Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

α. Ἡ σύγχρονη πνευματική κατάσταση, β. Περί Συνόδων γ. Περί τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς ἐπίσημης Θρησκείας. Πατερική Θεολογία, 25ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης



Συνεχίζουμε, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδου. Τό πρῶτο κεφάλαιο εἶναι «Ἡ σημερινή πνευματική κατάστασις στήν Ἑλλάδα». Βέβαια αὐτό ἀναφέρεται στό ἔτος 1983. Τότε ἔκανε αὐτή τήν ὁμιλία, ἀλλά δέν διαφέρει μέ τά σημερινά δεδομένα. Μᾶλλον ἐπαληθεύεται ὁ π. Ἰωάννης σέ αὐτά πού λέει καί θά σχολιάσουμε λίγο μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
«Συμβαίνει νά βρισκόμαστε σέ μία καμπή στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, πού ὁ ἴδιος ὁ κομπογιαννίτης γιατρός», δηλαδή αὐτός ὁ Πνευματικός πατέρας πού δέν μπορεῖ νά θεραπεύσει ἤ νά καθοδηγήσει σωστά, πού δέν γνωρίζει τήν θεραπευτική τῆς Ὀρθοδοξίας, αὐτός ὁ ἄνθρωπος, παρόλο πού εἶναι κομπογιαννίτης, «δέν ἔχει ἐπίγνωση ὅτι εἶναι κομπογιαννίτης». Ὑπάρχουν, δηλαδή, ἄνθρωποι «Πνευματικοί χωρίς Ἅγιο Πνεῦμα», ὅπως ἔλεγε ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος χίλια χρόνια πρίν, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ δέν μποροῦν νά θεραπεύσουν τόν λαό, νομίζουν πώς μποροῦν.
«Ὁ κομπογιαννίτης ὅμως εἶναι σέ θέση νά ἀναγνωρίσει ἕναν πραγματικό γιατρό, ὅταν συναντηθεῖ μέ αὐτόν ἤ ὄχι;». Ἕνα ἄλλο ἐρώτημα τώρα. Τόν ἑαυτό τους δέν ξέρουν ὅτι εἶναι κομπογιαννίτης. Ἕναν πραγματικό γιατρό, ὅταν τόν δοῦνε, θά τόν καταλάβουνε; «Ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι, ἄν ἔχει πωρωμένη συνείδηση», πού σημαίνει μεγάλο ἐγωισμό, μεγάλη ὑπερηφάνεια, «δέν θά τόν ἀναγνωρίσει». Τό βλέπουμε στήν πράξη αὐτό, ὅτι οἱ πραγματικοί γιατροί, οἱ ἄγιοι δηλαδή, ὅλοι διώκονται. Διώκονται κατεξοχήν ἀπό τούς ἀνθρώπους «τῆς Ἐκκλησίας», πού ὑποτίθεται ὅτι θεραπεύουν τόν λαό, ἀλλά τούς ἀληθινούς γιατρούς τούς καταδιώκουνε!
«Αὐτό συνέβη μέ τόν Ἰούδα, ὁ ὁποῖος γνώρισε μέν τόν Χριστό», τόν πραγματικό γιατρό καί τόν τέλειο γιατρό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων μας, «ἀλλά ὄχι ὅπως οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι», δέν Τόν ἀναγνώρισε, δέν Τόν παραδέχτηκε. Γι’ αὐτό καί δέν δέχτηκε τήν θεραπευτική Του. Σίγουρα ὁ Κύριος θά συμβούλευε τόν Ἰούδα πού ἦταν κοντά Του, ἐνδεχομένως θά τοῦ ἔκανε καί παρατηρήσεις πού ἔκλεβε, θά τόν συμβούλευε νά ἀποβάλλει τήν ροπή πού εἶχε πρός τά χρήματα, τήν φιλαργυρία καί ὅμως ὁ Ἰούδας ἔμεινε ἀδιόρθωτος. Δέν καταπολέμησε τήν φιλαργυρία καί αὐτή αὐξήθηκε. Γιατί, ὅταν τό κακό δέν θεραπεύεται στόν ἄνθρωπο, δέν μένει ἐκεῖ πού εἶναι, αὐξάνεται καί φτάνει κάποια στιγμή νά πνίξει τόν ἄνθρωπο. Ἔφτασε λοιπόν καί ὁ Ἰούδας ἀπό μία μικρή στήν ἀρχή ἀμέλεια, ἀδιαφορία καί ὑποχώρηση στό πάθος τῆς φιλαργυρίας, στήν πολύ τραγική κατάσταση τοῦ προδότη. «Ὁ Ἰούδας δέν κατάλαβε ποιός ἦταν ὁ Χριστός. Γιατί; Διότι πνευματικά δέν ἦταν ἐντάξει. Δηλαδή ὁ Ἰούδας ἀπεδείχθη κομπογιαννίτης καί οὔτε τόν ἑαυτό του μπόρεσε νά σώσει». Παρόλο πού ἦταν στό «Πανεπιστήμιο τῆς θεραπευτικῆς» κοντά στόν Κύριο, δέν μπόρεσε νά θεραπεύσει οὔτε τόν ἑαυτό του. Γιατί ἡ θεραπεία δέν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπό τόν γιατρό, ἐξαρτᾶται καί ἀπό τόν ἀσθενή, ἐάν ὁ ἀσθενής συνεργάζεται καί παίρνει τά θεραπευτικά φάρμακα.

«Σήμερα δίνει ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία τήν δυνατότητα σέ κάποιον νά ἀνιχνεύσει τόν πραγματικό γιατρό καί νά τόν διακρίνει ἀπό ἕναν κομπογιαννίτη; Δηλαδή μποροῦμε σήμερα νά ἀνιχνεύσουμε τόν ἀληθινό πνευματικό πατέρα, ἐκεῖνον πού εἶναι σέ θέση νά θεραπεύει, ἀνάμεσα σέ πολλούς ἄλλους; Ἤ ἀλλιῶς μποροῦμε σήμερα νά ἀνιχνεύσουμε τόν ἅγιο μέσα στό πλῆθος; Δύσκολο φαίνεται. Δηλαδή οἱ Χριστιανοί σήμερα ἔχουν φθάσει στό σημεῖο δύσκολα νά ξεχωρίζουν τούς πνευματικούς γιατρούς ἀπό τούς κομπογιαννίτες». Καί ποιά εἶναι ἡ αἰτία; Ὁ διεφθαρμένος βίος, ἡ διεφθαρμένη ζωή, ἡ ὁποία τί κάνει; Σκοτίζει τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι σάν τυφλός καί δέν μπορεῖ νά διακρίνει ποιό εἶναι τό φῶς καί ποιό εἶναι τό σκοτάδι, ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια καί ποιό εἶναι τό ψέμα, ποιό εἶναι τό γνήσιο καί ποιό εἶναι τό κίβδηλο.
«Καί φθάσαμε σ’ αὐτήν τήν κατάσταση», λέει ὁ π. Ἰωάννης, «διότι ἀντικαταστήσαμε τήν Πατερική Θεολογία μέ Δυτικοῦ τύπου Θεολογία». Ἔχουμε πεῖ τί σημαίνει Πατερική Θεολογία. Δέν σημαίνει ἕνα σύνολο βιβλίων, ἀπόψεων ἤ γνωμῶν τῶν Πατέρων, ἀλλά σημαίνει ἐμπειρία καί μετοχή στόν Θεό ὅμοια μέ αὐτή πού εἶχαν οἱ Πατέρες. Ἑπομένως, μιλᾶμε γιά μία πραγματικότητα καί ὄχι γιά ἕνα σύστημα ἰδεῶν, γιά μιά φιλοσοφία. Ἡ Δυτικοῦ τύπου Θεολογία ὅμως αὐτό εἶναι. Εἶναι οὐσιαστικά μία φιλοσοφία, θρησκευτική φιλοσοφία. Ἀντικαταστήσαμε λοιπόν τήν Πατερική Θεολογία πού εἶναι ἐμπειρία, πού εἶναι ἐμπειρική κατάσταση μέ Δυτικοῦ τύπου Θεολογία, μέ φιλοσοφία, καί αὐτό εἶναι ἐμφανέστατο στίς Θεολογικές Σχολές. Τήν ἀντικαταστήσαμε «μέ μιά Θεολογία τῶν δογμάτων», στά ὁποῖα ἁπλῶς κάνουμε ἀναφορά καί μιά φιλοσοφία ἐπάνω στά δόγματα, «μέ Θεολογία τοῦ βιβλίου», μέ στοχασμό «καί ὄχι ἐμπειρική, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τά πάθη». Δυστυχῶς, πηγαίνει κανείς στήν Θεολογική Σχολή ἀνάποδα, ὅπως μᾶς ἔλεγε ἕνας καθηγητής. Ἀντί νά πᾶμε πρῶτα στήν πράξη καί μετά στήν θεωρία, γιατί ὅπως λέει ἡ Ὀρθοδοξία «πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις», ἀντί δηλαδή πρῶτα νά καθαριστοῦν οἱ φοιτητές πού πᾶνε ἐκεῖ, νά περάσουν ἀπό μετάνοια, ἀπό ἐξομολόγηση, ἀπό ἄσκηση, ἀπό ὑπακοή, πηγαίνουν κατευθείαν στήν θεωρία καί ἀρχίζουν νά μαθαίνουν περί θεώσεως καί πολύ ὑψηλά πράγματα, χωρίς νά ἔχουν τήν βάση. Οὐσιαστικά δηλαδή χτίζεται κάτι στόν ἀέρα. Αὐτό φυσικά δέν ὁδηγεῖ στήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, στήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τά πάθη, ἀλλά σέ ἕναν ἀκόμη μεγαλύτερο ἐγωισμό. Γιατί, ὅταν κανείς γνωρίζει θεωρητικά αὐτές τίς ὑψηλές θεολογικές ἔννοιες καί δέν ἔχει καθαριστεῖ, λένε οἱ Πατέρες, πέφτει σέ μεγάλη ὑπερηφάνεια, σέ μεγάλο ἐγωισμό. Γι’ αὐτό στό Ἅγιο Ὄρος, ὁ Γέροντας -ἄν εἶναι σωστός βέβαια- δίνει στούς δόκιμους καί στούς ἀρχάριους μοναχούς νά διαβάσουν τά λεγόμενα πρακτικά συγγράμματα καί ὄχι τά θεολογικά συγγράμματα. Δηλαδή τόν Εὐεργετινό, τό Γεροντικό, τούς ἀσκητικούς Πατέρες, τόν ἀββᾶ Ἰσαάκ τόν Σύρο, τόν ἀββᾶ Δωρόθεο καί πολύ ἀργότερα, ἄν καθαριστεῖ, θά δώσει νά διαβάσουν τούς ὑψηλούς Πατέρες, πού ἔχουν γράψει τήν ὑψηλή Θεολογία, τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τά δογματικά ἔργα, τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ κ.λ.π.
Ἐμεῖς, λοιπόν, τί κάναμε στήν σύγχρονη Ἑλλάδα; «Καταδιώξαμε τήν Ἡσυχαστική παράδοση», πού εἶναι ἡ θεραπευτική παράδοση «καί τήν ἀντικαταστήσαμε μέ τά δόγματα», δηλαδή σχολιάζουμε καί φιλοσοφοῦμε πάνω σ’ αὐτά θεωρητικά. Τήν ἀντικαταστήσαμε ἀκόμα «μέ τήν ἠθική (τόν εὐσεβισμό)», πρέπει τό ἕνα, πρέπει τό ἄλλο, πρέπει τό ἄλλο. Ὁπότε λέει τό παιδί: – Γιατί νά τά κάνω αὐτά τά πρέπει; Αὐτά γιά μένα εἶναι δέσμευση. Δέν δίνουμε δηλαδή στούς νέους ἀνθρώπους καί γενικά στούς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας αὐτή τήν θεραπευτική μέθοδο πού εἶχαν οἱ Πατέρες, ἡ ὁποία θεραπεύει τήν ἀνθρώπινη προσωπικότητα. «Καί αὐτό συνέβη ἀπό τούς χρόνους μετά τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821, μέ πρωταίτιο τόν Ἀδαμάντιο Κοραή» καί τούς ἄλλους Νεοέλληνες Διαφωτιστές.
Ἕνα ἄλλο κεφάλαιο τώρα «Περί τῶν Συνόδων». Νά δοῦμε τί ἤτανε οἱ Σύνοδοι τῶν Πατέρων. «Ὑπάρχει ἡ πεποίθησις σέ μερικούς ὅτι ἡ Ἱερά Παράδοση φυλάσσεται ἀπό τίς Συνόδους τῶν ἐπισκόπων. Ὅμως οἱ Σύνοδοι τῶν ἐπισκόπων (Τοπικές ἤ Οἰκουμενικές) στούς πρώτους Χριστιανούς δέν ἦσαν ὅπως εἶναι οἱ σημερινές Σύνοδοι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Διότι ἀπετελοῦντο ἀπό ἐπισκόπους πού ἦσαν κάτοχοι τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου τῆς Ἐκκλησίας, ὁ δέ σκοπός συγκροτήσεως τῆς Συνόδου ἦταν ἡ διαφύλαξις, ὄχι ἁπλῶς τοῦ δόγματος καί τῆς λατρευτικῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως συμβαίνει σήμερα, ἀλλά τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου τῆς Ἐκκλησίας. Ὁπότε, ὁ σωστός ἐπίσκοπος εἶναι ὁ κάτοχος τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου τῆς Ἐκκλησίας». Αὐτό εἶναι τό πιό σημαντικό, ὄχι ἁπλῶς νά φυλάξουμε τά δόγματα, νά κάνουμε μία ἀντιαιρετική, ἄς ποῦμε, διάλεξη ἤ σύναξη ἤ σύνοδο, οὔτε ἀκόμα νά διαφυλάξουμε τήν λειτουργική τάξη. «Πῶς νά τό κάνουμε τώρα; Νά τό λέμε ἐκφώνως, χαμηλοφώνως ἤ ἀπό μέσα μας; Πῶς πρέπει;». Ἐντάξει, εἶναι κι αὐτό, ἀλλά δέν εἶναι αὐτό τό σημαντικό. Τό σημαντικότερο ἀπό ὅλα εἶναι νά φυλάξουμε τήν θεραπευτική μέθοδο. Νά γνωρίσουμε, ἐμεῖς πρῶτα καί ὁ πιστός λαός κατόπιν, πῶς θά καθαρίσει ἡ καρδιά, πῶς θά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τούς λογισμούς, πῶς θά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά πάθη, πῶς θά ἔρθει μέσα μας τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό εἶναι τό σημαντικό καί γι’ αὐτό γινόντουσαν οἱ Σύνοδοι τότε.
«Ὁπότε, ὁ σωστός ἐπίσκοπος εἶναι ὁ κάτοχος τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου τῆς Ἐκκλησίας». Εἶναι, θά λέγαμε, ὁ καθηγητής τῆς ἰατρικῆς σχολῆς, τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος ξέρει πῶς νά θεραπεύσει καί μπορεῖ ἑπομένως νά διδάξει καί τούς κατωτέρους του καί τούς φοιτητές του καί νά ἐποπτεύσει καί τούς κατωτέρους γιατρούς του. «Ἐκεῖνα τά χρόνια τό ἔργο μιᾶς Συνόδου ἐξ ἐπισκόπων ἦταν πιό οὐσιαστικό. Ἦταν τό νά διαφυλαχθεῖ ἡ θεραπευτική μέθοδος καί ἀγωγή τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἡ διαφύλαξή της ἔχει δύο πλευρές: Ἐσωτερικά μέσα στήν Ἐκκλησία λαμβάνεται μέριμνα γιά τήν διαφύλαξη τῆς σωστῆς ἀσκητικῆς ἀγωγῆς». Βλέπετε; Ἡ ἄσκηση εἶναι πολύ σημαντικό πράγμα γιά τούς πιστούς. Σήμερα, σπάνια ἀκοῦς ἀκόμα καί τήν λέξη ἄσκηση καί ἀσκητική. Θεωρεῖται κάτι πού εἶναι μόνο γιά τούς μοναχούς.
«Ἐξωτερικά συνίσταται στήν διαφύλαξη τοῦ δόγματος ὡς ὁδηγοῦ πρός τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς». Ἔχουμε λοιπόν δύο πλευρές καί δύο λόγους γιά τούς ὁποίους συγκροτοῦντο οἱ Σύνοδοι. Ὁ ἕνας ἤτανε ἐσωτερικά νά διαφυλαχθεῖ ἡ ὀρθή ἀσκητική ἀγωγή, ἡ ὀρθή θεραπευτική ἀγωγή καί ἐξωτερικά νά διαφυλαχθεῖ τό δόγμα, τό ὁποῖο ὅμως δέν ἦταν ἕνα νεκρό γράμμα. Καί δέν εἶναι ἕνα νεκρό γράμμα φυσικά, δέν πρέπει νά εἶναι, νά καταντήσει ἕνα νεκρό γράμμα. Ἀλλά τί εἶναι τό δόγμα; Εἶναι ἡ ὁριοθέτηση τῆς σωστῆς πίστεως καί ἑπομένως καί τῆς σωστῆς ζωῆς. Γιατί πίστη καί ζωή εἶναι δύο ὄψεις τοῦ ἴδιου πράγματος. Ἄν ἀλλοιωθεῖ τό δόγμα, ἀλλοιώνεται ἡ πίστη καί ἀλλοιώνεται καί ἡ ζωή. Στήν Δύση, ἐπειδή ἀκριβῶς ἀλλοιώθηκε τό δόγμα, ἀλλοτριώθηκε ἡ ζωή τῶν πιστῶν καί ἔχουμε αὐτά πού βλέπουμε σήμερα στήν Εὐρώπη καί γενικά στόν κόσμο.
«Ἐσωτερικά ἐπίσης συνίσταται στήν προστασία τοῦ δόγματος ἀπό αἱρέσεις, πού πάντοτε προέρχονται ἀπό ἀνθρώπους πού δέν κατέχουν τήν σωστή θεραπευτική μέθοδο». Πρόσεχαν, δηλαδή, οἱ ἅγιοι Πατέρες τό τί γίνεται μέσα στήν Ἐκκλησία καί τό τί ἔρχεται ἀπ’ ἔξω. Καί μέσα στήν Ἐκκλησία ἀφενός, ὑπῆρχε ὁ κίνδυνος νά ἀλλοτριωθεῖ ἡ σωστή ζωή, ἡ ἄσκηση καί νά μπεῖ μία ἐκκοσμικευμένη ζωή, ὅπως ἔχει μπεῖ σήμερα κατά κόρον στήν Ἑλλάδα στήν Ὀρθοδοξία καί ἀφετέρου ὑπῆρχε ὁ ἄλλος κίνδυνος νά ἀναφυοῦν αἱρέσεις μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἔχουμε τόν Ἄρειο, πού ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καί εἶναι αἱρεσιάρχης. Ἔχουμε τόν Νεστόριο, πού ἦταν Πατριάρχης καί εἶναι κι αὐτός αἱρεσιάρχης καί φυσικά εἶναι καταδικασμένοι ἀπό τήν Ἐκκλησία. Πρόσεχαν λοιπόν αὐτόν τόν τομέα καί πρόσεχαν καί ἐξωτερικά, τούς ἐξωτερικούς ἐχθρούς. Ἀντιμετώπιζαν τούς φιλοσόφους, τούς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦσαν καί προσπαθοῦσαν νά ὑπονομεύσουν τόν χριστιανισμό, τήν Ὀρθοδοξία καί ἀπαντοῦσαν καί ὁριοθετοῦσαν τήν πίστη μέ τά ὀρθά δόγματα.
«Πάντοτε, ὅταν ἐμφανισθεῖ μία καινοτομία μέσα στήν Ἐκκλησία, ἀμέσως αὐτό θά σημαίνει ὅτι ὁ εἰσάγων αὐτήν -τήν καινοτομία, τό καινούριο πράγμα- ὄχι μόνο δέν εὑρίσκεται σέ σωστή ἀντίληψη περί δόγματος, ἀλλά ἐπίσης ὅτι δέν εὑρίσκεται οὔτε σέ ὀρθή πνευματική κατάσταση». Γιατί δέν ὑπάρχει καινοτομία στήν Ἐκκλησία. «Τό μόνον καινόν καί πάντων καινῶν καινότατον» μᾶς ἔχει ἀποκαλυφθεῖ, εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Δέν μποροῦμε νά ποῦμε ἐμεῖς τώρα ὅτι, ξέρετε, στόν 21ο αἰῶνα βρέθηκε μία καινούρια ἀλήθεια(!) πού δέν μᾶς τήν εἶχε πεῖ ὁ Χριστός μας γιά εἴκοσι αἰῶνες καί αὐτή τήν βρῆκα ἐγώ ἤ κάποιος ἄλλος καί τόσα χρόνια τήν ἀγνοούσαμε, ἑπομένως τώρα ἐμπλουτίστηκε ἡ Ἐκκλησία μέ ἕνα καινούριο δόγμα! Δέν ὑπάρχει τέτοιο πράγμα! Ὅποιος τό πεῖ αὐτό, φανερώνει ὅτι ὄχι μόνο δέν ἔχει σωστή ἀντίληψη γιά τό δόγμα καί γιά τόν Χριστό, ἀλλά καί ὅτι δέν ἔχει καί σωστή πνευματική κατάσταση, ἔχει μεγάλη ὑπερηφάνεια, μεγάλο ἐγωισμό. Γι’ αὐτό καί αὐτοί οἱ λεγόμενοι «μεταπατερικοί» θεολόγοι, ἐκεῖ πάσχουν, ἔχουν μεγάλη ὑπερηφάνεια. Γι’ αὐτό καί λένε καί ἐμεῖς πατέρες εἴμαστε… ἀφῆστε τούς παλιούς πατέρες, σήμερα ἰσχύουν ἄλλα πράγματα. Δηλαδή τό Ἅγιο Πνεῦμα ἄλλα ἔλεγε τότε, ἄλλα λέει τώρα! Ἄν εἶναι δυνατόν…
«Αὐτές οἱ ἀντιλήψεις», πού εἴπαμε προηγουμένως, δηλαδή ἡ διαφύλαξη ἀφενός τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, παράδοσης καί ἀσκητικῆς καί ἀφετέρου τοῦ δόγματος, «ἔχουν συστηματοποιηθεῖ ἀπό τούς ἅγιους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας». Ὅπως καί αὐτό πού σᾶς εἶπα, ἄν ἀλλοτριωθεῖ τό δόγμα καί ἐμφανιστεῖ μιά καινοτομία, αὐτό ἔχει ὡς ὑπόβαθρο μιά ἀλλοτριωμένη ζωή. Ἄν προσέξει κανείς -γιά νά λέμε τά πράγματα ὅπως εἶναι- τούς σύγχρονους Οἰκουμενιστές, τούς εἰκονομάχους καί ὅλους τούς αἱρετικούς ἔχουν ὡς ὑπόβαθρο μιά ἀλλοτριωμένη, μιά ἀνορθόδοξη ζωή καί βιοτή, μιά ἐμπαθή ζωή. Αὐτές οἱ θέσεις λοιπόν ἔχουν συστηματοποιηθεῖ ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες «ὅπως ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη κλπ». «Ἐπίσης ἀπό τούς μαθητές τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ» ἔχουμε αὐτή τήν συστηματοποίηση. «Ἀλλά βρίσκουμε ὅλα αὐτά τά στοιχεῖα κατά τρόπο ὀργανωμένο καί στά ἔργα του ἁγίου Εἰρηναίου ἐπισκόπου Λουγδούνου, ὅπως καί στά ἔργα τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, διότι αὐτή εἶναι μία συνεχής παράδοσις ἀπό τόν 1ον αἰῶνα». Βλέπουμε πῶς τό Ἅγιο Πνεῦμα δηλαδή διαχρονικά, γιά 2000 χρόνια, λέγει τό ἴδιο πράγμα. Καί δέν μποροῦσε νά εἶναι διαφορετικά. Ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά ψεύδεται ἤ νά ἀναιρεῖ τόν ἑαυτό Του. Γι΄ αὐτό, εἴπαμε κι ἄλλη φορά, ὅταν συγκληθεῖ ἡ μέλλουσα Σύνοδος, θά πρέπει νά εἶναι «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι», νά ἀκολουθήσει τούς Ἁγίους Πατέρες. Δέν μπορεῖ νά πεῖ κάτι διαφορετικό. Ἄν τολμήσουν νά ποῦνε κάτι ἄλλο, δέν θά εἶναι Σύνοδος, θά εἶναι ψευδοσύνοδος.
«Τά ἴδια στοιχεῖα ὑπάρχουν ἐπίσης στόν Ἀπόστολο Παῦλο, καθώς καί σέ ὅλη τήν Καινή καί Παλαιά Διαθήκη. Αὐτά τά στοιχεῖα μποροῦμε νά τά ἀνιχνεύουμε καί νά τά βρίσκουμε ὅπου ὑπάρχουν, ὅταν ἔχουμε τά σωστά κριτήρια». Ἐδῶ εἶναι τό θέμα ὅτι σήμερα ὁ λαός μας καί πολλοί κληρικοί μας δυστυχῶς -ὑπάρχουν καί πολλοί καλοί, ἀλλά ἡ πλειοψηφία- δέν ἔχουν τά σωστά κριτήρια γιά νά ξεχωρίζουν τό σωστό ἀπό τό λάθος, τήν ἀλήθεια ἀπό τό ψέμα. Κατεξοχήν κριτήριο εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἐνεργεῖ μέσα στήν καρδία τοῦ πιστοῦ καί αὐτό τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι πού πληροφορεῖ, ἄν κάτι εἶναι ἀληθές ἤ ψευδές, ἄν εἶναι ἀγαθό-καλό ἤ κακό. «Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, πού συστηματικά ἀναπτύσσει τά θέματα αὐτά, λέγει ὅτι οἱ Χριστιανοί πού δέν ἔχουν τήν εὐχή», ἐνεργό μέσα τους, τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, «δέν διαφέρουν οὐσιαστικά ἀπό τούς πιστούς τῶν ἄλλων θρησκειῶν!». Δέν ὑπάρχει οὐσιαστική διαφορά, εἶναι θρησκευόμενοι ἄνθρωποι, ὅπως εἶναι καί τῶν ἄλλων θρησκειῶν. «Ἡ διαφορά τῶν Χριστιανῶν αὐτῶν σέ σχέση μέ τούς πιστούς τῶν ἄλλων θρησκειῶν συνίσταται στό ὅτι οἱ μέν Χριστιανοί αὐτοί πιστεύουν διανοητικά μόνο στόν Χριστό», ἐγκεφαλικά, ὅπως καί ὁ διάβολος πιστεύει διανοητικά, θεωρητικά «καί ἁπλῶς δέχονται τά χριστιανικά δόγματα». Πιστεύουν στήν Ἁγία Τριάδα, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, τά ξέρουν αὐτά πολύ καλά, ἀλλά στήν πράξη δέν τά ζοῦνε, δέν τά βιώνουν. «Ἐνῶ οἱ ἄλλοι δέν δέχονται» αὐτά πού δέχονται θεωρητικά οἱ κατ’ ὄνομα ὀρθόδοξοι. «Αὐτή ὅμως ἡ διανοητική πίστις αὐτῶν τῶν Χριστιανῶν δέν τούς ὠφελεῖ, διότι δέν τούς παρέχει θεραπεία, κάθαρση δηλαδή τῆς καρδιᾶς τους ἀπό τά πάθη. Δηλαδή ἐξ ἐπόψεως θεραπείας τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητος δέν ὠφελοῦνται, καί ἡ συμπεριφορά τους εἶναι ἡ ἴδια μέ ἐκείνη τῶν μή Χριστιανῶν. Αὐτό φαίνεται ἀπό τή ζωή πού κάνουν». Γι’ αὐτό ἔχουμε καί τούς λεγόμενους διαχριστιανικούς καί διαθρησκειακούς διαλόγους καί τήν σχεδόν ἐξομοίωσή μας μέ ὅλους αὐτούς. Καί τό ἐπιχείρημα αὐτῶν πού τά κάνουν, ξέρετε ποιό εἶναι; «Δέν βλέπετε τί καλοί ἄνθρωποι εἶναι κι αὐτοί; Σάν κι ἐμᾶς..». Κι ἀκόμα καλύτεροι εἶναι μερικές φορές οἱ λεγόμενοι χριστιανοί τῶν ἄλλων δογμάτων, ἀκόμα καί οἱ μουσουλμάνοι κ.λ.π. Γιατί τό λένε αὐτό; Γιατί δέν ἔχουν τά σωστά κριτήρια. Καί ἐπειδή οἱ ἴδιοι δέν ἔχουν θεραπευθεῖ καί ἡ ζωή τους μοιάζει μέ τήν ζωή τῶν θρησκευομένων τῶν ἄλλων θρησκειῶν.
«Ὁπότε, ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ ἑνός τέτοιου – κατ’ ὄνομα – Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ καί ἑνός π.χ. Μουσουλμάνου, ὅταν ὁ ὀρθόδοξος ὄχι μόνο δέν ἀγωνίζεται νά θεραπευθεῖ, ἀλλά ἀκόμη, ὅταν, ἐνῶ εἶναι ψυχικά ἄρρωστος, οὔτε κἄν φαντάζεται ὅτι ὑπάρχει ἀποτελεσματική θεραπευτική μέθοδος γιά τήν ἀρρώστια του μέσα στήν Ἐκκλησία;». Οὔτε παραδέχεται ὅτι εἶναι ἄρρωστος. Λέει «Τί ἔχω;… μιά χαρά ἄνθρωπος εἶμαι… βαφτισμένος εἶμαι, θά σωθῶ». Ἔτσι μαγικά…
«Στό δόγμα εἶναι ἡ διαφορά του; Ἀλλά τί νά τό κάνει τό δόγμα, ὅταν δέν τό χρησιμοποιεῖ ὡς ὁδό πρός θεραπεία; Τί νά τό κάνει τό δόγμα, ὅταν μόνο τό ἔχει ἀναρτημένο ἐπάνω στό ντουλάπι του καί τό προσκυνάει; Ὅταν δηλαδή προσκυνάει μόνο τό γράμμα τοῦ δόγματος καί ὄχι τό πνεῦμα τοῦ δόγματος, πού εἶναι κρυμμένο μέσα στό γράμμα;». Καί τό πνεῦμα τοῦ δόγματος εἶναι ἡ ἀσκητική θεραπευτική ὀρθόδοξη ἀγωγή. Νά λοιπόν ποιά εἶναι ἡ οὐσιαστική διαφορά. Δέν εἶναι ὅτι ἐμεῖς πιστεύουμε αὐτό θεωρητικά καί οἱ ἄλλοι δέν τό πιστεύουν αὐτό, ἄρα διαφέρουμε. Ἄν δέν ἐφαρμόσουμε τόν πυρῆνα τοῦ δόγματος πού εἶναι ἡ ἀσκητική θεραπευτική ἀγωγή, δέν διαφέρουμε οὐσιαστικά, γιατί ἡ ζωή μας εἶναι ἴδια.
«Ἔχοντες τώρα αὐτά ὑπ’ ὄψιν, βλέπουμε γιατί τό Βυζαντινό κράτος ἐπεδίωξε νά ἔχει ὡς ἐπίσημη θρησκεία τήν Ὀρθοδοξία καί γιατί ἔκανε τόσες πολλές προσπάθειες, ὥστε νά διαφυλάσσεται ἀκέραιο τό ὀρθόδοξο δόγμα». Τί τόν ἐνδιέφερε τόν Μέγα Κωνσταντῖνο καί τούς ἄλλους αὐτοκράτορες ἡ θεωρητική διατύπωση τοῦ δόγματος; Δέν τούς ἐνδιέφερε τόσο αὐτό. Τούς ἐνδιέφερε, γιατί αὐτό διαφύλασσε καί θεράπευε τήν ἀνθρώπινη προσωπικότητα, τήν σωστή ζωή καί παρήγαγε (ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία) ὑγιεῖς πολίτες. Οἱ αὐτοκράτορες ἀγκάλιασαν τήν Ὀρθοδοξία γιατί ἤθελαν νά ἔχουν σωστούς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτό ὁ Μέγας Ἰουστινιανός εἶχε πάρει τίς ἀποφάσεις τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας καί τίς εἶχε κάνει νόμους τοῦ Κράτους. Δέν βρῆκε κάτι καλύτερο ἀπό τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ἔτσι λοιπόν ἀναγνώρισαν οἱ αὐτοκράτορες τήν ἀξία τοῦ δόγματος καί τό διαφύλαξαν, γιατί τό ὀρθόδοξο δόγμα εἶναι καί «ἦταν ἡ προϋπόθεση γιά μία θεραπεία τῶν πολιτῶν, ἡ ὁποία ἐπέφερε κοινωνική ἐξυγίανση». Ὅταν θεραπευθεῖ κάθε πολίτης, θεραπεύεται καί ἡ κοινωνία ὁλόκληρη. Ὅταν θεραπευθεῖ ἡ κάθε ἀνθρώπινη προσωπικότητα, θεραπεύεται καί τό σύνολο καί αὐτός εἶναι ὁ τρόπος. Ἐνῶ στήν αἱρετική Δύση τί προσπαθοῦν νά κάνουν; Προσπαθοῦν νά ἀλλάξουν τό σύνολο, τό κοινωνικό σύστημα καί ὄχι τούς πολίτες. Νομίζουν ὅτι, ἄν ἀλλάξει τό σύστημα, θά γίνουν εὐτυχισμένοι. Λάθος! Γιά νά ἀλλάξει τό σύστημα, πρέπει νά ἀλλάξει ἕνας-ἕνας, ὅλοι νά γίνουν σωστοί, νά θεραπευθοῦν πνευματικά, νά γίνουν ἅγιοι καί τότε φυσικά ἀλλάζει καί τό σύνολο.
«Ὁ Ἐθνικός Ὕμνος τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ποιός ἦταν; Δέν ἦταν τό: «Σῶσον, Κύριε, τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς βασιλεῦσι, κατά βαρβάρων δωρούμενος καί τό σόν φυλάττων, διά τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα»; Αὐτός ἦταν. «Αὐτός ὁ ὕμνος ἐκφράζει τήν ἰδεολογία -ἄν μποροῦμε νά τό ὀνομάσουμε ἔτσι- τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας, πίστεως καί ζωῆς στό Κράτος, σέ πανεθνική δηλαδή κλίμακα. Ἀφοῦ τό Κράτος διεῖδε τήν κοινωνική συμβολή καί ὠφέλεια πού θά προέκυπτε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη θεραπευτική διδασκαλία καί μέθοδο, ἐάν ἐφαρμοζόταν, ἐθέσπισε καί προέβαλε τήν Ὀρθόδοξη πίστη ὡς τήν ἐπίσημη θρησκεία τοῦ Κράτους, ὥστε τό Κράτος νά γεμίσει ἀπό ἐνορίες, στίς ὁποῖες οἱ ἱερεῖς θά ἀσκοῦσαν αὐτήν τήν θεραπευτική ἀγωγή. Ἔτσι οἱ ἐνορίες θά ηὔξαναν σύν τῶ χρόνω σέ ὑγιεῖς πολίτες καί κατ’ ἐπέκτασιν καί τό ἴδιο τό Κράτος» θά εἶχε ὑγιεῖς πολίτες, γιατί οἱ ἐνορίες συνιστοῦν καί τό Κράτος.
«Σ’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία δέν εἶπε φυσικά ὄχι, ἀλλά συνεργάσθηκε μέ τό Κράτος», ἐφόσον τό Κράτος ἀποδέχθηκε τήν θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας. Καί πολύ καλά ἔκανε… «Συνέβη ὅμως αὐτή ἡ ἐξουσία, πού ἐδόθη στήν Ἐκκλησία, μαζί μέ τήν ἀναγκαιοῦσα διοικητική ἐκκλησιαστική ὀργάνωση νά δημιουργήσει ἕνα δημοσιοϋπαλληλικό πρόβλημα ὡς ἀναγκαῖο κακό. Πολλοί δηλαδή, πού ἐποφθαλμιοῦσαν δημόσιες θέσεις, ὑπεκρίνοντο τούς Ὀρθοδόξους, ἐνῶ δέν ἦσαν, ἡ δέ Ἐκκλησία ἄρχισε νά ἐκκοσμικεύεται». Προκειμένου λοιπόν νά μποῦνε στίς διάφορες ἐκκλησιαστικές θέσεις πού εἶχε ἐκχωρίσει τό Κράτος ὑπεκρίνοντο τόν ὀρθόδοξο καί ἡ Ἐκκλησία ἐκκοσμικεύτηκε. «Παρ’ ὅλα αὐτά ἡ Ἐκκλησία εἶχε ὡς παράλληλο ἔργο της τό νά προστατεύει τό Κράτος ἀπό τούς κομπογιαννίτες γιατρούς, δηλαδή ἀπό τούς αἱρετικούς. Οἱ Τοπικές καί Οἱκουμενικές Σύνοδοι φρόντιζαν ἀκριβῶς γι’ αὐτό. Στά Πρακτικά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων βρίσκουμε τήν φράση: «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν», λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες. Δηλαδή: Ἐφάνη καλόν εἰς τό Ἅγιον Πνεῦμα καί εἰς ἡμᾶς… Αὐτό τό ἔλεγαν οἱ παρευρισκόμενοι στίς Συνόδους αὐτές», ὄχι ὡς σχῆμα λόγου, ὅπως δυστυχῶς -εἶναι τραγικό νά τό ὁμολογήσουμε ἀλλά- γίνεται σήμερα, πού ξέρουν ἀπό πρίν ποιός θά βγεῖ ἐπίσκοπος ἄς ποῦμε, γιατί εἶναι ὅλα συνεννοημένα καί μιλημένα…
«Αὐτό τό ἔλεγαν» λοιπόν, «οἱ παρευρισκόμενοι στίς Συνόδους αὐτές διότι, εἶχαν στήν κατοχή τους τήν νοερά προσευχή, διά τῆς ὁποίας ἐπληροφοροῦντο περί τῆς ἀληθείας τῶν Ὅρων πού διετύπωναν». Δηλαδή, μέσα τους ἐνεργοῦσε τό Ἅγιο Πνεῦμα, συμπροσηύχοντο μαζί Του – ἀφοῦ προσευχόταν μέσα τους – καί ἐπληροφοροῦντο ἀπευθείας ἀπό τόν Θεό, δηλαδή ἐάν τό συγκεκριμένο δόγμα εἶναι ὀρθό ἤ ὄχι. «Σήμερα ὅμως, πού σπανίζει ἡ νοερά προσευχή στούς ἐπισκόπους, ἄν συνέλθει μία Σύνοδος ἐξ ἐπισκόπων καί σηκωθοῦν κατά τήν ἔναρξη καί ποῦν ὅλοι μαζί «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών, καί τά πάντα πληρῶν…», θά ἔλθει ὁπωσδήποτε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νά τoύς φωτίσει;». Ἀναγκαστικά; Ἐπειδή τό εἶπαν; «Ἐπειδή δηλαδή εἶναι κανονικοί ἐπίσκοποι καί συνέρχονται σέ Σύνοδο καί κάνουν προσευχή;». Ὄχι, βέβαια! «Δέν ἐνεργεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἔτσι. Μόνο δηλαδή κάτω ἀπό αὐτές τίς προϋποθέσεις. Χρειάζονται καί ἄλλες». Χρειάζονται καί αὐτές ἀλλά χρειάζονται καί ἄλλες. Καί οἱ ἄλλες ποιές εἶναι; Εἶναι νά ὑπάρχει ἡ κάθαρση καί ὁ φωτισμός τουλάχιστον. «Χρειάζεται ὁ προσευχόμενος νά ἔχει ἤδη ἐνεργουμένη τήν νοερά προσευχή μέσα του, ὅταν προσέρχεται στήν Σύνοδο, γιά νά τόν φωτίσει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ».
«Στίς ψευδο-συνόδους οἱ προσερχόμενοι δέν εἶχαν αὐτήν τήν προσευχητική Κατάσταση». Γι’ αὐτό καί ἔπαιρναν ἀνορθόδοξες ἀποφάσεις. «Οἱ παλαιοί ἐπίσκοποι ὅμως εἶχαν τέτοια πνευματική ἐμπειρία». Εἶχαν ἐνεργουμένη μέσα τους τήν ἀδιάλειπτη προσευχή «καί, ὅταν προσήρχοντο ὡς Σῶμα –ὡς Σύνοδος-, ἤξεραν τί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο τούς πληροφοροῦσε μέσα στήν καρδιά γιά ἕνα συγκεκριμένο θέμα. Καί, ὅταν ἔβγαζαν ἀποφάσεις, ἤξεραν ὅτι οἱ ἀποφάσεις τους ἦταν σωστές». Ὄχι γιατί ἤτανε λογικές, σύμφωνες μέ τήν λογική, πού τήν ἔχουν κάνει θεά σήμερα, ἀλλά ἦταν σύμφωνες μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα πού μιλοῦσε στήν καρδιά τους. «Εὑρίσκοντο σέ κατάσταση φωτισμοῦ, ἐνῶ ὁρισμένοι ἀπό αὐτούς εἶχαν φθάσει καί στόν δοξασμό, δηλαδή στήν θέωση. Ὁπότε, βλέπουμε ὅτι στήν ἀρχαία Ἐκκλησία κυριαρχοῦσε τό χαρισματικό στοιχεῖο (δηλαδή κυριαρχοῦσαν τά μέλη μέ χαρίσματα Ἁγίου Πνεύματος), ἐνῶ τά καθιδρυματικά στοιχεῖα, δηλαδή τά τυπικά ἐκκλησιαστικά καί διοικητικά προσόντα ἀκολουθοῦσαν». Δέν ἦταν τά πρῶτα. Τά δεύτερα ἦταν. Πρῶτα ἦταν τά χαρισματικά, δηλαδή ἄν οἱ ἄνθρωποι πού συμμετεῖχαν ἦταν χαρισματούχοι ἄν εἴχανε τόν φωτισμό, ἄν εἴχανε τήν θέωση. Μετά ἦταν τά τυπικά προσόντα ἄν εἶχαν μόρφωση, ἄν εἶχαν κάποια παιδεία κ.λ.π.
«Αὐτό εἶναι σαφέστατο καί στήν Καινή Διαθήκη καί στήν ἀρχαία Ἐκκλησία καί στούς μεγάλους Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀπό τήν 1η Οἰκουμενική Σύνοδο (4ος αἰών) -στήν Νίκαια- μέχρι τήν 9η Οἰκουμενική Σύνοδο, πού ἔλαβε χώρα ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (14ος αἰών)». Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι δέν ἦταν ἑφτά, ἐννιά ἤτανε. Ἡ ἐπί Μεγάλου Φωτίου τό 879, ἡ ὁποία καταδίκασε τό φιλιόκβε, ἑπομένως καί τούς Παπικούς… κι ἄς λένε κάποιοι ὅτι δέν ὑπάρχει Σύνοδος πού νά ἔχει κατασικάσει τούς Παπικούς. Ὑπάρχει, ἐπί Μεγάλου Φωτίου, ἡ ὁποία εἶναι Οἰκουμενική καί καταδίκασε τό φιλιόκβε, δηλαδή ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Αὐτοί τό λένε μέχρι σήμερα, ἐπιμένουν σ’ αὐτό, ἐνῶ ἔχουν καταδικαστεῖ. Ἀλλά ἔρχονται κάποιοι «ἐξυπνάκηδες» ὀρθόδοξοι καί λένε δέν εἶναι αἵρεση… δέν ἔχουν καταδικαστεῖ. Καθώς καί ἡ 9η Οἰκουμενική Σύνοδος ἐπί Γρηγορίου Παλαμᾶ τό 1340 πού καταδίκασε τόν ἀντι-ησυχασμό τοῦ Βαρλαάμ.
«Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν συμμαρτυρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά τήν ξέρουν καλά μόνο ὅσοι ἔχουν τήν νοερά προσευχή ἐνεργουμένη μέσα στήν καρδιά τους. Ἡ νοερά προσευχή εἶναι μία ἐμπειρική ἐξακρίβωσις καί ἐπιβεβαίωσις τῆς θεραπείας τοῦ νοός τοῦ ἀνθρώπου. Μία τέτοια θεραπεία εἶναι ἐφικτή σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἐφ’ ὅσον πληροῦνται οἱ πνευματικές προϋποθέσεις τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου. Δέν εἶναι δηλαδή προορισμένη ἤ σχεδιασμένη μόνο γιά κάτι καλογήρους, μόνο δηλαδή γιά κάποιους πού φορᾶνε ράσα, ἀλλά γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Διότι στήν Ἁγία Γραφή δέν φαίνεται πουθενά νά γίνεται διάκρισις μεταξύ μοναστικῆς πνευματικότητος καί λαϊκῆς πνευματικότητος». Αὐτή ἡ λανθασμένη ἀντίληψη ὅτι ἄλλο μοναχός καί ἄλλο λαϊκός. Μάλιστα δέν λένε κἄν ὅτι εἴμαστε λαϊκοί, λένε ὅτι εἴμαστε κοσμικοί, πράγμα πού σημαίνει δηλαδή ὑποταγμένοι στόν κόσμο. Τήν ἀλήθεια λένε οἱ ἄνθρωποι… ἔτσι εἶναι! Ἀλλά δέν ἐπιτρέπεται νά εἴμαστε ἔτσι. Οἱ χριστιανοί μέσα στόν κόσμο δέν πρέπει νά λεγόμαστε κοσμικοί ἀλλά λαϊκοί, ὅτι δέν φορᾶμε ράσα. Δέν ὑπάρχει φυσικά αὐτή ἡ διάκριση πού γίνεται στήν πνευματικότητα καί λένε ὅτι οἱ κοσμικοί, οἱ ἄνθρωποι πού ζοῦνε στόν κόσμο, δέν χρειάζεται νά κάνουν τόσα πράγματα ὅσα οἱ μοναχοί. Καί μέ λιγότερα σώζεσαι… καί μέ λίγη δηλαδή ἁμαρτία δέν πειράζει, ἐπειδή εἴμαστε στόν κόσμο ὁ Χριστός τό ἀνέχεται αὐτό. Ὄχι, ὁ Χριστός δέν εἶπε τέτοια πράγματα. Ὁ Χριστός τίς ἴδιες ἐντολές ἔδωσε καί γιά τούς μοναχούς καί γιά τούς λαϊκούς χριστιανούς. Οἱ ἀπαιτήσεις εἶναι οἱ ἴδιες. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, τό ἔχουμε πεῖ, λένε ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού ζεῖ μέσα στόν κόσμο, ὁ λαϊκός χριστιανός, ὠφείλει νά κάνει περισσότερα ἀπό τούς μοναχούς, ὄχι λιγότερα. Περισσότερη ἄσκηση δηλαδή, νά ἔχει περισσότερη νήψη, περισσότερη προσοχή, γιατί ἔχει περισσότερους πειρασμούς. Αὐτό λέει ἐδῶ καί ὁ π. Ἰωάννης, ἀλλά καί ὅλοι οἱ Πατέρες τό λένε.
«Ἡ Ἁγία Γραφή μιλάει μόνο γιά μία πνευματικότητα. Ἔχετε βρεῖ ποτέ στήν Ἁγία Γραφή κάποιο χωρίο πού νά μιλάει ξεχωριστά γιά πνευματικότητα λαϊκῶν ἤ γιά πνευματικότητα κληρικῶν;». Γιατί ὑπάρχει κι αὐτό, λένε: – Αὐτός εἶναι παπάς ἤ θεολόγος καί ἀφοῦ εἶναι παπάς δικαιολογεῖται νά κάνει αὐτά πού κάνει. Ἐμεῖς δικαιολογούμαστε νά κάνουμε κάτι ἄλλο, λίγο διαφορετικό ἤ καί ἀντίθετο. «Δέν ὑπάρχει τέτοιο πράγμα στήν Ἁγία Γραφή. Ἡ ἐν Χριστῷ πνευματικότης εἶναι μία γιά ὅλους τούς πιστούς». Γιατί κάποιες κοπέλες διστάζουν νά γίνουν παπαδιές; Γιατί θά ἔχουν περιορισμούς. Δηλαδή, ἄν δέν γίνει παπαδιά, θά μπορεῖ νά κάνει πιό ἐλεύθερη ζωή; Βλέπετε πόσο λάθος ἔχουμε πάρει τά πράγματα; Ἐνῶ ἴδια ζωή θά ἔπρεπε νά κάνει καί μία πρεσβυτέρα καί κάποια πού εἶναι ἔγγαμη μ’ ἕναν λαϊκό ἄνδρα.
«Αὐτή ἡ ἐν Χριστῷ πνευματικότης εἶναι στήν οὐσία της μία θεραπευτική ἀγωγή, ἡ ὁποία προσφέρεται ἀπό τόν Χριστό σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Εἶναι σχεδιασμένη γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Δέν εἶναι μόνο γιά τούς μοναχούς ἤ τούς παπάδες ἤ τούς μορφωμένους ἤ διανοούμενους, διότι μέσα της δέν ἔχει καθόλου διανόηση», γιατί τότε θά ἦταν, ἄς ποῦμε, γιά τούς ἔξυπνους ὁ χριστιανισμός. Ὄχι, εἶναι γιά ὅλους, γιατί δέν εἶναι θέμα μυαλοῦ, εἶναι θέμα καρδιᾶς. Καί καρδιά ἔχουν ὅλοι καί ὅλοι μποροῦν νά τήν καθαρίσουν ἐφόσον μποῦνε μέσα σ’ αὐτή τήν θεραπευτική διαδικασία. «Οὔτε ἔχει σχέση μέ τά ἐξωτερικά καί φαινόμενα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά μέ τά ἐσωτερικά καί κρυπτά».
Θά ποῦμε καί δυό λόγια γιά τήν «Ἐκκλησιαστική μουσική» καί νά κλείσουμε. «Ὁ σκοπός τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς εἶναι νά προκαλέσει κατάνυξη ἤ δοξολογία», νά ἐκφράσει αὐτόν τόν ἐνθουσιασμό τῆς καρδιᾶς, τόν δοξολογικό ἐνθουσιασμό πρός τόν Θεό καί δέν ἔχει σκοπό νά προκαλέσει -προσέξτε τά λέει μέ τόν ὄνομά τους ὁ π. Ἰωάννης- «ἐρωτικό συναισθηματισμό», ὅπως , δυστυχῶς, αὐτό τόν σκοπό ἔχει ἕνα μεγάλο μέρος τῆς κοσμικῆς μουσικῆς. «Στήν Δυτική παράδοση ἀπό τόν Μεσαίωνα, ἀπό τούς Φράγκους δηλαδή, καθιερώθηκε νά μή διακρίνει κανείς τά ἐρωτικά ἀπό τά θρησκευτικά τραγούδια». Εἶναι τό ἴδιο πράγμα. Σημειῶστε ὁ π. Ἰωάννης ἦταν ἀπό μωρό στήν Ἀμερική καί εἶχε μεγάλη γνώση καί τῆς προτεσταντικῆς θρησκευτικότητας καί τῆς παπικῆς. «Ἄν ἀκούσετε Προτεστάντες ἤ Παπικούς νά ψάλλουν μέσα στόν ναό τους, καταλαβαίνετε ἀμέσως ὅτι τραγουδοῦν μέσα στόν ναό. Δέν ψάλλουν. Ἀποδίδουν τά τροπάριά τους μέ ἕναν τρόπο ἐρωτικό. Ὅταν τραγουδοῦν οἱ Παπικοί ὕμνους στήν Παναγία, δέν εἶναι μόνο τά λόγια πού εἶναι ἐρωτικά, ἀλλά καί ἡ μουσική εἶναι ἐρωτική. Δηλαδή εἶναι σάν νά ἐρωτοτροποῦν μέ τήν Παναγία καί σάν νά ἐρωτοτροποῦν μέ τόν Χριστό!». Καί στήν ζωγραφική τους ὑπάρχει πάλι αὐτό τό στοιχεῖο καί ντρέπεται κανείς νά κοιτάξει τίς εἰκόνες ἔτσι πού δείχνουν τήν Παναγία. Ἀφήνω πού οἱ ζωγράφοι ἔπαιρναν τήν φιλενάδα τους καί τήν ἔβαζαν πρότυπο -συγγνώμη πού τά λέω ἀλλά αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἔγραφαν μετά ἀπό πάνω Madonna καί νά ἡ Παναγία! Ἔτσι εἶναι ἡ Παναγία;… Λείπει τελείως δηλαδή τό ἀσκητικό στοιχεῖο καί τό στοιχεῖο τῆς κατάνυξης καί τῆς δοξολογίας. Ἁπλῶς διεγείρεται τό συναίσθημα, δηλαδή τό παθητικό τῆς ψυχῆς, τό θυμικό καί τό ἐπιθυμητικό. «Μέ τό συναίσθημα προσπαθοῦν νά προκαλέσουν μία συναισθηματική θρησκευτικότητα στά μέλη τους». Μπορεῖ νά φτάσουν νά ἔχουν καί δάκρυα κ.λ.π. ἀλλά αὐτό εἶναι πού σοῦ γεμίζει τήν ψυχή; Πού σέ ἑνώνει μέ τόν Θεό; Ὄχι, βέβαια. Γιατί αὐτές οἱ δυνάμεις εἶναι τό κατώτερο κομμάτι τῆς ψυχῆς, τό ἀνώτερο εἶναι τό λογιστικό, εἶναι ὁ νοῦς καί σ’ αὐτό στοχεύει ἠ Ὀρθοδοξία καί ὁ Χριστός καί ἡ ἀλήθεια, στό νά καθαριστεῖ ὁ νοῦς καί νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό. Γι’ αὐτό καί ἡ λατρεία μας λέγεται λογική λατρεία, δέν λέγεται συναισθηματική λατρεία. Λογική, δηλαδή γίνεται μέ τόν νοῦ.
«Ἐπειδή λοιπόν ἡ Παράδοσίς τους –τῶν Παπικῶν καί τῶν Προτεσταντῶν- ἔχει αὐτόν τόν συναισθηματικό χαρακτήρα, γι’ αὐτόν τόν λόγο οἱ σοβαροί ἄθρωποι στήν Ἀμερική καί στήν Εὐρώπη δέν θρησκεύουν». Αὐτοί πού δέν λειτουργοῦν δηλαδή μέ τό συναίσθημα. Ὄχι ὅτι δέν ἔχουν συναίσθημα. Ἔχουν συναίσθημα, ἀλλά κυριαρχοῦν στόν ἑαυτό τους μέ τήν λογική, ὅπως πρέπει. Ἀλλοίμονο ἄν κυριαρχήσει στόν ἄνθρωπο τό συναίσθημα… θά κάνει παράλογα πράγματα. Οὔτε βέβαια θά πρέπει νά ἀπαξιώσουμε τελείως τό συναίσθημα καί νά γίνουμε ἀνέραστοι, νά μήν ἀγαποῦμε, νά μήν ἔχουμε καθόλου συναισθήματα. Ὄχι, ἀλλά θά πρέπει τό συναίσθημα νά ὑποτάσσεται στήν λογική. Ὁ νοῦς νά εἶναι ὁ κυβερνήτης. Τό λογιστικό δηλαδή νά κυβερνᾶ τό παθητικό τῆς ψυχῆς, νά κυβερνᾶ τόν θυμό καί τήν ἐπιθυμία. «Ἐπειδή λοιπόν ἡ Παράδοσίς τους ἔχει αὐτόν τόν συναισθηματικό χαρακτήρα, οἱ σοβαροί ἄνθρωποι δέν θρησκεύουν καί δηλώνουν εἴτε ἄθεοι εἴτε ἀγνωστικιστές, ἄθρησκοι, «διότι δέν πείθονται μέ τέτοιους συναισθηματισμούς». Ἔ, λένε, τί νά κάνουμε τραγουδάκια… τά κάναμε μικροί αὐτά.
«Ὅσοι θρησκεύουν ἐκεῖ –στή Δύση-, εἶναι συναισθηματικοί ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὅμως δέν εἶναι καί συνεπεῖς στήν ἔρευνα. Γενικά ἐννοῶ στήν ἔρευνα». Δηλαδή δέν ἐρευνοῦν νά βροῦν τήν ἀλήθεια. «Ἕνας συνεπής Εὐρωπαῖος ἤ Ἀμερικανός εἶναι φυσικό νά εἶναι ἄθεος κάτω ἀπό τέτοιες προϋποθέσεις καί νά μήν εἶναι οὔτε Παπικός οὔτε Προτεστάντης», γιατί δέν τούς προσφέρεται ἡ ὀρθή πίστη, τους προσφέρεται ἕνας συναισθηματισμός. «Βαρειά βέβαια εἶναι αὐτή ἡ κουβέντα, ἀλλά αὐτή εἶναι ἡ πραγματικότητα. Διότι ἕνας σοβαρός ἐπιστήμων δέν εἶναι δυνατόν νά παραδεχθεῖ ποτέ τά θεμέλια τῆς Παπικῆς ἤ Προτεσταντικῆς θεολογίας». Ἄν κανείς δηλαδή, λέει ὁ π. Ἰωάννης, ἔκανε ἔρευνα σοβαρή ἱστορική, καί τό κάνουν οἱ σοβαροί ἄνθρωποι στήν Δύση, θά διαπίστωνε ἀκριβῶς τήν σαθρότητα τῶν θεμελίων τόσο τῆς Παπικῆς θεολογίας ὅσο καί τῆς Προτεσταντικῆς. Ἕνα δόγμα μόνο νά πάρουμε τό ἀλάθητο τοῦ Πάπα. Ἀπό ποῦ καί ὡς ποῦ ὑπάρχει ἀλάθητο στόν Πάπα; Ἕνας σοβαρός ἄνθρωπος θά πιστέψει ποτέ ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ἀλάθητος; Ἀπό τούς παπικούς μιλάω ὄχι ἀπό μᾶς… δέν τό πιστεύουνε. Καί φυσικά μετά ἀπορρίπτουν τά πάντα. Σοῦ λέει: Αὐτή εἶναι ἡ θρησκεία μας; Αὐτό θά πιστέψουμε; Καί μιλᾶμε γιά ἕνα δόγμα. Ὅλα τά δόγματα πού ἔχουν οἱ Παπικοί, ἄν τά ἐξετάσεις, εἶναι σαθρά, δέν στηρίζονται δηλαδή στήν ἀλήθεια. Ἕνας λοιπόν πού ἐρευνᾶ σωστά, τό βρίσκει. Ἕνας ὅμως πού εἶναι ἁπλῶς συναισθηματικός, θά πηγαίνει στήν Ἐκκλησία ἔτσι, γιατί τοῦ ἀρέσουν τά τραγουδάκια. Τέτοιοι εἶναι οἱ πιστοί τῆς Δύσεως.
«Γι’ αὐτό βλέπει κανείς τούς ναούς τους ἄδειους». Τώρα τούς πουλᾶνε κιόλας, τούς κάνουν piano bar, χίλια δυό πράγματα. Καί στήν Ἰταλία καί στήν Ἀγγλία πωλοῦνται οἱ ναοί. Ἑπόμενο εἶναι, ἀφοῦ δέν ὑπάρχουν πιστοί. Μάλιστα ἄκουσα ὅτι τούς στέλνουν μέ τό ταχυδρομεῖο τήν «Όστια», τήν Θεία Κοινωνία… γιά νά μήν πᾶνε κἄν στήν Ἐκκλησία…
«Τό ἴδιο φοβοῦμαι ὅτι θά πάθει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Προσέξτε, αὐτό ἔχει σημασία καί γιά μᾶς, γιατί καί σέ μᾶς ὑπάρχει αὐτή ἡ τάση τοῦ ἐκσυναισθηματισμοῦ τῆς πίστης, νά κάνουμε κι ἐμεῖς τήν πίστη μας συναισθηματική. Ἤδη βλέπουμε στό διαδίκτυο, σέ ὀρθοδοξους ναούς πιάνο, μουσικά ὄργανα, σοπράνο (!) καί τραγουδᾶνε μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἐπιτρέπονται αὐτά τά πράγματα; Ἤ νά κάνουμε ἐκδηλώσεις τύπου φιλολογικῶν μνημοσύνων μέσα στήν Ἐκκλησία… Αὐτό εἶναι ἄκρα ἐκκοσμίκευση καί μία τάση νά κάνουμε τήν πίστη μας συναισθηματική. Ἀλλά, γιατί τό παθαίνουμε αὐτό; Διότι ἀκριβῶς ἔχουμε χάσει κι ἐμεῖς τά ὀρθόδοξα κριτήρια, ἔχουμε χάσει τήν θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας. Καί σοῦ λέει: τί πειράζει; Ὡραῖο πράγμα εἶναι… ἀκοῦς ἕνα ὡραῖο τραγούδι. Καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ὑπάρχει καί μιά ἐκλογίκευση τῆς πίστεως, μιά παραθεώρηση δηλαδή τῆς χαρισματικῆς διάστασης, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί προσπαθοῦμε νά κάνουμε τήν πίστη μας μιά ὑπόθεση μόνο τῆς λογικῆς. Νά τό πῶ ἁπλά. Τί εἶναι ὅλες οἱ μεταφράσεις πού προσπαθοῦν νά κάνουν στά λειτουργικά κείμενα καί στήν Ἁγία Γραφή ἀκόμα; Λένε γιά νά καταλαβαίνει ὁ λαός, πρέπει νά τά μεταφράσουμε τά κείμενα. Δηλαδή ὅλη ἡ ἱστορία εἶναι στήν λογική, νά τό καταλαβαίνουμε μέ τή λογική, πού δέν εἶναι τίποτα δύσκολο νά τό καταλάβεις καί μέ τή λογική. Ἐμεῖς ἔχουμε μέσα στήν γλώσσα μας τίς λέξεις τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας καί κάποιες πού εἶναι ἄγνωστες, ἅμα μπεῖ στόν κόπο ὁ ἱερέας λίγο-λίγο νά τίς ἐξηγήσει, σέ πολύ λίγο χρόνο θά ξέρουμε ὅλες τίς λέξεις. Ἀλλά ποῦ ἑδράζεται ὅλη αὐτή ἡ προσπάθεια τῆς μετάφρασης; Στό ὅτι νομίζουμε ὅτι μέ τό νά τά καταλάβουμε διανοητικά πλήρως ὅλα αὐτά, θά ζήσουμε καί τόν Θεό. Ὄχι, δέν θά ζήσουμε ἔτσι τόν Θεό μέ τό νά καταλάβουμε μέ τήν λογική τό Εὐαγγέλιο, τούς Κανόνες καί τά τροπάρια, ἀλλά θά Τόν καταλάβουμε ὅταν καθαρίσουμε τήν καρδιά μας. Κι αὐτό μπορεῖ νά τό κάνει κι ἕνας ἀγράμματος πού δέν καταλαβαίνει σχεδόν τίποτα κι ὅμως λέει: τί ὡραῖα πού εἶναι στήν Ἐκκλησία! τί ὡραῖα πού ἦταν σήμερα… πετοῦσε ἡ ψυχή μας! Γιατί μιά γιαγιά δέν καταλαβαίνει τίποτα, ἀλλά καταλαβαίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα πού ἔχει μέσα της ἐνεργό καί συμπροσεύχεται κι αὐτή μέ Αὐτό.
Τό ἴδιο, λέει ὁ π. Ἰωάννης -κι ἐδῶ εἶναι προφητικός προσέξτε- θά πάθει καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, θά γίνει δηλαδή ἕνας ἐκσυναισθηματισμός καί μιά ἐκλογίκευση τῆς πίστεως καί τῆς λατρείας «ἄν ἐπιτρέψει τόν εὐσεβισμό, τόν συναισθηματισμό καί τήν διανόηση νά κατακτήσουν τόν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, διότι ἡ κρίσις, πού νομίζω ὅτι περνάει σήμερα ἡ Ἐκκλησία» καί μιλάει γιά τό 1983, σκεφτεῖτε τί θά ἔλεγε σήμερα! «θά εἶναι καί ἡ τελευταία Της. Μετά δέν θά ὑπάρχει τίποτε ὄρθιο γιά νά σαλευθεῖ καί νά ὑποστεῖ κρίση». Δέν θά ὑπάρχει Ἐκκλησία δηλαδή. Ὄχι παγκοσμίως. Μιλάει γιά τήν ὀρθόδοξη ἑλληνική Ἐκκλησία. Παγκοσμίως κάπου θά ὑπάρχει σίγουρα, γιατί μᾶς τό εἶχε πεῖ ὁ Χριστός ὅτι «πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,18), τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, γενικά τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν, λοιπόν, κι ἐμεῖς δέν προσέξουμε θά πᾶμε πρός τά ἐκεῖ. Ἤδη πᾶμε πρός τά ἐκεῖ… σᾶς εἶπα τά διάφορα φαινόμενα πού ἔχουμε. Πρίν ἀπό ἕνα-δύο χρόνια εἶχε γίνει μία συναυλία, μέ τόν Νταλάρα νομίζω, μέσα στόν Ἅγιο Παντελεήμονα, τήν μεγαλύτερη ἐκκλησία τῶν Ἀθηνῶν. Τό φάγαμε κι αὐτό… τά τρῶμε ἔτσι ὅλα αὐτά χωρίς νά διαμαρτυρόμαστε. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀλλοίωση τῆς πίστεως καί τῆς θεραπευτικῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἤ μᾶλλον ἡ πλήρης παραγνώριση τοῦ θεραπευτικοῦ ρόλου τῆς Ἐκκλησίας καί κάνουμε πλέον καί τήν Ἐκκλησία ἕναν ὀργανισμό πού προσφέρει ὡραῖα τραγούδια, καλή μουσική, συναίσθημα καί μιά ἱκανοποίηση διανοητική, τοῦ πνεύματος καί ὄχι μία κάθαρση τῆς καρδιᾶς καί μία ἐξυγίανση τῆς προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου.
Αὐτά ἤθελα νά πῶ σήμερα καί νά δοξάσουμε τόν Θεό… καί γιά τόν π. Ἰωάννη πού μᾶς τά λέει. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού τά καταλαβαίνει καί ζεῖ τά ὀρθόδοξα αὐτά πού καθαρίζουν τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, πού ζεῖ δηλαδή τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
https://hristospanagia3.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου