Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Αγίου Επιφανείου Κύπρου Η Κάθοδος του Κυρίου στον Άδη




Στη Δημοτική
Α. Τι είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα; Μεγάλη σιωπή είναι απλωμένη στη γη. Μεγάλη σιωπή και ηρεμία. Μεγάλη σιωπή γιατί κοιμάται ο Βασιλιάς. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε επειδή ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε, και ανέστησε αυτούς που κοιμόνταν απ’ την αρχή των αιώνων. Ο Θεός με το σώμα πέθανε, και τρόμαξε ο Άδης. Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε, και ανέστησε αυτούς που βρίσκονταν στον Άδη.
Β. Που είναι τώρα, οι πριν από λίγο ταραχές και οι φωνές και οι θόρυβοι, που ξεσηκώνατε, παράνομοι, εναντίον του Χρίστου; Που είναι οι συγκεντρώσεις σας και οι αντιρρήσεις σας, και οι φρουρές, και τα όπλα και τα δόρατα; Που είναι οι βασιλείς και οι ιερείς κι’ οι καταδικασμένοι δικαστές; Που είναι οι λαμπάδες και τα μαχαίρια κι’ οι άτακτες κραυγές; Που είναι οι όχλοι και η λύσσα και η αδιάντροπη φρουρά; Στ’ αλήθεια χάθηκαν γιατί στ’ αλήθεια αυτοί οι όχλοι έκαναν σχέδια ανόητα και μάταια. Έπεσαν με ορμή επάνω στον ακρογωνιαίο λίθο τον Χριστό, αλλά συντρίφθηκαν αυτοί οι ίδιοι. Χτύπησαν με δύναμη στη στερεά πέτρα, αλλά αυτοί τσακίστηκαν, και τα κύματα τους διαλύθηκαν στον αφρό. Χτύπησαν επάνω στο σκληρό αμόνι, και οι ίδιοι κομματιάστηκαν. Ύψωσαν επάνω στο ξύλο —του Σταυρού— την πέτρα της ζωής, κι’ αυτή κατρακυλώντας τους θανάτωσε. Έδεσαν τον πανίσχυρο Σαμψών, δηλαδή τον Ήλιο Θεό, αλλά Αυτός αφού έλυσε τα παμπάλαια δεσμά εξόντωσε τους εχθρούς και τους παράνομους. Έδυσε ο Θεός, ο Ήλιος Χριστός κάτω απ’ τη γη, και βαθύ σκοτάδι έπεσε επάνω στους Ιουδαίους.
Γ. Σήμερα ήλθε η σωτηρία σ’ αυτούς που βρίσκονται στη γη και σ’ αυτούς που απ’ την αρχή των αιώνων βρίσκονται κάτω απ’ τη γη. Σήμερα ήλθε η σωτηρία στον ορατό και αόρατο κόσμο. Είναι διπλή σήμερα η παρουσία του Δεσπότη, διπλή η σωτηρία, διπλή η φιλανθρωπία, διπλή η κατάβαση μαζί και συγκατάβαση, διπλή η επίσκεψη προς τους ανθρώπους. Κατεβαίνει ο Θεός από τον ουρανό στη γη κι’ από τη γη στα καταχθόνια. Ανοίγονται οι πύλες του Άδη. Γεμίστε με αγαλλίαση εσείς που κοιμάσθε απ’ την αρχή των αιώνων, υποδεχτείτε το μέγα φως όσοι κάθεστε στο σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου. Έρχεται ο Δεσπότης ανάμεσα στους δούλους. Έρχεται ο Θεός ανάμεσα στους νεκρούς. Έρχεται η ζωή ανάμεσα στους νεκρούς. Έρχεται ο αθώος ανάμεσα στους ενόχους. Έρχεται το φως που δεν σβήνει ανάμεσα σ’ αυτούς που βρίσκονται στο σκοτάδι. Έρχεται ο ελευθερωτής ανάμεσα στους αιχμαλώτους. Έρχεται Αυτός που βρίσκεται πιο πάνω από τους ουρανούς, μεταξύ αυτών που βρίσκονται κάτω απ’ τη γη. Ήλθε ο Χριστός στη γη και πιστέψαμε. Κατέβηκε ο Χριστός στους νεκρούς, ας κατέβουμε μαζί Του κι’ ας δούμε τα μυστήρια που έγιναν εκεί. Ας γνωρίσουμε Αυτόν που κρύφτηκε — στον Άδη— τα κρυμμένα κάτω απ’ τη γη θαυμάσια έργα Του. Ας μάθουμε πως έλαμψε το κήρυγμα και στους κατοίκους του Άδη.
Δ. Τι συνέβη λοιπόν; Κατεβαίνοντας ο Θεός στον Άδη σώζει όλους χωρίς εξαίρεση; Όχι βέβαια, αλλά κι’ εκεί σώζει όσους πίστεψαν. Χθες είδαμε το έργο της σωτηρίας, σήμερα την εκδήλωση της εξουσίας. Χθες είδαμε την αδυναμία, σήμερα την κυριαρχία Του. Χθες φάνηκαν τα σημάδια της ανθρώπινης φύσης Του, σήμερα της θεϊκής φύσης. Χθες Τον ράπιζαν, σήμερα ραπίζει με την αστραπή της θεότητος τον χώρο του Άδη. Χθες Του έβαζαν δεσμά, σήμερα Αυτός δένει τον τύραννο – διάβολο με άλυτα δεσμά. Χθες καταδικαζόταν, σήμερα χαρίζει ελευθερία στους κατάδικους. Χθες Τον περιγελούσαν οι υπηρέτες του Πιλάτου, σήμερα οι θυρωροί του Άδη όταν Τον είδαν γέμισαν φρίκη.
Ε. Άκουσε όμως τον υψηλό λόγο για το πάθος του Χρίστου. Άκουσε και ύμνησε. Άκουσε και δόξασε. Άκουσε και κήρυξε τα μεγάλα θαύματα του Θεού. Πώς υποχωρεί ο νόμος, και Πώς ανθίζει η χάρη; Πώς παρέρχονται οι τύποι και Πώς διαβαίνουν οι σκιές; Πώς ο ήλιος γεμίζει την οικουμένη; Πώς αχρηστεύθηκε η Παλαιά Διαθήκη και Πώς επικυρώνεται η Καινή Διαθήκη; Πώς πέρασαν τα παλιά κι’ άνθισαν τα καινούργια;
ΣΤ. Δύο λαοί ήταν παρόντες στην Ιερουσαλήμ κατά τον χρόνο του πάθους του Χρίστου. Ο Ιουδαϊκός μαζί με τον ειδωλολατρικό. Δύο βασιλείς, ο Πιλάτος και ο Ηρώδης. Δύο αρχιερείς, ο Άννας και ο Καϊάφας. Για να γιορτασθούν μαζί τα δύο Πάσχα, το Ιουδαϊκό που παύει και το Χριστιανικό που αρχίζει. Δύο θυσίες γίνονταν εκείνο το απόγευμα, επειδή πραγματοποιούνταν δύο σωτηρίες, εννοώ των ζωντανών και των νεκρών. Και ο μεν Ιουδαϊκός λαός έδενε τον αμνό για να τον θυσιάσει σφάζοντας τον, οι δε ειδωλολάτρες δέχονταν τον Θεό που σαρκώθηκε. Και ο μεν ένας ατένιζε τη σκιά, ο δε άλλος έτρεχε πρόθυμα στον Ήλιο Θεό. Και οι μεν Ιουδαίοι δένοντας τον Χριστό Τον έδιωχναν, οι δε ειδωλολάτρες Τον δέχονταν με προθυμία. Και οι μεν πρώτοι πρόσφεραν θυσία ζώου, οι δε δεύτεροι θυσία του Θεού που σαρκώθηκε. Άλλα, οι μεν Ιουδαίοι πρόσφεραν τη θυσία φέρνοντας στη μνήμη τους τη διάβαση τους από την Αίγυπτο, οι δε εθνικοί προανήγγελαν με αυτή τη λύτρωση από την πλάνη των ειδώλων.
Ζ. Και όλα αυτά που συνέβαιναν; Στη Σιών, την πόλη του μεγάλου Βασιλιά στην οποία πραγματοποίησε τη σωτηρία στο κέντρο της γης, ο Ιησούς, ο Υιός του Θεού που έγινε γνωστός ανάμεσα σε δύο ζώα. Ανάμεσα στον Πατέρα και το Πνεύμα, των δύο ζωντανών Υπάρξεων. Αυτός είναι η ζωή, που προέρχεται από τη ζωή και χορηγεί τη ζωή, που γεννήθηκε μεταξύ Αγγέλων και ανθρώπων στη φάτνη. Και είναι ανάμεσα στους δύο λαούς ο ακρογωνιαίος λίθος —που τους ενώνει—. Είναι Αυτός που προφητεύθηκε μεταξύ του Νόμου και των Προφητών, και εμφανίστηκε στο όρος Θαβώρ μεταξύ του Μωυσή και του Ηλία. Κι’ ανάμεσα στους δύο ληστές αναγνωρίσθηκε ως Θεός από τον ευγνώμονα ληστή. Και ανάμεσα από την παρούσα και τη μέλλουσα ζωή κάθεται ως κριτής. Και σήμερα ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς χαρίζει διπλή ζωή και σωτηρία. Λέω πάλι διπλή ζωή διπλή γέννηση μαζί και αναγέννηση, και άκουσε τα γεγονότα της διπλής γεννήσεως του Χρίστου και χειροκρότησε τα θαύματα.
Η. Άγγελος ευαγγελίσθηκε στη Μαρία τη γέννηση του Χρίστου ως ανθρώπου, και Άγγελος ευαγγελίσθηκε στη Μαγδαληνή Μαρία τη φοβερή ανάσταση από τον τάφο. Νύχτα γεννιέται ο Χριστός στη Βηθλεέμ και πάλι νύχτα ξαναγεννιέται στη Σιών από τον τάφο. Με σπάργανα καταδέχεται να τυλιχθεί στη γέννηση, με σπάργανα και στην ταφή ξανατυλίγεται. Δέχεται σμύρνα όταν γεννήθηκε, σμύρνα και αλόη στην ταφή καταδέχεται. Εκεί άνδρας της Μαρίας ονομάζεται αυτός που δεν είναι άνδρας της, και εδώ ο Ιωσήφ που είναι απ’ την Αριμαθαία αναδεικνύεται ο κηδευτής της ζωής μας. Στη Βηθλεέμ και σε φάτνη ο τόπος της γεννήσεως, αλλά και στον τάφο σαν σε φάτνη ο τόπος της αναστάσεως. Πρώτοι από όλους οι ποιμένες ευαγγελίζονται τη γέννηση του Χρίστου, αλλά και πρώτοι από όλους ποιμένες του Χρίστου οι μαθητές ευαγγελίσθηκαν την αναγέννηση του Χρίστου από τους νεκρούς. Εκεί φώναξε το χαίρε ο Άγγελος προς την Παρθένο, και εδώ το χαίρετε ανέκραξε προς τις γυναίκες ο Άγγελος της μεγάλης αποφάσεως του Θεού, ο Χριστός. Στην πρώτη γέννηση ο Χριστός μετά από σαράντα ημέρες μπήκε στην επίγεια Ιερουσαλήμ, στον ναό, και πρόσφερε ως πρωτότοκος στον Θεό ένα ζευγάρι τρυγόνια, αλλά και στην ανάσταση από τους νεκρούς ο Χριστός, μετά από σαράντα ημέρες, ανέβηκε στην ουράνια Ιερουσαλήμ, απ’ όπου δεν είχε αποχωρισθεί ως Θεός, στα πραγματικά Άγια των Αγίων ως άφθαρτος πρωτότοκος από τους νεκρούς, και πρόσφερε στον Θεό και Πατέρα σαν δυο πάναγνα τρυγόνια, την ψυχή και τη σάρκα τη δική μας. Και εκεί τον υποδέχτηκε σαν άλλος Συμεών, ο Παλαιός των ήμερων Θεός και Πατέρας, στους κόλπους Του, σαν σε αγκάλες, με απερίγραπτο τρόπο. Και εάν αυτά τα ακούς σαν μύθους και όχι με πίστη, σε κατηγορούν οι απαραβίαστες σφραγίδες του Δεσποτικού της αναγεννήσεως του Χρίστου μνήματος. Διότι, όπως ο Χριστός γεννήθηκε από Παρθένο, αφήνοντας σφραγισμένες τις κλειδαριές της παρθενίας, που εκ φύσεως είναι κλειστές και τις ανοίγει η μητρότητα, έτσι ακριβώς πραγματοποιήθηκε η αναγέννηση του Χρίστου από τον τάφο, χωρίς να ανοίξουν οι σφραγίδες του. Για το πώς στον τάφο και πότε και από ποιους ενταφιάζεται ο Χριστός, η ζωή, ας ακούσουμε τι λένε τα ιερά γράμματα:
Θ. Όταν βράδιασε, ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος που το όνομά του ήταν Ιωσήφ. Αυτός τόλμησε και παρουσιάστηκε μπροστά στον Πιλάτο, και του ζήτησε το σώμα του Ιησού. Παρουσιάστηκε ένας θνητός μπροστά σε έναν θνητό ζητώντας να λάβει τον Θεό. Ζήτα τον Θεό των θνητών. Ο πηλός μπροστά στον πηλό, ζητά να λάβει τον πλάστη των όλων. Το χορτάρι, ζήτα από το χορτάρι την ουράνια φωτιά. Η τιποτένια σταγόνα, παίρνει από την τιποτένια σταγόνα τον απύθμενο ωκεανό. Ποιος είδε, ποιος ποτέ άκουσε αυτό το απίστευτο; Ένας άνθρωπος να χαρίζει σε άλλον άνθρωπο τον δημιουργό των ανθρώπων. Ένας άνομος άρχοντας σ’ έναν άνθρωπο του νόμου υπόσχεται να χαρίσει τον νομοθέτη. Ένας άκριτος κριτής τον Κριτή των κριτών επιτρέπει να τον θάψουν ως κατάδικο.
Ι. Όταν βράδιασε, ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος που το όνομά του ήταν Ιωσήφ. Πραγματικά πλούσιος, αφού πήρε ολόκληρη τη σύνθετη υπόσταση του Κυρίου. ‘Αληθινά πλούσιος, αφού έλαβε από τον Πιλάτο τη διπλή ουσία του Χρίστου. Πλούσιος διότι αξιώθηκε να πάρει τον πολύτιμο μαργαρίτη. Πραγματικά πλούσιος γιατί κράτησε το βαλάντιο που ήταν γεμάτο με τον θησαυρό της θεότητος. Πώς να μην είναι πλούσιος αυτός που απέκτησε τη ζωή και τη σωτηρία του κόσμου; Πώς να μην είναι πλούσιος ο Ιωσήφ, αφού δέχτηκε για δώρο Αυτόν που τρέφει και είναι Δεσπότης όλων; Όταν βράδιασε. Επομένως είχε δύσει πια στον Άδη ο ήλιος της δικαιοσύνης. Γι’ αυτό ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος που το όνομά του ήταν Ιωσήφ από την Αριμαθαία που κρυβόταν γιατί φοβόταν τους Ιουδαίους. Ήλθε και ο Νικόδημος που ήλθε στον Ιησού κάποια νύχτα.
ΙΑ. Αυτό είναι απόκρυφο μυστήριο των μυστηρίων. Δυο κρυφοί μαθητές, έρχονται να κρύψουν τον Ιησού στον τάφο, διδάσκοντας με τη δική τους απόκρυψη το κρυφό μυστήριο του Άδη του Θεού που κρύφτηκε κάτω απ’ τη σάρκα, ξεπερνώντας ο ένας τον άλλον στη θερμή διάθεση. Προς τον Χριστό. Ο μεν Νικόδημος μεγαλόψυχος προσφέροντας σμύρνα και αλόη, ο δε Ιωσήφ αξιέπαινος στην τόλμη και το θάρρος προς τον Πιλάτο. Διότι αυτός διώχνοντας κάθε φόβο με τόλμη παρουσιάστηκε στον Πιλάτο ζητώντας το σώμα του Ιησού. Και όταν παρουσιάστηκε φέρθηκε με μεγάλη σοφία για να επιτύχει αυτό που ήθελε. Γι’ αυτό δεν χρησιμοποιεί μπροστά στον Πιλάτο υπερήφανα και υψηλά λόγια, για να μη του ανάψει την οργή και χάσει το ζητούμενο. Ούτε του λέει: Δος μου το σώμα του Ιησού, που σκοτείνιασε πριν από λίγο τον ήλιο, που έσχισε τις πέτρες, που έσεισε τη γη και άνοιξε τους τάφους και έσχισε το καταπέτασμα του ναού. Τίποτε τέτοιο δεν λέει στον Πιλάτο.
IB. Αλλά τι του λέει; Ένα τιποτένιο αίτημα, και για όλους μικρό, άρχοντα μου ήλθα να σου ζητήσω. Ένα πολύ μικρό αίτημα. Το εξής: Δος μου να θάψω το νεκρό σώμα εκείνου που καταδικάστηκε από εσένα, του Ιησού του Ναζωραίου, του Ιησού του φτωχού, του Ιησού του αστέγου, του Ιησού που κρέμεται —στον Σταυρό— γυμνός και περιφρονημένος, του Ιησού του γιου του ξυλουργού, του Ιησού του δέσμιου, που έμενε στο ύπαιθρο, του ξένου, του αγνώριστου μεταξύ των ξένων, του περιφρονημένου, και κοντά σε όλα και κρεμασμένου στον Σταυρό. Δος μου αυτόν τον ξένο, γιατί τι σε ωφελεί το σώμα αυτού του ξένου; Δος μου αυτόν τον ξένο, γιατί ήλθε εδώ από μακρινή χώρα για να σώσει τον άνθρωπο που αποξενώθηκε από τον Θεό. Γιατί κατέβηκε στη σκοτεινή γη για να ανεβάσει τον ξένο. Δος μου αυτόν τον ξένο, γιατί αυτός είναι ο μόνος -πραγματικά- ξένος. Δος μου αυτόν τον ξένο του Οποίου τη χώρα αγνοούμε εμείς οι ξενιτεμένοι. Δος μου αυτόν τον ξένο του Οποίου τον Πατέρα αγνοούμε εμείς οι ξένοι. Δος μου αυτόν τον ξένο του Οποίου τον τόπο και τη γέννηση και τον τρόπο — της ζωής Του— αγνοούμε εμείς οι ξένοι. Δος μου αυτόν τον ξένο που έζησε ζωή και βίο ξενιτεμένου στα ξένα. Δος μου αυτόν τον ξένο Ναζωραίο του Οποίου τη γέννηση και τον τρόπο αγνοούμε εμείς οι ξένοι. Δος μου αυτόν που με τη θέληση Του είναι ξένος και εδώ δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι. Δος μου αυτόν τον ξένο, που σαν ξένος σε ξένη χώρα, άστεγος γεννήθηκε στη φάτνη. Δος μου αυτόν τον ξένο που απ’ αυτήν ακόμη τη φάτνη έφυγε ως ξένος από τον Ηρώδη. Δος μου αυτόν τον ξένο, που απ’ τα σπάργανα Του ακόμη ξενητεύθηκε στην Αίγυπτο, και δεν είχε πόλη, ούτε χωριό, ούτε σπίτι ούτε τόπο να μείνει, ούτε συγγενή, αλλά σε ξένη χώρα Αυτός είναι ξένος. Δος μου, άρχοντα μου αυτόν τον γυμνό που κρέμεται στο ξύλο —του Σταυρού— να τον σκεπάσω, γιατί Αυτός σκέπασε τη γύμνωση της φύσεως μου. Δος μου αυτόν τον νεκρό που είναι μαζί και Θεός, να σκεπάσω Αυτόν που κάλυψε τις δικές μου ανομίες. Δος μου, άρχοντα μου τον νεκρό που έθαψε μέσα στον Ιορδάνη τη δική μου αμαρτία. Για έναν νεκρό σε παρακαλώ, που αδικήθηκε από όλους, που πουλήθηκε από φίλο, που προδόθηκε από μαθητή, που διώχθηκε από τους αδελφούς του, που ραπίσθηκε από δούλο. Για έναν νεκρό σε θερμοπαρακαλώ, ο Οποίος καταδικάστηκε από αυτούς που ο Ίδιος ελευθέρωσε από τη δουλεία, ο οποίος ποτίσθηκε με ξύδι, τραυματίσθηκε απ’ αυτούς που θεράπευσε, που εγκαταλείφθηκε από τους μαθητές Του και στερήθηκε την ίδια τη Μητέρα Του. Για τον νεκρό, άρχοντα μου, σε ικετεύω, Αυτόν τον άστεγο που κρέμεται στο ξύλο -του Σταυρού—. Διότι επάνω στη γη δεν έχει να Του συμπαρασταθεί ούτε πατέρας, ούτε φίλος, ούτε μαθητής, ούτε συγγενής, ούτε κανένας να Τον θάψει, αλλά είναι μόνος, μονογενής Υιός του μόνου —Πατέρα—, Θεός στον κόσμο και κανένας άλλος.
ΙΓ. Μ’ αυτά τα λόγια και μ’ αυτόν τον τρόπο αφού παρακάλεσε ο Ιωσήφ τον Πιλάτο, διέταξε ο Πιλάτος να του δοθεί το πανάγιο σώμα του Ιησού. Και ήλθε στον Γολγοθά και αποκαθήλωσε τον σαρκοφόρο Θεό από το ξύλο —του Σταυρού— και Τον τοποθέτησε κάτω στη γη, σαρκοφόρο Θεό γυμνό, αλλά όχι απλό άνθρωπο. Και Τον βλέπει κανείς να βρίσκεται ξαπλωμένος κάτω, Αυτός που όλους τους ανέσυρε προς τον ουρανό. Και μένει για λίγο χωρίς πνοή, Αυτός που είναι η ζωή και η πνοή όλων. Και φαίνεται να μη βλέπει Αυτός που δημιούργησε τα πολυόμματα Χερουβίμ. Και κείτεται ξαπλωμένος, Αυτός που είναι η ανάσταση όλων. Και νεκρώνεται ο σαρκωμένος Θεός, Αυτός που ανασταίνει τους νεκρούς. Και σιωπά για λίγο κατά το σώμα η βροντή του Θεού Λόγου. Και Τον σηκώνουν ανθρώπινες παλάμες, Αυτόν που κρατά στην παλάμη Του ολόκληρη τη γη.
ΙΔ. Άραγε, Ιωσήφ, ζητώντας και παίρνοντας, ξέρεις καλά ποιόν πήρες; Άραγε πλησιάζοντας στον Σταυρό και αποκαθηλώνοντας τον Ιησού, ξέρεις καλά ποιόν κράτησες στα χέρια σου; Εάν πραγματικά γνωρίζεις καλά Ποιόν κρατάς, τώρα έγινες πλούσιος. Γιατί πώς αλλιώς κάνεις αυτή τη θεόσωμη και φρικωδέστατη κηδεία του Ιησού; Είναι αξιέπαινος ο πόθος σου, αλλά πιο αξιέπαινος είναι ο τρόπος της ψυχής σου. Άραγε δεν φρίττεις, κρατώντας στα χέρια σου Αυτόν που φρίττουν τα Χερουβίμ; Με ποιο φόβο θα αφαιρούσες από το θείο αυτό σώμα το μικρό ρούχο που το σκέπαζε; Πώς δεν θα έκλεινες τα μάτια από ευλάβεια; Δεν θα τρόμαζες ατενίζοντας και αποκαλύπτοντας τη σωματική φύση του υπερφύσιν Θεού; Πες μου, Ιωσήφ, άραγε έθαψες στραμμένο προς την ανατολή τον νεκρό που είναι η ‘Ανατολή των ανατολών; Άραγε έκλεισες με τα δάχτυλα σου, όπως γίνεται στους νεκρούς τα μάτια του Ιησού, ο Οποίος με το αμόλυντο δάχτυλο Του άνοιξε τα μάτια του τυφλού; Άραγε έκλεισες το στόμα Εκείνου που άνοιξε το στόμα του κωφαλάλου; Άραγε έδεσες τα χέρια Εκείνου που άπλωσε τα παράλυτα χέρια; Η έδεσες τα πόδια Εκείνου, όπως γίνεται στους νεκρούς, ο Οποίος θεράπευσε, για να βαδίζει, τα πόδια του παραλύτου; Άραγε σήκωσες επάνω σε κρεβάτι Αυτόν που διέταξε τον παράλυτο λέγοντας του: Σήκωσε το κρεβάτι σου και περπατά ; Άραγε άδειασες μύρα επάνω στο σώμα Εκείνου που είναι το ουράνιο μύρο και εκκένωσε τον εαυτό Του αγιάζοντας τον κόσμο; Άραγε τόλμησες να σφογγίσεις τη θεόσωμη εκείνη πλευρά του Ιησού που ακόμη αιμορροούσε, του Θεού που θεράπευσε την αιμορροούσα; Άραγε έπλυνες με νερό το σώμα του Θεού, που έπλυνε —τις αμαρτίες— όλων και έδωσε την κάθαρση; Άραγε τι είδους λαμπάδες άναψες μπροστά στο αληθινό φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο; Και ποιους επιτάφιους ύμνους έψαλες σ’ Αυτόν που ανυμνείται χωρίς διακοπή από όλες τις ουράνιες αγγελικές στρατιές; Άραγε και έχυσες δάκρυα για τον νεκρό Ιησού, που δάκρυσε για τον νεκρό Λάζαρο και τον ανέστησε μετά από τέσσερις ημέρες; Άραγε θρήνησες Αυτόν που έδωσε σ’ όλους χαρά και διέλυσε τη λύπη της Εύας;
ΙΕ. Όμως μακαρίζω τα χέρια σου, Ιωσήφ, που υπηρέτησαν και ψηλάφισαν τα θεόσωμα χέρια και πόδια του Ιησού, που έσταζαν ακόμη αίμα. Μακαρίζω τα χέρια σου, που άγγιξαν την αιμορροούσα πλευρά του Θεού πριν από τον πιστό – άπιστο Θωμά που είχε αξιέπαινη περιέργεια. Μακαρίζω το στόμα σου που γέμισε αχόρταγα και ασπάσθηκε το στόμα του Ιησού κι’ από εκεί γέμισε με Άγιο Πνεύμα. Μακαρίζω τα μάτια σου που ενώθηκαν με τα μάτια του Ιησού, και από εκεί πήραν το αληθινό φως. Μακαρίζω το πρόσωπο σου που πλησίασε το πρόσωπο του Θεού. Μακαρίζω τους ώμους σου που σήκωσαν Αυτόν που βαστάζει όλους. Μακαρίζω το κεφάλι σου που το άγγιξε ο Ιησούς, η κεφαλή των πάντων. Μακαρίζω τα χέρια σου στα οποία βάσταξες Αυτόν που βαστάζει τα πάντα. Μακαρίζω τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, γιατί έγιναν Χερουβίμ μπροστά στα Χερουβίμ σηκώνοντας και μεταφέροντας επάνω τους τον Θεό. Γιατί έγιναν υπηρέτες του Θεού μπροστά στα εξαπτέρυγα Σεραφίμ, όχι με τα φτερά, αλλά με τα σεντόνια καλύπτοντας και τιμώντας τον Κύριο. Αυτόν που τρέμουν τα Χερουβίμ Τον μεταφέρουν επάνω στους ώμους τους ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος και γεμίζουν από έκσταση όλες οι τάξεις των ασωμάτων Αγγέλων.
ΙΣΤ. Ήλθε ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος. Επομένως έτρεξε μαζί τους και όλος ο χορός των Αγγέλων. Και προφταίνουν τα Χερουβίμ, και τρέχουν μαζί τα Σεραφίμ και βαστάζουν μαζί οι Θρόνοι, και καλύπτουν τα Εξαπτέρυγα, και φρίττουν τα Πολυόμματα βλέποντας τον Ιησού αόμματο, και καλύπτουν μαζί οι Δυνάμεις, και ψάλλουν οι Αρχές και φρίττουν οι Τάξεις, και γεμίζουν έκσταση όλες οι στρατιές των ουρανίων ταγμάτων και γεμάτες θαυμασμό ρωτούν με μεγάλη απορία. Τι είναι αυτός ο φοβερός λόγος και ο φόβος και ο τρόμος και ο τρόπος; Τι είναι αυτό το μεγάλο και παράδοξο και ακατανόητο θέαμα; Αυτός που στον ουρανό σ’ εμάς τους ασωμάτους ως απλός Θεός είναι αθεώρητος, εδώ κάτω στη γη τον βλέπουν οι άνθρωποι γυμνό.
ΙΖ. Αυτόν, που μπροστά Του στέκονται τα Χερουβίμ με ευλάβεια, τον κηδεύουν με θάρρος ο Ιωσήφ κι’ ο Νικόδημος. Πότε κατέβηκε Αυτός που δεν εγκατέλειψε τον ουρανό; Πώς βγήκε έξω, Αυτός που βρίσκεται μέσα; Πώς ήλθε επάνω στη γη Αυτός που με την παρουσία Του όλα τα γεμίζει; Πώς γυμνώθηκε Αυτός που ντύθηκε όλους; Αυτός που βρίσκεται αδιάκοπα ως Θεός στον ουρανό μαζί με τον Πατέρα, τώρα ζει μαζί με τη Μητέρα Του αδιάκοπα ως αληθινός άνθρωπος.
ΙΗ. Αυτός που ποτέ δεν εμφανίστηκε —ως Θεός— στους ανθρώπους, Πώς εμφανίζεται ως άνθρωπος και συγχρόνως ως φιλάνθρωπος Θεός; Πώς έγινε ορατός ο αόρατος; Πώς σαρκώθηκε ο άυλος; Πώς έπαθε ο απαθής; Πώς ο Κριτής στάθηκε στο δικαστήριο; Πώς η ζωή γεύθηκε τον θάνατο; Πώς ο αχώρητος χώρεσε στον τάφο; Πώς κατοικεί στο μνήμα, Αυτός που δεν εγκατέλειψε τον κόλπο του Πατέρα; Πώς εισέρχεται από την πύλη του σπηλαίου, Αυτός που άνοιξε τις πύλες του παραδείσου, και ενώ δεν διέρρηξε τις πύλες της παρθενίας της Μαρίας, Πώς συνέτριψε τις πύλες του Άδη; Πώς ενώ δεν άνοιξε τις πύλες του υπερώου στην περίπτωση του Θωμά, όμως άνοιξε στους ανθρώπους τις πύλες της βασιλείας, και τις πύλες του τάφου και τις σφραγίδες τις άφησε να ανοίξουν μόνες τους; Πώς υπολογίζεται με τους νεκρούς, Αυτός που είναι ελεύθερος μεταξύ των νεκρών; Πώς το φως που ποτέ δεν σβήνει, έρχεται στα σκοτεινά και στη σκιά του θανάτου; Πού πηγαίνει; Που πορεύεται Αυτός που ο θάνατος δεν μπορεί να Τον κρατήσει; Ποιος είναι ο λόγος και ο τρόπος κι’ ο σκοπός που κατεβαίνει στον Άδη; Μήπως κατεβαίνει για να ανεβάσει τον κατάδικο Αδάμ, τον σύνδουλό μας; Πραγματικά, πηγαίνει για να αναζητήσει τον πρωτόπλαστο σαν το χαμένο πρόβατο. Οπωσδήποτε θέλει να επισκεφθεί αυτούς που βρίσκονται μέσα στο σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου. Οπωσδήποτε πορεύεται για να ελευθερώσει τον αιχμάλωτο Αδάμ και τη συναιχμάλωτη Εύα ο Θεός και υιος τους.
ΙΘ. Όμως, ας κατεβούμε μαζί με τον Χριστό, ας χορέψουμε μαζί, ας σπεύσουμε, ας σκιρτήσουμε μαζί, ας ανυμνήσουμε, ας βιαστούμε βλέποντας τη συμφιλίωση του Θεού με τους ανθρώπους, την απελευθέρωση των καταδίκων εκ μέρους του αγαθού Δεσπότου. Γιατί πορεύεται Αυτός που από τη φύση Του είναι φιλάνθρωπος για να βγάλει —από τον Άδη— αυτούς που είναι δέσμιοι από την αρχή των αιώνων, με πολλή δύναμη και εξουσία, αυτούς που βρίσκονται στους τάφους νεκροί και τους κατάπιε τυραννικά ο πικρός και αχόρταγος θάνατος και τους τυράννησε, αφού τους άρπαξε από τον Θεό και τους μάζεψε όλους μαζί. Αυτούς πορεύθηκε ο Χριστός να ελευθερώσει και να τους βάλει μαζί με τους ζωντανούς, που κατοικούν στη γη. Εκεί βρίσκεται ο Αδάμ ο πρωτόπλαστος και πρωτογέννητος, και είναι πιο κάτω από όλους τους κατάδικους. Εκεί είναι ο Άβελ που πρώτος πέθανε στη γη, ο πρώτος δίκαιος ποιμένας, τύπος της άδικης σφαγής του Ποιμένα Χρίστου. Εκεί είναι ο Νώε ο τύπος του Χρίστου, του κτιστού της μεγάλης κιβωτού του Θεού, της Εκκλησίας, η οποία διέσωσε με το περιστέρι του ‘Αγίου Πνεύματος, όλα τα θηριώδη έθνη από τον κατακλυσμό της ασεβείας και έδιωξε από αυτήν τον διάβολο κόρακα. Εκεί είναι ο Αβραάμ ο πρόγονος του Χρίστου ο θύτης του γιου του, που πρόσφερε στον Θεό την υπέροχη θυσία θυσιάζοντας με μαχαίρι και χωρίς μαχαίρι θανατώνοντας και μη θανατώνοντας τον γιό του. Εκεί κάτω βρίσκεται ο δέσμιος Ισαάκ, που την παλαιά εποχή δέθηκε από τον πατέρα για τη θυσία, τύπος του Χρίστου και της θυσίας Του. Εκεί κάτω και ο Ιακώβ καταλυπημένος στον Άδη όπως πριν ήταν καταλυπημένος επάνω για τον Ιωσήφ. Εκεί ο φυλακισμένος Ιωσήφ, που φυλακίστηκε στην Αίγυπτο και προτύπωνε τον Χριστό όντας δεσμώτης και δεσπότης. Εκεί κάτω στα σκοτεινά ο Μωϋσής, όπως επάνω στη γη ήταν βρέφος μέσα στο σκοτεινό καλάθι. Εκεί ο Δανιήλ στον λάκκο του Άδη, όπως κάποτε επάνω στη γη, μέσα στον λάκκο των λιονταριών. Εκεί ο Ιερεμίας στον λάκκο του Άδη και της φθοράς του θανάτου όπως κάποτε ήταν ριγμένος από τους συμπατριώτες του μέσα στον λάκκο του βορβόρου. Εκεί μέσα στο κήτος του Άδη που δέχεται όλον τον κόσμο βρίσκεται ο Ιωνάς, που είναι ο τύπος του Χρίστου ο Οποίος είναι ο προαιώνιος Ιωνάς που θα υπάρχει και στους ατέλειωτους αιώνες. Κι’ ακόμη εκεί και ο πρόγονος του Θεανθρώπου, ο Δαβίδ, από τον όποιο κατά σάρκα γεννήθηκε ο Χριστός. Και γιατί λέω για τον Δαβίδ και τον Ιωνά και τον Σολομώντα; Εκεί βρισκόταν και ο Ίδιος ο μέγας Ιωάννης, ο μεγαλύτερος από όλους τους προφήτες, κηρύττοντας στον Άδη σ’ όλους από πριν τον Χριστό σαν μέσα από σκοτεινή μήτρα —όπως κάποτε βρέφος μέσα από την κοιλιά της μητέρας του Ελισάβετ—. Αυτός είναι διπλός πρόδρομος και κήρυκας προς τους ζωντανούς και τους νεκρούς. Αυτός από τη φυλακή του Ηρώδη παραπέμφθηκε -με τον αποκεφαλισμό του- στην πανανθρώπινη φυλακή του Άδη των δικαίων και αδίκων κεκοιμημένων που βρίσκονταν εκεί από την αρχή των αιώνων.
Κ. Από εκεί, απ’ τον Άδη, όλοι οι προφήτες και οι δίκαιοι με θερμές και συνεχείς προσευχές προς τον Θεό μέσα από την καρδιά τους, ζητώντας λύτρωση από την πολύ οδυνηρή και σκοτεινή και κάτω από την εξουσία του εχθρού διαβόλου, ζοφερή και κατασκότεινη νύχτα. Και ο μεν ένας έλεγε προς τον Θεό: Από την κοιλιά του Άδη άκουσε την κραυγή της φωνής μου. Και ο άλλος: Μέσα απ’ τα βάθη της καρδίας μου έκραξα προς Εσένα, Κύριε. Κύριε άκουσε με προσοχή τη φωνή μου. Και άλλος. Φανέρωσε το πρόσωπο Σου και θα σωθούμε . Και άλλος: Εσύ που κάθεσαι επάνω στον Χερουβικό θρόνο, εμφανίσου. Και άλλος: Ντύσου τη μεγάλη Σου δύναμη και έλα να μας σώσεις. Και άλλος: Κύριε, ας μας προφθάσει η ευσπλαχνία Σου. Και άλλος: Γλύτωσε την ψυχή μου απ’ τον βαθύτατο Άδη Και άλλος: Κύριε, βγάλε την ψυχή μου από τον Άδη. Και άλλος: Κύριε, μη εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον Άδη Και άλλος: Ας ανεβεί η ζωή μου απ’ τη φθορά προς Εσένα, Κύριε και Θεέ μου.
ΚΑ. Όλους αυτούς άκουσε ο πολυεύσπλαγχνος Θεός ο Χριστός, και δεν έκρινε δίκαιο το να εκδηλώσει τη φιλανθρωπία Του μόνο προς αυτούς που ζούσαν κατά την εποχή Του η μετά από αυτήν, αλλά και προς εκείνους που πριν από την ενανθρώπηση Του βρίσκονταν στον Άδη και κάθονταν στο σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου. Και γι’ αυτό αυτούς που ζούσαν επάνω στη γη τους επισκέφθηκε ο Θεός Λόγος με το έμψυχο σώμα, τις δε ψυχές που ήταν στον Άδη χωρίς σώμα τις επισκέφθηκε με την ένθεη κι’ αμόλυντη ψυχή Του χωρίς το σώμα, όχι όμως και χωρίς τη Θεότητα Του.
KB. Λοιπόν, ας τρέξουμε γρήγορα με τον νου κι’ ας βαδίσουμε στον Άδη για να δούμε Πώς εκεί με πανίσχυρη δύναμη νικά ολοκληρωτικά τον τύραννο των σκλαβωμένων ψυχών και Πώς με μεγάλη πανστρατιά, με τη λάμψη Του αιχμαλωτίζει χωρίς χέρια τις αθάνατες φάλαγγες των δαιμόνων. Τις θύρες που δεν είναι θύρες σηκώνει από τη μέση και τις πύλες που δεν είναι ξύλινες τις σπάζει με το ξύλο του Σταυρού ο Χριστός που είναι η θύρα. Και με τα θεϊκά καρφιά συντρίβει και κομματιάζει τους αιώνιους μοχλούς. Και με τα δεσμά των θεϊκών χεριών Του λειώνει σαν το κερί τις άλυτες αλυσίδες. Και με τη λόγχη που χτύπησε τη θεϊκή πλευρά Του, διατρυπά την άσαρκη καρδιά του τυράννου. Εκεί συνέτριψε τη δύναμη των τόξων του, όταν τέντωσε σαν τόξο επάνω στον Σταυρό τα θεία Του χέρια. Γι’ αυτό αν ακολουθήσεις με ησυχία τον Χριστό, θα δεις τώρα, που έδεσε τον τύραννο και που κρέμασε το κεφάλι του. Πώς ανέσκαψε τη φυλακή —του Άδη— και ελευθέρωσε τους φυλακισμένους. Πώς πάτησε το φίδι και που κρέμασε το κεφάλι του. Πώς ελευθέρωσε τον Αδάμ και Πώς ανέστησε την Εύα. Πώς γκρέμισε τον ενδιάμεσο τοίχο, και Πώς καταδίκασε τον δηλητηριώδη δράκοντα, και Πώς έστησε ανίκητα τρόπαια. Πού θανάτωσε τον θάνατο και Πώς έφθειρε τη φθορά και Πώς επανέφερε τον άνθρωπο στο αρχικό του αξίωμα.
ΚΓ. Αυτός που χθες από συγκατάβαση δεν ήθελε να Τον βοηθήσουν οι λεγεώνες των ‘Αγγέλων, και έλεγε στον Πέτρο: δεν μπορώ να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να μου στείλει για συμπαράσταση περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες Αγγέλων; σήμερα κατεβαίνει κάτω στον Άδη και τον θάνατο, όπως αρμόζει σε Θεό και σε Δεσπότη για να πολεμήσει με τον θάνατο Του τον τύραννο ως αρχηγός των αθανάτων και ασωμάτων στρατευμάτων και αοράτων ταγμάτων, όχι μόνο με δώδεκα λεγεώνες, αλλά με μύριες μυριάδες και χίλιες χιλιάδες ‘Αγγέλων, Εξουσιών, Θρόνων χωρίς θρόνους, Εξαπτερύγων χωρίς φτερά, Πολυομμάτων χωρίς μάτια, ουρανίων ταγμάτων, τα όποια ως Δεσπότη τους και Βασιλιά προ-πέμπουν και περιβάλλουν και τιμούν τον Χριστόν. Όχι ως σύμμαχοι. Μη γένοιτο! Διότι ο παντοδύναμος Χριστός από ποια συμμαχία έχει ανάγκη; Αλλά τον συνοδεύουν γιατί αυτό Του το οφείλουν και αγαπούν να βρίσκονται κοντά στον Δεσπότη Θεό. Αυτές οι Αγγελικές τάξεις είναι σαν έμπιστοι δορυφόροι οπλίτες λαμπροί κρατώντας σκήπτρα της θείας βασιλικής εξουσίας του Κυρίου, και μόνο στο θείο νεύμα Του τρέχουν να προλάβουν με γρηγοράδα η μια την άλλη και κάνοντας έργο και πράξη τη διαταγή Του. Και είναι καταστεφανωμένες με το στεφάνι της νίκης εναντίον των παρατάξεων των εχθρών και των παρανόμων. Γι’ αυτό και κατεβαίνουν τότε στους δρόμους και είναι μαζί συνοδοιπόροι του Θεού και Δεσπότη στα μέρη του Άδη και τα υπόγεια του, που είναι βαθύτερα απ’ όλη τη γη, και κατοικητήρια υπόγεια των κεκοιμημένων από την αρχή των αιώνων, και έρχεται για να τους βγάλει με εξουσία αυτούς τους αλυσοδεμένους.
ΚΔ. Μόλις, λοιπόν, έφτασε στα κατάκλειστα και ανήλια και κατασκότεινα δεσμωτήρια του Άδη, και κατοικητήρια και υπόγεια και σπήλαια, η θεϊκή και λαμπρότατη παρουσία του Κυρίου, προχωρεί πριν από όλους ο αρχιστράτηγος Γαβριήλ, γιατί βέβαια όντας από συνήθεια εκείνος που φέρνει στους ανθρώπους τις αγγελίες της χαράς, με δυνατή φωνή αρχαγγελικότατη και στρατηγικότατη, έντονη και σαν του λιονταριού λέει προς τις εχθρικές – δαιμονικές δυνάμεις: Ανοίξτε, άρχοντες τις πύλες σας. Μαζί του φωνάζει κι’ ο Μιχαήλ: Και γκρεμιστείτε αιώνιες πύλες. Μετά οι Δυνάμεις προσθέτουν: Φύγετε μακριά παράνομοι θυρωροί. Κι’ οι Εξουσίες λένε μ’ όλη τους την εξουσία: Σπάστε άλυτες -για αιώνες-, αλυσίδες. Και άλλος Άγγελος: Ντροπή σας, αντίθετοι κι’ εχθροί. Και άλλος: Φοβηθείτε, τύραννοι και παράνομοι, —γι’ αυτό που θα πάθετε.
ΚΕ. Και όπως γίνεται όταν εμφανιστεί μια φοβερή κι’ ανίκητη, παντοδύναμη βασιλική νικηφόρα παράταξη του στρατού, και κυριεύει μια φρίκη και ταραχή και οδυνηρός φόβος τους εχθρούς του ακαταγώνιστου Στρατηγού, έτσι συνέβη ξαφνικά και σ’ εκείνους που ήταν στον Άδη κάτω απ’ τη γη με την παράδοξη εκεί εμφάνιση του Χρίστου. Από επάνω ερχόταν μια δυνατή λάμψη που τύφλωνε και σκότιζε τα πρόσωπα των εχθρικών δυνάμεων του Άδη, κι’ ακούγονταν βροντερές φωνές και φωνές στρατών που διέταζαν και έλεγαν: Ανοίξτε, άρχοντες, τις πύλες σας. Όχι μη τις ανοίγετε, αλλά βγάλτε τις απ’ τα θεμέλια τους, ξεριζώστε τις και πετάξτε τις μακριά, ώστε να μη ξανακλείσουν. Βγάλτε, άρχοντες, τις πύλες σας, όχι γιατί δεν μπορεί να το κάνει ο Κύριος, που όταν θέλει διατάζει και μπαίνει απ’ τις κλεισμένες πόρτες, αλλά διατάζει εσάς τους δραπέτες δούλους να σηκώσετε τις αιώνιες πύλες και να τις μεταφέρετε και να τις κατακομματιάσετε. Γι’ αυτό και δεν διατάζει τους όχλους σας, αλλά εσάς που λέτε ότι είσαστε άρχοντες τους: Σηκώστε, οι άρχοντες, τις πύλες σας.
ΚΣΤ. Είσασταν άρχοντες αυτών και όχι άλλων. Μέχρι τώρα όμως. Και εάν και μέχρι τώρα κακώς είσασταν άρχοντες των κεκοιμημένων από την αρχή των αιώνων, όμως δεν θα είσαστε πλέον άρχοντες ούτε αυτών, ούτε άλλων, ούτε και του ίδιου του εαυτού σας. Γιατί παρουσιάστηκε ο Χριστός, η ουράνια θύρα. Ανοίξτε δρόμο σ’ Αυτόν που πάτησε το πόδι Του στη φυλακή του Άδη. Το όνομά Του είναι Κύριος, και ως Κύριος μπορεί να περάσει τις πύλες του θανάτου. Εσείς φτιάξατε την είσοδο του θανάτου, Αυτός όμως ήλθε για να την διαπεράσει. Γι’ αυτό μη αργοπορείτε. Ανοίξτε τις πύλες και κάνετε γρήγορα. Ανοίξτε και μη αναβάλλετε. Και εάν νομίζετε Πώς θα σας περιμένουμε, σας λέμε Πώς θα διατάξουμε και θα ανοίξουν αυτόματα χωρίς να χρησιμοποιήσουμε το χέρι μας: Και γκρεμισθείτε αιώνιες πύλες.
ΚΖ. Και μόλις οι Αγγελικές δυνάμεις είπαν με δυνατή φωνή αυτά τα λόγια, αμέσως άνοιξαν οι πύλες, αμέσως έσπασαν οι αλυσίδες και οι μοχλοί. Έπεσαν οι κλειδαριές αμέσως και σείσθηκαν τα θεμέλια της φυλακής, και οι εχθρικές δυνάμεις τράπηκαν σε φυγή και έσπρωχνε ο ένας τον άλλον, και μπερδεύονταν τα πόδια του ενός στα πόδια του άλλου και φώναζε ο καθένας στον άλλον να φύγει. Έφριξαν, κλονίσθηκαν, θαύμασαν, ταράχθηκαν, άλλαξε το χρώμα τους, φοβήθηκαν, σταμάτησαν και γέμισαν με έκσταση, απόρησαν μαζί και τρόμαξαν. Και ο ένας στεκόταν μ’ ανοιχτό το στόμα, κι’ ο άλλος έκρυψε το πρόσωπο του στα γόνατα του. Και ο άλλος έπεσε κάτω απολιθωμένος και άλλος σαν νεκρός και σαν κολώνα, κι’ άλλος κυριεύθηκε με δέος και άλλος έπεσε κάτω με πρόσωπο τρομαγμένο στη θέα των ουρανίων Αγγέλων, και άλλος έτρεξε να κρυφτεί σε βαθύτερο μέρος.
ΚΗ. Τότε εκεί ο Χριστός έκοψε τα κεφάλια των σαστισμένων τυράννων. Εκεί θορυβήθηκαν γι’ Αυτόν, εκεί χαλάρωσαν τα χαλινάρια τους και έλεγαν: Ποιος είναι Αυτός ο δοξασμένος Βασιλιάς; Ποιος είναι Αυτός ο μέγας, Αυτός που ήλθε με τόσο μεγάλη συνοδεία, κάνοντας τόσο μεγάλα θαύματα; Ποιος είναι Αυτός ο ένδοξος Βασιλιάς που κάνει τώρα στον Άδη αυτά που δεν έγιναν ποτέ; Ποιος είναι Αυτός που βγάζει από εδώ τους κεκοιμημένους από την αρχή των αιώνων; Ποιος είναι Αυτός που διέλυσε και κατέστρεψε το ανίκητο θάρρος και τη δύναμη μας, Αυτός που έβγαλε από τη φυλακή του Άδη αυτούς που ήταν φυλακισμένοι από την αρχή των αιώνων;
ΚΘ. Προς αυτούς οι Αγγελικές δυνάμεις του Κυρίου απαντούσα και έλεγαν: Θέλετε να μάθετε, παράνομοι τύραννοι, ποιος είναι Αυτός ο δοξασμένος Βασιλιάς; Είναι ο δυνατός και παντοδύναμος Κύριος. Ο δυνατός και ισχυρός και ανίκητος στους πολέμους Κύριος. Αυτός είναι Εκείνος, ελεεινοί και παράνομοι τύραννοι που σας εξόρισε και σας έριξε κάτω από τις ουράνιες αψίδες. Αυτός είναι Εκείνος που στα νερά του Ιορδάνη έσπασε τα κεφάλια των δρακόντων σας. Αυτός είναι Εκείνος που επάνω στον Σταυρό σας έκανε θέατρο, σας διαπόμπευσε και σας αφαίρεσε τη δύναμη. Αυτός είναι Εκείνος που σας έδεσε και σας έριξε στο πυκνό σκοτάδι και την άβυσσο. Αυτός είναι Εκείνος που θα σας ρίξει στην αιώνια φωτιά και τη γέενα και θα σας εξοντώσει. Λοιπόν, μη αργοπορείτε και μη περιμένετε, αλλά τρέξτε γρήγορα και βγάλετε τους φυλακισμένους, τους οποίους μέχρι τώρα κακώς έχετε καταπιεί. Από τώρα και μπρος καταργείται το κράτος σας. Παύει η τυραννική σας εξουσία. Η αλαζονεία σας καταργείται οικτρά. Η καύχηση σας έφτασε στο τέλος της, και η δύναμη σας καταπατήθηκε και χάθηκε.
Λ. Αυτά έλεγαν οι νικήτριες Αγγελικές δυνάμεις του Κυρίου στις εχθρικές δυνάμεις και συγχρόνως ενεργούσαν με βιασύνη. Και άλλοι γκρέμιζαν τη φυλακή απ’ τα θεμέλια της. Άλλοι καταδίωκαν τις εχθρικές εξουσίες που έφευγαν από τα εξωτερικά μέρη προς τα βαθύτερα του Άδη για να σωθούν. Και άλλοι ερευνούσαν τα υπόγεια και τα φρούρια και τα σπήλαια, και έτρεχαν. Και άλλοι έφερναν δεσμώτες από διάφορες κατευθύνσεις στον Κύριο, και άλλοι έδεναν με άλυτα δεσμά τον τύραννο, και άλλοι ελευθέρωναν τους φυλακισμένους από την αρχή των αιώνων. Και άλλοι μεν έδιναν διαταγές, και άλλοι υπηρετούσαν στα γρήγορα. Και άλλοι έτρεχαν πριν από τον Κύριο που προχωρούσε βαθύτερα, και άλλοι Τον ακολουθούσαν ως νικηφόρο βασιλιά και Θεό.
ΛΑ. Καθώς, λοιπόν, αυτά έτσι γίνονταν στον Άδη και λέγονταν και όλα θορυβούνταν και σείονταν, και ο Κύριος κόντευε να φτάσει στα πιο κατώτερα μέρη, ο Αδάμ, αυτός που δημιουργήθηκε πριν από όλους, ο πρωτόπλαστος και πρωτόθνητος, που βρισκόταν πιο βαθειά από όλους, δεμένος πολύ γερά, άκουσε τα βήματα του Κυρίου, που ερχόταν προς τους φυλακισμένους και αναγνώρισε τη φωνή Του καθώς περπατούσε μέσα στο δεσμωτήριο. Στράφηκε τότε προς όλους όσοι ήταν μαζί του για αιώνες δέσμιοι και τους είπε: Ακούω τον ήχο των βημάτων Κάποιου που έρχεται προς εμάς. Και εάν πραγματικά μας αξίωσε Εκείνος να έλθει εδώ, τότε εμείς θα ελευθερωθούμε απ’ τα δεσμά μας. Εάν Τον δούμε πραγματικά ανάμεσα μας, τότε εμείς θα σωθούμε από τον Άδη.
ΛΒ. Και καθώς ο Αδάμ αυτά και άλλα σαν αυτά έλεγε προς όλους τους συγκαταδίκους του, μπαίνει ο Κύριος κρατώντας το νικηφόρο όπλο του Σταυρού. Μόλις Τον είδε ο πρωτόπλαστος Αδάμ, χτύπησε το στήθος του γεμάτος έκπληξη και φώναξε με δυνατή φωνή προς όλους λέγοντας: Ο Κύριος μου ας είναι μαζί με όλους. Και αποκρίθηκε ο Χριστός και είπε στον Αδάμ: Ας είναι μαζί και με το δικό σου πνεύμα. Και τον πιάνει από το χέρι και τον σηκώνει και του λέει: Σήκω εσύ που κοιμάσαι και αναστήσου από τους νεκρούς, και θα σε φωτίσει ο Χριστός. Εγώ ο Θεός σου, που για χάρη σου έγινα γιος σου, που για χάρη σου κι’ αυτούς που κατάγονται από εσένα λέω τώρα δίνοντας τους με την εξουσία μου την ελευθερία απ’ τα δεσμά τους: Βγείτε έξω. Και σ’ όσους βρίσκονται στο σκοτάδι λέω: Λάβετε φως. Και στους κεκοιμημένους λέω: Αναστηθείτε. Και εσένα, Αδάμ, προστάζω: Σήκω εσύ που κοιμάσαι, γιατί δεν σε δημιούργησα γι’ αυτό, για να μένεις δηλαδή φυλακισμένος στον Άδη. Αναστήσου από τους νεκρούς. Εγώ είμαι η ζωή των νεκρών. Αναστήσου δικό μου πλάσμα, αναστήσου εσύ η δική μου μορφή που σε δημιούργησα σύμφωνα με τη δική μου εικόνα. Σήκω να φύγουμε από εδώ. Γιατί εσύ είσαι μέσα σε μένα και εγώ μέσα σ’ εσένα. Εγώ ως άνθρωπος κι’ εσύ έχουμε την αυτή φύση. Για χάρη σου εγώ ο Θεός σου έγινα γιος σου. Για χάρη σου εγώ ο Δεσπότης έλαβα τη δική σου μορφή του δούλου. Για χάρη σου εγώ που βρίσκομαι υψηλότερα από τους ουρανούς, ήλθα επάνω στη γη και κατέβηκα πιο κάτω από τη γη. Για σένα τον άνθρωπο έγινα σαν αβοήθητος άνθρωπος αφημένος ανάμεσα στους νεκρούς. Για σένα που βγήκες μέσα απ’ τον κήπο — της Εδέμ—, παραδόθηκα στους Ιουδαίους μέσα στον κήπο —της Γεθσημανής— και μέσα στον κήπο σταυρώθηκα.
ΛΓ. Δες στο πρόσωπο μου τα φτυσίματα, που δέχτηκα για χάρη σου για να σε αποκαταστήσω όπως ήσουν όταν σου είχα δώσει το εμφύσημα μου. Δες τα ραπίσματα που δέχτηκα στα σαγόνια μου, που τα καταδέχτηκα για να επαναφέρω την αλλοιωμένη μορφή σου στο κατ’ εικόνα μου. Δες στη ράχη μου το μαστίγωμα που το καταδέχτηκα για να διαλύσω το φορτίο των αμαρτιών σου που είχες επάνω στην πλάτη σου. Δες τα καρφωμένα μου χέρια που καλώς τα άπλωσα επάνω στο ξύλο του Σταυρού για σένα που κακώς άπλωσες τα χέρια σου στο απαγορευμένο ξύλο – δέντρο. Δες τα πόδια μου που τρυπήθηκαν και καρφώθηκαν στο ξύλο του Σταυρού γιατί τα δικά σου πόδια κακώς έτρεξαν προς το δέντρο της παρακοής την έκτη ημέρα κατά την οποία βγήκε εναντίον σου η καταδικαστική απόφαση, και πάλι κατά την έκτη ημέρα εργάζομαι για την ανάπλαση σου και για το άνοιγμα του παραδείσου.
ΛΔ. Γεύθηκα για χάρη σου τη χολή για να σου θεραπεύσω την πικρή ηδονή που γεύθηκες από τον γλυκό εκείνο καρπό. Γεύθηκα το ξύδι, για να κατάργηση από εσένα το δριμύ κι’ αφύσικο ποτήριο του θανάτου. Δέχτηκα τον σπόγγο για να σβήσω το χειρόγραφο που έγραφε τις αμαρτίες σου. Δέχτηκα το καλάμι, για να υπογράψω την ελευθερία του ανθρωπίνου γένους. Ύπνωσα επάνω στον Σταυρό και τρυπήθηκα με λόγχη στην πλευρά, για σένα που σε ύπνωσα στον παράδεισο και έβγαλα από την πλευρά σου την Εύα. Η δική μου πλευρά θεράπευσε τον πόνο της πλευράς σου. Ο δικός μου ύπνος θα σε βγάλει έξω από τον ύπνο σου στον Άδη. Η λόγχη που με τρύπησε σταμάτησε τη ρομφαία που στρεφόταν εναντίον σου .
ΛΕ. Σήκω, λοιπόν, ας φύγουμε από εδώ. Σε έβγαλε ο εχθρός από τον γήινο παράδεισο. Σε αποκαθιστώ, όχι πλέον στον παράδεισο, αλλά σε ουράνιο θρόνο. Σε εμπόδισα να φας από το τυπικό δέντρο της ζωής, τώρα όμως ενώθηκα μαζί σου εγώ που είμαι η Ζωή. Διέταξα τα Χερουβίμ να σε φρουρούν σαν δούλο. Τώρα κάνω τα Χερουβίμ να σε προσκυνήσουν ως Θεό. Κρύφτηκες τότε από τον Θεό γιατί ήσουν γυμνός, να όμως τώρα που έκρυψες μέσα σου γυμνό τον Θεό. Ντύθηκες τον δερμάτινο χιτώνα της ντροπής, αλλά εγώ οντάς Θεός ντύθηκα τον ματωμένο χιτώνα της σάρκας. Γι’ αυτό σηκωθείτε, ας φύγουμε από εδώ, από τον θάνατο στη ζωή, από τη φθορά στην αφθαρσία, από το σκοτάδι στο αιώνιο φως. Σηκωθείτε, να φύγουμε από εδώ, από την οδύνη στην ευφροσύνη, από τη δουλεία στην ελευθερία, από τη φυλακή στην άνω ‘Ιερουσαλήμ, από τα δεσμά στην άνεση, από τη σκλαβιά στην τρυφή του παραδείσου, από τη γη στον ουρανό.
ΛΣΤ. Γι’ αυτόν τον σκοπό πέθανα και αναστήθηκα, για να γίνω Κύριος νεκρών και ζωντανών. Σηκωθείτε, να φύγουμε από εδώ, διότι ο ουράνιος Πατέρας μου περιμένει το χαμένο πρόβατο. Τα ενενήντα εννιά πρόβατα των Αγγέλων περιμένουν τον σύνδουλό τους Αδάμ πότε να αναστηθεί, και πότε να ανέβει, και πότε να επιστρέψει προς τον Θεό. Ο Χερουβικός θρόνος έχει ετοιμαστεί. Αυτοί που θα σας ανεβάσουν είναι γρήγοροι και βιάζονται. Ο χώρος του γάμου έχει προετοιμαστεί. Το δείπνο είναι στρωμένο. Οι αιώνιες σκηνές και οι τόποι διαμονής είναι έτοιμοι.. Έχουν ανοιχτεί οι θησαυροί των αγαθών, έχει ετοιμαστεί η βασιλεία των ουρανών πριν από αιώνες. Τα αγαθά που περιμένουν τον άνθρωπο δεν τα έχει δει μέχρι τώρα μάτι και αυτιά δεν άκουσαν γι’ αυτά, και δεν τα έβαλε νους ανθρώπου.
ΛΖ. Αυτά και άλλα σαν αυτά είπε ο Κύριος. Και ανασταίνεται ο Χριστός και ο ενωμένος μαζί Του Αδάμ κι’ ανασταίνεται μαζί και η Εύα. Αναστήθηκαν και πολλά άλλα σώματα δικαίων που είχαν πεθάνει από την αρχή των αιώνων, κηρύττοντας την τριήμερη ανάσταση του Κυρίου, την οποία, οι πιστοί ας την υποδεχτούμε κι ας τη δούμε κι’ ας την αγκαλιάσουμε, χορεύοντας μαζί με τους Αγγέλους και γιορτάζοντας μαζί με τους Ασωμάτους και δοξάζοντας μαζί τους τον Χριστό που μας ανέστησε από τη φθορά και μας ζωοποίησε. Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμη, μαζί με τον χωρίς αρχή Πατέρα Του και το Πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα Του, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου