Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής και η πατερική παράδοσις



Επιστολή πρώτη.


Περί νοεράς προσευχής
Προς νέον ερωτήσαντα περί προσευχής




Η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσης τον εαυτό σου να λέγης συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα, να μην προφθάνη ο νους να σχηματίζει λογισμόν μετεωρισμού. Να προσέχης μόνον στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχης μέλι στο στόμα σου και θέλεις όλο να το λέγης. Αν το αφήνης στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνηθίση ο νους και χορτάση , το μάθη καλά – τότε το στέλνει εις την καρδίαν. Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδίαν οτιδήποτε φαντασθή. Όταν ο ευχόμενος κρατή τον νουν του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχη μόνον τα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποιαν βίαν και θέλησιν εδικήν του τον κατεβάζει εις την καρδίαν, και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμόν την ευχήν. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Εις την αρχήν λέγει μερικές φορές την ευχήν και παίρνη μίαν αναπνοήν. Κατόπιν όταν συνηθίση να παραμένη ο νους εις την καρδίαν, λέγει εις κάθε αναπνοήν μίαν ευχήν με τον εξής τρόπον: Λέγει το «Κύριε Ιησού Χριστέ» εις την εισπνοήν και το «ελέησόν με» εις την εκπνοήν. Αυτό ανήκει στην πρακτική μορφήν της ευχής εώς ότου επισκιάση και αρχίση να ενεργή η Θεία Χάρις. Εάν τούτο δεν διακοπή Χάριτι Χριστού, μετά επακολουθεί η θεωρία.
Αυτά λέγονται «πράξις». Δεικνύεις την προαίρεσίν σου εις τον Θεόν, το δε παν έγκειται εις αυτόν εάν σου δώση. Χωρίς τον Θεόν τίποτε δεν γίνεται. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η Χάρις του τα πάντα ενεργεί. Εάν η Θεία Χάρις δεν συνεργήση κανένας τρόπος και καμμιά προσπάθεια δεν καρποφορεί.
Αν θέλης να βρης τον Θεόν δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασίαν. Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένης χωρίς την ευχή. Να μη βγαίνη πνοή χωρίς την ευχήν για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «αδιαλέιπτως προσεύχεσθαι, εν παντί ευχαριστείτε».
Εάν μπορέσης να λέγης την «ευχήν» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο - τρεις μήνες – πιστεύω – την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει. Αρκεί να μη σταματήσης να τη λέγης με το στόμα, χωρίς διακοπήν. Όταν την παραλάβη ο νους τότε θα ξεκουρασθής με την γλώσσαν να την λέγης. Όλη η βία είναι στην αρχήν, εώς ότου γίνη συνήθεια. Κατόπιν θα την έχης σ’ όλα τα χρόνια της ζωής σου. Μόνον κτύπα ευθέως εις την θύραν του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξη, εάν επιμένης.


Επιστολή τετάρτη.


Παιδί μου, εάν προσέχης ό,τι σου γράφω





Λοιπόν βιάσου. Λέγε διαρκώς την ευχήν. Μην παύης καθόλου το στόμα. Έτσι θα την συνηθίσης μέσα σου και κατόπιν θα την παραλάβη ο νους. Μην ξεθαρρεύης στους λογισμούς, διότι μαλθακώνεσαι και μολύνεσαι.
Ευχή, βία φύσεως διηνεκής, και θα ιδής πόσην Χάριν θα λάβης.
Η ζωή του ανθρώπου, παιδί μου, είναι θλίψις, διότι είναι στην εξορία. Μη ζητής τελείαν ανάπαυσιν. Ο Χριστός μας σή κωσε τον σταυρόν, και ημείς θα σηκώσωμεν. Όλας τα θλίψεις εάν τας υπομένωμεν, ευρίσκωμεν Χάριν παρά Κυρίου. Δι’ αυτό μας αφήνει ο Κύριος να πειραζώμεθα, δια να δοκιμάζη τον ζήλον και την αγάπην προς αυτόν όπου έχομεν. Δι’ αυτό χρεία υπομονής. Χωρίς υπομονήν δεν γίνεται ο άνθρωπος πρακτικός, δεν μανθάνει τα πνευματικά, δεν φθάνει εις μέτρα αρετής και τελειώσεως.
Αγάπα τον Ιησούν και λέγε αδιάλειπτα την ευχήν και αυτή σε φωτίζει εις την οδόν του.
Πρόσεχε να μην κατακρίνης. Διότι απ΄ αυτό Παραχωρεί ο Θεός και φεύγει η Χάρις και σε αφήνει ο Κύριος να πέφτης, να ταπεινώνεσαι, να βλέπης τα ιδικά σου σφάλματα. Αλλ’ όταν υποχωρή η Χάρις να δοκιμασθή ο άνθρωπος, τότε γίνονται όλα σαρκικά και πέφτει η ψυχή. Συ όμως τότε μη χάνης την προθυμίαν σου, αλλά φώναζε διαρκώς την ευχήν. Με βίαν, με το ζόρι, με πόνον πολύν. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»! Και πάλιν και πολλάκις το αυτό συνεχώς. Και ως ατενίζων νοερώς τον Χριστόν να του λέγης «…Δόξα σοι, δόξα σοι, ο Θεός μου». Και υπομένων, πάλιν θα έρθη η Χάρις, πάλιν η χαρά. Όμως και πάλιν ο πειρασμός και η λύπη, η ταραχή και τα νεύρα. Αλλά και πάλιν αγώνας, νίκη, ευχαριστία. Και αυτό γίνεται μέχρις ότου ολίγον ολίγον καθαρίζεσαι από τα πάθη και γίνεσαι πνευματικός…
Η άσκησις, παιδί μου, θέλει στερήσεις. Θέλει αγώνα και κόπον πολύν. Θέλει να φωνάζης ημέραν και νύκτα προς τον Χριστόν. Θέλει υπομονήν εις όλους τους πειρασμούς και τας θλίψεις. Θέλει να πνίξης θυμόν και επιθυμίαν.
Θα κουρασθής πολύ, εώς να εννοήσης ότι προσευχή χωρίς προσοχήν και νήψιν είναι απώλεια χρόνου, κόπος χωρίς πληρωμήν. Πρέπει εις όλας τας αιςθήσει μέσα έξω να στήσης άγρυπνον φύλακα την προσοχήν, διότι χωρίς αυτής ο νους και της ψυχής αι δυνάμεις διαχέονται στα μάταια και συνήθη, ωσάν το άχρηστο νερό που τρέχει στους δρόμους. Ουδείς ποτέ εύρε προσευχήν χωρίς προσοχήν και νήψιν. Ουδείς ποτέ ηξιώθη να ανεβή προς τα άνω χωρίς πρώτον να καταφρονήση τα κάτω.


Επιστολή πέμπτη.


Μη ενδύεσαι μόνον με φύλλα.




Τέκνον μου, εν Κυρίω αγαπητόν, του Θείου Πνεύματος γέννημα… Μη ενδύεσαι μόνον με φύλλα, αλλά άπλωσε τες ρίζες βαθειά να εύρης πηγήν, ωσάν όπου κάμνουν τα πλατάνια. Ώστε να αρδεύεται συνεχώς ύδωρ, και συνεχώς να βλαστάνης. Και όταν επέλθη σοι ξηρασία, να μην πάθης καμμίαν αλλοίωσιν, καθότι εύρες ιδίαν πηγήν. Και όταν σβήση η δανεική σου λαμπάδα, εσύ θα έχης ανάψει άλλην δια των έργων σου. Και ποσώς δεν θα δοκιμάσης σκοτίαν.
Ο δε τρόπος της αποκτήσεως τούτων είναι, πρώτον η τελεία και αδιάκριτος εις όλους υπακοή. Εξ αυτής γεννάται ταπείνωσις. Της ταπεινώσεως γνώρισμα είναι τα αμέτρητα δάκρυα, όπου επί τρία τέσσερα έτη τρέχουν εν είδει πηγής. Εξ αυτών γεννάται η αδιάλειπτος προσευχή, η λεγομένη νοερά προσευχή, όπου μόλις ειπής «Ιησού μου γλυκύτατε!» τρέχουν τα δάκρυα. Μόλις ειπής «Παναγία μου!» δεν δύνασαι να κρατήσης. Οπότε εξ αυτών γεννάται μια γαλήνη εις όλον το σώμα και τελεία ειρήνη.
Εάν λοιπόν αυτά αποκτήσης, δεν φοβείσαι να πάθης αλλοίωσιν, διότι γίνεσαι άλλης φύσεως άνθρωπος. Όχι ότι αλλάσσει η φύσις, αλλά τα ιδιώματα αυτής μεταλλάσσει η Χάρις δια των του Θεού θείων ενεργειών.


Επιστολή εβδόμη
Να γίνης πτώμα να σε πατάνε όλοι
Πρόσεχε μη καταφρονήσης ένα των ελαχίστων, των εξουδενωμένων και ασθενών του κόσμου τούτου. Διότι η καταφρόνησις αυτή και η προσβολή σου δεν σταματά εις αυτούς τους δυστυχείς, αλλ’ αναβαίνει δι΄αυτών εις του Ποιητού και Πλάστου το πρόσωπον, του οποίου φέρουν την εικόνα. Και έχεις να εκπλαγής περισσώς εν τη ημέρα εκείνη, εάν ιδής να αναπαύεται περισσότερον εις αυτούς παρά εις την ιδικήν σου καρδίαν, του Θεού το Πνεύμα το Άγιον.
Πρόσεχε! Άφες αυτόν τον λογισμόν και κάμε υπομονήν, να ιδή ο Θεός την προαίρεσιν, να ελαφρώση τον κόπον σου. Δέξου τον πειρασμόν και μη αιτιάσαι τον ένα και τον άλλον. Διότι, όταν δεν υπομένης τον ένα πειρασμόν και τον άλλον και αιτιάσαι τους άλλους – επειδή ο Κύριος μας τα δίδει, τότε θα μας παιδεύση ο ίδιος, το οποίον είναι πολύ δεινότερον και πάρα πολύ σκληρόν, καθότι ουδείς των ανθρώπων ημπορεί να παιδεύση, όπως παιδεύει ο Παντοδύναμος. Δι΄αυτό παιδί μου, «δράξασθε παιδείας, μήποτε οργισθή ο Κύριος των απάντων». Αγαπήσατε το θέλημα αυτού και βαστάτε ως ίδια τα επερχόμενα, μην τύχη και μας παραδώση εις την μικροψυχίαν και βλασφημίαν.
Γίνε πτώμα να σε πατάνε όλοι επάνω. Γίνε χώμα, δείρε τον εαυτό σου, μίσησον ως εχθρόν άσπονδον. Τέλειον μίσος μίσησον αυτόν. Διότι, εάν δεν τον υποτάξης, θα σε υποτάξη αυτός εις τα πάθη της ατιμίας. Ανδρίζου και μη μικροψυχής. Σου ενθυμίζω τους λόγους των πατέρων μας όπου λέγουν «Δος αίμα, να λάβης Πνεύμα!».
Δεν λογίζεσαι άνθρωπος, όταν δε λάβης Χάριν του Θεού, και χωρίς την Θείαν Χάριν ματαίως εγεννήθημεν!


Επιστολή όγδοη


Δεν τα υπομένης όλα δια την ιδικήν μου αγάπην;




Μια φοράν, ένεκα των αλλεπαλλήλων μου φρικτών πειρασμών, είχον κυριευθή από λύπην και αθυμίαν και εδικαζόμην προς τον Θεόν ως αδικούμενος. Ότι παραδίδει με εις τόσους πολλούς πειρασμούς χωρίς να τους αναχαιτίζη ολίγον, να παίρνω καν ολίγην ανάσα. Και εις αυτήν την πικρίαν ήκουσα μιαν φωνήν ένδον μου πολύ γλυκείαν και πολύ καθαράν με άκραν συμπάθειαν. «Δεν τα υπομένεις όλα δια την ιδικήν μου αγάπην;» Και με την φωνήν εχύθην εις δάκρυα τόσον πολλά, και μετενόουν δια την αθυμίαν όπου είχον κυριευθή. Δεν λησμονώ ποτέ μου αυτήν την φωνήν, την τόσο γλυκείαν, όπου αμέσως εξηφανίσθη ο πειρασμός και όλη η αθυμία.
Δια τούτο μη αθυμής. Μη στενοχωρήσαι εις τας θλίψεις και πειρασμούς, αλλά με την αγάπην του Ιησού μας να ελαφρύνης τον θυμόν και την αθυμίαν. Και δίδε θάρρος του εαυτού σου λέγων. «ψυχή μου μη αθυμής! Διότι μικρά θλίψις σε καθαρίζει από πολυχρόνιον νόσον. Αλλά και μετ’ ολίγον θα φύγη»…
Δια τούτο ανδρίζου και ίσχυε εν Κυρίω και μη σμικρύνης την προθυμίαν σου. Αλλά ζήτει, φώναζε διαρκώς, κάν λαμβάνης κάν ού.

Επιστολή ενάτη

Η ευτέλεια της φύσεώς μας



Όθεν εν πρώτοις γνώριζε, τέκνον μου, ότι παν αγαθόν εκ Θεού έχει την αρχήν. Δεν γίνεται αγαθός λογισμός μη ων εκ Θεού έχει την αρχήν. Δεν γίνεται αγαθός λογισμός μη ων εκ θεού, μηδέ πονηρός μη ων εκ του διαβόλου. Ότι καλόν λοιπόν διανοηθής, ειπής, διαπράξης, όλα είναι της δωρεάς του Θεού. «παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστι καταβαίνον». Όλα είναι της δωρεάς του θεού, εδικόν μας δεν έχομεν τίποτε.
Πας λοιπόν όστις επιθυμεί και ζητεί να λάβη την Χάριν, να τον δώση δωρεάν ο Θεός, πρέπει πρώτον να γνωρίση καλώς την ιδίαν του ύπαρξιν, το «γνώθι σαυτόν». Και τούτο είναι η όντως αλήθεια. Διότι κάθε πράγμα έχει αρχήν. Και αν την αρχήν δεν μάθης δεν θα σου βγη εις τέλος καλόν.
Και αρχή λοιπόν και αλήθεια είναι να γνωρίση κανείς ότι είναι μηδέν – 0 – και εκ του μηδενός παρήχθησαν άπαντα. «Είπε και εγενήθησαν. Ενετείλατο και εκτίσθησαν». Είπε και εγένετο γη. Και λαβών πηλόν έπλασεν άνθρωπον. Αύτη η ιδία σου ύπαρξις. Αυτό είμεθα όλοι μας. Χώμα και λάσπη.
Τούτο είναι το πρώτο μάθημα εις εκείνον που θέλει να λάβη, αλλά και να μένη διαπαντός η Χάρις πλησίον του. Απ’ αυτήν την θεωρίαν αποκτά επίγνωσιν και εξ αυτού γεννάται ταπείνωσις. Όχι με λόγια αργά, να ταπεινολογή, αλλά επί βάσεως στερεάς να ομιλή την αλήθειαν: Είμαι χώμα, είμαι πηλός, είμαι λάσπη. Αυτή μας είναι η πρώτη μητέρα.
Σε ενεφύσησεν ο Δημιουργός και σου έδωκεν πνεύμα ζωής. Και ιδού ευθύς έγινες ένας άνθρωπος λογικός. Όμως μη λησμονής ότι η ρίζα σου είναι το χώμα. Και αν λάβη το πνεύμα αυτός που το έδωκε, εσύ πάλιν θα κτίζεσαι σαν πηλός εις τους τοίχους!
Δια τούτο «μιμνήσκου τα έσχατά σου και ου μη αμαρτήσης εις τον αιώνα».
Ιδού, έμαθες ότι είσαι πηλός, πτωχός και γυμνός. Τώρα ζήτησε από τον δυνάμενον αναπλάσαι την φύσιν να σε πλουτίση. Και, αν σοι δώση πολύ ή ολίγον, επίγνωθι τον σον ευεργέτην, και μη σφετερισθής τα ξένα ως ίδια. Με πόνον και δάκρυα θα λάβης την Χάριν. Και πάλιν με δάκρυα χαράς και ευχαριστίας, με φόβον Θεού αυτήν θα κρατήσης. Με θέρμην και ζήλον ελκύεται, με ψυχρότητα και αμέλειαν χάνεται.
Επιστολή δέκατη


Πάντοτε προηγείται η Χάρις των πειρασμών ως μία ειδοποίησης προετοιμασίας



Πράξις λέγεται όχι το να δοκιμάση κανείς και να υποχωρήση. Αλλά «πράξις» λέγεται το να εισέλθη, να μονομαχήση, να νικήση, να νικηθή, να κερδίση, να χάση, να πέση, να εγερθή, να αναμοχλεύση τα πάντα, και να εκδέχεται αγώνα και πάλην μέχρι τελευταίας αναπνοής και ποτέ να μην ξεθαρρεύση στον εαυτόν του εώς η ψυχή του να βγή. Αλλά, όταν ανεβαίνει στον ουρανόν, πρέπει να περιμένη την επόμενην να κατεβή εις τον Άδην. Αφήνω ότι και την ιδίαν στιγμήν γίνεται η κατάβασις. Δι΄ αυτό δεν πρέπει να ξενίζεται εις τας αλλοιώσεις, αλλά να έχη προ οφθαλμών ότι αμφότερα είναι εδικά του.
Γνώριζε ότι πάντοτε προηγείται η Χάρις των πειρασμών ως μια ειδοποίησις προετοιμασίας. Και ευθύς, όταν βλέπης την Χάριν, να συσφίγγεσαι και να λέγης: Ήλθε το διάγγελμα του πολέμου! Φυλάξου πηλέ, πόθεν θα κροτήση την μάχην ο μοχθηρός. Πολλάκις έρχεται σύντομα και πολλάκις μετά δύο ημέρας ή τρεις. Πάντως θα έλθη, και να είναι τα προχώματα στερεά. Εξομολόγησις κάθε εσπέρας, υπακοή εις τον Γέροντα, ταπείνωσις και αγάπη εις όλους. Και ούτως ελαφρύνει την θλίψιν.
Εις τρεις τάξεις διαιρείται η Χάρις: Καθαρτική, φωτιστική, τελειωτική. Εις τρεις και η πολιτεία: Κατά φύσιν, υπέρ φύσιν, παρά φύσιν. Εις αυτάς τας τρεις τάξεις ανέρχεται και κατέρχεται. Τρία είναι τα μεγάλα χαρίσματα, όπου λαμβάνει: Θεωρία, αγάπη, απάθεια.
Εκείνος που προσεύχεται ζητεί την άφεσιν των αμαρτιών, ζητεί το έλεος του Κυρίου.
Συ έχε μετάνοιαν καθαράν, κάμνε εις όλους υπακοήν, και μόνη η Χάρις θα έρθη χωρίς εσύ να ζητής.
Ο άνθρωπος ως βρέφος ψελλίζον ζητεί από τον Θεόν το θέλημά του το άγιον. Ο Θεός, ως Πατήρ υπεράγαθος, του δίδει την Χάριν, αλλά του δίνει και πειρασμούς. Εάν υπομένη αγόγγυστα τους πειρασμούς λαμβάνει προσθήκην της Χάριτος. Όσην Χάριν περισσοτέρως λαμβάνει, τόσην προσθήκην και πειρασμών. Οι δαίμονες, όταν πλησιάζουν, να κροτήσουν την μάχην, δεν πηγαίνουν εκεί που εσύ αγογγύστως θα τους νικήσης. Αλλά δοκιμάζουν, που έχεις αδυναμίαν. Όπου εσύ δεν τους περιμένεις, εκεί τειχορυχίζουν το κάστρον. Και, όταν εύρουν ψυχήν ασθενή και μέρος αδύνατον, πάντα εκεί τον νικούν και τον κάμουν υπεύθυνον.
Ζητείς Χάριν από τον Θεόν; Αντί Χάριτος σου αφήνει πειρασμόν. Δεν αντέχεις τον πόλεμον, πίπτεις; Δεν σου δίδεται προσθήκη της Χάριτος. Πάλιν ζητείς; Πάλιν ο πειρασμός. Πάλιν ήττα; Πάλιν υστέρησις, εφ΄όρου ζωής. Πρέπει λοιπόν να βγής νικητής. Αντέχου του πειρασμού εώς θανάτου. Πέσε πτώμα στην μάχην, φωνάζων κάτω παράλυτος: «Ου μη σε ανώ, γλυκύτατε Ιησού! Ουδ΄ου μη σε εγκαταλίπω! Αχώριστος θα μείνω εις τον αιώνα, και δι΄αγάπην σου ξεψυχώ εις το στάδιον». Και αίφνης παρίσταμαι εις το στάδιον και φωνεί δια λαίλαπος: «Πάρειμι!» Τότε πληρούσαι θείας αγάπης. Και φλέγεται η ψυχή σου ωσάν του Κλεόπα. Και εν καιρώ πειρασμού δεν καταλείπεις πλέον την σινδόνα, και να φύγης επί γυμνού, αλλά καρτερείς εις τας θλίψεις διαλογιζόμενος. Καθώς παρήλθεν ο ένας πειρασμός και ο άλλος, έτσι θα παρέλθη και ο σημερινός.
Όταν όμως αθυμής και γογγύζης και δεν υπομένης τους πειρασμούς, τότε αντί να νικάς πρέπει διαρκώς να μετανοής, δια τα σφάλματα της ημλερας, δια την αμέλειαν της νυκτός. Και, αντί να λαμβάνης επί Χάριτος Χάριν, μεγαλώνεις τας θλίψεις σου.
Δια τούτο νη δειλιάς, μη φοβάσαι τους πειρασμούς. Καν πέσης πολλάκις, ανάστα. Μη χάνης την ψυχραιμίαν σου. Μην απογοητεύεσαι. Σύννεφα είναι και θα περάσουν. Και όταν, συνεργούσης της Χάριτος που σε καθαρίζει από όλα τα πάθη, παρέλθης όλα αυτά όπου είναι η «πράξις», τότε γεύεται ο νους φωτισμόν και κινείται εις θεωρίαν, και πρώτη θεωρία είναι των όντων. Πως όλα, τα πάντα εποίησε δια τον άθρωπον ο Θεός, και αυτούς τους αγγέλους εις διακονία αυτού. Πόσης αξίαν, μεγαλείον, τι μέγα προορισμόν έχει ο άνθρωπος – αυτή η πνοή του Θεού! Όχι δια να ζήση εδώ τας ολίγας ημέρας της εξορίας του, αλλά να ζήση αιώνια με τον Πλάστην του. Να βλέπη τους θείους Αγγέλους. Να ακούη την άρρητον μελωδίαν τους. Τι χαρά! Τι μεγαλείον! Μόλις λαμβάνει τέρμα αυτή η ζωή μας και κλείνουν τούτοι οι οφθαλμοί ευθύς ανοίγουν οι άλλοι και αρχίζει η νέα ζωή. Η όντως χαρά, όπου πλέον τέλος δεν έχει.
Επιστολή δεκάτη εννάτη


Βάζε μετάνοιαν συνεχώς όταν σφάλλης και μη χάνης καιρόν.



Καν πάλιν έπεσες, πάλιν ανάστα. Ουρανοδρόμος εκλήθης. Δεν είναι, θαυμαστόν να σκοντάφτη εκείνος που τρέχει. Μόνον θέλει να έχη υπομονήν και μετάνοιαν εις κάθε στιγμήν.
Βάζε μετάνοιαν συνεχώς όταν σφάλλης και μη χάνης καιρόν. Καθότι, όσον αργείς να ζητήσης συγχώρησιν, τόσον δίδεις άδειαν εις τον πονηρόν ν απλώνη μέσα σου ρίζες. Μην τον αφήνης να κάμη νεύρα εις βάρος. Σου.
Λοιπόν μη απελπίζεσαι πίπτων, αλλ΄ εγειρόμενος πρόθυμα βάζε μετάνοιαν λέγων: Συγχώρησόν με, Χριστέ μου, άνθρωπος είμαι και ασθενής.
Δεν είναι εγκατάλειψις τούτο. Αλλά, επειδή έχεις ακόμη μεγάλης υπερηφάνειαν κοσμικήν, κενοδοξίαν πολλήν, σε αφήνει ο Χριστός μας να σφάλλης, να πίπτης. Να μανθάνης καθ΄εκάστην αισθητώς την αδυναμίαν σου και να υπομένης τους πταίοντας. Να μην κατακρίνης τους άλλους εάν σφάλλουν, αλλά να βαστάζης αυτούς.
Μην κρύπτης λύπην εις την καρδίαν σου, διότι η χαρά του πονηρού είναι η λύπη, η αθυμία, εξ ής γεννώνται πολλά και εξ ών γεμίζει πικρίαν η ψυχή του έχοντος ταύτα. Ενώ του μετανοούντος η διάθεσις λέγει: «Ήμαρτον, συγχώρησον, πάτερ»! και διώκει την λύπην. « Μήπως, λέγει, δεν είμαι άνθρωπος ασθενής; Λοιπόν, τι έχω να κάμω;» Όντως τέκνον μου, ούτως έχει. Έχε θάρρος.
Μόνον η Χάρις του Θεού όταν έρθη, τότε στέκει στα πόδια ο άνθρωπος. Αλλέως, χωρίς Χάριν, πάντοτε περιτρέπεται και πάντοτε πίπτει. Ανδρίζου λοιπόν και μη φοβήσαι ποσώς.
Είδες πως υπέμεινε τον πειρασμόν ο αδελφός όπου γράφεις; Το όδιον κάμε και συ. Κτήσαι γενναίον φρόνημα έναντι των επερχομένων σοι πειρασμών. Πάντως θα έλθουν. Έχεις ανάγκην από αυτούς. Διότι άλλως δεν καθαρίζεσαι. Άφες τι λέγει η ακηδία και ραθυμία σου. Μην τους φοβήσαι. Καθώς με την Χάριν του Θεού παρήλθον οι προηγούμενοι, έτσι θα περάσουν και αυτοί, αφού κάμουν το έργο τους.
Έχε λοιπόν υπομονήν δια να κερδίζης καθ΄ εκάστην, να ταμιεύης μισθόν, ανάπαυσιν και χαράν εις την ουράνιον βασιλείαν. Διότι έρχεται νυξ, η του θανάτου, ότε ουδείς δύναται πλέον εργάζεσθαι. Διά τούτο σπεύσον. Μικρός ο καιρός.
Να σου είναι και τούτον γνωστόν, ότι κάλλιον μιας ημέρας ζωή νικηφόρος με βραβεία και στεφάνια παρά χρόνια πολλά και να ζήσης εν αμελεία. Μιας ημέρας αγών εν γνώσει και αισθήσει ψυχής, δια πενήντα χρόνια άλλου τιν΄λος, χωρίς γνώσιν, αλλά αμελώς αγωνιζομένου.
Χωρίς αγώνα και χύσιν αίματος μη περιμένης ελευθερίαν παθών. Ακάνθας και τριβόλους φυτρώνει η γη μας μετά την παράβασιν. Εντειλάμεθα κάθαρσιν, πλην με πόνον πολύν, ημαγμέναις χερσί, και δια πολλών αναστεναγμών ξερριζώνονται. Κλαύσον λοιπόν, χύσε δάκρυα ποταμούς, και μαλακώνει η γη της καρδίας σου. Και, αφού το χώμα βραχή, εύκολα ξεριζώνεις τα αγκάθια.

Επιστολή εικοστή δευτέρα


Δεν θέλης να πάσχης; Μη θέλε να ανεβαίνης



Σπλάχνα μου της ψυχής! Διατί αθυμείς; Διατί απελπίζεσαι; Διατί αποκάμνεις; Τόσον ευκόλως εσύ παραιτείσαι του αγώνος;
Ιδού ότι άφησεν ο θεός τους δαίμονας να σε σινιάσουν ολίγον, να ιδής, που ευρίσκεσαι. Να φανή η υπερηφάνεια, να ταπεινωθή η καρδιάσου. Να μάθης ότι είσαι άνθρωπος, το « γνώθι σαυτόν».


Επιστολή εικοστή τετάρτη


Εκείνο το βράδυ μου έξειξεν ο Θεός την κακίαν του σατανά



Μη ξενίζεσαι, τέκνον μου. Έτσι είναι ο μοναχός. Ο βίος του μοναχού είναι μαρτύριον διαρκές. Ο γλυκύς Ιησούς μέσα στις θλίψεις γνωρίζεται. Και μόλις θα τον ζητήσης, θα σου προβάλη τας θλίψεις. Η αγάπη του είναι μέσα στα βάσανα. Ολίγον μέλι σου δείχνει και αποκάτω έχει κρύψει ολόκληρον αποθήκην πικρίας. Προηγείται το μέλι της Χάριτος και ακολουθεί κη πικρία των πειρασμών.
… Πρόσεχε, μη δειλιάσης. Μη ξενίζεσαι, όταν «πέφτουν κανόνια», αλλά στάσου ανδρείως ως του Χριστού στρατιώτης, ως δόκιμος αθλητής, ως γενναίος πολεμιστής. Διότι εδώ η παρούσα ζωή είναι στάδιον του πολέμου. Εκείθεν θα είναι η ανάπαυσις. Εδώ εξορία, εκείθεν η αληθινή μας πατρίδα. …

Επιστολή τριακοστή


Χωρίς το θέλημα του Κυρίου
Μήτε ασθενούμεν μήτε αποθνήσκομεν



«Φόβις Κυρίου αρχή της σπφίας», ομιλεί ο σοφός Σολομών, και συμφωνούν οι πατέρες. Καγώ δε λέγω υμίν. «Μακάριος και τρισμακάριος ανήρ ο φοβούμενος τον Κύριον».
Εξ αυτού του θείου φόβου γεννάται η πίστις προς τον Θεόν. Και πιστέυει ο άνθρωπος ολοψύχως ότι, αφού τελείως αφιερώθη εις τον Θεόν, έχει και ο Θεός όλην την πρόνοιαν δι’ αυτόν. Και εκτός τροφής και σκεπάσματος, όπου πάλιν αυτός τον παρακινεί να φροντίζη, άλλην φροντίδαν δεν έχει. Αλλά με όλην απλότητα εις το θέλημα του Κυρίου, ακολουθών υποτάσσεται.
Οπότε, όταν ριζώση, η πίστις αυτή, καταργείται τελείως η γνώσις εκείνη, που γεννά την αμφιβολίαν εις όλα και σμικρύνει την πίστιν, και πολλάκις την αφαιρεί, διότι έχει ισχύν φύσεως, καθότι με συτήν ανετράφημεν.
Αφού όμως νικήση η πίστις κατόπιν πολλών δοκιμασιών, τότε στρέφεται και γεννά, ή μάλλον της δίδεται δώρον γνώσις πνευματική, όπου δεν αντίκειται εις την πίστην, αλλά με τας πτερύγας της πετά και εξερευνά τα βάθη των μυστηρίων. Και είναι πλέον §αυτές οι δύο, πίστις και γνώσις – γνώσις και πίστις, αχώριστες αδελφές.
Ας εξετάσωμε λοιπόν τώρα εμείς, που αφιερώθημεν τω Θεώ, αν είναι η πίστις αυτή εις ημάς ή κυριεύη η γνώσις. Και, εάν μεν αφήνης τα πάντα εις τον Θεόν, ιδού όπου έχεις καταλάβει την πίστις, και ασφαλώς χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν θα εύρης αυτόν βοηθόν. Οπότε καν μυριάκις δοκιμασθής και σε πειράξη ο σατανάς, ίνα σου αμβλύνη την πίστιν, εσύ προτίμησε μυριάκις τον θάνατον και μη υπακούσης την γνώσιν. Και ούτως θα ανοιγή η θύρα των μυστηρίων, και θα θαυμάσης ότι ήσουν πρότερον δεμένος με αλύσεις της γνώσεως, και τώρα πετάς με πτέρυγας θεϊκάς επάνω από την γην και αναπνέεις άλλον αέρα ελευθερίας, όπου οι άλλοι τον υστερούνται.
Ει δε και βλέπεις την γνώσιν να βασιλεύη, και εις ένα παραμικρόν κίνδυνον τα χάνεις και απελπίζεσαι, γίνωσκε ότι εισέτι υστερείσαι της πίστεως, και επομένως δεν έχεις ακόμη όλην σου την ελπίδα εις τον Θεόν, ότι δύναται να σε σώση από κάθε κακόν. Φρόντισε να διορθωθής εδώ καθώς λέγομεν δια να μη υστερηθής ένα τόσον μέγα καλόν.
Μια μοναχή μου έγραψε ότι πάσχει και αν δεν κάμει εγχείρησιν αποθνήσκει. Εγώ γράφω, λέγων τελείως αντίθετα. Εκείνη πάλιν γράφει ότι της είπεν ο ιατρός εις τόσας ημέρας, αν δεν κάμη εγχείρησιν, θα γίνη διάτρησις και τέλος ο θάνατος. Επαναλαμβάνω εγώ: -Έχε πίστιν. Άφησέ τα όλα εις τον Θεόν, προτίμησε θάνατον. Μου στέλνει απάντησιν, ότι εστράφη οπίσω. Έγινε καλά.
Βλέπετε; Μυρίας φοράς εδοκίαμσα το τοιούτον. Όταν βάλης εμπρός σου τον θάνατον και τον περιμένης εις κάθε στιγμήν, φεύγει μακράν από σου. Όταν φοβήσαι τον θάνατον, διαρκώς σε καταδιώκει. Τρεις φυματικούς έθαψα τρέφων ελπίδα ότι θα κολλήσω και εγώ. Τα ρούχα τους εφόρεσα, όταν εξέδυσα αποθνήσκοντας, αλλ’ ο θάνατος έφυγε πηγαίνων εις τους φοβουμένους αυτόν. Είμαι ασθενής εις όλην μου την ζωήν. Δεν έκαμα ποτέ θεραπείαν. Τρώγω ενάντια επιμόνως. Αλλά που ο θάνατος!
Αυτά γράφω σε σας επειδή αγαπάτε την τελειότητα. Διότι οι κοσμικοί δεν αμαρτάνουν τα της γνώσεως πράττοντες, επειδή δεν γνωρίζουν άλλην οδόν.
Θέλω δε να πω, με όλα αυτά ότι, Χωρίς το θέλημα του Κυρίου, μήτε ασθενούμεν μήτε αποθνήσκομεν. Φύγε λοιπόν μακράν από μας ολιγοπιστία.
Και αφού πρώτον γνωρίσωμεν τον Θεόν ως δημιουργόν παντός αγαθού, πατέρα, προνοητήν και κηδεμόνα μας πρέπει να πιστέψωμεν εις αυτόν εξ όλης ψυχής και καρδίας και μόνον εις αυτόν να ελπίζωμεν. Και κατόπιν θα τον αγαπήσωμεν αισθόμενοι τας πολλάς σου ευεργεσίας. Και όταν τον Θεόν αγαπήσωμεν εξ’ όλης καρδίας ως πλάστην, τότε και τον πλησίον θα αγαπήσομεν ως εαυτόν, ειδότες ότι όλοι είμεθα αδελφοί, κατά φύσιν Αδάμ, και κατά Χάριν Χριστού. Και ως εκ τούτου δεν πρέπει ο άνθρωπος ο πνευματικός να θεωρή την συγγένεια της σαρκός, αφού αφιερωθή εις τον Θεόν, αλλά του πνεύματος την συγγένειαν. Διότι η σάρξ, άρρεν και θήλυ είναι δια τον πληθυσμόν, που εμείς απαρνήθημεν και ανέβημεν υψηλότερα. Λοιπόν ως πνευματικοί όπου είμεθα πρέπει και πνευματικώς να βλεπώμεθα. Κατά τη ψυχήν, δεν έχει άρρεν και θήλυ ψυχή, μήτε νέα ή γέρων, αλλά Χάρις Χριστού επί πάντα.
Και πάλιν γράφω αυτά δίδων σας θάρρος να μη φαβήσθε τας ασθένειες, καν και να πάσχομεν εφ’ όρου ζωής.
Αφού είναι διαρκώς παρών ο Θεός, διατί ανησυχείς;
Εν Αυτώ ζώμεν, κινούμεθα. Εις την αγκάλην του βασταζόμεθα. Θεόν αναπνέομεν. Θεόν περιβαλλόμεθα. Θεόν ψηλαφώμεν. Θεόν εσθίομεν εν μυστηρίω. Όπου στρέψης, όπου ιδής, παντού Θεός, εν ουρανοίς, επί γης, εις τας αβύσσους, εις τα ξύλα, μέσα στις πέτρες, εις τον νουν σου, εις την καρδίαν σου. Λοιπόν δεν σε βλέπει πως πάσχεις; Ότι υποφέρεις; Ειπέ εις αυτόν τα παράπονά σου και θα ιδής παράκλησιν, θα ειδής θεραπείαν, όπου να θεραπεύη όχι μόνον το σώμα, αλλά μάλλον της ψυχής σου τα πάθη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου