Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Ή Δευτέρα Παρουσία του Χριστού ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

 
Όλα τα γεγονότα πού συνδέονται με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού λέγονται εσχατολογικά, γιατί αναφέρονται στην εσχάτη ημέρα, δηλαδή σε όσα θα συμβούν μετά το τέλος του παρόντος κόσμου. Συνήθως ομιλούμε για το τέλος της ιστορίας, αλλά αυτό δεν εκφράζει πλήρως την πραγματικότητα, αφού ή Ιστορία δεν εξαντλείται μόνον στα ιστορικά γεγονότα, αλλά αναφέρεται και στην ζωή των αγίων. Ή ζωή των αγίων μετά θάνατον, καθώς επίσης και η ζωή των ανθρώπων μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού δεν αποτελούν την λεγομένη μεταϊστορική εποχή, αλλά είναι ιστορική εποχή, πρόκειται για την ιστορία των αγίων. Όπως ο κόσμος δεν καταστρέφεται, αλλά ανακαινίζεται, όπως ο άνθρωπος δεν αφανίζεται, αλλά μεταμορφώνεται, έτσι και η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ, αλλά αλλάζει περιεχόμενο και ζωή.
Όταν, λοιπόν, κάνουμε λόγο για εσχατολογικά γεγονότα, εννοούμε κυρίως όλα εκείνα πού θα συμβούν με την Δευτέρα έλευση του Χριστοί για να κρίνει τους ανθρώπους. Επομένως, αναμένουμε αυτά τα εσχατολογικά γεγονότα, αλλά μπορούμε ακόμη να πούμε ότι από πλευράς τρόπου ζωής τα έσχατα ήδη είναι παρόντα, αφού οι άγιοι απολαμβάνουν την Βασιλεία του Θεού από την παρούσα ζωή. Όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια, οι άγιοι από τώρα προγεύονται όλα εκείνα πού πρόκειται να αποκαλυφθούν στους λεγόμενους έσχατους καιρούς. Χρονικά περιμένουμε τα έσχατα, τροπικά τα έσχατα έρχονται και βιώνονται από τους άγιους.
Στο κεφάλαιο αυτό θα ασχοληθούμε με τρία συγκεκριμένα θέματα, πού συνδέονται με τα εσχατολογικά αυτά γεγονότα, πού έχουν σχέση με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Πρώτον θα αναφερθούμε γενικά στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, δεύτερον θα αναπτύξουμε την θεολογική αλήθεια περί της αναστάσεως των σωμάτων και τρίτον θα δούμε τα γεγονότα της κρίσεως, η οποία συνδέεται με την έλευση του Χριστού και την ανάσταση των σωμάτων.

1. Ή ένδοξη έλευση του Χριστού
Σε όλη την Βιβλικοπατερική παράδοση λέγεται ότι ο Χριστός πρόκειται να έλθει εκ νέου στον κόσμο για να κρίνει τους ανθρώπους. Είναι μια αλήθεια πού δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τους Χριστιανούς. Ό Ίδιος ο Χριστός στην περικοπή της μελλούσης κρίσεως κάνει λόγο για την εκ νέου ένδοξη έλευση Του. Λέγει: «όταν έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού» (Ματθ. κε'. 31). Το «όταν» δεν είναι υποθετικό, αλλά χρονικό, πού σημαίνει ότι θα υπάρξει χρόνος κατά τον οποίο θα έλθει ο Χριστός στον κόσμο και μάλιστα με δόξα πολλή. Και σε άλλο σημείο ο Χριστός είπε: «και τότε όψονται τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν νεφέλαις» (Μάρκ. ιγ'. 26).
Στις Πράξεις των Αποστόλων, όπου περιγράφεται ή ανάληψη του Χριστού, λέγεται ότι οι άγγελοι είπαν στους έκπληκτους μαθητές: «άνδρες Γαλιλαίοι τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ούρανόν; ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ' υμών εις τον ούρανόν, ούτως έλεύσεται, όν τρόπον έθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν» (Πράξ. α', 11). Ό τρόπος με τον όποιο αναλήφθηκε θα είναι ο ίδιος με τον όποιο θα επανέλθει στην γη.
Ό Απόστολος Παύλος διδάσκει ότι όσοι ζουν τότε, όταν θα έλθει ο υιός του ανθρώπου, και μάλιστα όσοι είναι δίκαιοι, θα αρπαγούν «εν νεφέλαις εις άπάντησιν του Κυρίου εις αέρα» (Α' θεσ. δ', 17). Και στην Αποκάλυψη είναι γραμμένο: «Ιδού έρχεται μετά των νεφελών και όψεται αυτόν πάς οφθαλμός» (Αποκ. α', 7).
Τα χωρία αυτά, πού είναι αντιπροσωπευτικά, δηλώνουν ότι οι πιστοί πιστεύουν ακράδαντα ότι ο Χριστός θα έλθη στην γη για να κρίνει τους ανθρώπους, όταν θα έλθει το τέλος αυτού του κόσμου και η αρχή
της νέας ζωής. Γι' αυτό στο Σύμβολο της Πίστεως δίνουμε την ομολογία: «και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος». Στην Αγία Γραφή υπάρχουν πολλές εκφράσεις πού δηλώνουν την έλευση του Χριστού, θα παρουσιάσουμε μερικές από αυτές, τις πλέον ενδεικτικές.
Κατ' αρχάς η δευτέρα έλευση του Χριστού χαρακτηρίζεται ημέρα, και μάλιστα ημέρα του Κυρίου και ημέρα της Κρίσεως. Ό Απόστολος Πέτρος γράφει: «Ηξει δε η ημέρα Κυρίου» (Β' Πέτρ. γ', 10). Ό Απόστολος Παύλος άλλου την χαρακτηρίζει ημέρα «του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Α' Κορ. α'. 8), άλλου «ημέρα Χριστού» (Φιλιπ. α', 10) και άλλου ημέρα η οποία θα δηλώσει τα πάντα (Α' Κορ. γ', 13). Ό δε Ευαγγελιστής Ιωάννης την ονομάζει ημέρα της κρίσεως (Α' Ίω. δ', 17). Λέγεται ημέρα, γιατί αυτή σε σχέση με την παρούσα ζωή, πού είναι σκότος, εκφράζει μια νέα πραγματικότητα. Ή εικόνα της ημέρας δεν είναι άσχετη με την εικόνα του ηλίου. Επειδή ο Χριστός είναι ο ήλιος της δικαιοσύνης, ο Όποιος τότε θα εμφανιστεί, γι' αυτό λέγεται ημέρα.
Ό Ευαγγελιστής Ιωάννης συνδέει την ημέρα αυτή με τα έσχατα και την χαρακτηρίζει εσχάτη ημέρα. Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ο ίδιος ο Χριστός κάνει λόγο για την εσχάτη ημέρα. Σε ένα σημείο λέγει ότι θα αναστήσει τον άνθρωπο «εν τη εσχάτη ημέρα» (Ίω. στ'. 39), και σε άλλο ότι ο λόγος Του θα κρίνει τους ανθρώπους «εν τη εσχάτη ημέρα» (Ίω. ιβ', 48). Εδώ η λέξη ημέρα, πού συνδέεται με το εσχάτη, δείχνει περισσότερο την τελευταία ημέρα πριν την έναρξη της Βασιλείας του Θεού. Όποτε συνδέεται περισσότερο με το τέλος της παρούσης ζωής.
Ή ημέρα του Κυρίου συνδέεται αναπόσπαστα με την παρουσία του Χριστού. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο χρησιμοποιούνται και άλλες εκφράσεις για να δηλώσουν αυτήν την πραγματικότητα. Χαρακτηρίζεται ως ημέρα της επιφανείας της δόξης του Θεού (Τιτ. 6', 13). Επίσης λέγεται ημέρα «της επιφανείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Α' Τιμ. στ', 14). Άλλοτε συνδέεται με την λέξη παρουσία, γιατί θα παραστεί ο Χριστός. Οι μαθητές ρώτησαν τον Χριστό: «και τι το σημείον της σής παρουσίας και της συντέλειας του αιώνος;» (Ματθ. κδ', 3). Κατά την ημέρα εκείνη θα γίνει η αποκάλυψη της δόξης του Θεού και όλοι οι άνθρωποι, και αυτοί πού την αγνοούσαν προηγουμένως, θα την δουν. Ό Απόστολος Πέτρος κάνει λόγο για την αποκάλυψη της δόξης του Θεού. (Α' Πέτρ. δ', 13) και ο Απόστολος Παύλος για την αποκάλυψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού «απ’ ουρανού μετ' αγγέλων δυνάμεων αυτού» (Β' θεσ. α', 7).
Τα χωρία αυτά τα οποία μνημονεύσαμε προηγουμένως, δείχνουν την πίστη της Εκκλησίας, η οποία στηρίζεται τόσο στους αποκαλυπτικούς λόγους του Ιδίου του Χριστού, όσο και στην βεβαιότητα των Αποστόλων ότι θα έλθει, οπωσδήποτε, η ημέρα κατά την οποία θα γίνει η συντέλεια αυτού του κόσμου και θα έλθει ο Χριστός να κρίνει τους ανθρώπους, οι όποιοι θα έχουν αναστηθεί, αφού οι ψυχές τους θα εισέλθουν εκ νέου στα σώματα και θα παρουσιασθούν στο φοβερό βήμα του κριτού.
Ενώ είναι βέβαιο ότι θα έλθει ο Χριστός για να κρίνει τους ανθρώπους, εν τούτοις, όπως φαίνεται στην Άγια Γραφή, είναι άγνωστη η ημέρα αυτή, η μεγάλη και επιφανής. Ό ίδιος ο Χριστός είπε στους μαθητές Του: «Περί δε της ημέρας εκείνης ή της ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι εν ουρανώ, ουδέ ο υιός, ει μη ο πατήρ» (Μάρκ. ιγ', 32). Και όταν μετά την Ανάσταση Του οι μαθητές νόμισαν ότι ήλθε η ημέρα εκείνη, ο Χριστός ελευθερώνοντας τους από εσφαλμένες αντιλήψεις, τους είπε: «ούκ υμών εστί γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ό πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία...» (Πράξ. α'. 7).
Βέβαια, όταν λέγει ο Χριστός ότι κανείς άλλος δεν γνωρίζει την ώρα εκείνη, εκτός από τον Πατέρα, δεν εννοεί ότι την αγνοεί και ο Ίδιος ως Θεός. Το γεγονός είναι ότι οι άνθρωποι και οι άγγελοι την αγνοούν. Αλλά όσα γνωρίζει ο Πατήρ γνωρίζει και ο Υιός. Ό άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος, ερμηνεύοντας αυτό το γεγονός, λέγει: «ουδείς οίδεν ει μη μόνη η Αγία Τριάς, η μία και αδιαίρετος Θεότης». Ό Τριαδικός Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, πού έχουν κοινή ουσία και φύση, γνωρίζουν την ώρα πού θα γίνει η συντέλεια του κόσμου και θα έλθει ο Χριστός. Ό λόγος του Χριστού, ότι ο Υιός αγνοεί την ώρα αυτή, «κατά την της ανθρωπότητας αυτού φύσιν είπεν άγνοειν, ου κατά την της Θεότητας»1. Δηλαδή, εδώ ο Χριστός αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση και όχι στην Θεότητα Του, και σαφώς ήθελε να δείξει ότι το κτιστό δεν μπορεί να γνωρίζει την ώρα και την ημέρα της συντέλειας του κόσμου και της ελεύσεώς Του. Ή ημέρα και η ώρα της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού όχι μόνον είναι άγνωστη, αλλά θα έλθει και αιφνιδιαστικά. Ό Χριστός, αποκαλύπτοντας αυτήν την αλήθεια, λέγει ότι θα γίνει κατά τον τρόπο της αστραπής. Όπως η αστραπή εμφανίζεται ξαφνικά από την μια άκρη στην άλλη, «ούτως έσται και ο υιός του ανθρώπου εν τη ημέρα αυτού» (Λουκ. ιζ', 24).
Ό Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί άλλη εικόνα για να δείξει το αιφνίδιο της ελεύσεως του Χριστού. Ή εικόνα αυτή προέρχεται από την ληστεία. Όπως ο κλέπτης δεν προειδοποιεί, αλλά εντελώς αιφνιδιαστικά εισέρχεται στο σπίτι, το ίδιο θα γίνη με την ημέρα εκείνη: «οίδατε ότι η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί ούτως έρχεται» (Α' θεσ. ε'. 1-2). Κατά τον κατάλληλο καιρό «δείξει ο μακάριος και μόνος δυνάστης, ο βασιλεύς των βασιλευόντων και ο κύριος των κυριευόντων...» (Α' Τιμ. στ', 15) την ημέρα της επιφανείας Του. Το αιφνιδιαστικό της ημέρας εκείνης φαίνεται και σε άλλα χωρία της Αγίας Γραφής. Διδάσκοντας ο Χριστός για το άγνωστο της μεγάλης ημέρας της επιφανείας Του λέγει ότι δύο άνθρωποι θα είναι στον αγρό και ο ένας θα παραληφθή ενώ ο άλλος θα αφέθη. Δύο γυναίκες θα είναι στόν μύλο και θα αλέθουν. Ή μία θα παραληφθεί και η άλλη θα αφεθεί (Ματθ. κδ', 40-41).
Ό Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος σ' αυτήν την πραγματικότητα, λέγει ότι, όσοι την ημέρα εκείνη ζουν και δεν έχουν πεθάνει, θα αλλαγούν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, όσο αρκεί για να άνοιξη και να κλείση το βλέφαρο του ματιού. «Πάντες μεν ου κοιμηθησόμεθα, πάντες δε αλλαγησόμεθα. εν ατόμω, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτη σάλπιγγι» (Α' Κορ. ιε'. 51-52).
Παρά το άγνωστο και αιφνίδιο της ημέρας εκείνης, υπάρχουν μερικά γνωρίσματα, πού δηλώνουν τον ερχομό της. Στην εντέλεια κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αυτό το γεγονός, αλλά κατά τον βαθμό της ετοιμότητας, της νήψεως, μπορεί να καταλάβει κανείς την κρισιμότητα των καιρών από εξωτερικά γνωρίσματα. Αυτά περιγράφονται από τον Ίδιο τον Χριστό (Ματθ. κδ'). Τα βασικά σημεία, όπως τα περιγράφει ο Χριστός, είναι ότι θα κηρυχθεί το ευαγγέλιο σε όλη την κτίση, θα επικρατεί στην οικουμένη μεγάλη αποστασία των ανθρώπων και θα εμφανισθούν πολλοί ψευδοπροφήτες. Ό αντίχριστος, με τα θαύματα και τα σημεία πού θα επιτελεί, θα επιδιώκει να πλανά ακόμη και τους εκλεκτούς, θα επικρατούν πόλεμοι, διωγμοί, λιμοί, σεισμοί, κ.λ.π. Πρέπει όμως να πούμε ότι και από αυτά τα γεγονότα είναι δύσκολο να κατανοηθεί το τέλος του κόσμου και η έλευση του Χριστού. Ή Εκκλησία καλλιεργεί το εσχατολογικό κήρυγμα, αλλά ταυτόχρονα καθορίζει ότι δεν είναι εύκολη υπόθεση να ερμηνεύονται τα γεγονότα κάθε γενεάς. Μόνον όσοι είναι φωτισμένοι και έχουν αποκάλυψη εκ μέρους του Θεού γνωρίζουν αμυδρώς ότι πρόκειται περί γεγονότων πού προηγούνται της παρουσίας του Χριστού, με μοναδικό σκοπό να οδηγήσουν τον λαό στην μετάνοια και την επιστροφή στον Θεό. Αποτελεί, επομένως, πεποίθηση της Εκκλησίας ότι ο Χριστός πρόκειται να έλθει πάλι για να κρίνει τους ανθρώπους, αλλά όμως είναι άγνωστη αυτή η ημέρα και ώρα. Μόνον όσοι έχουν φωτισμένο νου μπορούν αμυδρώς να γνωρίζουν από τα διάφορα γεγονότα ότι πλησιάζουν οι ήμερες, αλλά και πάλι αγνοούν την έλευση αυτής της ημέρας, κατά την ρητή βεβαίωση του Χριστού. Γι' αυτό στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποφεύγουμε να καθορίζουμε χρόνους και καιρούς, κατά τους οποίους νομίζουμε ότι θα συμβούν αυτά τα εσχατολογικά γεγονότα. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια κινούνται και οι άγιοι Πατέρες. Στην συνέχεια θα αναφέρουμε μερικά σημεία από την πατερική διδαχή, πολύ ενδεικτικά.
Πρώτον. Ό λόγος για την κρίση των ανθρώπων, πού θα επακολούθηση της ελεύσεως του Χριστού, είναι «δυσερμήνευτος», κατά τον άγιο Συμεών τον νέο θεολόγο, γιατί δεν πρόκειται για γεγονότα παρόντα και βλεπόμενα, αλλά για μελλοντικά και αόρατα. Γι’ αυτό, εκείνοι πού ομιλούν και εκείνοι πού ακούν έχουν ανάγκη πολλής προσευχής, πολλής σπουδής, πολλής καθαρότητας του νοός. Και αυτό είναι απαραίτητο, ώστε όσοι ομιλούν να τα γνωρίζουν καλά, όσοι δε ακούν να μπορέσουν να τα ακούν συνετώς2.
Ό λόγος αυτός του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου, πού θα τον υπενθυμίσουμε και αργότερα, όταν θα αναφερθούμε στο μελλοντικό δικαστήριο, πού θα στηθεί με την έλευση του Χριστού, έχει αρκετό ενδιαφέρον, γιατί γίνονται πολλά λάθη ως προς το θέμα αυτό. Υπάρχουν άνθρωποι πού μιλούν για τα εσχατολογικά γεγονότα αρκετά ανθρωποκεντρικά και διαστρέφουν εν πολλοίς τα χωρία της Γραφής και των Πατέρων, και έτσι δημιουργούν πλάνες, αλλά και απελπισία στους ανθρώπους. Όπως υπάρχουν άλλοι πού τον λόγο των Γραφών και των Πατέρων τον αντιλαμβάνονται κατά τις αντιλήψεις τους. Γι' αυτό χρειάζεται πνευματική σύνεση, πολλή διάκριση για να γίνει κατανοητός ο λόγος αυτός και να οδηγήσει σε μετάνοια. Γιατί, ό,τι οδηγεί σε ψυχολογικό φόβο και κατά άνθρωπο απόγνωση δεν είναι Ορθόδοξο. Αντίθετα, το αληθινό και Ορθόδοξο οδηγεί τον άνθρωπο, δια του πνευματικού φόβου, στην κατά Θεόν ελπίδα, στην μετάνοια και την προσευχή.
Δεύτερο . Ό άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος λέγει ότι η ημέρα της ελεύσεως του Χριστού ονομάζεται ημέρα του Κυρίου, όχι γιατί είναι η τελευταία από τις επίγειες ήμερες, ούτε γιατί πρόκειται κατά την ημέρα αυτή να έλθει ο Χριστός, ούτε ακόμη γιατί την ημέρα αυτή θα γίνει η κρίση των ανθρώπων, «άλλ' επειδή αυτός ο των απάντων Θεός και δεσπότης λάμψει τηνικαύτα τη δόξη της ιδίας Θεότητας». Όποτε, η ημέρα αυτή λέγεται ημέρα Κυρίου για την λάμψη του φωτός της Θεότητας, και όχι για μια απλή παρουσία. Όπως κατά την διάρκεια της ημέρας όλα τα αστέρια σβήνουν από την λάμψη του αισθητοί ήλιου, το ίδιο θα συμβεί και κατά την ημέρα εκείνη. Όλα τα ορατά θα υποχωρήσουν και θα δώσουν τόπο στον ποιητή
του ουρανού και της γης. Και αυτός πού τώρα είναι σε όλους αόρατος, τότε θα είναι ο μόνος «ημέρα τε και Θεός». Και έτσι για τους αγίους θα είναι ημέρα αϊδίου χαρμάνης. Για τους αμαρτωλούς, οι όποιοι δεν είδαν αυτό το φως στην ζωή τους δια της καθάρσεως ο Χριστός θα είναι απρόσιτος και στο μέλλον3.
Τρίτον. Στην Άγια Γραφή, όταν γίνεται λόγος για την έλευση του Χριστού, αναφέρονται αστραπές, νεφέλες, σάλπιγγες,, θρόνοι και άλλες εικόνες. Ό άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς λέγει ότι ο λόγος περί της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού είναι συγκαταβατικός. Όλα αυτά τα γεγονότα, βέβαια, υπερβαίνουν τον ανθρώπινο νου, την ανθρώπινη λογική και αίσθηση. Ό Χριστός γνωρίζει επακριβώς όλα αυτά πού πρόκειται να συμβούν, αλλά όμως «συγκαταβαίνει τη δυνάμει των διδασκομένων, συμμέτρους τους λόγους αποδιδούς»4.
Ή ανθρώπινη φύση έχει εξοικειωθεί με τα ανθρώπινα αυτά και αισθητά γεγονότα, και έτσι μπορεί να κατανόηση τα εσχατολογικά γεγονότα. Γι' αυτό και ο Χριστός από συγκατάβαση χρησιμοποιεί τέτοιες εικόνες και παραστάσεις. Θα υπάρχει, βέβαια, κρίση, θα υπάρχει ευφροσύνη των δικαίων και οδύνη των αμαρτωλών, θα υπάρχει Κόλαση και Παράδεισος, αλλά αυτά δεν θα είναι αισθητά, αφού ξέρουμε πολύ καλά από την πατερική παράδοση ότι δεν πρόκειται περί κτιστών πραγμάτων. Ακόμη και το πυρ της Κολάσεως δεν είναι κτιστό και αισθητό, αλλά άκτιστο. Ό αναγνώστης πρέπει να κάνη υπομονή έως ότου μελετήση το σχετικό κεφάλαιο του παρόντος βιβλίου με τίτλο «Παράδεισος και Κόλαση», για να διαπιστώσει πώς νοούνται όλες αυτές οι πραγματικότητες. Έτσι δεν πρέπει να στεκόμαστε στα αισθητά παραδείγματα και να χάνουμε την ουσία των λεγομένων. Ούτε, βέβαια, να βλέπουμε απλώς την ουσία των πραγμάτων αυτών, περιφρονούντες τα παραδείγματα. Γιατί, αφού ο Χριστός τα χρησιμοποίησε, πρέπει να παραμένουμε σε αυτά και να εξηγούμε το βαθύτερο νόημα τους, οδηγώντας τους ανθρώπους στην μετάνοια και όχι στην αφοβία.
Τέταρτον. Ή Δευτέρα Παρουσία του Χριστού αντιπαρατίθεται προς την πρώτη παρουσία Του. Όταν ομιλούμε για Πρώτη Παρουσία, εννοούμε την ενανθρώπηση του Χριστού και όταν κάνουμε λόγο για την Δευτέρα Παρουσία, εννοούμε την έλευση του Χριστού για να κρίνει τους ανθρώπους. Υπάρχει δε σαφής διαφορά μεταξύ Πρώτης και Δευτέρας Παρουσίας.
Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς παρουσιάζει την διαφορά μεταξύ αυτών των δύο Παρουσιών, λέγει ότι κατά την πρώτη Παρουσία κρυπτόταν η δόξα της Θεότητας Του κάτω από την σάρκα, πού ανέλαβε από μας και για την σωτηρία μας. Ακόμη και τώρα η δόξα της Θεότητας Του κρύπτεται προς τον Πατέρα με την ομόθεη σάρκα Του. Τότε όμως, κατά την Δευτέρα Παρουσία Του, «πάσαν εκκαλύπτει την δόξαν». Τότε θα φανεί λαμπρός, περιαυγάζοντας τα πέρατα της οικουμένης με τις ακτίνες της Θεότητός Του. Και ερμηνεύοντας τον λόγο του Χριστού, «όταν έλθει ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ' αυτού», λέγει ότι κατά την πρώτη έλευση Του έφερε τους αγγέλους και περιβαλλόταν από τα αγγε λικά τάγματα, αλλά αφανώς, και συγκρατούσε τον ζήλο τους, εναντίον των θεομάχων. Όμως κατά την Δευτέρα Παρουσία θα έλθει φανερά με τους αγγέλους, με όλη Του την δόξα και μεγαλοπρέπεια5.
Πέμπτον. Στα έργα του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου μπορούμε να βρούμε και μια άλλη αλήθεια σχετικά με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, και ίδίως με την κρίση των ανθρώπων. Ό άγιος Συμεών διεξοδικώς αναλύει ότι η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και η μελλοντική δίκη θα γίνει κυρίως για τους αμαρτωλούς, πού ζουν μέσα στα πάθη και την αμαρτία, όχι όμως για τους άγιους, οι όποιοι από τώρα βιώνουν την Παρουσία του Χριστού. Όσοι είναι τέκνα του φωτός εκείνου και όσοι γίνονται υιοί της μελλούσης ημέρας, «έπ' αυτούς η ημέρα Κυρίου ουδέποτε επελεύσεται», θα έλθει, βέβαια, ο Χριστός για να
κρίνει τους ανθρώπους, αλλά αυτοί έχουν κριθή από την ζωή αυτή και δεν θα ακολουθήσει δικαστήριο. Ή παρουσία του Χριστού θα είναι υπόθεση χαράς και ευφροσύνης. Όταν ό Χριστιανός τηρεί εν φόβω και τρόμω τις εντολές του Χριστού και ζει με μετάνοια συγγενεύει με το φως εκείνο, και έτσι στην πραγματικότητα από αυτήν ακόμη την ζωή περνά από την κρίση. Ό Θεούμενος βαπτίζεται από το θειο πυρ και το Αγιον Πνεύμα «και γίνεται όλος καθαρός, όλος αμόλυντος, υιός φωτός και ημέρας, και ουχί έκτοτε ανθρώπου θνητού»6. Θα παραθέσω ένα καταπληκτικό χωρίο του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου, γιατί δεν μπορώ να το προσπεράσω ασχολίαστο, αλλά και δεν είναι δυνατόν να παρουσιασθεί με δικά μου λόγια. «Ό τοιούτος εν τη μελλούση κρίσει και δίκη ου κρίνεται, προκέκριται γαρ· ουδέ υπό του φωτός εκείνου ελέγχεται, προπεφώτισται γαρ, ουδέ εν τούτω τω πυρί εισερχόμενος δοκιμάζεται ή καίεται, προδεδοκίμασται γαρ· ουδέ ως τότε φανεισαν ημέραν Κυρίου λογίζεται, όλος γαρ εκ της ομιλίας και της συνουσίας Θεού ημέρα φαεινή και λαμπρά γέγονεν»7.
Ό λόγος του αγίου Συμεών είναι καταπληκτικός. Θα ήθελα να σχολιάσω το γεγονός ότι η κρίση ουσιαστικά γίνεται από την ζωή αυτή, Ό άνθρωπος πού βλέπει το φως, βαπτίζεται με το Άγιον Πνεύμα και δεν λογίζεται την ημέρα του Κυρίου, γιατί με την συνουσία του με τον Θεό, ολόκληρος είναι ημέρα φαεινή και λαμπρά. Πρέπει να σημειώσουμε την λέξη «συνουσία», πού δείχνει την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Πραγματικά, αφού ολόκληρος ο άνθρωπος είναι φαεινή και λαμπρά ημέρα, αφού ολόκληρος είναι φως,δεν μπορεί να ξεχωρίσει την έλευση της ημέρας. Ή ημέρα αυτή είναι δικό του υπαρξιακό γεγονός. Έτσι, λοιπόν, η Δευτέρα Παρουσία θα φανεί κυρίως στους αμαρτωλούς, πού έζησαν κατά την διάρκεια της παρούσης ζωής με τα πάθη και δεν τήρησαν τις εντολές του Θεού. Για τους άγιους είναι φυσική κατάσταση, πού την βιώνουν από τώρα. Βέβαια, και οι άγιοι περιμένουν την Δευτέρα έλευση του Χριστού, για να αναστηθούν και τα σώματα τους, τα οποία και τώρα ζουν την αφθαρσία, ώστε ολόκληρος ο άνθρωπος να γευθεί τα πλούσια δώρα της μεγάλης ημέρας και ενδόξου επιφανείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Επομένως, η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού είναι γεγονός αναντίρρητο, αφού μαρτυριέται από τον αποκαλυπτικό λόγο του Θεού, από την επιβεβαίωση των Αποστόλων και από τα βιώματα των αγίων, οι όποιοι από τώρα ζουν την Βασιλεία του Θεού.
2. Ή ανάσταση των νεκρών
Στενά συνδεδεμένη με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού είναι και η ανάσταση των νεκρών, πού είναι βεβαιοτάτη πίστη της Εκκλησίας, γι' αυτό και στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε: «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Όταν κάνουμε λόγο για ανάσταση των νεκρών, εννοούμε την ανάσταση των σωμάτων, ότι, δηλαδή, οι ψυχές θα εισέλθουν πάλι στα νεκρά σώματα και θα ζωοποιηθούν, και έτσι θα συγκροτηθεί πάλι ολόκληρος ο άνθρωπος. Αυτό είναι πολύ φυσικό και δικαιολογημένο, γιατί οι ψυχές δεν πεθαίνουν ποτέ οντολογικά αφού η αθανασία της ψυχής είναι ένα δώρο πού το έδωσε από την αρχή ο Θεός. Τα σώματα πεθαίνουν, γι’ αυτό με τον όρο ανάσταση νεκρών πάντοτε εννοούμε την ανάσταση των σωμάτων.
Στο σημείο αυτό φαίνεται και η διαφορετική αντιμετώπιση για την ανάσταση των σωμάτων, πού κάνει η φιλοσοφία και η ορθόδοξη θεολογία. Ή κλασσική φιλοσοφία δεν μπορεί ποτέ να δεχθεί την άποψη ότι τα σώματα θα αναστηθούν, ακριβώς γιατί πιστεύει σε κατά φύσιν αθάνατη ψυχή και σε κατά φύσιν θνητό σώμα. Κατά την αρχαία φιλοσοφική σκέψη η αθάνατη κατά φύσιν ψυχή, πού βρισκόταν προηγουμένως στον κόσμο των ιδεών, περικλείστηκε στο σώμα σαν σε φυλακή και, επομένως, σωτηρία και λύτρωση της ψυχής είναι η αποδέσμευση της από το σώμα. Με αυτήν την έννοια το σώμα είναι κακό και ο εγκλεισμός της ψυχής σε αυτό συνιστά και εκφράζει την πτώση της.
Έτσι εξηγείται το ότι οι Αθηναίοι αντέδρασαν όταν ο Απόστολος Παύλος μίλησε για ανάσταση νεκρών πάνω στον Άρειο Πάγο. Ό Απόστολος Παύλος έκανε λόγο για τον Χριστό πού θα έλθει να κρίνει την οικουμένη. Μεταξύ των άλλων είπε: «έστησεν ημέραν εν η μέλλει κρίνειν την οικουμένην εν δικαιοσύνη, εν άνδρι ώ ώρισε, πίστιν παράσχων πάσιν αναστήσας αυτόν εκ νεκρών». Στο σημείο αυτό οι Αθηναίοι τον διέκοψαν, όπως σημειώνουν οι Πράξεις των Αποστόλων: «ακούσαντες δε ανάστασιν νεκρών οι μεν εχλεύαζον, οι δε είπον' ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου» (Πράξ. ιζ', 31-32). Ή αντίδραση αυτή δεν ήταν άσχετη από την ακατανόητη γι' αυτούς αντίληψη περί αναστάσεως νεκρών σωμάτων.
Όμως, σε όλη την Βιβλικοπατερική παράδοση φαίνεται καθαρά ότι θα γίνει, οπωσδήποτε, η ανάσταση των σωμάτων για να συγκροτηθεί ολόκληρος ο άνθρωπος, ο οποίος, βέβαια, και με τον αποχωρισμό της ψυχής από το σώμα δεν έχασε την υπόσταση του.
Θα προσπαθήσουμε στην συνέχεια να δούμε με κάθε συντομία τι λέγει η Άγια Γραφή και η πατερική παράδοση για την ανάσταση των σωμάτων, αλλά και για το πώς θα είναι τα σώματα στην μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού ζωή. Θα φανεί ότι αυτό αποτελεί βεβαία πίστη και βασικό σημείο της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Άλλωστε, η πρόσληψη της ανθρωπινής φύσεως από τον Χριστό και η θέωσή της, το ότι η σάρκα πού προσέλαβε ο Χριστός από την Παναγία είναι ομόθεη, καθώς επίσης ότι η θεία με την ανθρώπινη φύση είναι πάντοτε ενωμένες στον Χριστό, δείχνουν την άξια του σώματος. Το σώμα δεν ήταν εξ αρχής κακό, δεν είναι φυλακή της ψυχής, είναι θετικό δημιούργημα του Θεού.
Κατ' αρχάς πρέπει να αναφέρουμε μερικά χωρία της Άγιας Γραφής στα οποία γίνεται λόγος για την ανάσταση των σωμάτων.
Ό Προφήτης Ησαΐας ομολογεί: «αναστήσονται οι νεκροί και εγερθήσονται οι εν τοις μνημείοις, και ευφρανθήσονται οι εν τη γη» (Ήσ. κστ'. 19). Στο βιβλίο του Προφήτου Ιεζεκιήλ παρουσιάζεται ένα καταπληκτικό γεγονός αναστάσεως σωμάτων, οπού φαίνεται ότι με τον λόγο του Θεού τα ξηρά οστά απέκτησαν νεύρα, σάρκες και δέρμα, και στην συνέχεια δόθηκε και το πνεύμα, δηλαδή, η ψυχή (Ίεζ. λζ', 1-14). Το υπέροχο αυτό θαυματουργικό γεγονός δείχνει πώς θα γίνει η ανάσταση των νεκρών κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, γι' αυτό η Εκκλησία διαβάζει αυτήν την περικοπή κατά την ακολουθία του επιταφίου, και μάλιστα όταν επιστρέφουμε στον Ναό μετά την περιφορά. Ή ανάσταση του Χριστού είναι προοίμιο της δικής μας αναστάσεως, αφού ο Χριστός με τον θάνατο και την Ανάσταση Του νίκησε το κράτος του θανάτου και έδωσε σε όλους τους ανθρώπους ως δώρο την μελλοντική ανάσταση. Οι Ιουδαίοι είχαν ακλόνητη πεποίθηση ότι θα γίνει στο μέλλον η ανάσταση των νεκρών. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την συνάντηση του Χριστού με την Μάρθα, την αδελφή του Λαζάρου, μετά τον θάνατο του τελευταίου, ο Χριστός την διαβεβαίωσε ότι θα αναστηθεί ο αδελφός της. Ή Μάρθα τότε απήντησε: «οίδα ότι αναστήσεται εν τη άναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα» (Ίω. ια'. 22-23).
Οι τρεις αναστάσεις που έκανε ο Χριστός, δηλαδή της θυγατρός του Ιαείρου, του υιού της χήρας της Ναϊν και του Λαζάρου, καθώς επίσης και η δική Του ανάσταση, πού έγινε με την Θεότητα Του, είναι βεβαιώσεις και προοίμια της αναστάσεως όλων των ανθρώπων κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Στην διδασκαλία του Χριστού βρίσκουμε πολλά χωρία πού αναφέρονται στην ανάσταση των νεκρών. Σε μια ομιλία Του ο Χριστός είπε: «έρχεται ώρα εν η πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού» (Ίω. ε', 28). Άλλοτε είπε: «εγώ ειμί η  ανάστασις και η ζωή» (Ίω, ια', 25). Την διδασκαλία αυτή παραλαμβάνουν οι άγιοι Απόστολοι, και είναι διάχυτη μέσα στις επιστολές τους. Ιδιαιτέρως ο Απόστολος Παύλος πολλές φορές κάνει λόγο για την ανάσταση των σωμάτων στις επιστολές του, πού απηύθυνε στις Εκκλησίες πού δημιουργούσε, και οι όποιες, λόγω του ότι βρίσκονταν σε ειδωλολατρικά περιβάλλοντα, οπού ήταν διάχυτη η αντίληψη ότι το σώμα είναι κακό είχαν επηρεαστεί. Θα αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά χωρία. Στους Ρωμαίους αναφέρεται στην απολύτρωση του σώματος, όπου σαφώς θίγει το θέμα της αναστάσεως του σώματος: «και ημείς αυτοί εν εαυτοίς στενάζομεν υιοθεσίαν απεκδεχόμενοι, την απολύτρωσιν του σώματος ημών» (Ρωμ. η', 23). Στους Θεσσαλονικείς λέγει ότι η ανάσταση θα γίνει με την δύναμη του Χριστού, κατά την Δευτέρα Παρουσία Του. «Αυτός ο Κύριος εν κελεύσματι, εν φωνή αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι Θεού καταθήσεται απ ουρανού, και οι νεκροί εν Χριστώ αναστήσονται πρώτον» (Α' Θεσ. δ', 16).
Στα κείμενα της Αγίας Γραφής δεν βλέπουμε μόνον την πίστη της Εκκλησίας στην ανάσταση των νεκρών, κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, αλλά και το πώς θα είναι τα σώματα αυτά.  Ξέρουμε από όλη την Ορθόδοξη Παράδοση ότι τα σώματα θα είναι πνευματικά. Ό Χριστός δηλώνει ότι οι άνθρωποι στην μέλλουσα ζωή δεν θα έχουν τα στοιχεία της σαρκικότητος. Είναι γνωστόν ότι μετά την πτώση ο άνθρωπος φόρεσε την φθαρτότητα και την θνητότητα, και, επομένως, ο τρόπος της συλλήψεως του, της κυοφορίας του, του θηλασμού ανήκει στην μετά την πτώση ζωή, τον οποίο, βέβαια, ευλόγησε ο Θεός για την αύξηση του ανθρωπίνου γένους. Όμως μετά την ανάσταση θα καταργηθούν όλες αυτές οι καταστάσεις και οι άνθρωποι θα διάγουν ως άγγελοι. Λέγει ο Χριστός: «οι δε καταξιωθέντες τού αιώνος εκείνου τυχείν και της αναστάσεως της εκ νεκρών ούτε γαμούσι ούτε γαμίζονται' ούτε γαρ αποθανείν έτι δύνανται· ίσάγγελοι γαρ εισι και υιοί εισι του θεού, της αναστάσεως υιοί όντες» (Λουκ. κ', 35-36).
Τα σώματα των άγιων, ενώ από τώρα προγεύονται της δόξης του Θεού, επειδή έχουν την άχτιστη Χάρη του Χριστού, τότε θα μεταμορφωθούν και θα γίνουν σώματα δόξης. Ό Απόστολος Παύλος λέγει ότι ό Χριστός «μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης αυτού...» (Φιλ, γ', 21). Όπως το σώμα του Χριστού λάμπει από την Θεότητα, έτσι θα λάμπουν και τα σώματα των δικαίων στον ουρανό, θα υπάρχει, βέβαια, μεγάλη διαφορά μεταξύ του σώματος του Χριστού και του σώματος των άγιων. Γιατί, το θεανθρώπινο σώμα έγινε πηγή της ακτίστου Χάριτος του Θεού, ενώ το σώμα των αγίων αγιάζεται από την Χάρη του Θεού. Άλλωστε, γνωρίζουμε καλά από την παράδοση μας ότι ο άνθρωπος πάσχει την θέωση, ενώ ο Χριστός ποιεί την θέωση.
Εκεί πού αναπτύσσει ο Απόστολος Παύλος την διδασκαλία περί της αναστάσεως των νεκρών είναι η Α' προς Κορινθίους επιστολή του. Φαίνεται ότι μερικοί Κορίνθιοι ήταν επηρεασμένοι από φιλοσοφικές ιδέες για το ανθρώπινο σώμα. Ό Απόστολος Παύλος γράφει ότι αν δεν πρόκειται να αναστηθούν τα σώματα τότε ούτε ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών (Α' Κορ.ε'. 12-16). Έπειτα απαντά σε ερωτήματα τα οποία ενδεχομένως έθεταν οι Κορίνθιοι, για το πώς θα αναστηθούν οι νεκροί και τι σώμα θα έχουν (Α' Κορ. ιε', 35-41). Απαντώντας σε αυτά τα ερωτήματα φέρνει παράδειγμα από τον αισθητό κόσμο. Ό άνθρωπος σπέρνει ένα μικρό κόκκο και ο Θεός σε αυτόν τον κόκκο δίνει διαφορετικό σώμα. Το επιχείρημα είναι ότι ο άνθρωπος δεν φυτεύει σιτάρι, άλλα σπόρο και από τον σπόρο αυτόν εξάγεται διαφορετικό σώμα, ανάλογα με το σπέρμα. Αυτό θα συμβεί και κατά την ανάσταση των νεκρών, θα γίνει η ανάσταση των σωμάτων, με την δύναμη του Χριστού, και, φυσικά, τα σώματα ενώ θα είναι τα ίδια, εν τούτοις θα έχουν διαφορετική λειτουργία. Οι νεκροί θα εγερθούν άφθαρτοι, γιατί, όπως χαρακτηριστικά λέγει, «δει το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσιαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν» (Α' Κορ. ιε', 53).
Είναι πολύ σημαντικό ότι ό Απόστολος Παύλος παρουσιάζει λεπτομερέστατα την κατάσταση των σωμάτων κατά την ανάσταση των νεκρών. Γράφει στους Κορινθίους: «σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία· σπείρεται εν ατιμία, εγείρεται εν δόξη' σπείρεται εν ασθένεια, εγείρεται εν δυνάμει· σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν» (Α' Κορ. ιε', 43-44). Εδώ φαίνεται η διαφορά μεταξύ του σώματος προ και μετά τον θάνατο του ανθρώπου και του σώματος μετά την ανάσταση, κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.
Στο αποστολικό αυτό χωρίο βλέπουμε τα τέσσερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα πού θα έχει το σώμα μετά την ανάσταση. Το ένα, ότι θα είναι άφθαρτο σε αντίθεση με το φθαρτό της διαλογικής ζωής. Το δεύτερο γνώρισμα, ότι θα είναι δοξασμένο σε αντίθεση με την ατιμία. Το τρίτο, ότι θα είναι δυνατό, σε αντίθεση με την ασθένεια, και το τέταρτο γνώρισμα, ότι θα είναι πνευματικό σε αντίθεση με το πρώτο, πού ήταν ψυχικό. Αυτό σημαίνει ότι ενώ το σώμα της διαλογικής ζωής ήταν φθαρτό, άτιμο, ασθενικό και ψυχικό, δηλαδή κυβερνώμενο από τις ψυχικές λειτουργίες, το σώμα της αναστάσεως θα είναι άφθαρτο, δοξασμένο, δυνατό και πνευματικό. Αν ερμηνεύσουμε την διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου με βάση την πατερική παράδοση, μπορούμε να πούμε ότι τα σώματα των ανθρώπων μετά την ανάσταση τους θα είναι άφθαρτα, δεν θα έχουν ανάγκη τροφής και ύπνου, δεν θα υπόκεινται σε αλλοιώσεις. Οι Πατέρες λένε ότι θα είναι όπως το σώμα του Χριστού, πού εξήλθε από τον τάφο, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς, πού εισερχόταν και εξερχόταν στο υπερώο, κεκλεισμένων των θυρών, δεν είχε ανάγκη τροφής, διήνυε μεγάλες αποστάσεις. κ.λ.π. Βέβαια, έφαγε ο Χριστός μετά την ανάσταση όχι γιατί το είχε ανάγκη, αλλά για να καταλάβουν οι μαθητές ότι δεν ήταν φάντασμα Ή τροφή εκείνη κάηκε από την Θεότητα Του, αφού δεν υπήρχε πεπτικό σύστημα και όλες οι διεργασίες, πού είναι γνωρίσματα της φθαρτότητος και της θνητότητος.
Και το σώμα των αμαρτωλών θα αποβάλει την φθαρτότητα και την θνητότητα, αλλά δεν θα είναι πνευματικό και δοξασμένο, όπως των αγίων. Και, φυσικά και των αγίων το σώμα θα έχει δόξα ανάλογα με την κατάσταση της ψυχής. Ό Απόστολος Παύλος θα πει: «αστήρ γαρ αστέρος διαφέρει εν δόξη» (Α' Κορ. ιε'. 41). Όπως άλλο είναι το φως του ηλίου, άλλο το φως της σελήνης και άλλο των αστέρων, το ίδιο θα συμβαίνει και με την δόξα των αγίων. Ανάλογα με την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση, πού απέκτησε ο άνθρωπος από αυτήν την ζωή θα ακτινοβολεί και στην αιώνια ζωή. Δεν πρόκειται για κάποια προσωποληψία εκ μέρους του Θεού, αλλά ο άνθρωπος θα λαμβάνει την χάρη ανάλογα με την χωρητικότητα Του. Ό Θεός θα ατελή την χάρη Του σε όλους και ο καθένας θα λάμπει και θα ακτινοβολεί ανάλογα με την πνευματική του κατάσταση.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να δούμε και το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι τότε θα αποκτήσουν μία ηλικία. Σε ένα τροπάριο ψάλλουμε: «και ηλικία μια πάντες γενήσονται». Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι θα αποκτήσουν την ηλικία ενός ώριμου ανθρώπου. Και το νήπιο πού κοιμήθηκε σε μικρή ηλικία, αλλά και εκείνος πού κοιμήθηκε σε βαθειά γηρατειά θα έχουν την ίδια ηλικία πού όπως λέγεται, θα είναι η ηλικία του Χριστού. Πάντως, είναι φυσικό να αποκτήσουν την ηλικία ενός ωρίμου ανθρώπου, πού βρίσκεται περίπου στην ηλικία των τριάκοντα ετών. Ό άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος σε ποίημα του γράφει ότι οι ψυχές των ανθρώπων, πού θα ενωθούν πάλι με τα σώματα τους, «εκάστη κατ' αξίαν ευρίσκει το κατάλυμμα φωτός ή σκότους πλήρες». Όσες άναψαν την λαμπάδα τους από αυτήν την ζωή θα είναι σε φως ανέσπερο και όσες ήταν ακάθαρτες και είχαν τα μάτια της καρδιάς τυφλά δεν πρόκειται να δουν το θειο φως. Και τα σώματα των αγίων θα είναι άγια σκεύη του Αγίου Πνεύματος. Όπως ήταν καθαρότατα εδώ, έτσι και θα εγερθούν δοξασμένα «λάμποντα, αστράπτοντα ως φως το θείον»8.
Θα μπορούσα να παραθέσω την διδασκαλία πολλών αγίων τόσο για την βεβαιότητα της αναστάσεως των σωμάτων και την αιώνια ζωή, όσο και για το πώς θα γίνει η ανάσταση τους. Θα αρκεστώ όμως στην παράθεση της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Νύσσης για την ανάσταση των σωμάτων, θα δούμε μερικές πτυχές αυτής της διδασκαλίας. Πιστεύω πώς είναι αρκετά διαφωτιστική και χαρακτηριστική. Κατ' αρχάς ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης διδάσκει ότι, όταν ομιλούμε για ανάσταση ή αναβίωση ή μετακόσμηση, και όταν χρησιμοποιούμε πολλά αλλά ονόματα, χαρακτηρίζουμε το σώμα πού υπόκειται στην φθορά και όχι την ψυχή, η οποία, ως άφθαρτη, ανώλεθρη και αθάνατη, δεν πρόκειται να αναστηθεί, γιατί δεν πεθαίνει9. Ή ανάσταση των σωμάτων συνδέεται και με την ανάσταση όλων των μελών πού με ποικίλες αιτίες καταστράφηκαν. Κατά την ημέρα της αναστάσεως και το μέρος εκείνο του ανθρωπίνου σώματος το οποίο πριν από χιλιάδες χρόνια έφαγαν τα σαρκοβόρα πουλιά θα ευρέθη «μη λείπον». Αλλά και τα μέλη εκείνα τα οποία έφαγαν τα κήτη και τα σκυλόψαρα και όλα τα θαλάσσια ζώα θα συναναστηθούν με τον άνθρωπο. Τα σώματα πού κατέκαψε η φωτιά και κατέφαγαν τα σκουλήκια στους τάφους, και, γενικά, όλα τα σώματα τα οποία εξηφάνισε η φθορά, «ανελλιπή και ακέραια αναδοθήσεται εκ της γης»10. Επομένως, όλα τα ελλείποντα μέλη θα αναπληρωθούν και θα παρουσιασθεί ολόκληρος ο άνθρωπος. Αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε το δικό μας σώμα, το όποιο, όμως, δεν θα υπόκειται στην φθορά και τον θάνατο. Αυτό θα γίνει οπωσδήποτε γιατί συνδέεται με την δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό. Δεν έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο για να πεθάνει, αλλά ο θάνατος είναι αποτέλεσμα και καρπός της αμαρτίας. Και εάν ο ποιμήν των προβάτων θέλει να είναι υγιές το κοπάδι του και σχεδόν αθάνατο, εάν ο βουκόλος με διάφορες θεραπείες θέλει να αυξάνει τα βόδια του, εάν ο γιδοβοσκός εύχεται να γεννούν οι αίγες του δίδυμα και όλοι αποβλέπουν σε κάτι ωφέλιμο, το ίδιο θέλει και ο Θεός. Είναι φανερό από αυτά τα παραδείγματα ότι ο Θεός θέλει να ανάπλαση «το φθαρέν ποίημα»11.Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης στην ομιλία του αυτή πού εξεφώνησε κατά την ημέρα του Πάσχα και αναφέρεται στην ανάσταση του Χριστού και την ανάσταση των σωμάτων, κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, υποστηρίζει ότι θα γίνει οπωσδήποτε η ανάσταση των νεκρών, ότι δεν είναι αδύνατη για τον Θεό, και επί πλέον αναλύει τον τρόπο με τον όποιο θα γίνει. Είναι πολύ σημαντικά όσα λέγονται από τον άγιο Γρηγόριο, τα οποία θα παραθέσουμε με συντομία. Ή ανάσταση των σωμάτων δεν είναι αδύνατο να γίνει. Για πολλούς λόγους.
Π ρ ώ τ ο ν. Ό Θεός πού θα αναστήσει τα σώματα των νεκρών είναι ο ίδιος πού δημιούργησε τον άνθρωπο από το χώμα. Εμείς, λέγει ο άγιος Γρηγόριος, θεωρούμε δεδομένη την δημιουργία, όμως αν σκεφθούμε καλύτερα θα δούμε ότι είναι κάτι το θαυμαστό. Πραγματικά, πώς ο λεπτός χους συγκεντρώθηκε και έγινε σάρκα, και από το ίδιο το υλικό έγιναν τα οστά, το δέρμα, το λίπος και οι τρίχες, δηλαδή, πώς ενώ είναι μια σάρκα εμφανίζονται διαφορετικά τα μέλη. Περιγράφει την διαφορετική υφή κάθε μέλους του σώματος. αφού ο πνεύμονας είναι απαλός, το συκώτι τραχύ και κόκκινο, η καρδία σφικτό όργανο κ.λ.π. Ακόμη, είναι πολύ παράδοξο ότι η Εύα έγινε από ένα μικρό μέρος, από την πλευρά του Αδάμ. Πώς, δηλαδή, η πλευρά έγινε κεφαλή, πόδια, χέρια, κ.λ.π. Ό Θεός πού δημιούργησε τον άνθρωπο με αυτόν τον τρόπο έχει την δύναμη να τον αναδημιουργήσει πάλι και να διορθώσει το μέλος του σώματος πού εφθάρη. Άλλωστε, ο Ίδιος ο Θεός είναι ο δημιουργός και της πρώτης κτίσεως και της δευτέρας μετακοσμήσεως Γι' αυτό είναι γνώρισμα των ευγνωμόνων και σωφρονούντων να πιστεύουν σε αυτά πού λέγει ο Θεός και να μην εξετάζουν τους τρόπους και τα αίτια, τα οποία ξεπερνούν τις δυνάμεις τους12.
Δ ε ύ τ ε ρ ο ν. Τα διάφορα παραδείγματα πού υπάρχουν στην φύση δείχνουν ότι ο Θεός είναι παντοδύναμος και ότι τίποτε δεν είναι αδύνατο και αμήχανο γι' Αυτόν. Ή παντοδυναμία του Θεού φαίνεται στην ποικίλη και πολυσύνθετη φύση. Ολόκληρη η φύση κηρύττει μεγαλοφώνως το μεγαλείο του Θεού και την δύναμη Του. Οι αναστάσεις πού έκανε ο Χριστός, όπως του τετραημέρου Λαζάρου, του υιού της χήρας της Ναΐν και της θυγατρός του Ιαείρου, δείχνουν ότι είναι δυνατόν να αναστήσει κατά τον αυτόν τρόπο και όλους τους ανθρώπους, όταν εκείνος το θέληση. Ό τεχνίτης πού κατασκευάζει έναν ανδριάντα μπορεί να κατασκευάσει και άλλους. Έτσι και ο Χριστός πού ανάστησε τρεις ανθρώπους μπορεί να το κάνη και σε πολλούς άλλους. Γι' αυτό, στην ερώτηση, πώς ανασταίνονται οι νεκροί, άπαντα ερωτηματικώς: «πώς ο τετραήμερος ηγέρθη Λάζαρος;»13.
Όχι μόνον στην πρώτη δημιουργία, αλλά και στην συνέχεια, σε αυτήν πού συντελείται στην φύση φαίνεται η δύναμη και η παντοδυναμία του Θεού. Ξέρουμε ότι η γέννηση ενός ανθρώπου είναι καρπός της ενέργειας του Θεού. Δια της Χάριτος του Θεού ο άνθρωπος συλλαμβάνεται, κυοφορείται, γεννάται και μεγαλώνει. Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει ότι η ανάσταση των νεκρών μπορεί να γίνει κατά τον τρόπο πού γεννιέται ο άνθρωπος. Είναι αρκετά παράδοξο, κατά την ανθρώπινη λογική, πώς το σπέρμα, πού στην αρχή είναι άμορφο, αποκτά στην συνέχεια μορφή και δημιουργούνται τα επί μέρους μέλη του ανθρωπίνου σώματος. Αν από το άμορφο σπέρμα γίνεται ο άνθρωπος, δεν είναι καθόλου ασυμβίβαστο η ύλη πού βρίσκεται στους τάφους και η οποία είχε μια μορφή ευθύς να ανακαινισθεί στην παλαιά διάπλαση και να γίνει πάλι ο χους άνθρωπος, όπως έγινε κατά την πρώτη δημιουργία14.
Μερικοί άνθρωποι θεωρούν απίθανη την εξανάσταση των σωμάτων και τον απαρτισμό του ανθρώπου μετά τον θάνατο, και θεωρούν πολύ φυσική την διάπλαση του εμβρύου και την ανάπτυξη του ανθρώπου με την φυσική του γέννηση. Άλλα, αν το δεύτερο είναι δυνατόν να γίνει, το ίδιο δυνατό είναι και το πρώτο αφού ο Ίδιος Θεός είναι πού δημιουργεί και το Ένα και το άλλο. Χρησιμοποιεί ακόμη και την περίπτωση του κεραμοποιού, ο οποίος είναι δυνατόν, όταν κατασκευάζει από τον πηλό ωραία αντικείμενα, μετά από μια διαδικασία, να εισέρχεται κάποιος στο εργαστήριο του και να τα καταστρέφει. Ό καλός κεραμεύς όμως αν θέλει μπορεί να επανόρθωση αυτό πού συνέβη, κατασκευάζοντας πάλι τα ίδια αντικείμενα όχι κατώτερα από ό,τι ήταν προηγουμένως. Είναι ανόητο να πιστεύουμε ότι ο κεραμοποιός, πού είναι τόσο μικρό κτίσμα της δυνάμεως του Θεού, μπορεί να κάνη κάτι τέτοιο και δεν πιστεύουμε ότι ο Θεός μπορεί να ανακαινίσει τον νεκρό.
Ό Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί την εικόνα του σπόρου του σιταριού πού πέφτει στην γη και πεθαίνει και από εκεί φυτρώνει ένα μεγάλο σιτάρι. Ό άγιος Γρηγόριος προσαρμόζει θαυμάσια αυτήν την εικόνα. Αφού αναλύει διεξοδικά τι γίνεται από εκείνο τον μικρό σπόρο σίτου και πόσα μυστήρια κρύπτει μέσα του, λέγει ότι είναι θαυμαστό πώς ένας ξηρός κόκκος σίτου όταν σαπίζει θαυματουργεί, αφού μόνος του πέφτει στην γη και φυτρώνει πλήθος. Ή ανακαίνιση του ανθρώπου είναι ευκολότερη από την ανακαίνιση του σιταριού. Ό άνθρωπος με την ανάσταση του δεν λαμβάνει τίποτε περισσότερο από εκείνο πού είχε15.
Οι άγιοι Πατέρες χρησιμοποιούν πολλές εικόνες από την φύση και τις παρουσιάζουν στο ποίμνιο τους. Αυτό το βλέπουμε σε πολλές ομιλίες τους, και στην ομιλία του αγίου Γρηγορίου πού εξετάζουμε στο σημείο αυτό. Για να δείξει ότι είναι δυνατή η ανάσταση των νεκρών, αναλύει πολύ ωραία, ρεαλιστικά και παραστατικά, με  ζωηρά χρώματα και λογοτεχνικό ταλέντο, πώς τα δένδρα κατά την διάρκεια του χειμώνας είναι ξερά και με την έναρξη της ανοίξεως ανθοφορούν και γίνονται χώρος, όπου συγκεντρώνονται τα πουλιά, πού ευχαριστούν τον άνθρωπο. Ακόμη και τα ερπετά και τα φίδια κρύβονται κατά την χειμερινή νάρκη στην γη, και μόλις έλθει ο κατάλληλος καιρός και ακουσθεί μια βροντή πού αντηχεί σαν σύνθημα ζωής, τότε αναπηδούν και εκτελούν τις εργασίες τους. Όπως τα φίδια ξυπνούν από την νάρκη τους με την ακοή αυτής της βροντής της ζωής, το ίδιο και τα νεκρά σώματα των ανθρώπων θα δεχθούν τις ψυχές και θα αναστηθούν, όταν θα ακουσθεί η σάλπιγγα του Θεού. Κάνει μια θαυμάσια περιγραφή του ανθρώπου από την γέννηση μέχρι τον θάνατο του. Παρατηρεί ότι η ζωή των ανθρώπων, όπως και των ζώων, υφίσταται την αλλοίωση και την μεταβολή. Ό άνθρωπος, μετά την γέννηση του, διαδοχικά αυξάνεται, αποκτά διάφορες λειτουργίες, και καθώς μεγαλώνει και φθάνει στο τέρμα της ζωής του γίνεται πάλι βρέφος πού ψελλίζει, ανοητεύει και έρπει με τα χέρια και τα πόδια, όπως στην αρχή της ζωής του. Όλα αυτά δείχνουν ότι και προ του θανάτου ο άνθρωπος δέχεται μεταβολές επί μεταβολών, αλλοιώσεις και ανακαινίσεις16. Αυτό, φυσικά, θα γίνει και κατά την ανάσταση. Εφ' όσον το φθαρτό φθείρεται με τον νόμο της φθοράς, πολύ περισσότερο θα ανακαινισθεί με την δύναμη και την ενέργεια του Θεού. Αλλά και ο ύπνος, πού είναι αναγκαίος για την καθημερινή μας ξεκούραση, καθώς επίσης και η έγερσή μας από τον ύπνο, δείχνουν το μυστήριο της αναστάσεως των νεκρών. Άλλωστε, ο ύπνος είναι εικόνα του θανάτου και η εγρήγορση είναι εικόνα της αναστάσεως. Πολλοί έχουν χαρακτηρίσει τον ύπνο αδελφό του θανάτου, γιατί ο άνθρωπος τότε μοιάζει σαν νεκρός, αναίσθητος. Δεν αναγνωρίζει φίλους και εχθρούς, δεν παρατηρεί όσους βρίσκονται γύρω του, γι' αυτό και μπορεί κανείς εύκολα να βλάψει τους κοιμισμένους. Όταν ξυπνά ο άνθρωπος ανακτά βαθμιαία τις δυνάμεις του και φαίνεται σαν να έχει ζωντανεύσει. Αν στον άνθρωπο γίνονται αλλοιώσεις και εκστάσεις, κατά την διάρκεια της ημέρας και της νύκτας, είναι πολύ ανόητο και φιλόνικο να μην πιστεύουμε στον Θεό πού επαγγέλλεται «τον έσχατον ανακαινισμόν»17.
Από όλα αυτά τα παραδείγματα φαίνεται ότι είναι πολύ φυσικό γεγονός η ανάσταση των σωμάτων. Όπως θεωρούμε φυσικό γεγονός την γέννηση του ανθρώπου, τις εναλλαγές στην φύση, την αύξηση των φυτών και, γενικά, όπως θεωρούμε φυσικά όλα τα γεγονότα πού συμβαίνουν στην φύση, άλλο τόσο φυσικό πρέπει να θεωρήσουμε την ανακαίνιση και αναδημιουργία του ανθρώπου, την ανάσταση των σωμάτων. Γιατί ο Θεός πού έκανε τα πρώτα, μπορεί να κάνη και τα έσχατα.
Τ ρ ί τ ο ν. Το σώμα μετά την έξοδο της ψυχής από αυτό δεν καταστρέφεται ολοσχερώς. Διαλύεται μεν «εις τα εξ ων συνετέθη», αφού αποτελείται από τέσσερα στοιχεία, το νερό, τον αέρα, το πυρ και την γη, αλλά όμως δεν εξαφανίζεται. Σε άλλο κεφάλαιο είδαμε τις απόψεις του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, ότι η ψυχή, καίτοι χωρίζεται από το σώμα, εν τούτοις όμως θυμάται τα στοιχεία και τα μέλη του σώματος της, εφάπτεται με αυτά και στον κατάλληλο καιρό, με την δύναμη του Θεού, θα τα συγκέντρωση και θα αποτελεστεί το πνευματικό σώμα. Αυτό δείχνει ότι, παρά τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, δεν καταργείται η υπόσταση. Στην ομιλία αυτή πού μελετάμε, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει ότι το σώμα δεν αφανίζεται ολοσχερώς αλλά διαλύεται στα στοιχεία από τα οποία αποτελέσθηκε, «και εστίν εν ύδατι και αέρι και γη και πυρί». Το ότι παραμένουν τα πρωτότυπα στοιχεία και προσχωρούν σε αυτά όσα προέρχονται από εκείνα, μετά την διάλυση του σώματος, δείχνει ότι μέσα στα γενικά σώζονται και τα επί μέρους. Και όταν ακόμη τα τέσσερα αυτά στοιχεία, από τα οποία αποτελείται ο άνθρωπος, προσχωρήσουν στα πρωτότυπα τους, και πάλι, σωζόμενα τα πρωτότυπα, σώζονται και τα ειδικά, τα επί μέρους. Ξέρουμε πολύ καλά ότι όλος ό κόσμος έγινε από το μηδέν, από μη υπάρχουσα ύλη. Αν στον Θεό είναι εύκολο να ξαναδημιουργήσει κάτι από το μηδέν, είναι ευκολότερο να δημιουργήσει από τα υπάρχοντα στοιχεία. Έτσι, αφού υπάρχουν αυτά τα πρωτότυπα, είναι δυνατόν στον Θεό να κατασκευάσει πάλι τον άνθρωπο18.
Τ ε τ α ρ τ ο ν. Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης για την ανάσταση των σωμάτων χρησιμοποιεί και παραδείγματα από τις απόψεις των ανθρώπων της εποχής του. Πολλοί θεωρούσαν και θεωρούν πολύ φυσικό να μεταβαίνουν τα γνωρίσματα των σωμάτων πού σάπισαν, στους απογόνους τους, και ακόμη γνωρίσματα ξένων σωμάτων να μεταδίδωνται σε άλλα σώματα, και όμως δεν πιστεύουν ότι είναι δυνατόν να ανανεωθούν τα ίδια γνωρίσματα σε αυτούς πού τα είχαν κάποτε δικά τους. Θα παραθέσω τον λόγο του άγιου Γρηγορίου Νύσσης, γιατί είναι άξιος παρατηρήσεως. Λέγει ότι είναι ακατανόητο «...τα δε ίδια και εξαίρετα περί αυτών των ποτέ κεκτημένων ανανεούσθαι και αναβιώσκεσθαι μη συνομολογείν»19. Παρατηρώντας αυτό το χωρίο, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι κατά την ανάσταση των σωμάτων οι άνθρωποι θα παραλάβουν το δικό τους σώμα με τα ιδιαίτερα γνωρίσματα, αλλά όμως μεταμορφωμένα. Αφού το σώμα θα αναστηθεί «εν δυνάμει και αφθαρσία» σημαίνει ότι δεν θα έχει επάνω του τα στίγματα της φθοράς, της θνητότητας και της ασθενείας. Φυσικά, περισσότερες λεπτομέρειες δεν γνωρίζουμε πάνω σε αυτό το θέμα. αλλά νομίζω όσα παρατέθηκαν είναι πολύ εκφραστικά.
Π έ μ π τ ο ν. Ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης όμως, επιμένει πολύ ότι είναι αναγκαία η ανάσταση των νεκρών και για την καλή διαβιωοη των ανθρώπων. Γιατί, αν ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής, τότε ο φονιάς, ο μοιχός, ο πλεονέκτης, ο επίορκος, ο ψεύτης, ο άσπλαχνος θα γίνονται χειρότεροι, θα αυξάνονται στην κακία. Αν δεν υπάρχει ανάσταση, δεν υπάρχει κρίση. Αν δεν υπάρχει κρίση, τότε χάνεται και ό φόβος του Θεού και, φυσικά, όπου δεν σωφρονίζει ο φόβος, «εκεί χορεύει μετά της αμαρτίας ο διάβολος»20.
Έτσι, όταν η Εκκλησία μιλάει για την μέλλουσα ζωή και το δικαστήριο, αυξάνει στους ανθρώπους τον φόβο του Θεού. Αυτός ο φόβος εξανθρωπίζει περισσότερο την ζωή. Γι' αυτό, η διδασκαλία περί του θανάτου και της αναστάσεως των σωμάτων κάνει τον άνθρωπο κοινωνικό στοιχείο. Όποιος εκδιώκει τον φόβο, αυτός γίνεται υποχείριος των δαιμόνων, παίγνιο όλων των παθών. Το συμπέρασμα είναι ότι θα γίνει ανάσταση των νεκρών. Αυτό μαρτυρεί ο λόγος του Θεού, αυτό μας απεκάλυψε ο Θεός, αυτό επιβεβαιώνουν οι άγιοι με την ζωή και την διδασκαλία τους, αυτό μαρτυρεί και η ανθρώπινη πείρα. Γι' αυτό και στεκόμαστε με σεβασμό στο ανθρώπινο σώμα. Το σεβόμαστε, το αγαπούμε, αγωνιζόμαστε να καθαριστούμε από τις αμαρτίες, ώστε και αυτό να δοξαστεί. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο ησυχασμός των λεγομένων νηπτικών Πατέρων απέβλεπε και στο σώμα, το όποιο τιμούμε πολύ. Αυτό παρατηρούμε στα έργα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Ό σεβασμός στο ανθρώπινο σώμα εκδηλώνεται και στον ενταφιασμό του. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υιοθετείται η καύση ή η αποτέφρωση των σωμάτων, αλλά ο ενταφιασμός τους. Βέβαια, όπως είπαμε προηγουμένως, κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, και όσων τα σώματα κάηκαν, θα αναστηθούν, αλλά αν ο άνθρωπος με την δική του θέληση επιθυμεί την καύση του σώματος του δείχνει ότι δεν πιστεύει στην ανάσταση του. Δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι, εκεί πού επικράτησε η καύση των σωμάτων, επικρατούσαν αντιλήψεις ότι το σώμα είναι φυλακή της ψυχής, πού πρέπει να αποβληθεί, για να ελευθερωθεί η ψυχή. Εμείς σεβόμαστε το σώμα. το ενταφιάζουμε και περιμένουμε την ανάσταση του. Οι άγιοι κοιμούνται με την νοσταλγία της αναστάσεως. Ομολογούν «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος».
3. Ή μέλλουσα κρίση
Ή Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και η ανάσταση των νεκρών συνδέεται στενά με την μέλλουσα κρίση, το λεγόμενο μελλοντικό δικαστήριο. Όλοι οι άνθρωποι θα παραστούν ενώπιον του φοβερού βήματος του Χριστού. Στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε ότι ο Χριστός θα έλθει μετά δόξης «κρίναι ζώντας και νεκρούς». Αυτή η πεποίθηση αποτελεί κεντρική διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως θα διαπιστώσουμε στα επόμενα. Μάλιστα, σε όλες τις λατρευτικές συνάξεις και στην θεια Λειτουργία γίνεται λόγος για την παράσταση μπροστά στον θρόνο του Θεού. Ό ιερεύς εύχεται: «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν άπολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Χριστού, αιτησώμεθα».
Θα δοθεί στην συνέχεια ευκαιρία να τονίσουμε ότι, καίτοι χρησιμοποιούμε εικόνες μέσα από δικαστήρια, όμως η κρίση θα έχει περισσότερο χαρακτήρα αποκαλύψεως και φανερώσεως της πνευματικής καταστάσεως του ανθρώπου. Άλλωστε, όλες οι χρησιμοποιούμενες εικόνες έχουν συμβολικό χαρακτήρα. Ό Χριστός και οι άγιοι, όπως θα δούμε, κάνουν χρήση τέτοιων εικόνων για να δώσουν στους ανθρώπους να καταλάβουν παραστατικά την φοβερή εκείνη ημέρα, κατά την οποία θα δουν την πραγματικότητα. Επομένως, χωρίς να καταργούμε τις εικόνες, πρέπει να εισχωρούμε στην ουσία τους και το εσωτερικό τους περιεχόμενο. Κατά τον άγιο Συμεών τον νέο θεολόγο «πολύς... ο περί της κρίσεως λόγος και δυσερμήνευτος, ότι ου περί ενεστώτων και δρωμένων εστίν, αλλά περί μελλόντων και αοράτων». Τα παρόντα είναι ορώμενα, τα μέλλοντα είναι αόρατα, γι' αυτό και απαιτείται καθαρότητα νοός, πολλή προσευχή και πολλή σπουδή21.
Στην Αγία Γραφή γίνεται πολύς λόγος για την μέλλουσα κρίση, η οποία είναι αφετηρία για την αιώνια ζωή και την αιώνια Κόλαση. Είναι γνωστές οι παραβολές πού είπε ό Χριστός, των Δέκα Παρθένων, των ζιζανίων και των γάμων. Δεν είναι εύκολο και δυνατό να αναλύσουμε όλα αυτά τα στοιχεία. Όμως θα παραθέσουμε τα πιο ενδεικτικά.
Ό Χριστός διαβεβαίωσε τον λαό ότι Αυτός θα κρίνει τους ανθρώπους στον μέλλοντα αιώνα. «Ουδέ ο Πατήρ κρίνει ουδένα, αλλά την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω υιώ» (Ίω. ε'. 22). Και αυτό δεν είναι ανεξάρτητο από το γεγονός ότι ο Χριστός είναι το πρωτότυπο του ανθρώπου, αφού ο άνθρωπος είναι εικόνα του Χριστού, αλλά και δια του Χριστού έγινε η αναγέννηση του ανθρώπου. Αυτός ενηνθρώπησε, έπαθε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε και αναλήφθηκε. Αυτός, λοιπόν, θα είναι ο κριτής των ανθρώπων. Ό Απόστολος Πέτρος σε ομιλία του δήλωσε ότι έλαβε εντολή από τον Χριστό να κήρυξη, ότι Αυτός θα είναι ό κριτής των ανθρώπων. «Και παρήγγειλεν ήμιν κηρύξαι τω λαω και διαμαρτύρασθαι ότι αυτός εστίν ο ωρισμένος υπό του Θεού κριτής ζώντων και νεκρών» (Πράξ. ι'. 42). Την ίδια διδασκαλία κηρύττει και ο Απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο, όταν είπε: «έστησεν ημέραν εν ή μέλλει κρίνειν την οίκουμένην εν δικαιοσύνη, εν άνδρι ω ώρισε, πίστιν παράσχων πάσιν, αναστήσας αυτόν εκ νεκρών» (Πράξ. ιζ', 31).
Στα αποστολικά αυτά χωρία φαίνεται ότι ο Χριστός θα είναι ο κριτής των ανθρώπων. Παράλληλο χωρίο του Αποστόλου Παύλου είναι ή προτροπή του στον μαθητή του Τιμόθεο: «Διαμαρτύρομαι ουν εγώ ενώπιον του Θεού και του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του μέλλοντος κρίνειν ζώντας και νεκρούς κατά την επιφάνεια αυτού και την βαοιλείαν αυτού» (Β' Τιμ. δ', 1). Ή Δευτέρα Παρουσία του Χριστού λέγεται επιφάνεια και βασιλεία, πού συνδέεται με την κρίση νεκρών και ζώντων, όσων, δηλαδή, πέθαναν προηγουμένως και όσων θα ζουν εκείνη την ώρα. Ή σύνδεση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού με τον θρόνο δείχνει και το μεγαλείο του Θεού και την εξουσία του Χριστού να κρίνει τους ανθρώπους, αλλά και τον φόβο των ανθρώπων ενώπιον της κρίσεως και του κριτού. Ό Χριστός χρησιμοποίησε αυτήν την εικόνα όταν είπε ότι μετά την έλευση Του με τους αγγέλους «καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού» (Ματθ. κε', 31).
Ό θρόνος, πού είναι σύμβολο του Θεού και της δόξης Του, αλλά και της εξουσίας πού έχει πάνω στους ανθρώπους, έχει την προέλευση του στην λατρεία των θεοτήτων της αρχαιότητος, και του Θεού - αυτοκράτορος των Ρωμαίων, αλλά και στην Παλαιά Διαθήκη. καθώς επίσης και στην Αποκάλυψη του Ιωάννου. Ήδη ο Προφητάναξ Δαυίδ γράφει σε έναν ψαλμό του: «ητοίμασεν εν κρίσει τον θρόνον αυτού και αυτός κρίνει την οικουμένην εν δικαιοσύνη» (Ψαλμ. θ', 8-9). Υπάρχει δε μια παράσταση, πού λέγεται «ετοιμασία του θρόνου», η οποία συνδέθηκε με τον Γολγοθά. Από τον ΙΑ΄ αιώνα η παράσταση της «ετοιμασίας του θρόνου» συνδέθηκε με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και το μελλοντικό δικαστήριο22. Ή έννοια του θρόνου, πού υπενθυμίζει τον αυτοκρατορικό θρόνο και τα δικαστήρια, συνδέθηκε στενά με την κρίση ζώντων και νεκρών από τον Χριστό και την συναντούμε σε πολλά χωρία των επιστολών του Αποστόλου Παύλου. Αναφερόμενος ο Απόστολος στο γεγονός ότι όλοι είμαστε ικέτες, δούλοι του Χριστού και δεν πρέπει να κρίνουμε τους άλλους, βεβαιώνει: «πάντες γαρ παραστησόμεθα τω βήματι του Χριστού» (Ρωμ. ιδ'. 10). Οι Χριστιανοί της Ρώμης, στους οποίους λέγεται αυτό. είχαν γνώση και πείρα τι σημαίνει θρόνος του αυτοκράτορος και του δικαστού. Το ιδιο λέγει και στους Χριστιανούς της Κορίνθου: «τους γαρ πάντας ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα κομίσητε έκαστος τα δια του σώματος προς α έπραξεν, είτε αγαθόν είτε κακόν» (Β' Κορ. ε', 10).
Επειδή θα συντελεσθεί η τελική κρίση των ανθρώπων, και επειδή ο πραγματικός Κριτής είναι ο Χριστός γι' αυτό οι Χριστιανοί πρέπει να αποφεύγουν να κρίνουν τους συνανθρώπους τους, τους άλλους αδελφούς τους. Γράφει ό Απόστολος Παύλος: «ο δε ανακρίνων με Κύριος εστίν, ώστε μη προ καιρού τι κρίνετε, έως αν έλθει ο Κύριος, ός και φωτίσει τα κρυπτά του σκότους και φανερώσει τάς βουλάς των καρδιών» (Α' Κορ. δ', 5). Στο χωρίο αυτό εκτός του ότι λέγεται ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός κριτής των ανθρώπων, συγχρόνως παρουσιάζεται και ο τρόπος με τον οποίο θα κρίνει. Αυτός πού είναι το φως το αληθινό, με την εμφάνιση Του θα αποκάλυψη όλα τα κρυπτά του σκότους και θα φανέρωση όλες τις δούλες και τις επιθυμίες πού υπάρχουν στην καρδιά. Σε άλλο σημείο ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στην κρίση πού θα γίνει από τους αγίους. Γράφει: «Ουκ οίδατε ότι οι άγιοι τον κόσμον κρινούσι;» (Α' Κορ.στ', 2). Αυτό το χωρίο δείχνει πάλι τον τρόπο πού θα γίνει η Κρίση. Δεν πρόκειται για ένα κοσμικό δικαστήριο όπου θα απαγγελθεί η κατηγορία, και θα υπάρχουν μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως, και στην συνέχεια θα ακουσθεί η απόφαση. Ή εικόνα του μελλοντικού δικαστηρίου είναι παρμένη από την δικαστική εξουσία, αλλά το περιεχόμενο της είναι διαφορετικό. Ή εμφάνιση του ηλίου της δικαιοσύνης θα αποκαλύψει τα πάντα, όλοι θα απογυμνωθούν από τα εξωτερικά γνωρίσματα, καθώς επίσης θα γίνει σύγκριση μεταξύ των αγίων και των αμαρτωλών. Με αυτήν την έννοια λέγεται ότι και οι άγιοι θα κρίνουν τον κόσμο. Όλα αυτά θα τα δούμε στην συνέχεια, όταν θα κάνουμε λόγο για το πώς οι Πατέρες ερμηνεύουν τα χωρία της Αγίας Γραφής, πού αναφέρονται στην μέλλουσα κρίση.
Είναι γνωστή η παραβολή των γάμων, πού είπε ο Χριστός. Όταν ο βασιλεύς εισήλθε στον χώρο πού ήταν οι κεκλημένοι για τους γάμους του υιού του, είδε και κάποιον πού δεν είχε ένδυμα γάμου. Αφού τον επέπληξε, λέγοντας «εταίρε, πώς εισήλθες ώδε μη έχων ένδυμα γάμου», διέταξε να του δέσουν χέρια και πόδια και να τον ρίψουν στο εξώτερο πυρ, οπού θα είναι «ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ. κβ', 1-14). Κατά την ερμηνεία της παραβολής αυτής, πού κάνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο γάμος αναφέρεται στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και στην Βασιλεία των Ουρανών. Ή είσοδος του Βασιλέως, πού είναι ο Θεός, είναι «η κατά τον καιρόν της μελλούσης κρίσεως έκφανσις». Το ένδυμα του πνευματικοί γάμου πού ήταν απαραίτητο για τους προσκεκλημένους, είναι  αρετή. Και, φυσικά, όταν μιλούν οι άγιοι Πατέρες για την αρετή, εννοούν τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος και όχι μια επιφανειακή ανθρώπινη αρετή. Εκείνος πού δεν θα έχει το ένδυμα των αρετών όχι μόνον θα είναι ανάξιος της Βασιλείας του Θεού, αλλά και θα τιμωρηθεί. Όχι μόνον η ψυχή θα αποδειχθεί ανάξια της παστάδος εκείνης, αλλά και το σώμα, αν δεν έζησε με εγκράτεια, αγνεία και σωφροσύνη. Ή τιμωρία του μη έχοντος ένδυμα γάμου συνδέεται με την απομάκρυνση του από την κατοικία και την συναυλία των ευφραινομένων. Πρόκειται βασικά για χωρισμό από τον Θεό, και την μη μέθεξη της Χάριτος Του. Το ότι δένονται τα χέρια και τα πόδια, κατά διαταγή του Βασιλέως, δηλώνει την σύσφιγξη του ανθρώπου από σειρές αμαρτιών, πού συμβαίνει από την ζωή αυτή. Ή αφόρητη οδύνη και ο μεγάλος πόνος πού αισθάνεται ο άνθρωπος με την διάπραξη της αμαρτίας από τώρα, θα συνεχισθεί και στην άλλη ζωή. Το ότι εκβάλλεται στο πυρ το εξώτερο δείχνει το «πορωτέρω Θεού γινόμενος, ως μη φωτός έργα πράξας ενθάδε». Εφ' όσον από την ζωή αυτή δεν έπραξε έργα φωτός, δεν μπορεί να μεθέξη του φωτός, κατά την ημέρα εκείνη. Αυτό δηλώνει η φράση ότι αποχωρίζεται από τον Θεό. Το σκότος στο όποιο θα οδηγηθεί είναι συνώνυμο με το άσβεστο πυρ, τους ακοίμητους σκώληκας, τον κλαυθμό και τον βρυγμό των οδόντων. Όλα αυτά δείχνουν «τάς επικείμενος και ψυχής και σώματος καθαπτομένας αφόρητους οδύνας» και τις θρηνώδεις κραυγές από την ανωφελή και ατελείωτη μεταμέλεια, δηλαδή θα μετανοιώνουν για τα έργα πού έπραξαν αλλά δεν θα είναι δυνατόν ποτέ να παρηγορηθούν, να ολοκληρωθεί η μετάνοια23.
Ή περικοπή της μελλούσης κρίσεως είναι ανεπανάληπτη και εκφραστικότατη και επειδή είναι διδασκαλία του Χριστού είναι πέρα ως πέρα αυθεντική. Κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει και να θέλει να λέγεται Χριστιανός. Και αυτό γιατί ο λόγος περί της κρίσεως προέρχεται από το αδιάψευστο στόμα του Χριστού (Ματθ. κε', 31-46). Δεν θα παρουσιάσουμε το κείμενο του Ευαγγελίου πού περιγράφει την μέλλουσα κρίση, αλλά θα αναφερθούμε στην ερμηνεία πού κάνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, και μέσα από την ερμηνεία της θα δούμε και τα σχετικά γεγονότα. Ερχόμενος ο Χριστός μετά δόξης και με τους αγγέλους Του, θα χωρίσει τους ανθρώπους, όπως το κάνει ο ποιμήν, και οι μεν δίκαιοι θα τοποθετηθούν στα δεξιά Του, οι δε αμετανόητοι αμαρτωλοί στα αριστερά Του. Ή κρίση θα γίνει με βάση την αγάπη ή το μίσος πού έδειξαν απέναντι στους αδελφούς τους, πού βρίσκονταν σε δύσκολες περιστάσεις. Το ερώτημα είναι, γιατί το μόνο κριτήριο είναι η ελεημοσύνη; Και είναι τελικά δίκαιο να σωθούν οι άνθρωποι από την ελεημοσύνη, ενώ άλλοι να κατακριθούν στον αιώνιο θάνατο, μόνο και μόνο επειδή δεν έδειξαν συμπάθεια στους συνανθρώπους τους; Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναλύει θαυμάσια την περικοπή μέσα από την όλη εκκλησιαστική εμπειρία. Λέγει ότι οι δίκαιοι θα απολαύσουν την Βασιλεία του Θεού όχι απλώς για μια μικρή ελεημοσύνη, την οποία επέδειξαν, αλλά για την όλη τους αναγεννημένη ύπαρξη. Αυτό φαίνεται από τρία πράγματα.
Πρώτον, από το ότι αποκαλούνται πρόβατα. Με τον ορό αυτόν δείχνει ότι είναι δίκαιοι, πραεϊς, επιεικείς και βάδισαν την ομαλή και πεπατημένη οδό των αρετών, ακολούθησαν, δηλαδή, τον Χριστό, πού είναι ο πραγματικός Ποιμήν των ανθρώπων. Και όχι μόνο τον ακολούθησαν, αλλά ομοιώθηκαν με Αυτόν, πού είναι ο αμνός του θεοί. Αυτό σημαίνει και ότι τήρησαν σε όλη τους την ζωή τις εντολές του Θεού, αλλά και ότι ήταν διαρκώς έτοιμοι «εις τον υπέρ του καλού θάνατον». Από αυτούς άλλοι είναι υιοί του Θεού, επειδή είναι φύλακες «της εκ Θεού μυστικής αναγεννήσεως», και άλλοι μισθωτοί, γιατί απέκτησαν την Χάρη πάλι με τους ίδρωτες της μετανοίας και της ταπεινώσεως.
Δεύτερον, οι δίκαιοι έζησαν στην ζωή τους την αγάπη πού είναι πλήρωμα νόμου, είναι η αρετή πού υπέρκειται όλων των άλλων αρετών και αποτελεί την κεφαλή τους. Ή φιλανθρωπία είναι έκφραση του αναγεννημένου ανθρώπου, ιδίως μάλιστα όταν ή φιλανθρωπία γίνεται μέσα στα πλαίσια της φιλοθεΐας.
Τρίτον, οι δίκαιοι χαρακτηρίζονται και από την ταπείνωση. Γιατί, καίτοι ο Χριστός τους υπενθυμίζει τι έκαναν, αυτοί δεν το αισθάνονται. Ή ταπείνωση συνδέεται με την αγάπη. Οι δίκαιοι αισθάνονται ανάξιοι των επαίνων. Επομένως, οι δίκαιοι με όλα αυτά τα γνωρίσματα δείχνουν ότι ήταν ενωμένοι με τον Θεό, αναγεννημένοι πνευματικά. Το αντίθετο συμβαίνει με τους αμαρτωλούς, πού θα σταθούν στα αριστερά του Χριστού. Δεν καταδικάζονται απλώς για τις παραλείψεις μερικών μικρών έργων αγάπης και φιλανθρωπίας, αλλά για τους αντίθετους λόγους, για τους οποίους επαινέθηκαν οι δίκαιοι.
Πρώτον, αποκαλεί τους αμαρτωλούς ερίφια, «ως θρασείς και άτακτους και κατά κρημνών φερομένους της αμαρτίας». Όπως τα κατσίκια ανεβαίνουν σε κρημνώδεις τόπους, το ίδιο παρατηρεί κανείς στους αμαρτωλούς. Οι αμετανόητοι αμαρτωλοί δεν απέκτησαν το φρόνημα του Χριστού, δεν έγιναν πρόβατα πού καθοδηγούνται από τον αληθινό ποιμένα, αλλά προτίμησαν την άτακτη και θρασεία ζωή, δεν ομοιώθηκαν με τον αμνό του Θεού, πού σημαίνει δεν απέκτησαν το θυσιαστικό ήθος για τους αδελφούς τους.
Δεύτερον, δεν έδειξαν φιλανθρωπία και αγάπη, πού σημαίνει ότι δεν είχαν αναγεννηθεί από το Πανάγιο Πνεύμα. Αντίθετα έδειξαν μίσος. Όπως η αγάπη είναι πλήρωμα όλων των αρετών, έτσι και το μίσος και τα έργα του μίσους, ο ασυμπάθητος τρόπος, και η αμετάδοτη γνώμη, «πλήρωμα εστί της αμαρτίας». Καταδικάζονται οι αμαρτωλοί από την μισανθρωπία, γιατί από αυτήν ακολουθούν όλες οι κακίες.
Τρίτον, οι αμαρτωλοί διακρίνονται για την υπερηφάνεια, πού είναι συνδεδεμένη με τον ασυμπαθή τρόπο. Και τότε πού κατηγορούνται για την ασυμπάθειά τους, αντί να προσέλθουν ταπεινωμένοι, αντιλέγουν και δικαιώνουν τον εαυτό τους. Δείχνει ότι η μισανθρωπία είχε γίνει φύση τους. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο οι μεν δίκαιοι εισέρχονται στην Βασιλεία των Ουρανών, οι δε αμαρτωλοί αποστέλλονται στην Κόλαση.
Αναλύοντας αυτό το σημείο ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει ότι οι δίκαιοι απολαμβάνουν την αιώνια ζωή: «ζωήν έξουσι και περισσόν έξουσι». Ή «ζωή» αναφέρεται στην συνύπαρξη με τον Θεό, το «περισσόν» δηλώνει ότι είναι υιοί και κληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού, δηλαδή μετέχουν της ίδιας δόξης και βασιλείας. Οι αμαρτωλοί δεν θα έχουν μέθεξη Θεού. Ταυτόχρονα, θα συνυπάρχουν με τους δαίμονες και θα παραδοθούν στο κολαστικό πυρ24.
Ό άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος, ερμηνεύοντας αυτήν την περικοπή, λέγει ότι ο Χριστός αναφέρεται σε κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Το ότι ελέγχει τους αμαρτωλούς, επειδή πεινούσε και δεν τον έθρεψαν ή διψούσε και δεν του έδιναν νερό να πιει, σημαίνει ότι πεινούσε την σωτηρία τους και αυτοί δεν ανταποκρίνονταν. Ό άνθρωπος με την δημιουργία του από τον Θεό, ως κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση Του, και με την είσοδο του στην Εκκλησία, πού είναι το Σώμα του Χριστού, είναι στενά συνδεδεμένος με τον Θεό. Ιδίως με τα μυστήρια ο άνθρωπος γίνεται μέλος του Σώματος του Χριστού. Όταν λοιπόν, δεν ζει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού τότε είναι σαν να αφήνει πεινασμένο και διψασμένο τον Χριστό.
Αναλύοντας αυτήν την σκέψη του, ο άγιος Συμεών λέγει ότι ο Χριστός πείνασε την επιστροφή και μετάνοια του ανθρώπου και εκείνος δεν ικανοποίησε την πείνα Του. Έδίψησε την σωτηρία του, και δεν του έδωσε την δυνατότητα να την γευθεί. Ήταν γυμνός από τις ενάρετες πράξεις του, και δεν τον έντυσε, γιατί, αφού ο Χριστιανός είναι μέλος του Χριστού, όταν στερείται αυτών των αρετών είναι σαν να αφήνει γυμνά και έκθετα τα μέλη Του. Ήταν κλεισμένος στην στενή, ακάθαρτη και σκοτεινή φυλακή της καρδίας του, και δεν θέλησε να τον επισκεφθεί ή να τον εξαγάγει στο φως. Γνώριζε ο Χριστιανός ότι ο Χριστός ήταν ασθενής, λόγω της ραθυμίας και της απραξίας του (του Χριστιανού), και δεν τον διακόνησε δια των αγαθών έργων και πράξεων25.
Πραγματικά, ο Χριστός θέλει την σωτηρία του ανθρώπου, πού είναι δικό του δημιούργημα και από αγάπη έπαθε πολλά για την σωτηρία του. Συγχρόνως. με το άγιο Βάπτισμα ο Χριστιανός είναι μέλος του σώματος Του. Και όταν δεν ανταποκρίνεται σ' αυτήν την επιθυμία του Χριστού και παραμένει στο σκοτάδι της αμαρτίας, τότε αυτοκαταδικάζεται. Κάνει εντύπωση αυτό πού λέγει, ότι βρίσκεται μέσα στην στενή, σκοτεινή και βρωμερή φυλακή της καρδίας. Πραγματικά, με το άγιο Βάπτισμα, η Χάρη του Θεού παραμένει μέσα στο βάθος της καρδιάς του ανθρώπου. Με τις αμαρτίες όμως τις όποιες διαπράττουμε, μετά την είσοδο μας στην Εκκλησία, καλύπτεται η θεία Χάρη. Έτσι ο Χριστός μοιάζει σαν φυλακισμένος μέσα στην καρδιά. Αυτό ακριβώς θα είναι και η Κόλαση του ανθρώπου. Συναφής με αυτά είναι και ή ερμηνεία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στην παραβολή των Δέκα Παρθένων, πού είπε ο Χριστός. Κατά την παραβολή, οι πέντε φρόνιμες παρθένες πού είχαν λάδι μαζί με τις λαμπάδες τους, εισήλθαν στους γάμους, ενώ οι πέντε μωρές παρθένες, πού δεν είχαν λάδι, δεν αξιώθηκαν αυτής της μεγάλης χαράς (Ματθ. κε', 1-13).
Κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, η είσοδος στην Βασιλεία του Θεού, είναι συνάρτηση της παρθενίας, όχι απλώς του σώματος, αλλά κυρίως της ψυχής. Αυτήν την ψυχική παρθενία μπορούν όλοι να την βιώσουν. Ή παρθενία εξασκείται με την άσκηση, την εγκράτεια και τους ποικίλους αγώνες των αρετών. Χρειάζονται όμως και χέρια πού θα κρατούν τις αναμμένες λαμπάδες, καθώς επίσης και λάδι. Τα χέρια είναι το πρακτικό της ψυχής, δηλαδή η μετάνοια, η προσπάθεια για την κάθαρση της ψυχής. Λαμπάδες αναμμένες είναι ο οικείος νους μέσα στον oποιο θα υπάρχει η εμμέριμνος γνώση, πού στηρίζεται στο πρακτικό της ψυχής και αφιερώνεται δια βίου στον Θεό και συνάπτεται με τις ελλάμψεις πού προέρχονται από Εκείνον. Φαίνεται εδώ ότι πρόκειται για την κάθαρση της καρδιάς και τον φωτισμό του νοός. Ή νοερά προσευχή, η ακατάπαυστη κοινωνία με τον Θεό, συνδέεται με τις ελλάμψεις πού προέρχονται από τον Θεό. Χρειάζεται όμως και άφθονο λάδι. πού είναι η αγάπη, η οποία είναι η κορυφή όλων των αρετών26.
Με αυτά πού αναφέραμε ως τώρα, αναλύοντας ενδεικτικά μερικά χωρία πού αναφέρονται στην κρίση και το μελλοντικό δικαστήριο, σύμφωνα με την ερμηνεία των Πατέρων της Εκκλησίας, φαίνεται ότι η μέλλουσα κρίση δεν είναι μια τυπική δικαστική διαδικασία, όπως την συναντούμε στα δικαστήρια, αλλά έκφραση και αποκάλυψη, δια του Χριστού, της εσωτερικής πνευματικής καταστάσεως του ανθρώπου. Ό αναγεννημένο από το Πανάγιο Πνεύμα θα φανεί τότε καθαρά σε όλους τους ανθρώπους, θα αποκαλυφθεί η συγγένεια του με τον Χριστό πού θα λάμπει και θα ακτινοβολεί ενώ ο μη αναγεννημένος, και μάλιστα εκείνος πού έχει σκοτεινό και αφώτιστο νου, θα αποκαλυφθεί σε όλους τους ανθρώπους, αφού δεν θα έχει μέθεξη Θεού. Όπως η εμφάνιση του αισθητού ήλιου αποκαλύπτει τα πάντα, έτσι και η έλευση του αληθινού ηλίου της δικαιοσύνης θα είναι πραγματική αποκάλυψη των εσωτερικών διαθέσεων και επιθυμιών των ανθρώπων. Αυτό ακριβώς θα το δούμε εκφραστικότερα, κυρίως στην διδασκαλία του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου.
Κατ' αρχήν πρέπει να υπογραμμισθεί και πάλι ότι ο Χριστός είναι η Βασιλεία των Ουρανών. Αυτός είναι το φως το αληθινό, το όποιο θα λάμψη κατά την έλευσή Του για να κρίνει τους ανθρώπους. Ό άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος, αναφερόμενος στον Χριστό, λέγει: «Συ βασιλεία ουρανών, συ γη. Χριστέ, πραέων, συ χλόης ο Παράδεισος, συ νυμφών ο θειος, συ ο παστός, ο άρρητος, συ η τράπεζα πάντων, συ ης ο άρτος της ζωής, συ καινότατον πόμα...». Προσθέτει ότι ο Χριστός, πού είναι ο απρόσιτος ήλιος, θα λάμψη στο μέσον των αγίων, και τότε όλοι θα ελλαμφθούν κατά αναλογία της πίστεως, της πράξεως, της ελπίδος, της αγάπης, της καθάρσεως και του φωτισμού, πού προέρχεται από το Πνεύμα Του. Οι διάφοροι μοναί πού θα υπάρξουν στον Παράδεισο θα λογισθούν ως «τα μέτρα της αγάπης, της θεωρίας τε της σης»27.
Επομένως, ανάλογα με την πνευματική του καθαρότητα, ο άνθρωπος θα ακτινοβολεί την λάμψη του Θεού. Ή έλευση του ηλίου της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων θα αποκάλυψη τα πάντα. Έτσι νοείται και ο λόγος του Αποστόλου Παύλου: «η ζωή ημών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ, όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε και ημείς σύν αύτω φανερωθήσεσθε εν δόξη» (Κολ. γ'. 3-4). Παράλληλος είναι και ο άλλος λόγος του Αποστόλου Παύλου: «τα δε πάντα ελεγχόμενα υπό του φωτός φανερούται, πάν γαρ το φανερούμενον φως εστί» (Εφ. ε', 12-13). Όλοι όσοι διέπραξαν τα θεια στην ζωή τους θα βρίσκονται στο φως και οι εργάτες των φαύλων, όπως διδάσκει ο άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος, «εν σκότει δ' έσονται ποινών» μέσον δε αυτών θα υπάρχει μεγάλο χάσμα28.
Έτσι, ο Χριστός θα αποκάλυψη με την εμφάνιση Του τον τρόπο ζωής των ανθρώπων, την όλη τους ύπαρξη, αυτό πού υπάρχει στο βάθος της καρδιάς. Αυτή η αποκάλυψη είναι αιώνια ζωή και αιώνια κόλαση, γιατί το πρώτο συνιστά την μέθεξη του Θεού, το δε δεύτερο συνδέεται με την μη μέθεξη και την μη κοινωνία με τον Θεό.
Αυτό πού θα γίνει στην άλλη ζωή, κατά την μέλλουσα Κρίση, γίνεται και από τώρα. Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει ότι ό Χριστός είναι ο ήλιος της δικαιοσύνης, το ανέσπερο, αληθινό και αΐδιο φως. Μέσα σε αυτό βρίσκονται τώρα οι ψυχές των αγίων, ενώ τότε στην μέλλουσα ζωή, θα βρίσκωνται και τα σώματα τους. Όσοι δεν μετανοούν από τώρα, καίτοι απολαμβάνουν τον αισθητό ήλιο και παραμυθούνται από τα άλλα κτίσματα του Θεού, ζουν έξω από το Φως, τότε κατά την μέλλουσα ζωή, θα ευρεθούν πολύ μακρυά από τον Θεό και θα παραδοθούν στην αιώνια Κόλαση29.
Επομένως, εκείνο πού θα γίνει στην άλλη ζωή βιώνεται από τώρα. Γι' αυτό ο άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος ζητά από τον Θεό να του δώσει την Χάρη Του από τώρα, σάν σε άρραβώνα, ώστε να τον απόλαυση και στην μέλλουσα ζωή: «Και αξίωσον εντεύθεν θεραπεύσαί σε, σωτήρ μου, και λαβείν σου Πνεύμα θείον, αρραβώνα βασιλείας και εκείθεν απολαύσαι του νυμφώνος σου, της δόξης, καθορώντα σε Θεέ μου, εις αιώνας αιωνίους»30.
Αυτό απασχολεί όλους τους άγιους. Δεν φοβούνται τον θάνατο, αλλά τα όσα θα συμβούν μετά από αυτόν, και κυρίως κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Δεν τους απασχολεί τόσο ο χρόνος του θανάτου, όσο ο τρόπος με τον οποίο θα φύγουν, δηλαδή σε ποια κατάσταση θα είναι εκείνη την ώρα, γιατί αυτό θα έχει αιώνιες συνέπειες. Ό άγιος Συμεών λέγει ότι τον φοβίζει και του δημιουργεί τρόμο, αν πεθάνει έχοντας τυφλό τον νου. Έστω κι αν κανείς λάβει το αισθητό φως, το φως των οφθαλμών μετά την ανάσταση του, δεν έχει κανένα όφελος, αν δεν έχει πνευματικούς οφθαλμούς για να δη τον Θεό. Σε μια τέτοια περίπτωση ο άνθρωπος εξερχόμενος από το σκοτάδι ενδημεί πάλι στο σκοτάδι και θα είναι στους αιώνες χωρισμένος από τον Θεό31.
Έτσι, η εμφάνιση του Θεού ως ήλιου, θα αποκαλύψει την πνευματική γύμνωση του ανθρώπου. Τώρα έχουμε την δυνατότητα με διαφόρους τρόπους να καλύπτουμε την πνευματική μας γυμνότητα, ενώ τότε όλα θα αποκαλυφθούν. Ό άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος σε μια κατήχηση του παρουσιάζει την αλήθεια ότι δεν πρόκειται να ωφεληθεί ο άνθρωπος τότε από όλα τα υλικά, αισθητά, και διανοητικά χαρίσματα πού τυχόν έχει στην ζωή του θέτει πολλές ερωτήσεις, όπως π.χ. που θα είναι τότε τα δείπνα τα πολυτελή, τα διάφορα πολυτελή ενδύματα, η αλαζονεία των εξουσιαστών κ.λ.π. θα ήθελα να επικεντρώσω την προσοχή σε αυτό πού λέγει, ότι τότε θα αποκαλυφθεί η ψυχική γυμνότητα του ανθρώπου. Ερωτά: «Που τα μεγάλα τότε ονόματα; Που ή αγιοσύνη η έχειν νυν νομιζόμεθα ή νομίζομεν; Που οι κόλακες και εμπαίκται, οι αγίους ημάς αποκαλούντες και την τρίβον των ποδών ημών εκταράσσοντες;»32.
Πολλοί από μας έχουμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε άγιοι, ότι είμαστε γεμάτοι από αρετές, αφού μάλιστα υπάρχουν και μερικοί κόλακες, πού καλλιεργούν αυτήν την κενοδοξία. Τότε όμως θα αποκαλυφθούν όλα, και όλοι οι άνθρωποι θα δουν την γυμνότητα μας. Υπάρχουν πολλά πράγματα πού στην ζωή αυτήν καλύπτουν την τυφλότητα της καρδιάς και την γυμνότητα της ψυχής μας. Πολλές φορές αυτό γίνεται με την σοφία και την γνώση του κόσμου. Νομίζουμε ότι κάτι είμαστε, ενώ ουσιαστικά είμαστε νεκροί κατά Θεόν, δεν έχουμε τίποτε καλό. Τότε όλα θα φανερωθούν.
Ερωτά ο άγιος Συμεών ό νέος θεολόγος: «Που η δοκουσα φρόνησις των περιφανών εν τη γνώσει και τη σοφία του κόσμου; Που η οίησις και το δοκείν ειναι τι, μηδέν όντων ημών;»33. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, τότε θα καταλάβει μεγάλος φόβος και τρόμος τους ράθυμους και χαύνους και οκνηρούς. Έτσι, μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος πού ζει με μετάνοια και θεωρεί τον εαυτό του «υποκάτω πάσης κτίσεως», γιατί «εκ δεξιών αυτού εστολισμένος τότε σταθήσεται»34. Μόνον οι στολισμένοι με την Χάρη του Θεού θα σταθούν στα δεξιά του θρόνου του Θεού. Όταν ο άγιος Συμεών κάνη λόγο για ένδυμα και γυμνότητα, δεν εννοεί μόνον την ύπαρξη ή την έλλειψη των αρετών, αλλά το Άγιον Πνεύμα, το ίδιο το φως του Θεού. Τότε η νύκτα θα φωτισθεί ως ημέρα, κάθε οικία και σπήλαιο και ο ουρανός και η γη θα αρθούν, και έτσι όσοι δεν έχουν ενδυθεί τον Χριστό δηλαδή «οι μη λαβόντες το φως... και εν αυτώ προόντες και φως όντες», τότε θα φανούν γυμνοί και θα γεμίσουν από πολλή αισχύνη, θα φανεί κάθε πράξη κακή ή καλή, κάθε έννοια και ενθύμηση από την γέννησή μας μέχρι την τελευταία μας αναπνοή. Όλα θα αποκαλυφθούν ενώπιον των ανθρώπων35.
Κάνει εντύπωση εδώ ότι θα φανούν γυμνοί κυρίως όσοι δεν είδαν το φως από αυτήν την ζωή και δεν έγιναν φως. Όποτε το πρόβλημα δεν είναι ηθικό, αλλά πνευματικό, οντολογικό. Ή γυμνότητα έχει σχέση με την μη μέθεξη του φωτός από αυτήν την ζωή. Γι' αυτό συνιστά ο άγιος Συμεών να αγωνίζονται να εισέλθουν δια της μετανοίας, στην στενή πύλη «και το ένδον ταύτης θεάσασθαι φως» από αυτήν την ζωή36.
Ή θεωρία του ακτίστου φωτός δεν είναι πολυτέλεια της πνευματικής ζωής, αλλά η ουσία και ο σκοπός της. Στην διδασκαλία του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου φαίνεται και κάτι άλλο, πούσυνδέεται με τα προηγούμενα. Όταν τηρούμε τις εντολές του Θεού, οδηγούμαστε στο Φως. Επομένως, η μη τήρηση των εντολών μας απομακρύνει από το φως και μας παραπέμπει στο σκοτάδι. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, οι εντολές τον Θεού θα καταδικάσουν τον άνθρωπο.
Ό λόγος του Θεού είναι ζών και διαμένει στους αιώνες. Ό παραθεωρηθείς λόγος του Θεού «στήσεται κατά πρόσωπον ενός εκάστου τότε και έκαστον κατακρίνει μη φυλάξαντα τούτον». Ή Κρίση θα γένη με τις εντολές του Θεού, πού θα ελέγξουν πιστούς και απίστους. Στην πραγματικότητα, οι άπιστοι θα είναι αυτοκατάκριτοι για τα έργα πού έκαναν. Τότε δεν θα βοηθήσει τον άνθρωπο ούτε η ανθρώπινη σοφία και γνώση, ούτε η καλλιέπεια των λόγων ούτε τα χρήματα και η απόκτηση των επιγείων πραγμάτων37.
Στην Βιβλικοπατερική παράδοση βλέπουμε και έναν άλλο τρόπο με τον όποιο θα δικασθούν οι άνθρωποι στην μέλλουσα Κρίση. Λέγεται ότι οι άνθρωποι θα κατακριθούν από τους αγίους. Ήδη αυτό το συναντούμε στον λόγο του Χριστού προς τους μαθητές Του: «αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές με, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ό υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθήσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. ιθ', 28).
Οι μαθητές δηλαδή, θα καθίσουν σε δώδεκα θρόνους και θα κρίνουν τις φυλές του Ισραήλ. Το ίδιο υποστηρίζει και ο Απόστολος Παύλος. Κατηγορώντας τους Χριστιανούς, ότι καταφεύγουν σε κοσμικά δικαστήρια για να λύσουν τις διάφορες υποθέσεις τους, λέγει: «ουκ οίδατε ότι οι άγιοι τον κόσμον κρινούοι;» (Α' Κορ. στ', 2). Αλλά πώς νοείται αυτή η κρίση από τους αγίους;
Ό άγιος Συμεών δίνει και στο σημείο αυτό απάντηση. Λέγει ότι κάθε άνθρωπος, ευρισκόμενος μπροστά στην αιώνια ζωή και στο ανεκλάλητο εκείνο φως θα δη «τον όμοιον αυτού και κριθήσεται παρ' αυτού». Όλοι οι άνθρωποι, πού έζησαν στην γη με διαφορετικούς τρόπους ζωής, θα συγκριθούν με άλλους ανθρώπους πού έζησαν μαζί τους με τις ίδιες συνθήκες ζωής. Και οι μεν έζησαν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, οι δε αρνήθηκαν τις εντολές Του. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορεί να ύπαρξη καμμιά δικαιολογία ότι οι συνθήκες ζωής ήταν δύσκολες και γι' αυτό δεν μπορούσαν να ζήσουν σύμφωνα με τα δικαιώματα του Θεού. Έτσι, οι πατέρες θα κριθούν από τους πατέρες, οι συγγενείς και φίλοι από τους συγγενείς και φίλους τους, οι αδελφοί από τους αδελφούς, οι πλούσιοι από τους πλουσίους, οι πτωχοί από τους πτωχούς, οι παντρεμένοι από αυτούς πού διέπρεψαν στον γάμο κ.λ.π. Όταν οι αμαρτωλοί δουν αμαρτωλούς πού μετανόησαν, οι πόρνοι πού δεν μετανόησαν δουν μετανοημένους πόρνους, όταν οι βασιλείς δουν βασιλείς άγιους κ.λ.π. και, γενικά, όταν ο καθένας δει τον όμοιό του, πού είχε την ίδια φύση, τα ίδια χέρια και οφθαλμούς, τις ίδιες συνθήκες ζωής ότι σώθηκε, αυτό θα  αυτοκαταδίκη, δεν θα έχει κανένα επιχείρημα και καμμιά δικαιολογία38.
Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο λόγος του άγιου Συμεών, τον όποιο θα παραθέσω ακριβώς: «Ούτως ουν έκαστος ημών των αμαρτωλών υπό έκαστου των άγιων κατακριθήσεται, ώσπερ οι άπιστοι υπό των πιστών και οι αμαρτήσαντες μεν, μη μετανοήσαντες δε, υπό των πλείονα ίσως αμαρτησάντων και θερμώς μετανοησάντων κατακριθήσονται»39.
Είναι φοβερό να βλέπει κανείς εκείνη την ώρα μέσα στην δόξα του Θεού «τον ποτέ μετ' αυτού συναποκαρέντα, και συνεσθίοντα και συμπίνοντα, τον ομοήλικα, τον όμότεχνον» να είναι όμοιος με τον Χριστό, ενώ αυτός το αντίθετο. Τότε δεν θα μπόρεση καθόλου να μιλήση40. Αυτό ακριβώς σημαίνει ότι θα κριθούμε από τους άγιους, θα μας ελέγξει η μετάνοια τους και το ότι έζησαν στις ίδιες με μας συνθήκες και όμως εκείνοι ανεδείχθησαν δοχεία του Παναγίου Πνεύματος, μιμήθηκαν κατά πάντα τον Χριστό. Δεν θα μπορούμε καθόλου να δικαιολογηθούμε.
Ένα άλλο σημείο πού βλέπουμε στην διδασκαλία του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου είναι ότι τότε, κατά την μέλλουσα Κρίση, θα στερηθούν της αιωνίου ζωής όσοι δεν έλαβαν το Άγιον Πνεύμα. Δεν θα στερηθούν τον Παράδεισο μόνον όσοι αμάρτησαν. Είναι ενδεχόμενο κάποιος να μην αμαρτήσει, αλλά αν δεν έχει τις αρετές, πού είναι καρπός του Παναγίου Πνεύματος. Θα στερηθεί της αιωνίου ζωής. θα εκβληθή του Παραδείσου και θα πορευθεί στην Κόλαση. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αγίου Συμεών: «Καν αμάρτημα μη έχη, αρετών δ' υπάρχη δίχα ίσταται γεγυμνωμένος»41. Έτσι, και αμαρτίες αν δεν έχουμε διάπραξη, θα αποδειχθούμε ανάξιοι της δόξης του Θεού, αν δεν έχουμε αρετές.
Προχωρεί ακόμη περισσότερο για να τονίσει ότι δεν αρκούν μόνο αρετές, αλλά χρειάζεται και η δόξα του Θεού, η Χάρη του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι οι αρετές δεν είναι απλά κατορθώματα της ατομικής προσπάθειας του ανθρώπου, αλλά καρποί του Παναγίου Πνεύματος. Όπως ο Αδάμ επειδή δεν τήρησε τις εντολές του Θεού, απογυμνώθηκε από την θεία δόξα και στερήθηκε του Παραδείσου, έτσι και εκείνος πού θα ευρέθη «δόξης θείας ως εκείνος αληθώς γεγυμνωμένος», θα εξέλθει του παραδείσου της βασιλείας του Θεού και του ουρανίου νυμφώνος42.
Εκείνο πού χρειάζεται για να εισέλθει κανείς στην Βασιλεία του Θεού, κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, είναι η μέθεξη του Παναγίου Πνεύματος. Είναι φοβερά η ημέρα της Κρίσεως, γιατί εκτός από άλλα πράγματα, ο άνθρωπος θα μάθη «ότι οι μη έχοντες Πνεύμα το θείον εν διάνοια λαμπάδος δίκην λάμπον και εν καρδία ενοικούν ανεκφράστως τω αιωνίω παραπέμπονται σκότει»43.
Γι' αυτό οι επανειλημμένες προτροπές του άγιου Συμεών του νέου θεολόγου, ο όποιος θεωρείται δικαίως θεολόγος του φωτός, συνίστανται στην απομάκρυνση από τις κακίες και τα πάθη, στην ελευθέρωση της καρδιάς από κάθε ακαθαρσία, στην απόκτηση της καθαρότητος του νοός, την μέθεξη της θείας Χάριτος, την απόλαυση του θείου Φωτός. Όταν ο άνθρωπος ζει κατ' αυτόν τον τρόπο, τότε όταν θα έλθει ο Χριστός, θα αποκαλυφθεί και θα είναι ανέκφραστη και ανεκλάλητη η χαρά. Θα έχει μέθεξη Θεού», ενώ ο αμαρτωλός θα δη τον Θεό, αλλά αυτό θα είναι αυτοκαταδίκη και αυτοτιμωρία, θα βίωση την καυστική ενέργεια του φωτός. Συμπερασματικά λέμε ότι θα έλθει εκ νέου ο Χριστός στον κόσμο, και αυτό θα είναι η Δευτέρα Παρουσία Του. Θα ανακαινισθεί όλη η κτίση, θα αναστηθούν οι νεκροί, θα αλλοιωθούν όσοι θα ζουν τότε, και θα επακολουθήσει η κρίση των ανθρώπων. Όλα αυτά είναι αλήθειες, οι όποιες, οπωσδήποτε, θα συμβούν, αλλά δεν γνωρίζουμε την ημέρα και την ώρα πού θα συμβούν.
Γι' αυτό ό Χριστός μας προτρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι. Όπως συνέβη με τον κατακλυσμό του Νώε. πού οι άνθρωποι ήσαν «τρώγοντες, πίνοντες, γαμούντες, εκγαμίζοντες» έως ότου μπήκε ο Νώε στην κιβωτό και τότε όλοι κατάλαβαν ότι ήλθε ο κατακλυσμός, το ίδιο θα συμβεί με την παρουσία του υιού του ανθρώπου. ΓΊ' αυτό λέγει ο Χριστός: «γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται» (Ματθ. κδ', 37-42). Και στο τέλος της παραβολής των Δέκα Παρθένων ό Χριστός είπε: «γρηγορείτε ουν ότι ουκ οίδατε την ημέραν ουδέ την ώραν εν ή ο υιός του ανθρώπου έρχεται» (Ματθ. κε'. 13).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου