Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Διαχρονική εσχατολογία ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΧΟΣ


Από την αρχή του βιβλίου έχουμε δηλώσει ότι θα ασχοληθούμε ιδιαιτέρως με την ζωή του άνθρωπου μετά θάνατον. Παρακολουθήσαμε την ψυχή από την ώρα πού χωρίζεται από το σώμα, μέχρι την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, και την ζωή της μετά την μέλλουσα κρίση.
Όλα αυτά τα θέματα περικλείονται στον όρο «εσχατολογία». Είναι γνωστόν ότι η εσχατολογία και όλα τα γεγονότα των εσχάτων απασχολούν πάρα πολύ τον άνθρωπο της εποχής μας. Μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι εκτός από την υγειά αναζήτηση είναι μια σύγχρονη μόδα να αφήνουμε τα παρόντα και να ασχολούμαστε με τα μέλλοντα. Ίσως αυτό να είναι τεκμήριο μιας παρακμής. Πραγματικά, σε εποχές πού υπήρχε τρομερή απογοήτευση από διάφορα κοινωνικά γεγονότα, οι άνθρωποι στρέφονταν στα μέλλοντα και αναζητούσαν με αγωνία να πληροφορηθούν γι' αυτά. Συνήθως, όταν τα κοινωνικά και ανθρωποκεντρικά συστήματα είχαν στερεές δόσεις, οι άνθρωποι προσκολλώνταν σ' αυτά και δεν αναζητούσαν τα μέλλοντα.
Αντίθετα, σε εποχές πού όλα κλονίζονταν, οι άνθρωποι έψαχναν να βρουν κάτι βαθύτερο. Έτσι και από πλευράς ανθρωπίνης αναπτύσσεται σήμερα η επιστήμη της μελλοντολογίας, η όποια εξετάζει, το μέλλον της γης και προσπαθεί να ερευνήσει τις μελλοντικές συνθήκες ζωής των ανθρώπων.
   Το θέμα όμως είναι ότι γίνεται σήμερα μια τρομερή σύγχυση πάνω σε αυτήν την αναζήτηση. Πολλοί Χριστιανοί αναμειγνύουν την ορθόδοξη θεολογία περί εσχατολογίας με άλλες αιρετικές ερμηνείες της και ακόμη ασχολούνται με τρόπο πού θα το έκανε ένας οπαδός μιας άλλης θρησκείας ή ένας ουμανιστής. Περιπλέκονται τα θέματα, δεν τοποθετούνται στην πραγματική τους διάσταση, και γι' αυτό είναι ανάγκη να δούμε το θέμα της εσχατολογίας από ορθοδόξου πλευράς. Μόνον κατ' αυτόν τον τρόπο θα ξεφύγουμε τον πειρασμό να την αναμείξουμε με ξένα στοιχεία, τα όποια βλάπτουν την Αποκάλυψη.
Ό όρος «διαχρονική εσχατολογία» δηλώνει ότι τα έσχατα στην Ορθόδοξη Παράδοση δεν είναι απλώς τα μέλλοντα, δεν συνδέονται, δηλαδή, αποκλειστικά με τον χρόνο, αλλά με τον τρόπο ζωής. Έτσι, η εσχατολογία ταυτόχρονα είναι παρελθόν, παρόν και μέλλον. Μιλώντας, λοιπόν, από ορθοδόξου πλευράς για εσχατολογία πρέπει να έχουμε πάντα υπ' όψη, ότι τα έσχατα, πού θα συμβούν στο μέλλον, είναι όπως τα αρχικά (τα πρώτα) και τα ενδιάμεσα.

1. Ερμηνεία του ορού εσχατολογία
Ό όρος εσχατολογία δηλώνει τον λόγο περί των εσχάτων, το να μιλάμε, δηλαδή, για τα έσχατα. Όπως  ο όρος Χριστολογία δηλώνει τον λόγο περί του Χριστού, και ο όρος Εκκλησιολογία δηλώνει τον λόγο περί της Εκκλησίας, το ίδιο συμβαίνει και με τον όρο εσχατολογία. Ή λέξη έσχατα χρησιμοποιείται με πολλές έννοιες. Κατ' αρχάς, βέβαια, υποδηλώνει τον τελευταίο και τα τελευταία, και αυτό εκλαμβάνεται από πλευράς τόπου, βαθμού (ανώτερος - κατώτερος), καταστάσεως, προσώπου, χρόνου. Έτσι, μπορούμε να μιλάμε για έσχατο τόπο, για κατώτερο άνθρωπο, για ταπεινό και πρόστυχο άνθρωπο, για τα γεγονότα πού θα συμβούν στο μέλλον1.
Στην Καινή Διαθήκη μπορούμε να συναντήσουμε την λέξη έσχατα να δηλώνει πολλά πράγματα κάθε φορά. Θα ήθελα να αναφέρω μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ό Χριστός, μιλώντας για την δόξα των άγιων Αποστόλων, πού εγκατέλειψαν τα πάντα και Τον ακολούθησαν, είπε: «Πολλοί δε έσονται πρώτοι έσχατοι και έσχατοι πρώτοι» (Ματθ. ιθ', 30). Αυτό λέγεται από πλευράς αξίας. Οι Απόστολοι, πού εθεωρούντο τελευταίοι εν σχέσει με τους σοφούς και δυνατούς της εποχής τους, ανεδείχθησαν πρώτοι σε αξία. Με αυτήν την σημασία υπάρχουν πολλά χωρία στην Αγία Γραφή.

Σε άλλη περίπτωση ο Χριστός, αναφερόμενος στην διαγωγή κατά τα δείπνα, έλεγε ότι πρέπει ο άνθρωπος να επιλέγει τον τελευταίο τόπο, ώστε, αν χρειασθεί, να τον αναδεικνύει ο οικοδεσπότης: «όταν κληθείς, πορευθείς ανάπεσον εις τον έσχατον τόπον, ίνα όταν έλθη ο κεκληκώς σε είπη σοι,φίλε, προσανάβηθι ανώτερον» (Λουκ. ιδ'. 10). Εδώ η λέξη έσχατος τίθεται κατ' αντιδιαστολή προς το ανώτερο, και σημαίνει τον κατώτερο τόπο. Δηλώνεται εκτός των άλλων και η ταπείνωση πού πρέπει να διακρίνει τους μαθητές του Χριστού. Γι' αυτό ο Κύριος συνιστούσε άλλου: «εί τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος» (Μάρκ. θ', 35).
Ή λέξη έσχατος χρησιμοποιείται καί από γεωγραφικής πλευράς για να δήλωση το τελευταίο όριο του ορίζοντος ή της γης. Ό Χριστός ανήγγειλε στους μαθητές Του: «άλλα λήψεσθε δύναμιν επελθόντος του Αγίου Πνεύματος έφ' ημάς και έσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (Πράξ. α', 8), Με αυτόν τον λόγο ο Χριστός τους αναγγέλλει ότι θα λάβουν το Άγιον Πνεύμα και θα γίνουν μάρτυρες Του σε όλο τον κόσμο. Βέβαια ο όρος εσχατολογία χρησιμοποιείται κυρίως για να δηλώσει το τέλος του χρόνου. Και με αυτήν την σημασία υπάρχουν πολλά χωρία μέσα στην Καινή Διαθήκη. Γι' αυτό θα δούμε στην συνέχεια μερικά από αυτά, χωρίς να αναφέρουμε τα χωρία πού δηλώνουν και άλλες έννοιες της λέξεως έσχατα.
Σε ομιλίες Του ο Χριστός συνδέει τα έσχατα με την ανάσταση των σωμάτων, και, φυσικά, με την Κρίση πού την ακολουθεί. Μιλώντας προς τους Ιουδαίους μεταξύ των άλλων έλεγε: «τούτο δε εστί το θέλημα του πέμψαντός με πατρός, ίνα πάν ό δέδωκέ μοι μη απολέσω εξ αυτοί, αλλά αναστήσω αυτό εν τη εσχάτη ημέρα» (Ίω. στ'. 39). Αυτή ήταν και η πεποίθηση των Ιουδαίων, γι' αυτό και η αδελφή του Λαζάρου Μάρθα, στην διαβεβαίωση του Χριστού «αναστήσεται ο αδελφός σου», απάντησε: «οίδα ότι αναστήσεται εν τη αναστάοει εν τη εσχάτη ήμερα» (Ίω. ια', 23-24). Και, όπως είπαμε προηγουμένως, η ανάσταση των νεκρών συνδέεται με την Κρίση πού θα ακολουθήσει. Γι' αυτό ο Χριστός έλεγε: «ο αθετών εμέ και μη λαμβάνων τα ρήματα μου, έχει τον κρίνοντα αυτόν ο λόγος ον ελάλησα εκείνος κρίνει αυτόν εν τη εσχάτη ήμερα» (Ίω. ιβ'. 48)
Τα έσχατα αναφέρονται και στην περίοδο προ της Δευτέρας ελεύσεως του Χριστού για να κρίνει τους ανθρώπους, στο τέλος, δηλαδή, του χρόνου, όταν οι άνθρωποι θα σκληρυνθούν και το κακό θα φθάσει στην μεγαλύτερη έξαψη του. Γι' αυτό ο Απόστολος Παύλος διαβεβαιώνει τον μαθητή Του Τιμόθεο: «Τούτο δε γίνωσκε, ότι εν εσχάταις ημέραις ενστήσονται καιροί χαλεποί» (Β' Τιμ. γ', 1). Στην ίδια προοπτική ευρίσκεται και ο Απόστολος Πέτρος, όταν υπενθυμίζει την αλήθεια: «τούτο πρώτον γινώσκοντες, ότι ελεύσονται επ’ εσχάτων των ήμερων εμπαίκται, κατά τάς ιδίας επιθυμίας αυτών πορευόμενοι» (Β' Πέτρ. γ', 3).
Επομένως, ο όρος εσχατολογία χρησιμοποιείται για να δήλωση τους έσχατους καιρούς, το τέλος του χρόνου, τους καιρούς εκείνους πού θα εμφανισθεί ό Χρίστος για να κρινη τους ανθρώπους και όλα όσα θα ακολουθήσουν πρίν και μετά από αυτήν την εμφάνιση. Μπορούμε όμως να προσθέσουμε ότι ή εσχατολογία αναφέρεται και στην έξοδο της ψυχής από το σώμα, οπότε αρχίζει αμέσως η μερική κρίση των ανθρώπων. Από τα λίγα αυτά εισαγωγικά φαίνεται ότι δεν ειναι τόσο εύκολο να περιορίζουμε την εσχατολογία σε ένα μόνον διάστημα χρόνου, γιατί στην ορθόδοξη αντίληψη περί χρόνου, ζούμε την ενότητα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, αφού στους άγιους, πού είναι τα πραγματικά μέλη της Εκκλησίας, τα παρελθόντα και τα μέλλοντα διώνονται ως παρόντα. Γι' αυτό μπορούμε να κάνουμε λόγο για διαχρονική εσχατολογία, αφού μάλιστα τα έσχατα είναι όπως τα πρώτα και τα ενδιάμεσα.

2. Ό χρόνος στην ορθόδοξη αντίληψη
Για να δούμε καθαρότερα την ορθόδοξη διδασκαλία για την εσχατολογία, πρέπει να εξετάσουμε για λίγο το θέμα του χρόνου κατά την ορθόδοξη αντίληψη. Αυτό θα μας βοηθήση να δούμε με πληρότητα το σπουδαίο και κρίσιμο αυτό θέμα, το όποιο είναι και σύγχρονο. Άλλωστε, η επικεφαλίδα του κεφαλαίου αυτού είναι «διαχρονική εσχατολογία».
Βέβαια, δεν πρόκειται να μελετήσουμε τον χρόνο από την επιστημονική του άποψη, αλλά από την εκκλησιαστική και, κυρίως, εν σχέσει με την αποκάλυψη του Θεού. Άλλωστε, και τα έσχατα τα μελετούμε πάντοτε σχετικά με την Δευτέρα έλευση του Χριστού και την μέλλουσα μακαριότητα.
Στην προ της ενανθρωπήσεως του Χριστού περίοδο, ό χρόνος μπορούμε να πούμε ότι ήταν γραμμικός, αφού οι Ιουδαίοι περίμεναν τον Μεσσία, για να τους άπαλλάξη από την δουλεία και την αμαρτία. Στην εκκλησιαστική όμως περίοδο, αφού ό Χριστός ήλθε, ενηνθρώπησε και έδωσε την δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να ζήσει την Βασιλεία του Θεού, δεν υφίσταται τόσο ό γραμμικός χρόνος, αλλά ό σταυρικός. Δεν οδηγούμαστε πλέον εμείς στην εύρεση της Βασιλείας του Θεού στο μέλλον, αλλά ό Χριστός και η Βασίλεια Του μετακινείται σε μας, δηλαδή έρχεται και μας συναντά σε κάθε χρονική στιγμή. Έτσι, την ζωή των εσχάτων μπορεί ό άνθρωπος να την ζει σε κάθε χρονική στιγμή.
Αν δε σκεφθούμε ότι με την ενανθρώπηση Του ό Χριστός επανέφερε τον Αδάμ στον Παράδεισο, και, φυσικά, τον άνέβασε στο ΰψος εκείνο στο οποίο θα έφθανε, αν δεν άμάρτανε, τότε μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι τα παρελθόντα και τα έσχατα βιώνονται στο παρόν, και έτσι ζούμε τον λεγόμενο λειτουργικό χρόνο. Ό χρόνος περιχωρείται από την αιωνιότητα.
Το ότι η ενανθρώπηση του Χριστού έφερε τα έσχατα στην Ιστορία και τον χρόνο, φαίνεται από πολλά χωρία της Αγίας Γραφής, θα ήθελα να μνημονεύσω τα βασικότερα.
Ό Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στον τρόπο με τον όποιο ό Θεός αποκάλυψε τον εαυτό Του, γράφει: «Πολυμερώς και πολυτρόπως πάλαι ό Θεός λαλήσας τοις πατράσιν εν τοις προφήταις, έπ' εσχάτου των ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν υιώ» (Έβρ. α', 1). Με αυτόν τον λόγο φαίνεται ότι οι έσχατες ημέρες είναι οι ήμερες της παρουσίας του Χριστού. Με την είσοδο του Χριστού στον κόσμο άρχισε η Βασιλεία του Θεού.
Ό Απόστολος Πέτρος, αναφερόμενος στην λύτρωση πού επετεύχθη με την ενανθρώπηση του Χριστού, γράφει: «ειδότες ότι ου φθαρτοίς, αργυρίω ή χρυσίω, ελυτρώθητε εκ της ματαίας υμών αναστροφής πατροπαραδότου, αλλά τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου και ασπίλου Χριστού, προεγνωσμένου μεν προ καταβολής κόσμου, φανερωθέντος δε έπ' εσχάτων των χρόνων δι' υμάς» (Α' Πέτρ. α', 18-20). Ή έλευση του Χριστού για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους προγνώστηκε προ καταβολής κόσμου, άλλα τελικά πραγματοποιήθηκε στούς έσχατους χρόνους. Οι άγιοι Απόστολοι πού αξιώθηκαν της μεγάλης Αποκαλύψεως, εισήλθαν στην ζωή των εσχάτων χρόνων. Τα τέλη των αιώνων στην Αγία Γραφή δεν αναφέρονται μόνον στό τέλος του χρόνου, αλλά και στην ενανθρώπηση του Χριστού, αφού μας δίνει την δυνατότητα να ζήσουμε την ζωή των εσχάτων. Κάνοντας λόγο ό Απόστολος Παύλος για τους πειρασμούς των Ιουδαίων στην Παλαιά Διαθήκη γράφει: «ταύτα δε πάντα τύποι συνέβαινον εκείνοις, εγράφη δε προς νουθεσιαν ημών, εις ους τα τέλη των αιώνων κατήντησεν» (Α' Κορ. ι'. 11).
Ή βίωση των εσχάτων αναφέρεται και στην συζήτηση του Χριστού με την Μάρθα, την αδελφή του Λαζάρου, πού μνημονεύσαμε προ ολίγου. Ό Χριστός την διαβεβαιώνει ότι θα αναστηθεί ό αδελφός της Λάζαρος. Εκείνη άπαντα οτι γνωρίζει καλά ότι θα αναστηθεί στην εσχάτη ήμερα. Τότε ό Χριστός λέγει: «εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή, ό πιστεύων εις έμέ, καν αποθάνη ζήσεται· και πάς ό ζών και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα», και υστέρα από λίγο ανέστησε τον Λάζαρο (Ίω. ια', 23 κ.έ.).
Αυτή η συνομιλία και το θαύμα πού ακολούθησε είναι εκφραστικά. Δείχνουν ότι Αυτός είναι η ανάσταση και η ζωή, και, επομένως, με την έλευση Του στον κόσμο έφερε και την ανάσταση και την ζωή. Την ανάσταση του Λαζάρου πρέπει να την δούμε σε αυτήν την προοπτική. Ό Χριστός δεν άνέστησε τον Λάζαρο απλώς από φιλάνθρωπο αισθήματα, αλλά γιατί ήθελε να φανέρωση ότι είναι προοίμιο της αναστάσεως των ανθρώπων, ότι Αυτός ο ίδιος είναι η ανάσταση, ότι με την εναθρώπησή Του καταργείται ό θάνατος και, επομένως, με την ενανθρώπηση Του, ήλθε στον κόσμο η Βασιλεία των Ουρανών. Έτσι, η Βασιλεία του Θεού δεν είναι η πέραν του χρόνου ζωή, αλλά ξ βίωση του Θεού από αυτήν εδώ την ζωή.
Μέσα στα πλαίσια αυτά τίθεται και ό χρόνος, καθώς επίσης και ή βίωση των εσχάτων και στην ορθόδοξη υμνογραφία. Σε ένα άναστάσιμο τροπάριο -ψάλλουμε: «Ό εκ Θεού Πατρός Λόγος, προ των αιώνων γεννηθείς, έπ' έσχατων δε των χρόνων, ό αυτός εκ της απειρογάμου σαρκωθείς, βουλήσει σταύρωσιν θανάτου υπέμεινε, και τον πάλαι νεκρωθέντα άνθρωπον έσωσε, δια της εαυτού Αναστάσεως»2.
Έτσι, στην Καινή Διαθήκη η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μόνον μια εσχατολογική προσδοκία, αλλά ελθούσα πραγματικότητα. Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς, αναλύοντας αυτήν την αλήθεια, λέγει ότι στην Αγία Γραφή φαίνεται ότι η βίωση της Βασιλείας του Θεού γίνεται κατά τρεις τρόπους. Ό πρώτος τρόπος είναι ότι η Βασιλεία του Θεού έρχεται, και γι' αυτό απαιτείται μετάνοια, όπως κήρυττε ό Τίμιος Πρόδρομος και ό Χριστός. Ό δεύτερος τρόπος, ότι η Βασιλεία του Θεού ήλθε, και μάλιστα «εντός υμών εστίν» (Λουκ. ιζ', 21) και ό τρίτος τρόπος, ότι η Βασιλεία του Θεού θα έλθει σε όλη της την πληρότητα και δόξα. Βασιλεία του Θεού είναι Αυτός ο Ίδιος ό Χριστός και η θέα της άκτίστου Χάριτος. Λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών,Και ουκ ήγγισε μόνον, ... αλλά και μετ' ου πολύ περιφανέστερον παραγένεται,» Έπεί τοίνυν ή βασιλεία του Θεού και ήγγικε και εν ήμιν εστί, και μετ' ου πολύ παραγίνεται, ποιήοωμεν δια των της μετανοίας έργων εαυτούς αυτής άξίους»3.
Για όλους αυτούς τους λόγους, και διότι ήλθε η Βασιλεία του Θεού, και διότι πρόκειται να έλθει στο τέλος του χρόνου, χωρίς να γνωρίζουμε πότε θα είναι, γι' αυτό κάθε χρονική στιγμή «εσχάτη ώρα εστί» (Α' Ίω, β', 18), κατά τον λόγο του Ευαγγελιστού Ιωάννου. Επομένως, ό χρόνος στην ορθόδοξη αντίληψη δεν είναι γραμμικός με την έννοια ότι δεν περιμένουμε την Βασιλεία του Θεού στο μέλλον, δεν είναι ακόμη κυκλικός με την πλατωνική έννοια, ότι είναι άναρχος και ατελεύτητος, αλλά μπορούμε να πούμε ότι είναι σταυρικός. Δηλαδή, καιτοι οδηγούμαστε προς την μετά
τον θάνατο ζωή, στα μελλοντικά αγαθά, εν τούτοις αυτά τα μελλοντικά αγαθά μπορούμε να τα ζήσουμε από αυτήν ακόμη την ζωή. Άρα, ό χρόνος στην ορθόδοξη αντίληψη δεν λειτουργεί τόσο ως παρελθόν, παρόν και μέλλον, αλλά ως συμπεπυκνωμένος, σωτηριώδης και λειτουργικός χρόνος. Αυτό σημαίνει πρωτίστως ότι τα έσχατα στην Ορθόδοξη Παράδοση δεν είναι η ζωή μετά τον θάνατο και μετά την Δευτέρα έλευση του Χριστού, δεν είναι η ζωή του μέλλοντος αιώνος, αλλά η κοινωνία και ενότητα με τον Χριστό, πού γίνεται και από αυτήν ακόμη την ζωή. Μια εσχατολογία αποδεσμευμένη από το παρελθόν και το παρόν δεν είναι ορθόδοξη, είναι διαστρέβλωση της περί των εσχάτων διδασκαλίας της Εκκλησίας.

3. Τα παρελθόντα και τα παρόντα των εσχάτων
Μιλώντας για έσχατα, όπως έγινε φανερό, εννοούμε κυρίως τα όσα θα ακολουθήσουν στην μετά τον θάνατο ζωή και στην προ και μετά την Δευτέρα έλευση και Παρουσία του Χριστού στον κόσμο για να κρίνει τους ανθρώπους. Όμως, στην Ορθόδοξη ερμηνευτική παράδοση, όπως θα δούμε στην συνέχεια δεν ζούμε τα έσχατα σαν μια μελλοντική προσδοκία, αλλά σαν παρούσα πραγματικότητα. Τα έσχατα, λοιπόν, είναι τρισδιάστατα, ανήκουν στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, στους αγίους ανθρώπους. Αυτό θα το εξετάσουμε αναλυτικότερα στά επόμενα.
α) Τι είναι η Βασιλεία του Θεού
Σε όλη την Βιβλικοπατερική Παράδοση καθίσταται σαφές ότι η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια εγκοσμιοκρατική κτιστή πραγματικότητα, αλλά η όραση του άκτίστου Φωτός. Επειδή δε η όραση του ακτίστου Φωτός είναι η θέωση του ανθρώπου και ένωση του με τον Θεό, γι' αυτό η Βασιλεία του Θεού είναι μέθεξη της δόξης του Θεού. Έτσι, η δόξα του Θεού θα είναι κοινή στον Χριστό και τους θεουμένους αγίους, με την διαφορά, όμως, ότι ο Χριστός, επειδή είναι Θεός, είναι πηγή της ακτίστου δόξης και βασιλείας, ενώ οι άγιοι θα είναι κατά Χάριν μέτοχοι της. Ό άγιος Ισαάκ ο Σύρος θα υπογράμμιση: «Την βασιλείαν των ουρανών θεωρίαν πνευματικήν λέγουσιν, ότι εστί»4.
Ό Χριστός στην επί του Όρους ομιλία Του μακάρισε τους ταπεινούς και τους πραείς λέγοντας: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η Βασιλεία των Ουρανών», καθώς επίσης «μακάριοι οι πραείς ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γήν» (Ματθ. ε', 3-5).
Αναλύοντας αυτό το χωρίο, ο ησυχαστής άγιος Γρηγόριος Σιναΐτης, και ιδιαιτέρως τι είναι η Βασιλεία του Θεού, λέγει ότι «γη πραέων» είναι η Βασιλεία των Ουρανών. Και επεξηγεί ότι Βασιλεία των Ουρανών είναι η θεανδρική κατάσταση του Χριστού, στην οποία έχουμε φθάσει ή φθάνουμε λαμβάνοντας την κατά Χάρη γέννηση της υιοθεσίας και την ανακαίνιση δια της αναστάσεως. Ακόμη, γη αγία είναι «η θεωθείσα φύσις», η οποία έφθασε στην θέωση ή απλώς στην κάθαρση. Επί πλέον γη αγία είναι η θεία γαλήνη, πού είναι η ειρήνη πάνω από κάθε αντίληψη και κατανόηση του νου5. Επομένως, ή Βασιλεία του Θεού είναι η μέθεξη της Χάριτος του Θεού από τους θεουμένους άγιους.
Βέβαια, είναι γνωστόν ότι θα υπάρχουν διάφορες καταστάσεις των ανθρώπων ανάλογα με τον βαθμό της θεώσεώς τους. Ό άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης και στο σημείο αυτό είναι εκφραστικότατος. Αναλύοντας τον λόγο του Χριστού στους μαθητάς Του «εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλοί εισίν» (Ίω. ιδ', 2), λέγει ότι μία είναι η Βασιλεία του θεού, αλλά έχει εσωτερικές πολλές διαφορές, αναλόγως με «τάς διαφόρους άναβάσεις καί προκοπάς της έκεισε καταστάσεως». Όλοι θα λάμπουν στο στερέωμα, εν τούτοις «αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξη»,κατά τον θειο Απόστολο Παύλο (Α' Κορ. ιε', 41). Έτσι οι θεούμενοι, οι άγιοι θα λάμπουν, θα ακτινοβολούν «κατά τε την αρετήν και την γνώσιν, κατά τε το ποσόν της θεώσεως»6.
Αυτό το αναλύει ό ίδιος άγιος κατά το παράδειγμα της μωσαϊκής σκηνής. Ή σκηνή του Μωϋσέως είχε δύο χωρίσματα, δύο επί μέρους σκηνές. Έτσι και η Βασιλεία των Ουρανών ομοιάζει με την Θεότευκτη σκηνή του Μωϋσέως. Στην πρώτη θα εισέλθουν «όσοι Ιερείς Χάριτος». Στην δεύτερη, πού είναι η νοητή, θα εισέλθουν μόνον όσοι εισήλθαν από εδώ στον γνόφο της θεολογίας και λειτούργησαν τριαδικά, ως ιεράρχες τέλειοι, με τον νου, τον λόγο και το πνεύμα, έχοντες τελετάρχη και πρώτο Ιεράρχη τον Χριστό7.
Έτσι οι εν Χάριτι Ιερείς, δηλαδή οι άγιοι, οι όποιοι κατά την διάρκεια της ζωής τους εισήλθαν στον φωτισμό του νου, θα αξιωθούν να εισέλθουν στην πρώτη σκηνή, ενώ οι εν Χάριτι αρχιερείς, δηλαδή οι Θεόπτες και πραγματικοί θεολόγοι, θα εισέλθουν στην δεύτερη σκηνή, δεχόμενοι εμφανέστερα τίς ελλάμψεις. Αυτό σημαίνει ότι ανάλογα με την κάθαρση της καρδιάς και τον φωτισμό του νου από αυτήν την ζωή θα αξιωθούν και της κατάλληλης και ισάξιας εμπειρίας. Όποτε εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η Βασιλεία των Ουρανών είναι θέα του Θεού «πρόσωπον προς πρόσωπον», είναι κοινωνία και ένωση του ανθρώπου με τον Θεό.
      Είναι πολύ χαρακτηριστικές οι παραβολές του Χριστού για την Βασίλεια των Ουρανών. Σε πολλές παρομοιάζεται η Βασιλεία των Ουρανών με τον οικοδεσπότη πού κάνει γάμους, θα ήθελα να μνημονεύσω μία από αυτές. Ό Κύριος είπε: «Ωμοιώθη η Βασιλεία των Ουρανών ανθρώπω βασιλεί όστις εποίησε γάμους τω υιώ αυτού, και απέστειλε τους δούλους αυτού καλέσαι τους κεκλημένους εις τους γάμους» (Ματθ. κβ'. 2-3). Ό ιερός Θεοφύλακτος, ερμηνεύοντας αυτήν την παραβολή, κάνει αξιόλογες παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα πού μας απασχολεί. Λέγει ότι, όταν εμείς ζούμε σαν άνθρωποι με πάθη και ελαττώματα, τότε και ο Θεός φαίνεται ως άνθρωπος. Όταν ζούμε ως κατά Χάριν Θεού, «τότε ίσταται ο Θεός εν συναγωγή θεών». Όταν ακόμη ζούμε σαν τα θηρία, τότε «γίνεται και εκείνος ημίν πάνθηρ, και άρκτος, και λέων». Στην παραβολή αυτή παρουσιάζεται ό Θεός σαν άνθρωπος, πού τελεί τους γάμους του υιού του. Επίσης, μιλά για γάμο του Υιού Του «συναπτών αυτόν πάση ψυχή ωραία, Νυμφίος γαρ ό Χριστός, νύμφη δε η Εκκλησία και η ψυχή».
Έτσι η παραβολή του γάμου δείχνει την ενότητα του Χριστού με τους ανθρώπους πού συνδέονται μαζί Του. Τους κάλεσε στους γάμους και το δείπνο. Ομοιάζει η Βασιλεία του Θεού με δείπνο «ως εν έσχάτοις καιροίς τελείως φανέντος του τοιούτου γάμου, και προς τη εσπέρα ήτοι τω τέλει των αιώνων». Εδώ γίνεται σαφές ότι αναφέρεται κυρίως στο μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού όταν, δηλαδή, στο Πρόσωπο του Λόγου ενώθηκαν ατρέπτως, άσυγχύτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως η θεία με την ανθρώπινη φύση. Το δείπνο αυτό με το οποίο ομοιάζει η Βασιλεία των Ουρανών λέγεται άριστο, «διότι και εν τοις προτέροις αιώσιν απεκαλύπτετο το μυστήριον ει και αμυδρότερον»8.
Το τελευταίο μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Βασιλεία του Θεού ήλθε με την ενανθρώπηση του Χριστού, και ακόμη ότι αυτό το μυστήριο αποκαλυπτόταν και προηγουμένους, έστω και αμυδρότερα, θα το δούμε στα επόμενα αυτό το σημείο. Αλλά και πάλι θέλω να επαναλάβω ότι Βασίλεια του Θεού και Βασιλεία των Ουρανών είναι συνώνυμα με την θέα του ακτίστου Φωτός, την θέωση του ανθρώπου και την ένωση του με τον Θεό.

β) Τα έσχατα ως τα πρώτα
Είναι σαφής διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας ότι ο Θεός δεν δημιούργησε τον άνθρωπο θνητό, δεν είναι, δηλαδή, αίτιος του θανάτου ο Θεός, αλλά τον δημιούργησε με την δυνατότητα να φθάσει στην θέωση και να ισχυροποιηθεί σε αυτήν. Συγκεκριμένα, ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης θα πει ότι το σώμα του ανθρώπου κτίστηκε άφθαρτο «οίον και αναστήσεται», και η ψυχή κτίστηκε απαθής9. Με άλλα λόγια, το σώμα του ανθρώπου πλάστηκε από τον Θεό σε όποια κατάσταση θα ευρέθη μετά την ανάσταση των νεκρών, δηλαδή άφθαρτο. Και βέβαια η ψυχή ήταν απαθής. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι αίτιος του κακού ο Θεός.
Άλλοι από τους αγίους Πατέρες τονίζουν ότι ο Αδάμ αμέσως μετά την δημιουργία του ήταν στο στάδιο του φωτισμού του νου και άλλοι από αυτούς τονίζουν ότι ήταν στην κατάσταση της θεώσεως. Και οι δύο αυτές παραδόσεις φαίνονται στην διδασκαλία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ο όποιος, όπως είναι γνωστόν, έκανε μια σύνοψη της διδασκαλίας όλων των άγιων Πατέρων. Σε άλλη μελέτη μου ανέλυσα αυτήν την διδασκαλία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, στην οποία φαίνεται, ότι ο Αδάμ βρισκόταν στον φωτισμό του νου και την θεωρία. Άλλωστε, ο φωτισμός είναι το πρώτο στάδιο της θεωρίας του Θεού10.
Επομένως, ο Αδάμ ζούσε στον αισθητό και νοητό Παράδεισο και είχε θεοκοινωνία, βίωνε την Βασιλεία των Ουρανών. Έπρεπε όμως να ισχυροποιηθεί σε αυτήν την κατάσταση και να προχωρήσει στην βρώση του ξύλου της ζωής. Απέτυχε να το πραγματοποίηση επειδή ήταν ακόμη αγύμναστος και άπειρος και δεν υπήκουσε στο θέλημα του Θεού. Εξ άλλου, ό τρόπος με τον όποιο ερμηνεύει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την ζωή του Αδάμ και της Εύας στον Παράδεισο της Εδέμ, φανερώνει ότι ο πρώτος άνθρωπος ήταν γεμάτος από Άγιον Πνεύμα, δεν φορούσε τους δερμάτινους χιτώνες της φθοράς και της θνητότητας, ήταν ενδεδυμένος με το Άγιον Πνεύμα, συνομιλούσε με τον Θεό, και όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα ανθρώπου θεουμένου, είναι γνωρίσματα των ανθρώπων της μελλούσης Βασιλείας των Ουρανών. Υπάρχει, βέβαια, διαφορά στο ότι τώρα η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία φύση στο Πρόσωπο του Λόγου, αλλά εκείνη η ζωή ήταν μακαρία και αρχή της τελείας θεώσεως11.
Παρακάμπτοντας την διεξοδικότερη ανάλυση των δύο αναφερθέντων Πατέρων της Εκκλησίας, επειδή έγινε σε άλλες μελέτες μου, θα ήθελα να δούμε την περιγραφή της ζωής του Αδάμ στον Παράδεισο, πού κάνει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Περιγράφοντας την κατάσταση του Αδάμ προ της πτώσεως, λέγει ότι είχε το Άγιον Πνεύμα και ήταν ενωμένος με τον
Λόγο. «ο Λόγος του Θεού συνήν αύτω». Καίτοι ήταν γυμνός, τον σκέπαζε ο Λόγος του Θεού: «αυτός γαρ ο λόγος ην αυτώ κληρονομιά, αυτός ένδυμα και δόξα σκέπουσα αυτούς, αυτός διδασκαλία». Αυτό σημαίνει ότι ο Λόγος ήταν για τον Αδάμ τα πάντα, «είτε γνώσις είτε αίσθησις είτε κληρονομιά είτε διδασκαλία». Στην συνέχεια γράφει ότι όπως το Άγιον Πνεύμα ενεργούσε στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης «και εδίδασκεν αυτούς και έσωθεν αυτών ην και έξωθεν αυτοίς παρεφαίνετο, ούτω και εις τον Αδάμ». Το Άγιον
Πνεύμα τον δίδασκε, αλλά και ο Ίδιος ο Λόγος του Θεού ήταν τα πάντα, και κατ' αυτόν τον τρόπο ο Αδάμ, όσο τηρούσε την εντολή, «φίλος ην Θεού»12. Ό Αδάμ στον Παράδεισο της Εδέμ είχε κοινωνία τόσο με τον Λόγο Χριστό, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, όσο και με το Άγιον Πνεύμα. Ή παρατήρηση του άγιου Μακαρίου του Αιγυπτίου, ότι στον Αδάμ προ της πτώσεως ενεργούσε το Άγιον Πνεύμα, όπως στους Προφήτες, «και εδίδασκεν αυτούς και έσωθεν αυτών ην και έξωθεν αυτοίς παρεφαίνετο», μας οδηγεί στο άλλο συμπέρασμα ότι, παρά την πτώση του Αδάμ και την έξοδο του από τον Παράδεισο, εν τούτοις ο Θεός εξακολουθούσε να έχει κοινωνία και σχέση με τους φίλους Του, και κατ' αυτόν τον τρόπο υπήρξαν πολλοί φίλοι του Θεού και πριν την ενανθρώπηση του Λόγου. Γι' αυτό, κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, η Χάρη του Θεού ενεργούσε προ του νόμου, μετά τον νόμο, προ της ενανθρωπήσεως του Χριστού, κατά την ενανθρώπηση και μετά από αυτήν.
Ή Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από θεοφάνειες, δηλαδή από φανερώσεις του Θεού. Και, φυσικά, αυτές οι φανερώσεις δεν είναι οπτικές εμφανίσεις, αλλά αποκαλύψεις, θεοπτίες δια της θεώσεως. Γι' αυτό και υπήρχε θέωση στην Παλαιά Διαθήκη, με την διαφορά ότι δεν είχε ακόμη καταργηθεί οντολογικά ο θάνατος και δεν είχε ακόμη ενωθεί η ανθρώπινη φύση με την θεία φύση στην υπόσταση του Λόγου. Γι' αυτό η θεοπτία γινόταν έσωθεν δια της θεώσεως, αλλά δεν υπήρχε ακόμη το θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού και οι θεούμενοι δεν ήταν μέλη του Σώματος του Χριστού.
Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι όλες οι εμφανίσεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη ήταν εμφανίσεις του Λόγου, και μάλιστα του άσαρκου Λόγου, δεν ήταν εμφανίσεις του Πατρός. Δηλαδή, οι Προφήτες, πού ήταν φίλοι του Θεού, δεν έβλεπαν τον Πατέρα, αλλά τον Λόγο, όμως δια του Λόγου είχαν κοινωνία και με τον Πατέρα. Για να εκφραστούμε καλύτερα, θα λέγαμε ότι εν τω Λόγω έβλεπαν και τον Πατέρα.
Ό Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει στην αρχή του Ευαγγελίου του: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε' ο μονογενής υιός ό ων εις τον κόλπον του πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ίω. α', 18). Ό άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ερμηνεύοντας το χωρίο αυτό, αφ' ενός μεν το συνδέει με τον λόγο του Χριστού: «πάς ο ακούων παρά του πατρός και μαθών έρχεται προς με· ούχ ότι τον πατέρα τις εώρακεν, ει μη ό ων παρά του Θεού, ούτος εώρακε τον πατέρα» (Ίω. στ', 45-4β), αφ' ετέρου δε το αναφέρει για την ουσία του Θεού, πού είναι αθεώρητη και αθέατη από τον άνθρωπο. Μάλιστα, χαρακτηριστικά σημειώνει: «μόνω γαρ Υιώ τω κατά φύσιν ορατός ο Πατήρ, και ούτως, ως αν τις εικάσαι θεοπρεπώς την θειαν οράν τε και οράσθαι φύσιν, ετέρω δε των όντων ουδενί»13.
Είναι γνωστόν ότι σε πολλά τροπάρια της Εκκλησίας μας αναφέρεται σαφώς ότι οι Αποκαλύψεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη είναι αποκαλύψεις του άσαρκου Λόγου. Υπάρχουν δε και αγιογραφικά χωρία. Ό Απόστολος Παύλος, μιλώντας για το πόμα το οποίο έπιναν οι Εβραίοι στην έρημο, γράφει: «έπινον γαρ εκ πνευματικής ακολουθούσης πέτρας, η δε πέτρα ην ό Χριστός» (Α' Κορ. ι', 1-4). Ό ίδιος δε ο Χριστός, αναφερόμενος στον άρτο πού έτρωγαν οι Εβραίοι στην έρημο, και παρακαλούμενος από τους ακροατές Του «Κύριε πάντοτε δός ήμιν τον άρτον τούτον», απήντησε: «εγώ ειμί ό άρτος της ζωής, εγώ ειμί ό άρτος ό καταβάς εκ του ουρανού» (Ίω. στ', 31-41). Ό Πατήρ έδωκε τον άρτο και αυτός ο άρτος είναι ο Λόγος. Έτσι, πολλά τροπάρια, πού εκφράζουν την θεολογία της Εκκλησίας, φανερώνουν αυτήν την μεγάλη αλήθεια, ότι δηλαδή, ο αποκαλυφθείς Θεός στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη είναι ό Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, με μία διαφορά, ότι στην Παλαιά Διαθήκη ήταν άσαρκος, στην Καινή Διαθήκη σεσαρκωμένος. Σε ένα τροπάριο ψάλλουμε χαρακτηριστικά: «Δαυιτικήν προφητείαν εκπληρών, Χριστός μεγαλειότητα, εν Σιών την οικείαν Μαθηταίς εξεκάλυψεν αινετόν δεικνύς εαυτόν, και δοξαζόμενον αεί, συν Πατρί τε και Πνεύματι Αγίω· πρότερον μεν άσαρκον ως Λόγον, ύστερον δε δι ημάς σεσαρκωμένον»14.
Ό εμφανισθείς Θεός στο Σινά και στο Θαβώρ είναι ο ίδιος ο Λόγος: «Ό πάλαι τω Μωσεί συλλαλήσας επί του όρους Σινά δια συμβόλων. Εγώ ειμί, λέγων, ο 'Ων, σήμερον έπ' όρους Θαβώρ μεταμορφωθείς, επί των μαθητών έδειξε το αρχέτυπον κάλλος της εικόνος, εν εαυτώ την ανθρωπίνην αναλαβών ουσίαν»15.
Ό Άγγελος πού εμφανίστηκε στους Τρείς Παίδας στην κάμινο είναι ο Λόγος πού σαρκώθηκε: «Ό παίδας εκ καμίνου ρυσάμενος γενόμενος άνθρωπος πάσχει ως θνητός»16. Αυτός πού καθοδήγησε τον Εβραϊκό λαό από την Αίγυπτο στην γη της επαγγελίας είναι ο Λόγος του Θεού ο οποίος έπαθε και ετάφη από τα παιδιά των τότε σεσωσμένων: «Κύματι θαλάσσης τον κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον, υπό γης έκρυψαν τών σεσωσμένων οι παίδες»17. Νομίζω ότι τα τροπάρια αυτά είναι εκφραστικότατα και δεν προσφέρουν διαφορετική ερμηνεία.
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι μεταξύ των Ορθοδόξων και των Αρειανών, κατά τον Δ' αιώνα, υπήρχε απόλυτη συμφωνία ότι ο Άγγελος και Κύριος της δόξης πού εμφανιζόταν στους Προφήτες ήταν ό Λόγος, ό οποιος με την ενανθρώπηση Του φανέρωσε την δόξα του Πατρός στους Αποστόλους. Βέβαια, οι Ορθόδοξοι δίδασκαν ότι ο Λόγος, πού έβλεπαν οι Προφήτες, ήταν άκτιστος και Θεός, ενώ οι Αρειανοί έλεγαν ότι ο Λόγος αυτός ήταν κτίσμα, πού δημιουργήθηκε εκ μη όντος και δεν γεννήθηκε από την ουσία και την υπόσταση του Θεού Πατρός18.
Αν υπάρχουν μερικά χωρία Πατέρων στα όποια λέγεται ότι οι Προφήτες έβλεπαν τον Θεό Πατέρα, αυτά πρέπει να τα δούμε και να τα ερμηνεύσουμε μέσα από την θεολογία των τροπαρίων της Εκκλησίας μας, και, φυσικά, μέσα από την ερμηνεία του αγίου Κυρίλλου πού ανέφερα προ ολίγου. Αυτό σημαίνει ότι τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν κοινή ενέργεια και πάντοτε είναι ενωμένα κατ’ ούσίαν και κατά φύσιν. Δεν υπάρχει ο Λόγος άνευ του Πατρός και του Άγιου Πνεύματος, ούτε το Αγιον Πνεύμα άνευ του Πατρός και του Λόγου, ούτε ό Πατήρ άνευ του Λόγου και του Αγιου Πνεύματος. Έτσι, ό Λόγος εμφανίζεται στούς άγιους Προφήτες, Αποστόλους, και εν τω Λόγω βλέπουμε τον Πατέρα. Οσάκις, λοιπόν, λέγεται ότι στήν Παλαιά Διαθήκη υπάρχει δράση Πατρός, πρέπει να υπονοείται ως όραση Πατρός εν τω ασάρκω Λόγω.
Είναι χαρακτηριστική η απάντηση του Χριστού στην παράκληση και προτροπή του Φιλίππου «Κύριε, δείξον ημίν τον Πατέρα και αρκεί ημίν». «τοσούτον χρόνον μεθ' υμών ειμί, και ουκ έγνωκάς με Φίλιππε; ό εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα· και πώς συ λέγεις, δείξον ημίν τον πατέρα; ου πιστεύεις ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί εστί; τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, απ’ εμαυτού ου λαλώ, ο δε πατήρ ο εν εμοί μένων αυτός ποιεί τα έργα. πιστεύετε μοι ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί...» (Ίω. ιδ', 8-11). Φαίνεται, λοιπόν, ότι τα έσχατα, η βίωση της Βασιλείας του Θεού στο μέλλον, βιώνονταν από τον Αδάμ προ της πτώσεως και της εξόδου από τον Παράδεισο, και από τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, αφού έβλεπαν τον Θεό Λόγο και είχαν κοινωνία μαζί Του.
Βέβαια, επειδή ακόμη δεν είχε καταργηθεί ο θάνατος, γι' αυτό μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα οδηγούνταν στον Άδη, από τον οποίο τους ελευθέρωσε ο Χριστός, όταν κατέβηκε σ' αυτόν.

γ) Τα έσχατα ως παρόντα
Ή ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού έδωσε άλλη δυνατότητα στον άνθρωπο και άλλαξε κυριολεκτικά την ιστορία. Με την ενωση της θείας και ανθρωπινής φύσεως στο Πρόσωπο του Λόγου, ο ανθρωπος απέκτησε υπόσταση αυτόν τον Ίδιο τον
Χριστό, και έτσι, έλαβε το φάρμακο της ζωής. Ή Εκκλησία, η οποία προηγουμένως ήταν πνευματική τώρα γίνεται σαρκική, γίνεται Σώμα Χριστού και ο Χριστός Κεφαλή της.
Πολλά τροπάρια της λατρείας μας φανερώνουν αυτήν την μεγάλη αλήθεια. Σε ένα στιχηρό του εσπερινού της εορτής των Χριστουγέννων ψάλλουμε: «Σήμερον ο χρόνιος ελύθη δεσμός της καταδίκης του Αδάμ· ο Παράδεισος ημίν ηνεώχθη, ο όφις κατηργήθη· ην γαρ ηπάτησε πρώην, νυν εθεάσατο του δημιουργού γενομένην μητέρα»19. Σε ένα άλλο τροπάριο πάλι παρουσιάζεται η ενανθρώπηση του Χριστού ως αποκατάσταση του Αδάμ και επαναφορά του στον Παράδεισο. «Εν Βηθλεέμ γεννάται, ό του παντός Ποιητής, και την Εδέμ ανοίγει, ό προ αιώνων Βασιλεύς, η φλογίνη ρομφαία, τά νώτα δίδωσιν το μεσότοιχον του φραγμοί διαλέλυται· αι ουράνιαι δυνάμεις συν τοις επί γης αναμίγνυνται»20. Είναι δε γνωστό το τροπάριο: «Ετοιμάζου Βηθλεέμ, ήνοικται πάσιν η Εδέμ. Ευτρεπίζου Εφραθά ότι το ξύλον της ζωής, εν τω Σπηλαίω εξήνθησεν εκ της Παρθένου. Παράδεισος και γαρ, η εκείνης γαστήρ, εδείχθη νοητός, εν ω το θείον φυτόν εξ ου φαγόντες ζήσομεν, ουχί δε ως ο Αδάμ τεθνηξόμεθα. Χριστός γεννάται, την πρίν πεσούσαν, αναστήσων εικόνα»21.
Το ότι με την ενανθρώπηση του Χριστού ήλθε η Βασιλεία του Θεού πάνω στην γη φαίνεται από το κήρυγμα τόσο του Τιμίου Προδρόμου όσο και του Χριστου: «μετανοείτε· ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. γ', 2 και Ματθ. δ', 17). Ή ενανθρώπηση του Χριστού είναι το μέγα και απόκρυφο μυστήριο, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Όμολογητή, «δι' ο τα πάντα συνέστησαν τέλος», είναι ο «προεπινοούμενος θείος σκοπός» της αρχής των όντων και «προς τούτο το τέλος αφορών, τάς των όντων ο Θεός παρήγαγεν ουσίας». Ή ενανθρώπηση του Χριστού είναι το τέλος όλης της δημιουργίας. Έτσι όλος ο νοητός και αισθητός κόσμος προγνωρίστηκε και έγινε για την Κυρία Θεοτόκο, και η Κυρία Θεοτόκος έγινε για τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, δηλαδή για την ενανθρώπηση Του, όπως αναλύει διεξοδικά ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης22.
Ή ενανθρώπηση όμως του Χριστού δεν μας άνοιξε μόνον τον κεκλεισμένο Παράδεισο, δεν μας έδειξε μόνον την δόξα του Αδάμ προ της πτώσεως, δεν μας φανέρωσε μόνον τον σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου, αλλά φανέρωσε ακόμη και την δόξα της Βασιλείας των Ουρανών μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Αυτό φαίνεται καθαρά στην θεολογία της Μεταμορφώσεως του Χριστού. Το Φως πού είδαν οι μαθητές κατά την Μεταμόρφωση δεν ήταν φάσμα και αστραπή, δεν ήταν κάτι πού γίνεται και απογίνεται, δεν ήταν μια τρίτη κεκρυμμένη φύση στον Χριστό, αλλά η δόξα της ακτίστου ενεργείας. Όπως ερμηνεύει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, πού δίκαια αποκλήθηκε θεολόγος του Φωτός, το Φως αυτό ήταν η υπόσταση των μελλόντων αγαθών, αυτή η ίδια η Βασιλεία του Θεού. Οι μαθητές επάνω στο θαβώρ είδαν την Βασιλεία των Ουρανών, και όχι μόνον την είδαν, αλλά την βίωσαν υπαρξιακά, αφού και αυτοί μεταμορφώθηκαν την ώρα εκείνη. Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς επεξηγεί ότι, όταν έλεγε ο Χριστός στους μαθητάς Του, «εισί τίνες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυϊαν εν δυνάμει» (Μάρκ θ', 1), εννοούσε την δόξα της Μεταμορφώσεως Του. Ερμηνεύοντας αυτό το Χριστολογικό γεγονός, λέγει ότι ο Βασιλεύς Χριστός είναι πανταχού και, επομένως, και η Βασιλεία Του είναι πανταχού. Έτσι, «το έρχεσθαι την αυτού Βασιλείαν ου το άλλοθεν αλλαχόθε παραγίνεσθαι δήλοι, αλλά το φανερουσθαι ταύτην τη δυνάμει του θείου Πνεύματος»23.
Ή Μεταμόρφωση του Χριστού και η μέθεξη αυτού του Φωτός από τους Μαθητές δείχνει ότι η Βασιλεία του Θεου και, επομένως, τα έσχατα δεν είναι μόνον γεγονότα του μέλλοντος αιώνος, αλλά παρούσα πραγματικότητα για τους θεουμένους. Κάθε άγιος πού μετέχει της Πεντηκοστής, μετέχει της Βασιλείας του Θεού και των εσχάτων από την ζωή αυτή. Άλλωστε, ο ύψιστος βαθμός της Αποκαλύψεως είναι η Πεντηκοστή.
Οι άγιοι από τώρα απολαμβάνουν την Βασιλεία του Θεού και όλα τα έσχατα εν αρραβώνι, και αυτό φαίνεται από τον φωτισμό του νοός, την νοερά προσευχή, την θεωρία του Θεού, την έλλαμψη των ψυχών και των σωμάτων. Τα άγια λείψανα, τα όποια θαυματουργούν είναι φανερώσεις αυτής της πραγματικότητας. Ό Απόστολος Παύλος, κατά την ομολογία του, ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού και από εκεί ηρπάγη στον Παράδεισο. Αυτό κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, δείχνει τα στάδια της πνευματικής τελειώσεως, πού είναι η κάθαρση της καρδίας, ο φωτισμός του νου και η θέωση του ανθρώπου. Το ότι ηρπάγη στον Παράδεισο, κατά τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη, σημαίνει ότι εμυήθη σε όλα τα μυστήρια του Παραδείσου, στον όποιο ήταν ο Αδάμ και στον όποιο θα είναι οι δίκαιοι. Ό Απόστολος Παύλος είχε εμπειρίες βιώσεως των εσχάτων από την ζωή αυτή.
Από τα πολλά χωρία πού θα μπορούσα να αναφέρω πρέπει να σημειωθεί ένα πού δείχνει αυτήν την πραγματικότητα. Γράφει προς τους Κορινθίους: «άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην» (Α' Κορ. ιγ'. 12-13). Πρέπει να προσέξουμε ιδιαιτέρως τα ρήματα «επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην». Τότε, δηλαδή, θα γνωρίοη αυτό πού γνώρισε στο παρελθόν. Και μόνον από αυτό το αποστολικό χωρίο φαίνεται ότι τα έσχατα είναι ως τα πρώτα. Ή Βασιλεία του Θεού είναι η όραση της δόξης του Θεού. Υπάρχουν στιγμές πού οι άγιοι, όπως ο Απόστολος Παύλος, γνώρισαν την μέλλουσα μακαριότητα από αυτήν την ζωή. Πρόκειται περί της ίδιας γνώσεως. Αλλά εφ' όσον φορούμε το σαρκίον, δεν είναι μόνιμη κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ του «επεγνώσθην» και του «επιγνώσομαι» περιλαμβάνεται το «άρτι γινώσκω εκ μέρους» και το «βλέπομεν γαρ άρτι δι' εσόπτρου εν αινίγματι». Αυτό σημαίνει ότι μεταξύ της θεωρίας του Θεού, πού αξιώνονται από αυτήν την ζωή οι άγιοι σε μερικές στιγμές και μέρες, και της θεωρίας του Θεού μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού ή ακόμη και μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα υπάρχει ο φωτισμός, η επί μέρους γνώση, πού είναι η νοερά προσευχή. Ή εκκλησιαστική ζωή δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα να βιώσει αυτήν την εσχατολογική πραγματικότητα ως παρούσα. Αυτό επιτυγχάνεται με τα μυστήρια και την άσκηση, αφού και τα δύο συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους.
Το άγιον Βάπτισμα μας εισάγει στην Εκκλησία και μας καθιστά μέλη του Σώματος του Χριστού. Το άγιο Χρίσμα μας δίνει τις δωρεές του Άγιου Πνεύματος και η θεία Κοινωνία μας χορηγεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού για να ζήσουμε. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην θεία Λειτουργία, όταν συμμετέχουμε αξίως, και μέσα σε όλη την προοπτική πού προϋποθέτει αυτό το μυστήριο και όχι μαγικά, ζούμε όλα τα γεγονότα της ζωής του Χριστού και αυτής ακόμη της Δευτέρας Παρουσίας Του. Στην θεία Λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου ο ιερεύς προσεύχεται: «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής, και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του Σταυρού, του Τάφου, της τριημέρου Αναστάσεως, της εις ουρανούς Αναβάσεως, της εκ δεξιών Καθέδρας, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας...». Μετά δε την θεία Κοινωνία, κατά την θεια Λειτουργία του Μ. Βασίλειου, ο ιερεύς ομολογεί: «Ήνυσται και τετέλεσται, όσον εις την ημετέραν δύναμιν, Χριστέ, ό Θεός ημών, το της σης οικονομίας μυστήριον έσχομεν γαρ του θανάτου σού την μνήμην, είδομεν της Αναστάσεως σου τόν τύπον ενεπλήσθημεν της ατελεύτητου σου ζωής απηλαύσαμεν της ακένωτου σου τρυφής' ης και εν τω μέλλοντι αιώνι παντός ημάς καταξιωθήναι ευδόκησον...».
Καίτοι με όσα αναφέραμε φαίνεται ότι η Βασιλεία του Θεού, τα έσχατα, βιώνονται και στο παρόν ως εν αρραβώνι, εν τούτοις θα προχωρήσουμε στην παρουσίαση της διδασκαλίας μερικών αγίων, στην όποια φαίνεται εναργέστερα αυτή η αλήθεια, πού είναι σαφής διδασκαλία της Εκκλησίας και, φυσικά, εμπειρία των αγίων.
Ό άγιος Ισαάκ ό Σύρος, αφού αναφέρει ότι η Βασιλεία των Ουρανών είναι θεωρία πνευματική, λέγει: «εντεύθεν γαρ αισθάνεται της τρυφής εκείνης της Βασιλείας των ουρανών»24. Σε άλλο σημείο, περιγράφοντας την εμπειρία της ελεύσεως της θείας Χάριτος την τρυφή και την αγαλλίαση πού επιπίπτει σε όλο το σώμα του ανθρώπου, στην συνέχεια επιλέγει: «όταν επιδημήση τω ανθρώπω εκείνη η τρυφή η σφύζουσα εν όλω τω σώματι αυτού, ούτω νομίζει ό τοιούτος εν εκείνη τη ώρα, ως ουκ εστίν άλλο τι ή των ουρανών Βασιλεία, ή τούτο»25.
Ό άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, για να παρουσιάσει την σχέση πού υπάρχει μεταξύ των μελλόντων αγαθών και των δωρεών της θείας Χάριτος, πού απολαμβάνει ο άνθρωπος από την ζωή αυτή, χρησιμοποιεί το παράδειγμα των βασιλικών ανακτόρων. Ένας άνθρωπος, λέγει, πού συχνάζει στο παλάτι και γνωρίζει όλα τα μυστικά και την δόξα του βασιλέως, ούτε ξενίζεται, άλλα ούτε και φοβάται αν ο ίδιος γίνει βασιλιάς και στεφανωθεί. Το ίδιο γίνεται με τους πραγματικούς Χριστιανούς. «Εν εκείνω τω αιώνι μέλλοντες βασιλεύειν ου ξενίζονται, ήδη προεγνωκότες τα μυστήρια της χάριτος». Στην συνέχεια προσθέτει ότι, όπως τότε στον μέλλοντα αιώνα, οι δίκαιοι θα ζουν στην Βασιλεία του Θεού και στο φως και την δόξα, χωρίς να βλέπουν τίποτε άλλο, παρά μόνον τον Χριστό στα δεξιά του Πατρός, το ίδιο και οι δίκαιοι από τώρα βλέπουν τα κάλλη και τις θαυματουργίες της Βασιλείας του Θεού, αιχμαλωτισθέντες και αρπαχθέντες από τώρα στον αιώνα εκείνο. Χαρακτηριστικά γράφει: «...ουτω και ούτοι από του νυν εις εκείνον τον αιώνα αρπαχθέντες και αιχμαλωτισθέντες πάντα τα εκεί κάλλη και τάς θαυματουργίας ορώσιν»26.
Κατά τον όσιο Νικήτα τον Στηθάτο, όταν αισθανθεί κανείς ότι η φορά των παθών είναι άπρακτος, ανενεργός, και η κατάνυξη πηγάζει στους οφθαλμούς από την ταπεινοφροσύνη, τότε «γνώθι ότι ήλθεν η Βασίλεια του Θεού επί σε και εγκύμων εγένου του Αγίου Πνεύματος»27.
Αυτή η διδασκαλία της Εκκλησίας μας, πού εκφράζεται από πολλούς αγιους, φαίνεται εκφραστικότατα στον άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο. Ό ίδιος πολλές φορές ομολογεί ότι είδε το άκτιστο Φως και, επομένως, είδε την Βασιλεία του Θεού. Ή αναφορά σε αυτόν τον άγιο νομίζω θα καταστήσει το θέμα μας καταληπτότερο, θα δούμε την αλήθεια της μεθέξεως των μελλόντων αγαθών και των δωρεών της θείας Χάριτος από αυτήν ακόμη την ζωή.
Βλέποντας τον Χριστό και την Βασιλεία «παρ' εκείνου λαβόντες των ουρανών, ήτις εστί το Πνεύμα το Άγιον εντός ημών ταύτην αεί έξομεν»28. Ό ίδιος άγιος περιγράφει μια προσωπική του εμπειρία και δίνει την μαρτυρία της οράσεως και μεθέξεως της Βασιλείας του Θεού. Γράφει πολύ χαρακτηριστικά:
«Εκεί την μέλλουσαν είδον ζωήν και αφθαρσίαν, ην ό Χριστός χαρίζεται τοις αυτόν εκζητούσι, και βασιλείαν ουρανών ούοαν εντός μου ευρον, ήτις υπάρχει ό Πατήρ, ό Υιός και το Πνεύμα, θεότης αδιαίρετος εν τρισί τοις προσώποις, ην οι μη προτιμήσαντες αντί παντός του κόσμου και δόξαν ήγησάμενοι και τιμήν τε και πλούτον το προσκυνείν, το λειτουργειν και παρίστασθαι μόνον»29.
Ό άγιος Συμεών απορεί πώς είναι δυνατόν να εισέλθει κανείς στην Βασιλεία του Θεού μετά τον θάνατο, αν δεν την έχει αποκτήσει αισθητώς από την παρούσα ζωή. Γράφει: «Ό μη εντός αυτού την βασιλείαν των ουρανών γνωστώς κτησάμενος, πώς εν αύτη μετά θάνατον είσελεύσεται; Ό μη μένοντα εν αυτώ δια τού Πνεύματος τον Υίόν ούν τω Πατρί θεασάμενος πώς μετ' αυτών εν τω μέλλοντι έσεται;»30. Ό λόγος αυτός είναι και αποκαλυπτικός και φοβερός. Δείχνει  τό ύψος της πνευματικής ζωής, το μέτρο της βιώσεως  και το τέλος του σκοπού της υπάρξεως του ανθρώπου. Δείχνει ακόμη και την βίωση των εσχάτων απο την ζωή αυτή.
Εκεί όμως πού είναι εκφραστικότερος ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος είναι σε έναν λόγο του, ό οποιος τιτλοφορείται: «Περί της φοβέρας του Κυρίου ημέρας και της μελλούσης κρίσεως, ότι και προ του θανάτου εν ημίν ένθεν ήδη καθαιρομένοις δια δακρύων ενεργείται και εν οις αν εγγένηται κατά την παρούσαν ζωήν, κατά την μέλλουσαν ούκ υπαντά».
Όπως φαίνεται και στον τίτλο, όχι μόνον η Βασιλεία του Θεού απολαμβάνεται από τους θεουμένους από αυτήν την ζωή, αλλά και οι άγιοι πού καθαρίσθηκαν με τα δάκρυα της μετανοίας θα αποφύγουν και την κρίση31. Αυτό συμβαίνει γιατί, γι' αυτόν πού ζει ασκητικά, η κρίση γίνεται τώρα και, ουσιαστικά, γι' αυτόν έρχεται από τώρα η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.
Αναλύοντας την διδασκαλία αυτήν, ο άγιος Συμεών διδάσκει ότι η αποκάλυψη της θεότητας ουσιαστικά είναι κρίση γι' αυτούς στους οποίους αποκαλύπτεται. Έτσι, άλλοι άνθρωποι αισθάνονται την καυστική ιδιότητα της Χάριτος και άλλοι την φωτιστική,
όπως λέγουν οι άγιοι Πατέρες. Στους απίστους και εμπαθείς η Χάρη του Θεού παραμένει απρόσιτη και αόρατη, ενώ στους πιστούς, πού τηρούν τις εντολές του Θεού με φόβο και τρόμο και επιδεικνύουν μετάνοια αληθινή, οράται η θεία Χάρη αποκαλυπτόμενη και προξενεί μέσα τους την μέλλουσα να πραγματοποιηθεί κρίση. Αυτόν τον άνθρωπο η θεία Χάρη τον καθαρίζει, γι' αυτό «και ο τοιούτος εν τη μελλούση κρίσει και δίκη ου κρίνεται, κέκριται γαρ». Όσοι είναι τέκνα φωτός, μετά την κάθαρση από τα πάθη, και γίνονται υιοί της μελλούσης ημέρας, «έπ' αυτούς η ήμερα Κυρίου ουδέποτε επελεύσεται' εν αύτη γαρ εισί αεί και δια παντός»32.
Αναλύοντας ο άγιος Συμεών ό νέος Θεολόγος την περικοπή της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, λέγει ότι η συνομιλία του Χριστού με τους δικαίους και αμετανόητους αμαρτωλούς γίνεται από τώρα. «Ταύτα τοιγαρούν έρει, και νυν ο Κύριος λέγει...»33. «Ή γαρ παρουσία του Κυρίου εις τους πιστούς γέγονε και αεί γίνεται και εις πάντας τους βουλομένους εφέστηκεν»34.
Δεν αναμένουμε στον μέλλοντα αιώνα να δούμε την Βασιλεία του Θεού, αλλά μπορούμε να την δούμε από τώρα. Γράφει: «...ουκ εν τω μέλλοντι μόνω, αλλά πρώτον εν τώδε τω βίω, ειθ' ύστερον και εν τω αίώνι τω μέλλοντι». Βέβαια, θα υπάρχει διαφορά, ανάλογα με τον βαθμό της θεωρίας και μεθέξεως. «Ει και ενταύθα μεν αμυδρότερον κάκει τελεώτερον». Οι πιστοί λαμβάνουν τίς απαρχές της Βασιλείας του Θεού τρανώς από την ζωή αυτή. Αυτό σημαίνει ότι ούτε ολες τις επαγγελίες απολαμβάνουν από τώρα, ούτε ελπίζουν να τίς απολαύσουν στην άλλη ζωή, ενώ τώρα «των μελλόντων αγαθών άμοιροι τε και άγευστοι» μένουν35.
Σε ένα σημείο της θεολογικής του ομιλίας ο άγιος Συμεών λέγει ότι ο Χριστός είναι το φως του κόσμου. Και, επομένως, όσοι δεν ενδύονται το φως αυτό, δεν διαφέρουν σε τίποτε από έναν νεκρό: «Ει τοίνυν αυτός φως εστί, τους δε ενδεδυσκομένους αυτόν μη επαισθάνεσθαι λέγομεν, τι νεκρού διαφέρομεν;». Και στην συνέχεια μακαρίζει τους ανθρώπους εκείνους πού βλέπουν το φως και, επομένως, βιώνουν από τώρα την Βασιλεία του Θεού.
Δεν προτίθεμαι να αναφέρω όλους τους μακαρισμούς, αλλά μόνον μερικές φράσεις πολύ χαρακτηριστικές: «Μακάριοι οι το φως αυτού νυνί ενδυσάμενοι ότι το του γάμου ήδη περιεβάλοντο ένδυμα». «Μακάριοι οι το φως του Κυρίου, ως αυτόν εκείνον άπ' εντεύθεν ήδη γνωρίσαντες, ότι αυτοί ανεπαίσχυντος αύτω εν τω αιώνι τω μέλλοντι παραστήσονται». «Μακάριοι οι εν τω φωτί του Χριστού διάγοντες πάντοτε, ότι αυτοί και νυν και εις τους αιώνας αδελφοί και συγκληρονόμοι αυτού εισί τε και αεί έσονται»36.
Ό λόγος αυτός του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου και οι θαυμάσιοι μακαρισμοί του δεν μας αφήνουν πολλά περιθώρια για να συνεχίσουμε το θέμα.
Κλείνοντας θα ήθελα μόνον να πούμε συμπερασματικά ότι η ορθόδοξη εσχατολογία είναι διαχρονική, πράγμα το όποιο σημαίνει ότι η ζωή της Βασιλείας του Θεού, όλα τα γεγονότα των εσχάτων βιώθηκαν στο παρελθόν από τον Αδάμ και τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, βιώθηκαν από τους αγίους, βιώνονται και στην παρούσα ζωή ως αρραβώνας και θα βιωθούν στον τέλειο βαθμό μετά την ανάσταση των σωμάτων. Εάν η εσχατολογία στερήται διαχρονικότητας και συνδέεται μόνον με το μέλλον δεν είναι ορθόδοξη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου