υστέρησεν εις την ενάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων. Εί τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα, φιλότιμος γαρ ών ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον, καθάπερ και τον πρώτον, αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης, και τον ύστερον ελεεί, και τον πρώτον θεραπεύει, κακείνω δίδωσι, και τούτω χαρίζεται, και τα έεγα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται, και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί.

Ουκούν εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου ημών, και πρώτοι και δεύτεροι, τον μισθόν απολαύετε. Πλούσιοι και πένητες μετ’ αλλήλψν χορεύσατε. Εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε. Νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον. Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών. Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως. Πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος.

Μηδείς θρηνείτω πενίαν, εφάνη γαρ η κοινή βασιλεία. Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα, συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον, ηλευθέρωσε γαρ ημάς ο του Σωτήρος θάνατος. Έσβεσεν αυτόν υπ’ αυτού κατεχόμενος. Εσκύλευσε τον Άδην, ο κατελθών εις τον Άδην. Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού, και τούτο προλαβών Ησαΐας εβόησεν, ο Άδης, φησίν, επικράνθη, συναντήσας σοι κάτω. Επικράνθη, και γαρ κατηργήθη. Επικράνθη, και γαρ ενεπαίχθη. Επικράνθη, και γαρ ενεκρώθη. Επικράνθη, και γαρ καθηρέθη. Επικράνθη, και γαρ εδεσμεύθη. Έλαβε σώμα και Θεώ περιέτυχεν. Έλαβε γήν, και συνήντησεν ουρανώ. Έλαβεν, όπερ έβλεπε, και πέπτωκεν, όθεν ουκ έβλεπε.

Που σου, θάνατε το κέντρον; που σου, Άδη το νίκος; Ανέστη Χριστός, και συ καταβέβλησαι. Ανέστη Χριστός, και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός, και χαίρουσιν Άγγελοι. Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται. Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος. Χριστός γαρ εγερθείς, εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο.

Αυτώ η δόξα, και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.



Υπάρχουν, βέβαια, μερικοί πού ισχυρίζονται ότι οι απόψεις περί τελωνίων και εναέριων πνευμάτων κλπ. έχουν περάσει στον Χριστιανισμό από γνωστικιστικές θεωρίες και παγανιστικούς μύθους, πού επικρατούσαν κατά την εποχή εκείνη.
Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι μπορεί κανείς να συνάντηση τέτοιες απόψεις σε πολλά γνωστικιστικά κείμενα, σε παγανιστικές θέσεις πού συναντώνται σε Αιγυπτιακούς και Χαλδαϊκούς μύθους. Όμως πρέπει να υπογραμμισθεί ότι πολλοί Πατέρες υιοθέτησαν την διδασκαλία περί τελωνίων, αλλά την καθάρισαν από ειδωλολατρικά και γνωστικιστικά πλαίσια και την ενέταξαν στην εκκλησιαστική ατμόσφαιρα. Οι άγιοι Πατέρες δεν φοβήθηκαν να κάνουν ένα τέτοιο δημιουργικό έργο.
Είναι γεγονός ότι οι Πατέρες σε πολλά θέματα εργάσθηκαν δημιουργικά και αποδοτικά, αφού προσέλαβαν πολλές απόψεις και θεωρίες από τον ειδωλολατρικό κόσμο, δίνοντας όμως εκκλησιαστικό περιεχόμενο. Είναι γνωστόν ότι την διδασκαλία περί αθανασίας της ψυχής, τα περί εκστάσεως του ανθρώπου και της απαθείας της ψυχής και του σώματος, την διδασκαλία περί του τριμερούς της ψυχής, και άλλα πολλά τα προσέλαβαν οι Πατέρες από τους αρχαίους φιλοσόφους, αλλά και τις αρχαίες παραδόσεις, σαφώς όμως έδωσαν άλλο περιεχόμενο και άλλη προοπτική. Δεν μπορούμε να αποβάλλουμε την διδασκαλία περί της
αθανασίας της ψυχής, επειδή γι' αυτήν μιλούσαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι. Πρέπει να δούμε το περιεχόμενο πού έδωσαν σε αυτήν οι άγιοι Πατέρες.
Επομένως, ό,τι έγινε σε άλλα θέματα έγινε και στο θέμα των τελωνίων. Βέβαια, είναι γεγονός ότι αρχαίες παραδόσεις και αιρετικές θεωρίες έκαναν λόγο για «άρχοντες της αστρικής σφαίρας», για «πύλες αστρικού ταξιδιού», για «εναέρια πνεύματα» κλπ. Μερικές από τις φράσεις αυτές τις συναντούμε στην Αγία Γραφή και σε πατερικά κείμενα. Όπως έχουμε αναφέρει στο κεφάλαιο αυτό, πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για τελώνια, για εναέρια πνεύματα, αλλά όμως έδωσαν άλλο περιεχόμενο και σημασία. Η πατερική διδασκαλία περί τελωνίων πρέπει να ερμηνεύεται μέσα από τα εξής τέσσερα σημεία.
 
Πρώτον. Η συμβολική γλώσσα της Αγίας Γραφής χρειάζεται την απαραίτητη ερμηνεία. Όποιος παραμένει μόνον στις εικόνες πού χρησιμοποιούνται, αλλοιώνει το ευαγγελικό μήνυμα. Για παράδειγμα πρέπει να πούμε ότι τα όσα λέγει η Αγία Γραφή περί κολάσεως μπορούν να παρεξηγηθούν, αν δεν δούμε την θεολογική σημασία τους. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση των τελωνίων. Δεν πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας μόνον την εικόνα των σημερινών τελωνίων, τα όποια υπάρχουν στα σύνορα των Κρατών, μέσα από τα όποια θα περάσουν όλοι οι άνθρωποι. Ή συμβολική εικόνα κάτι θέλει να παρουσιάσει, αλλά όμως πρέπει να ερμηνευθεί ορθόδοξα.
Δεύτερον. Υπάρχουν δαίμονες, πού είναι άγγελοι σκότους, πού είναι πρόσωπα και γι' αυτό έχουν ελευθερία, και κατόπιν αδείας του Θεού, αλλά και κακής χρήσεως της ελευθερίας από τον άνθρωπο, απέκτησαν κυριαρχία πάνω σε αυτόν. Δηλαδή, μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα οι δαίμονες απαιτούν να κατακτήσουν την ψυχή, την οποία, λόγω της αμετανοησίας, είχαν κυριαρχήσει. Στην γνωστή, παραβολή του Χριστού περί του άφρονος πλουσίου υπάρχει η φράση: «άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· ά δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. ιβ', 20).
Κατά την πατερική ερμηνεία, αυτοί πού απαιτούν να καταλάβουν την ψυχή του άφρονος πλουσίου μετά την έξοδό της από το σώμα είναι οι δαίμονες.
Τρίτον. Οι δαίμονες δεν έχουν καμμιά εξουσία πάνω στους ανθρώπους του Θεού. Όσοι είναι ενωμένοι με τον Θεό, και μέσα στήν ψυχή και την καρδιά έχουν
την άκτιστη ενέργεια του Θεού δεν μπορούν να εξουσιαστούν από τους δαίμονες. Έτσι, οι Θεούμενοι δεν θα περάσουν από τα λεγόμενα τελώνια.
Τέταρτον. Κατά την διδασκαλία των Πατέρων, όπως την είδαμε προηγουμένως, οι δαίμονες, πού είναι υπαρκτά πνεύματα, ενεργούν δια μέσου των παθών. Το ότι δεν μπορούν τα πάθη να ικανοποιηθούν, μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, αυτό είναι ένα πνίξιμο της ψυχής. Όταν εξετάζουμε τα τελώνια μέσα σε αυτά τα θεολογικά πλαίσια, τότε δεν είναι άστοχη η χρησιμοποίηση αυτής της διδασκαλίας. Ενώ, αν έχουμε άλλες αντιλήψεις, τότε οπωσδήποτε βρισκόμαστε σέ λαθεμένο δρόμο.

 
 

Για τις εξωσωματικές εμπειρίες

Στην Αμερική τον τελευταίο καιρό έγινε πολλή συζήτηση όχι μόνον για τις λεγόμενες μεταθανάτιες εμπειρίες, άλλα και για τις απόψεις του π. Σεραφείμ Ρόουζ, κυρίως από τον Λάζαρο Ρυhalο, Αρχιεπίσκοπο της αυτόνομης Ουκρανικής Εκκλησίας*. Το θέμα είναι μεγάλο και δεν πρόκειται στο σημείο αυτό να κάνω λεπτομερή ανάλυση, γιατί οπωσδήποτε μπορεί κανείς να εντοπίσει πολλά θεολογικά λάθη και πνευματικά σφάλματα.
 
Κατ' αρχάς πρέπει να παρατηρήσει ότι ο Αρχιεπίσκοπος Λάζαρος επανειλημμένως στο βιβλίο του ισχυρίζεται ότι πάντοτε οι λεγόμενες εξωσωματικές εμπειρίες είναι δαιμονικές καταστάσεις, μερικές δε φορές είναι φυσικό επακόλουθο της ενεργοποιήσεως του σώματος μετά από την κωματώδη κατάσταση, και ακόμη είναι ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις, αλλά όμως, όπως ισχυρίζεται, στις περισσότερες φορές είναι αποτέλεσμα δαιμονικών ενεργειών.
 
Γενικά, οι θεολογικές του θέσεις βρίσκονται σε σωστό προσανατολισμό. Κυρίως μπορούμε να εντοπίσουμε τρία βασικά θεολογικά επιχειρήματα.
 
Πρώτον, η πνευματική εμπειρία και η βίωση της Βασιλείας του Θεού δεν μπορεί να αναζητηθεί έξω από το σώμα του ανθρώπου, αφού το ανθρώπινο σώμα είναι ναός του Παναγίου Πνεύματος. Όποιος ομιλεί για εξωσωματικές εμπειρίες, αυτός αγνοεί την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, και βρίσκεται κάτω από την Λατινο-σχολαστικο-έλληνιστική επίδραση.
 
Δεύτερον, οι «εξωσωματικές εμπειρίες» δεν είναι ποτέ πραγματικές, αλλά αποτέλεσμα είτε δαιμονικών παραισθήσεων, φαντασιώσεων, ή εξαπατήσεως, είτε ιατρικών παραισθήσεων, είτε διανοητικών ασθενειών.
Όποιος επιδιώκει την έξοδο της ψυχής από το σώμα στην πραγματικότητα προβάλλει την φαντασία και τα συναισθήματα προς τον κόσμο των δαιμονικών πνευμάτων, τα όποια προσφέρουν τις δικές τους αποκαλύψεις. Πρόκειται, δηλαδή, για εμπειρίες δαιμονικές.
 
Τρίτον, οι εμπειρίες των Πατέρων της Εκκλησίας είναι νοερές εμπειρίες πού γίνονται μέσα στα βάθη του είναι τους, εκεί οπού βρίσκεται η Βασιλεία του Θεού.
 
Έχοντας υπ' όψη του αυτές τις θεολογικές θέσεις ισχυρίζεται ότι όσοι ομιλούν για εξωσωματικές εμπειρίες συνδέονται με παγανιστικές μυστικές λατρείες, με τον Ινδουισμό και τον Σαμανισμό, προϋποθέτουν τον δυϊσμό της διδασκαλίας του Ωριγένους ή ακόμη και τον μανιχαϊσμό.
 
Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ούτε αυτήν την γενική θεολογική τοποθέτηση, ούτε τα θεολογικά επιχειρήματα πού αναπτύσσει ο συγγραφεύς. Όμως πιστεύω ότι δεν πρέπει να είμαστε απόλυτοι, ούτε να συσχετίζουμε κάθε εμπειρία με ανάλογες εμπειρίες εξωχριστιανικές, αν δεν τις κρίνουμε από ορθοδόξου προοπτικής.
 
Θα μπορούσα να εντοπίσω μερικά από τα χαρακτηριστικά σημεία.
 
Όταν οι δυτικοί κάνουν λόγο για εξωσωματικές εμπειρίες, τις συνδέουν με τις λεγόμενες μεταθανάτιες εμπειρίες, αναφέρονται, δηλαδή σε περιπτώσεις ανθρώπων πού πέθαναν ή νομίζουν ότι πέθαναν, και ύστερα επανήλθαν στην ζωή. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για προσπάθεια εξόδου του νου από το σώμα.
 
Έπειτα τα χωρία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του Άσματος Ασμάτων πού χρησιμοποιεί ο Αρχιεπίσκοπος Λάζαρος δεν αναφέρονται σε περιπτώσεις λεγομένων εξωσωματικών εμπειριών πού σχετίζονται με τον θάνατο, αλλά σε καταστάσεις εκστάσεως με την ορθόδοξη έννοια και σημασία. Πρόκειται για διαφορετικά πράγματα.
 
Το χωρίο του Άσματος Ασμάτων «εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί» αναφέρεται στην κατάσταση της προσευχής. Επίσης, το χωρίο του αγιου Γρηγορίου του Παλαμά σύμφωνα με το όποιο το να οδηγηθεί ο νους έξω από το σώμα είναι «δαιμόνων εύρημα και ελλήνων παίδευμα» αναφέρεται στην έκσταση των αρχαίων Ελλήνων, πού ήταν δαιμονική κατάσταση. Ό Βαρλαάμ δίδασκε ότι κατά την προσευχή πρέπει ο νους να οδηγείται έξω από το σώμα, γιατί το σώμα είναι κακό. Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έλεγε ότι αυτό είναι δαιμονικό, αφού ο νους πρέπει να επιστρέψει στην καρδιά, και από εκεί στον Θεό. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά η έκσταση δεν είναι η απομάκρυνση του νου από το σώμα, αλλά η απομάκρυνση του νου από το σαρκικό φρόνημα. Ό νους είναι η ενέργεια της ψυχής, ο οφθαλμός της ψυχής και όχι η ψυχή, όπως το μεταφράζει ο Αρχιεπίσκοπος Λάζαρος.
 
Ακόμη, έχω προσέξει ο π. Σεραφείμ Ρόουζ επανειλημμένως κάνει διάκριση μεταξύ των πνευματικών και των δαιμονικών εμπειριών, πού προέρχονται από άλλες θρησκείες. Μάλιστα σε πολλά σημεία κάνει κριτικές παρεμβάσεις. Λέγει ότι τέτοια φαινόμενα μερικοί τα ερμηνεύουν άλλοτε μέσα από αποκρυφιστικές ή πνευματιστικές θεωρίες, άλλοτε μέσα από προτεσταντικές αντιλήψεις, σύμφωνα με τις όποιες οι ψυχές μετά τον θάνατο βρίσκονται σε κατάσταση ασυνειδησίας, άλλοτε μέσα από τον δογματικό αθεϊσμό, πού απορρίπτει την άποψη ότι η ψυχή ζει μετά τον θάνατο, και άλλοτε μέσα από μια «ορθόδοξη» συντηρητική άποψη ότι η Ορθοδοξία δεν έχει κάποια συγκροτημένη άποψη για το πώς είναι η μέλλουσα ζωή. Το συμπέρασμα του π. Σεραφείμ είναι ότι δεν πρέπει να περιμένει κανείς πολλά πράγματα από το βιβλίο του Μούντυ, αλλά να τα δει μέσα από την ορθόδοξη πατερική παράδοση.
 
Επί πλέον υπάρχουν μερικά γεγονότα, όπως τα συναντούμε σε πατερικά κείμενα, στα όποια φαίνεται ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος πέθανε με την βούληση βεβαίως του Θεού, και στην συνέχεια επανήλθε στην ζωή. Σε αναστάσεις νεκρών στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη δεν έχουμε περιγραφές για το τι αισθάνονται εκείνη την περίοδο. Όμως σε μερικές περιγραφές, στα ασκητικά κείμενα, έχουμε μια μικρή διδασκαλία. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν την πραγματικότητα.
 
Βέβαια, δεν μπορώ να ισχυρισθώ ότι όλες οι απόψεις του π. Σεραφείμ Ρόουζ είναι ορθόδοξες, άλλωστε δεν έχω πρόθεση να γίνω απολογητής του, ούτε ακόμη ότι τα θεολογικά επιχειρήματα του Αρχιεπισκόπου Λαζάρου δεν είναι σωστά, άλλα θέλω να τονίσω ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Οι περισσότερες λεγόμενες επιθανάτιες εμπειρίες είτε είναι δαιμονικές, είτε φυσικές λόγω φαρμάκων είτε, ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις.
 
Υπάρχουν όμως και μερικές, έστω ελάχιστες, πού είναι αληθινές και αποδεικνύουν ότι υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο. Ή πατερική διδασκαλία συνιστά ότι τίποτε δεν πρέπει να αρνούμαστε και τίποτε δεν πρέπει να δεχόμαστε, αν δεν το περάσουμε μέσα από την φωτιστική και διακριτική σκέψη και εμπειρία των θεουμένων. Γι' αυτό, στην επομένη ενότητα θα δούμε λίγο το
θέμα της διακρίσεως αυτών των εμπειριών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου