Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΑΠΟΒΛΕΠΕΙ ΕΙΣ ΜΙΑΝ «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ»;




Του ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ


1Η Μετάφραση της Αγίας Γραφής στη Νεοελληνική έφερε στο φως, κατά την δεκαετία του 1830, όλα τα ακανθώδη προβλήματα του νεωτέρου Ελληνισμού, στο επίκεντρο των οποίων βρισκόταν η σχέση με την παράδοση και ο κίνδυνος αλλοτριώσεως της εθνικής ταυτότητας, στην ακατάσχετη μανία του εξευρωπαϊσμού Μία πτυχή της προβληματικής ήταν ο λόγος «περί Νεοελληνικής Εκκλησίας». Ένας οξύτατος διάλογος αναπτύχθηκε μεταξύ των εγκριτοτέρων Θεολόγων της εποχής, διεξαγόμενος μέσω μαχητικών εκδόσεων, με αποτέλεσμα όλη η ικμάδα των εθνικών δυνάμεων να δαπανηθεί σε αδιέξοδους αγώνες, σε εποχή ιδιαίτερα κρίσιμη για την οργάνωση και ευστάθεια του αδύνατου ελληνικού Κράτους. Θα παραθέσουμε, τα κύρια σημεία, μιας πρόσφατης μελέτης μας, διότι έχει άμεση σχέση με τις σημερινές καινοτομίες
...

Ο ομόψυχος συνεργάτης και συναγωνιστής του Κ. Οικονόμου, ιεροκήρυξ Γερμανός, εκδότης της «Ευαγγελικής Σάλπιγγος», απάντησε σε δημοσίευμα του Φαρμακίδη, κατηγορώντας τον, μεταξύ άλλων, ό­τι τις απόψεις του για την Παλαιά Διαθήκη δεν τις στήριζε στο κανονικό και επίσημο κείμενο της μεταφράσεως των Ο’, αλλά στην πρόσφατη μετάφραση της βιβλικής Εταιρείας, στην οποία βασικός συνεργάτης ήταν και ο Νεόφυτος Βάμβας. Στο κείμενο του Γερμανού υπήρχε και η επισήμανση, ότι, η επιλογή του Φαρμακίδη, όπως και η νέα μετάφραση, έγιναν «επί χρησταίς ελπίσι διά μίαν Νεοελληνικήν Εκκλησίαν». Ο Φαρμακίδης θεωρώντας το κείμενο του Γερμανού γραμμένο από τον Οικονόμο, απάντησε το ίδιο έτος με το έργο του «Ο ψευδώνυμος Γερμανός», επιμένοντας στην χρήση, για επιστημονικούς λόγους, της μεταφράσεως από το εβραϊκό πρωτότυπο της Παλαιάς Διαθήκης. Ειδικά όμως τοποθετήθηκε στο θέμα της «Νεοελληνικής Εκκλησίας» ο Νεόφυτος Βάμβας. Το εξ 24 σελίδων κείμενό του τυπώθηκε «την 28ην Αυγούστου 1838». Ο Οικονόμος βρήκε την μοναδική ευκαιρία να ανασκευάσει το τευχίδιο του Βάμβα με ένα ογκώδες δικό του έργο 368 σελίδων με τον τίτλο: «Επίκρισις...», που τυπώθηκε στις αρχές του 1839. Το ίδιο έτος είδε το φως το έργο του Θ. Φαρμακίδη «Απολογία» (β’ έκδοση 1840), με εκτενή αναφορά στο θέμα «περί Νεοελληνικής Εκκλησίας».

2. Ο Οικονόμος στην «Επίκρισίν» του, απέκρουσε τον όρον «νεοελληνική». Το «άχαρι και κακόζηλον αυτό, επίθετον» αποδίδει στον Γερμανό, ο οποίος όμως το χρησιμοποίησε «ειρωνικώς», όπως λέγει. Θέλοντας όμως να δείξει την διαφορετική νοηματοδότηση του όρου από τους αντιπάλους του, μεταθέτει το πρόβλημα στην απέναντι πλευρά: «Πρώτος του κακεντρεχούς επιθέτου δημιουργός ανεφάνη πάλιν αυτή των νεωτεριστών και καινοτόμων συμμορία». Ο Οικονόμος στον νοηματικό του κώδικα προσέδιδε χρονική σημασία στον όρο, ενώ οι αντίπαλοί του -κατά την δική του κατανόηση- ποιοτική και εθνική, με συγκεκριμένη στοχοθεσία: «ίνα χωρίσωσι παντοιοτρόπως την λαλουμένην των Ελλήνων διάλεκτον από της εκκλησιαστικής διαλέκτου» και να επιτύχουν τελικά την κατάργησή της.

Ο Βάμβας κατηγορούσε τον Οικονόμο, ότι «δεν θέλει να αναγινώσκωνται εις την Νεοελληνικήν γλώσσαν» οι Γραφές. Ο όρος, έτσι, αυτόματα προσέλαβε τρεις χρήσεις: νεοελληνική μετάφραση -νεοελληνική γλώσσα— νεοελληνική Εκκλησία, σε άμεση συνάφεια μεταξύ τους. Ο Οικονόμος, αποκρούοντας τον όρο, τον χαρακτηρίζει άγνωστο στην ελληνική γλώσσα. Συνδέει μάλιστα, την χρήση του με την θεωρία του Φαλμεράϋερ. Ο Βάμβας, αντίθετα, δεχόταν ότι ο όρος ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, το υπαρκτό γλωσσικό πρόβλημα, και γι’ αυτό θεωρούσε την Μετάφραση αναγκαία. Για τον Οικονόμο όμως τέτοιο πρόβλημα δεν υφίστατο, στην ένταση τουλάχιστον, που νόμιζε ο Βάμβας.

Στο σημείο αυτό πρέπει να δηλωθεί η διαφορετική προοπτική των δύο κληρικών. Για τους έχοντες, υποτυπώδη έστω, σχολική παιδεία πρόβλημα οξύ στην προσέγγιση των Γραφών δεν υπήρχε (θέση του Οικονόμου). Ο Βάμβας όμως αναφερόταν στο ευρύ και απαίδευτο στρώμα του λαού. Λησμονούσε όμως, ότι βασικό πρόβλημα στην ανάγνωση των Γραφών δεν είναι η γλώσσα (τα «ρήματα»), αλλά τα «νοήματα», τα οποία χωρίς ερμηνευτικά σχόλια μένουν ακατανόητα ή παρανοούνται (θέση του Οικονόμου). Ας θυμηθούμε εδώ την καινοδιαθηκική ερμηνευτική αρχή: «αρά γε γινώσκεις α αναγινώσκεις;» (Πράξ. 8, 30). Διαπιστώνεται, συνεπώς, η διαμετρικά αντίθετη τοποθέτηση των δύο ανδρών.

3. Στην διαφορά της σύγχρονης γλώσσας από την αρχαία, έστω και την κοινή, τοποθετούσε ο Βάμβας την ανάγκη της Μεταφράσεως. Ο λαός, έλεγε, «έπαυσε να ομιλή την γλώσσαν των προγόνων του». Γιατί, λοιπόν, να «μένη στερημένος των ιερών Γραφών, δι’ έλλειψιν μεταφράσεως αυτών εις την σημερινή γλώσσαν;». Ο Οικονόμος αντέτασσε την δική του επιχειρηματολογία, στο πλαίσιο των δικών του προϋποθέσεων: «Οι Έλληνες υπάρχουσιν αείποτε Έλληνες, λαλούσι και πρεσβεύουσιν ορθόδοξα, ως μέλη αδιάσπαστα της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας». Η ενότητα εθνικότητας, γλώσσας και πίστεως ήταν για τον Οικονόμο αναμφισβήτητη. Γι’ αυτό δεν ήθελε να δει την προϊούσα χαλάρωσή της. Έτσι, φθάνει στο αφοριστικό συμπέρασμα: «Όστις λέγει και φρονεί σπουδαίως γλώσσαν νεοελληνικήν, ο τοιούτος υβρίζει (εις) το έθνος των Ελλήνων».

Στις σχοινοτενείς, ως συνήθως, αναλύσεις του φαίνεται και ο τρόπος, με τον οποίο ερμηνεύει ο Οικονόμος τον νουν των αντιπάλων του. Στην χρήση του επιθέτου «νεοελληνικός» εκείνοι, δεν περιορίζονται στην χρονική του σημασία («Έλληνας ουχί νεωτέρους, ως προς τους πάλαι προγόνους αυτών, κατά χρόνον σημαινομένους»). Αυτή την χρήση δέχεται και αυτός. Ο Βάμβας και ο Φαρμακίδης, όμως, κατά τον Οικονόμον, εννοούν «πάντη νέους και καινοφανείς, νεωστί βλαστήσαντας και εξ υπαρχής αναφανέντας εις την Ελληνικήν γην». Κατά τον Οικονόμο, στον γλωσσικό κώδικα των αντιπάλων του οι σύγχρονοι Έλληνες ήσαν «νεοπολίται», ξένοι δηλαδή και διάφοροι προς τους αρχαίους. Ο Οικονόμος πιστεύει ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι «γνήσιοι των πάλαι πατέρων αυτών απόγονοι κατ’ αδιάκοπον του γένους σειράν». Υπάρχει, δηλαδή, στον Ελληνισμό φυλετική και ιστορική συνέχεια, η δε γλώσσα των νεωτέρων (χρονικά) Ελλήνων «έστι και λέγεται και αυτή ελληνική», που σημαίνει ότι κοντά στην εθνική υπάρχει και γλωσσική συνέχεια. Από την «νεοελληνική γλώσσα» εύκολα γίνεται η μετάβαση σε «νεοελληνική Εκκλησία», που έχει ανάγκη αυτής της γλώσσας. Αυτό αποκρούει το γενικό -και αισιόδοξο- συμπέρασμα του Οικονόμου: «Όστις, λοιπόν, εισάγει νεοελ­ληνικήν γλώσσαν και φαντάζεται νεοελληνικήν Εκκλησίαν, εν σκότει διαπορεύεται και ιστόν αράχνης υφαίνει δειλαίως παραφρονών».

Ο Οικονόμος πίστευε ότι η εισαγωγή μιας νέας μορφής γλώσσας στην εκκλησιαστική χρήση θα είχε αναπόφευκτα συνέπειες και στην κατανόηση της Εκκλησίας. Κατ’ αυτόν ο λόγος περί «νεοελληνικής γλώσσης» επεκτεινόταν και στην αποδοχή «Νεοελληνικής Εκκλησίας», η οποία θα εκφραζόταν τελικά με την γλώσσα αυτή. Το σημαντικότερο δε, θεωρούσε ότι αυτή η πορεία ήταν προσχεδιασμένη. Μιλεί, έτσι, για «ονειροπολουμένην» νεοελληνικήν, ή μάλλον «διωρισμένην», δηλαδή σχεδιασμένη «νεόμορφον Ελ­ληνικήν Εκκλησίαν». Αποκαλείται «νεόμορφος» ως σχετιζόμενη με τους «Αναμορφωτές» (Reformatores), τις καλβινικές ομάδες των μισσιοναρίων, που άρδευαν τον ιστορικό ελληνικό χώρο με τις ετεροδιδασκαλίες τους. Ο Οικονόμος θεωρούσε την «νεόμορφον Εκ­κλησίαν» πραγματοποιήσιμη, διότι μαζί με την γλώσσα απηλείτο και η παραδοσιακή λατρεία, η εσωτερική ζωή της Εκκλησίας. Με τη νέα Μετάφραση, το κύριο όργανο της «καινοτομίας», ραδιουργείται κατ’ αυτόν και η είσοδος στην Εκκλησία «νέων εις την χυδαίαν γλώσσαν προσευχών». Η πεποίθησή του δε αυτή ερειδόταν στην απροκάλυπτη προπαγάνδιση όλων αυτών από τους δυτικούς μισσιοναρίους.

Στην εικονική έκρηξη του Βάμβα: «Ποίοι διδάσκουν τα περί της Νεοελληνικής Εκκλησίας;», ο Οικονόμος απαντά: «Οι λεγόμενοι ιεραπόστολοι και οι τούτων συνεργοί», οι Έλληνες δηλαδή ομοϊδεάτες τους, όπως ο Βάμβας. «Νεοελληνική» είναι η «ραδιουργουμένη» Εκκλησία ως «διαφθειρομένη υπό των ψευδαποστόλων ελληνική Εκκλησία». Ήταν γνωστός, άλλωστε, ο σκοπός των δρώντων στην Ελλάδα μισσιοναρίων. Τα τεκμήρια, που προσάγει ο Οικονόμος, για μας σήμερα είναι αδιάψευστα: Το βιβλίο λ.χ. «Παλαιονομία» του Τιμοθέου (Ατιμοθέου κατά τον Οικονόμο) Κληροφίλου και στην πραγματικότητα του S.S. Wilson, που αναφέρεται ρητά στην αναμόρφωση της ορθόδοξης λατρείας ή τα κηρύγματα του αμερικανού Βούργες (Bourgues), που μιλούσε για «εντελή» μεταρρύθμιση της ελλαδικής Εκκλησίας μετά το πραξικοπηματικό αυτοκέφαλο του 1833. Ο Οικονόμος θαρραλέα κατακρίνει την σχέση των «καινοτόμων» με τον Κοραή και τα κηρύγματά του: «Έχοντες ως νέον ευαγγέλιον τα περί μεταρρυθμίσεως της Εκκλησίας ανόσια και κακόδοξα του Κοραή γνωματεύματα, εξ ων υμίν εν τοις πλείστοις η μεγάλη σοφία, μαθητεύετε τους Ορθοδόξους Έλληνας όλα τα λουθηροκαλβινικά φρονήματα». Και αυτό είναι ορθότατο. Με τις κινήσεις των ευρωπαϊστών ή εκσυγχρονιστών της τότε εποχής επιβαλλόταν, τελικά, ο Προτεσταντισμός, ως νοοτροπία και πρακτικές, η πλήρης δηλαδή αποσύνθεση της εκκλησιαστικής παραδόσεως και η πρόσδεση στο άρμα της Ευρώπης.

Άλλωστε, δεν γίνονταν αυτά για πρώτη φορά. Ο Οικονόμος υπενθυμίζει την ανάλογη διαδικασία επί Πατριάρχου Κυρίλλου Λουκάρεως (17ος αι.). Και τότε οι «Αναμορφωταί» ανέμεναν την «εκ της χυδαίας των Γραφών μεταφράσεως... αναμόρφρωσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Απλή σύμπτωση; Τον 16ον αι. μεταφράστηκε στα ελληνικά και το προτεσταντικό «Ευχολόγιον ή τυπικόν της Λειτουργίας». Το ίδιο όμως βασικό για την λατρεία βιβλίο μετατυπώθηκε και τον 19ον αι., «επιδιορθωθέν και επεξεργασθέν προς το ελληνικώτερον» από τον Βάμβα! Στην «νεόμορφον Εκκλησίαν», κατά τον Οικονόμον, απέβλεπαν και όλες οι προτεσταντικές στην Ελλάδα εκδόσεις, με την καταβλασφήμηση των θείων μυστηρίων και τελετών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την σποράν των «ζιζα­νίων της κακοδοξίας» και την διαστροφή ή αθέτηση των ορθοδόξων δογμάτων. Ακόμη και νέα μουσικά, προτεσταντικής συλλήψεως, βιβλία τυπώνονταν για την αλλαγή και αυτών των «ακουσμάτων» της ορθόδοξης λατρείας. Σήμερα, άλλωστε, είναι πλέον βέβαιο, ότι «κύριος σκοπός της προτεσταντικής ιεραποστολής» ήταν «η μεταρρύθμισις της εν Ελλάδι Εκκλησίας βάσει των αρχών της μεταρρυθμίσεως», «ο εκπροτεσταντισμός» της, που συμβάδιζε με τον εξευρωπαϊσμό.
Ένα ακόμη σημείο των εύστοχων επισημάνσεων του Οικονόμου πρέπει να υπογραμμισθεί. Αρχή της Βιβλικής Εταιρείας ήταν «το ασχολίαστον και καθαρόν» κείμενο των Γραφών σ’ όλες τις μεταφράσεις. Για τους Ορθοδόξους όμως αυτό σήμαινε, κατά τον Οικονόμο, την αποβολή «του κύρους της ερμηνείας των θείων Πατέρων, καθώς οι Αναμορφωταί παραγγέλλουσι». Απώτερος δε στόχος ήταν «η διάκρισις του εκκλησιαστικού χριστιανισμού από του χριστιανισμού των Γραφών». Αυτό άλλωστε, είχε συμβεί στην προτεσταντική μεταρρύθμιση. Στην σημερινή θεολογική γλώσσα, θα λέγαμε, διάκριση του Χριστού της Γραφής από τον Χριστό της Εκκλησίας, κύριο πρόβλημα της προτεσταντικής θεολογίας τον 20ο αι. Είναι δυνατόν όμως να υπάρξει Ορθοδοξία χωρίς αγίους Πατέρες και την αυθεντία της αγιοπνευματικής εμπειρίας τους; Με την μετάφραση, συνεπώς, και τα παρεπόμενά της ανοιγόταν ο δρόμος προς μία «μεταρρυθμισμένη» Νεοελληνική Εκκλησία.

4. Ο Φαρμακίδης διατεινόταν ότι τα περί νεομόρφου Εκκλησίας ήσαν «φαντασία και δημιούργημα» του Οικονόμου, τον οποίο χαρακτηρίζει «τρελό». Ο Οικονόμος «έπλασε -γράφει- και νεόμορφον ή νεο­ελληνικήν Εκκλησίαν εν Ελλάδι παρ’ Ελλήνων ραδιουργουμένην». Ο Βάμβας, εξ άλλου, κατηγορούσε τον Οικονόμο ότι «εκφοβίζει τους Έλληνας με το πλαστόν φόβητρον της Νεοελληνικής Εκκλησίας». Οι φόβοι του Οικονόμου δεν ήσαν, δηλαδή, παρά τεχνητή κινδυνολογία.

Προκλητική ήταν οπωσδήποτε και η θέση του Βάμβα ότι «η μετάφρασις των ιερών Γραφών... εμπορεί να λέγεται ότι έγεινεν διά την νεοελληνικήν Εκ­κλησίαν, όχι την δεδουλωμένην, αλλά την ελευθέραν». Μολονότι ο Βάμβας ορθά δίνει εδώ χρονική σημασία στον όρο «νεοελληνική», εκτοξεύει βαρύτατο υπαινιγμό κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανανεώνοντας την κοραϊκή αντιπάθεια απέναντί του. Όλοι οι Κοραϊστές και συνάμα ευρωπαϊστές ταύτιζαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο με το καθεστώς της Οθωμανοκρατίας.

Ο Οικονόμος όμως με ευστροφία ξεσκεπάζει τον αντίπαλό του, τονίζοντας την προτεσταντίζουσα σκέψη του: Για «εύρεσιν της αρχαίας Εκκλησίας -απαντά- καυχώνται και οι Προτεστάνται». Ο δε «θεοσεβής και φιλόχριστος διδάσκαλος Βάμβας ποίαν αρχαίαν Εκκλησίαν ζητεί και ποίαν νεωτέραν βλέπει εις την ενότητα της Μιας, Αγίας και υποδουλωμένης Εκκλησίας;».

Ο Οικονόμος βρίσκει περαιτέρω την ευκαιρία να αποκαλύψει και το υπόβαθρο της σκέψης των αντιπάλων του. Η προσδοκία και ραδιουργία «νεομόρφου» Εκκλησίας γίνεται, διότι «παντοιοτρόπως» «σπουδάζουν απορρήξαι τον μεταξύ της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και της εν τω Κράτει των Ελλήνων Ορθοδόξου θυγατρός αυτής πνευματικόν και αδιάρρηκτον σύνδεσμον». Η Μ. Εκκλησία κατηγορείται από αυτούς ως «ξένη» και «ασύμφυλος». Το τραγικό είναι ότι τότε το οικουμενικό Πατριαρχείο υποστηριζόταν από τους παραδοσιακούς διά την έμμονή του στην πατερική παράδοση. σήμερα το υποστηρίζουν ένθερμα οι υπονομευτές της παραδόσεως!

Υπήρχε όμως και κάτι βαρύτερο. Η αποστρεφομένη τον Οικονόμο ομάδα διέδιδε ότι ο Οικονόμος εργαζόταν για την επανυπαγωγή της «αυτοκέφαλης» Εκκλησίας της ελευθέρας Ελλάδος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο Οικονόμος αποκρούει με αποτροπιασμό την σπερμολογία αυτή. Δεν διστάζει δε να χρησιμοποιήσει καυστική γλώσσα, αντεπιτιθέμενος και αποκαλύπτοντας τους αληθινούς σκοπούς και διαθέσεις των αντιπάλων του: «Αλλά τούτο προς υμάς αφόρητον φαίνεται και πικρόν, διότι θέλετε την Εκκλησίαν της Ελλάδος απεσχισμένην από της αγίας αυτής Μητρός, άσχετον προς τας λοιπάς αυτονόμους Εκκλησίας των Ορθοδόξων, ανάδελφον, αυθέκαστον, μεμονωμένην, έρημον πάσης προστασίας πνευματικής και επομένως ευάλωτον και ευχείρωτον εις τους καταθλίβοντας αυτήν πολεμίους της ευσεβείας και τόπον επιτήδειον εις κατασκευήν της ονειροπολουμένης Νεοελληνικής Εκκλησίας».

Η σημαντικότερη δε καινοτομία δεν ήταν άλλη από την αποξένωσή της από τα στοιχεία εκείνα, που την κρατούν ενωμένη με την αποστολική και πατερική Ορθοδοξία, ώστε να καταστεί πραγματικά «νεόμορφος» και «νεοελληνική». Σ’ αυτή την διαδικασία, ακριβώς μετείχαν ενσυνείδητα, κυριαρχούμενοι από το πνεύμα του εξευρωπαϊσμού ως δήθεν προόδου, ο Φαρμακίδης και ο Βάμβας. Δίκαια, λοιπόν, τους ερω­τά: «Ταύτα δε ποιούντες ραδιουργείτε Νεοελληνικήν Εκκλησίαν ή ου;».

5. Συμπερασματικά: Η περί «Νεοελληνικής Εκκλησίας» διένεξη τον 19ο αι. επιβεβαιώνει, από την πλευρά της, την ύπαρξη δύο κόσμων στα σπλάγχνα του Ελληνισμού, το ασύμπτωτο μεταξύ τους και γι’ αυτό την αναπόφευκτη σύγκρουσή τους. Είναι η κορύφωση του ιδεολογικού διχασμού, που αρχίζει μετά το σχίσμα (1054) και κυρίως μετά την Σύνοδο της Φλωρεντίας (1439) και οδήγησε στη διαμόρφωση μιας ανατολικής και μιας δυτικής παρατάξεως. Οι πρωταγωνιστές των δύο μετώπων, των οποίων την σκέψη προσεγγίσαμε παραπάνω, με την σφοδρότητα, αλλά και απολυτότητά τους, φανερώνουν την ουσιαστική αποστασιοποίησή τους. Ανήκουν, όπως και οι ομόφρονές τους, σε δύο Ελληνισμούς, που δεν είναι πια δυνατόν να συνυπάρξουν.

Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος κατηγορείτο ως υπερβολικός και φαντασιόπληκτος. Είχε όμως συλλάβει σε μεγάλο βάθος τα τεκταινόμενα εις βάρος της ελληνορθοδόξου παραδόσεως, μέσα στο νεωτεριστικό παραλήρημα των υπονομευτών της. Επισημάνσεις του Οικονόμου, αναπόδεικτες τότε, σήμερα επιβεβαιώνονται, διότι ο αντίκτυπος των τότε γεγονότων φθάνει μέχρι τις ημέρες μας, όπως αποδεικνύει λ.χ. η εξέλιξη και κατάληξη του γλωσσικού ζητήματος και στο χώρο της Εκκλησίας. Η προσπάθεια, στις τελευταίες δεκαετίες, της εισαγωγής μεταφράσεων στην λατρεία μας είναι επανέκφραση του πνεύματος του Φαρμακίδη και των συνεργών του.

Η σημερινή Ελλάδα κυοφορήθηκε από κάθε πλευρά τον 19ο (κυρίως) αιώνα. Η μανία του εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού συνδέθηκε με την αποσύνδεση από την ελληνορθόδοξη παράδοση και όλα τα συστατικά της. Οι ευρωπαϊστές μας εύστοχα αντελήφθησαν ότι ο εξευρωπαϊσμός είναι ανεπίτευκτος χωρίς τον εκλατινισμό και εκπροτεσταντισμό της Εκκλησίας. Αυτό γνωρίζουν πολύ καλά και οι σημερινοί καινοτόμοι.

(2010)
"ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ, ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ”
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου