Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

ΘΗΚΑΡΑΣ


ΘΗΚΑΡΑΣ



Τὸ ὄ­νο­μα καὶ ὁ τό­πος κα­τα­γω­γῆς τοῦ Θη­κα­ρα

Δι­ὰ τοῦ ὀ­νό­μα­τος «Θη­κα­ρὰς» δη­λοῦ­ται τό­σο­νη συλ­λο­γή, ὅ­σον καὶ τὸ πρό­σω­πον τὸ ὁ­ποῖ­ον ἐ­πέ­λε­ξεν ἡ συ­νέ­τα­ξε τὰ σχε­τι­κὰ κεί­με­να. Τὸ πρό­σω­πον δὲ αὐ­τὸ ἐ­ταυ­τί­σθη κα­τὰ τὸ πα­ρελ­θόν με τὸν Δι­ο­νύ­σι­ον μο­να­χόν, τὸν Θε­ο­δοῦ­λον μο­να­χόν, τὸν Ἰ­ω­άν­νην μο­να­χόν, ἀ­κό­μη καί με τὸν Ἰ­ω­άν­νην τὸν Δα­μα­σκη­νόν. Ἡ σύγ­χρο­νος ὅ­μως ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἔ­ρευ­να ἔ­χει ἀ­πο­δεί­ξει τὴν μὴ ταύ­τι­σιν τῶν ἄ­νῳ μο­να­χῶν με τὸν Θη­κα­ρὰν.


Σα­φεῖς καὶ ἐγ­κύ­ρους πλη­ρο­φο­ρί­ας πε­ρὶ τοῦ ὀ­νό­μα­τος καὶ τοῦ τό­που κα­τα­γω­γῆς τοῦ μο­να­χοῦ Θη­κα­ρὰ ἔ­χο­μεν ἀ­πὸ τοὺς «Στί­χους δι­α­φό­ρων φι­λο­σό­φων ἀν­δρῶν εἰς τοὺς θεί­ους Ὕ­μνους», ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ἀ­πὸ δύ­ο ὑ­πο­μνη­μα­τι­κὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γῆς τοῦ Θη­κα­ρά. Τὸ πρῶ­τον εἶ­ναι ἡ «Δι­ή­γη­σις πε­ρὶ τῶν Ὕ­μνων» τοῦ Θε­ο­δού­λου μο­να­χοῦ, ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ τοῦ Θη­κα­ρὰ, καὶ τὸ δεύ­τε­ρον ἡ «Εἴ­δη­σις τοῖς ἐν­τυγ­χά­νου­σι» τοῦ μο­να­χοῦ Μη­τρο­φά­νους.

­πὸ τὴν «Εἴ­δη­σιν» τοῦ Μη­τρο­φά­νους, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἧ­το νε­ώ­τε­ρος τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου, γνω­ρί­ζο­μεν ὅ­τι οἱ πρὸς τὸ θεῖ­ον ἐ­ρω­τι­κοὶ Ὕ­μνοι εἶ­ναι «πό­νη­μα Θη­κα­ρα μο­να­χοῦ ἀ­πὸ τῆς Κων­σταν­τι­νου­πο­λε­ως», «οἰ­κτροῦ τά­λα­νος Θη­κα­ρα μο­νο­τρό­που» ὅ­πως ση­μει­ου­ται εἰς τοὺς Στί­χους οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­η­γοῦν­ται τῆς «Ἑρ­μη­νεί­ας τῶν Ὕ­μνων», συγ­γρα­φεὺς τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι ὁ ἴ­δι­ος ὁ Θη­κα­ρας.

Θη­κα­ρας, λοι­πόν, ἧ­το μο­να­χὸς ἀ­πὸ τὴν Κων­σταν­τι­νου­πο­λιν, χω­ρὶς «ἔν­δο­ξον ὄ­νο­μα», δι­α­κρι­νό­με­νος δι­ὰ τὴν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ βί­ου, τὸ ἠ­συ­χα­στι­κον πνεῦ­μα καὶ τὴν κᾆ­τα Θε­ὸν ἀ­ρε­τήν. Τι­μώ­με­νος βε­βαί­ως ἅ­γι­ος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δεν εἶ­ναι, ἀλ­λὰ εἰς ἀρ­κε­τὰ χει­ρο­γρα­φα τὸ ἔρ­γον τοῦ ἐ­πι­γρά­φε­ται ὡς «Ὕ­μνοι τοῦ ἁ­γί­ου Θη­κα­ρα καὶ Ἀ­κο­λου­θί­αι».

Τὸ ὄ­νο­μα «Θη­κα­ρας» εἶ­ναι ψευ­δώ­νυ­μον. ὁ ἴ­δι­ος ἔ­κρυ­πτε τὸ ὄ­νο­μα τοῦ «δι­ὰ τα­πει­νο­φρο­σύ­νην». Δεν τὸν ἐν­δι­ε­φε­ρε ἡ δι­αι­ω­νι­σις τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ, ἀλλ' ἐ­πί­στευ­ε ὅ­τι οἱ «Αἰ­νοῖ ἐκ τῆς θεί­ας Γρα­φῆς εἰ­σιν, ἡ δὲ σύν­τα­ξις ἐκ τῆς ὁ­δη­γί­ας τῆς χά­ρι­τος». «Ἀ­νοί­κει­όν μοι ἐ­πι­γρά­φειν τὸ ἐ­μὸν ὄ­νο­μα», ἔ­λε­γε, «ἀλλ' ἐ­πὶ τῷ δόν­τι τὴν χά­ριν τού­τους ἀ­να­γρά­φειν δεῖ». Τὸ πραγ­μα­τι­κὸν ὄ­νο­μα τοῦ Θη­κα­ρα τὸ ἐ­γνώ­ρι­ζε μό­νον ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κὸς τοῦ Θε­ο­δοῦ­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε δε­σμευ­θει μὲ ὅρ­κον δι­ὰ να μὴν τὸ ἀ­πο­κα­λύ­ψῃ. «καί τι μὲν πό­θεν ἐ­ξε­δό­θη­σαν (οἱ Ὕ­μνοι) -λέ­γει εἰς τὴν δι­ή­γη­σιν τοῦ- βου­λο­μαι ὡς ἤ­κου­σα φρά­ζειν, πε­ρὶ δὲ τὸ ἔκ τι­νος... ἐ­ρεῖν οὐ τολ­μῶ, ὄρ­κου κλει­δί­ῳ κλεί­σας τὰ χεί­λη μου μὴ ἐκ­φά­ναι τού­του τὸ ὄ­νο­μα». Κᾆ­τα δὲ τὸν μο­να­χὸν Μη­τρο­φα­νην τὸ ψαυ­δω­νυ­μον «Θη­κα­ρας» ἐ­δό­θη «κατ' ἐ­πω­νυ­μί­αν τοῦ ἐρ­γο­χεί­ρου αὐ­τοῦ», δη­λα­δὴ ὁ μο­να­χὸς αὐ­τὸς κα­τε­σκεύ­α­ζε θή­κας μα­χαι­ρῶν. Ἔτ­σι τὸν ἀ­να­φε­ρουν καὶ ἐ­πώ­νυ­μοι στι­χο­ποι­οι, ὅ­πως ὁ Φι­λῆς (14ος αἱ.): «...καὶ θη­κα­ρουρ­γους οἵ­δε δρὰν ὑ­μνο­γρα­φους», ὁ Γα­λα­κτι­ων (15ος αἱ.): «Θη­κα­ρας ἂν ᾖς, ὢ μο­να­στα, πρὶν δέ­μας/ἄρ­τι μα­χαι­ρεις καὶ τὸ πνεῦ­μα δεῖν πε­λεις» κ.α. .


Ἑρ­μη­νεί­α τῶν Ὕ­μνων (ἀ­πο­σπά­σμα­τα)

Η. ­ὰν αὐ­τὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος πο­θει τὴν ὑ­μνῳ­δί­α, λό­γῳ ῥᾳ­θυ­μί­ας τις πα­ρα­λεί­ψει, ἂς μὴν προ­τι­μή­σει χω­ρὶς συγ­κρι­ση να οἰ­κο­δο­μεῖ δι­χῶς να ἔ­χει βα­θι­α θε­μέ­λι­α καὶ να ἐ­πι­δι­ῴ­κει τὰ ὑ­ψη­λὰ καὶ τὰ οὐ­ρα­νί­α. Ἂς σου εἶ­ναι, ὢ φί­λε, ὑ­πό­δειγ­μα τὸ κε­ρι. ἐ­ὰν δὲ μα­λα­κω­σει μὲ κα­ποί­α θερ­μό­τη­τα, δεν ἐν­δι­δει να ἀ­πο­κα­λύ­ψει τὸ σῶ­μα τοῦ καὶ να δε­χθει ἐ­κτυ­πω­μα δαχ­τυ­λι­δι­ου.

Θ. μ­πρός, ἂς δω­σου­με καὶ πά­λι ἀ­πο­κρί­σῃ γι­α τοὺς Ὕ­μνους. Προ­ε­ξάρ­χει, λοι­πόν, σὰν ἀ­πὸ ὑ­ψη­λὴ σκο­πι­ά, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­πρε­πε σὲ μυ­στα­γω­γο παν­σο­φο καὶ θε­ο­λο­γι­ο θαυ­μα­σι­ο, αὐ­τὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο σο­φὸς ἀ­πὸ τοὺς σο­φοὺς καὶ συ­νο­μί­λει με τοὺς ὁ­σί­ους, δη­λα­δὴ ὁ κυ­ρις Βλεμ­μυ­δης, κα­θο­δη­γων­τας μας μὲ τὸν δι­κο τοῦ Ὑ­μνο πρὸς τὸ ὕ­ψος τῆς θε­ο­λο­γί­ας καὶ ἐν συ­νε­χεί­ᾳ βρον­το­φω­να­ζον­τας ῥη­τὰ ὅ­τι δεν εἶ­ναι ἐ­φῖ­κτο να ὑ­μνη­σουν ἐ­πά­ξι­α τὸ κᾆ­τα πάν­τα ἄ­πει­ρον τοῦ Θε­οῦ οὔ­τε αὐ­τες οἱ αὐ­λες καὶ νο­ε­ρες, ἐ­που­ρα­νι­ες δυ­νά­μεις. Ἐ­μεις, ὅ­μως, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ πό­θου πρὸς αὐ­τὸν ὁ ὁ­ποῖ­ος μας ἐ­πλα­σε καὶ μας ἐ­δω­σε τὴν ψυ­χὴ καὶ προ­σέ­φε­ρε τὴν γνώ­ση, μὲ συν­το­μι­α δι­α­βα­ζου­με ἀ­πό τις ἰ­δι­ο­τη­τες τοῦ τὴν ἀ­πει­ρί­α, τὴν ἀ­κα­τα­λη­ψί­α, τὸ ἄ­ναρ­χον, τὸ ἀ­πε­ρι­ο­ρι­στον, τὸ ἀ­ό­ρα­τον, τὸ ἄ­φρα­στον, τὸ ἀ­πε­ρι­νο­η­τον, τὸ παν­το­δυ­να­μον, τὸ ὑ­πε­ρού­σι­ον, τὸ ὑ­πε­ρα­γα­θόν, καὶ σὲ ὅ­λα χω­ρὶς συγ­κρι­ση τὸ ὑ­πέρ. Δι­ό­τι κα­θό­λου δεν ὑ­πάρ­χει ἡ δυ­να­το­τη­τα να ἀ­να­πα­ρα­στή­σει κα­νείς με κα­τα­νο­η­το λο­γο κα­ποί­α ἀ­πό τις ἰ­δι­ο­τη­τες τοῦ ἀ­πεί­ρου Θε­οῦ, μά­λι­στα δὲ τὸν δο­ξο­λο­γου­με ἀ­πὸ τὰ με­γα­λουρ­γή­μα­τα τοῦ, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πα­νω ἀ­πὸ κα­θε δι­η­γή­σῃ καὶ πα­νω ἀ­πὸ κα­θε ἐκ­πλη­κτι­κο γε­γο­νός. Καὶ ὅ­λα αὐ­τά, ὄ­χι ἀ­πὸ μο­νοὶ μας, ὅ­πως ἐ­χου­με ἤ­δη πει, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ συλ­λε­ξα­με ἀ­πὸ τὰ συγ­γρα­μα­τα τῶν ἁ­γί­ων καὶ θε­ο­σο­φῶν θε­ο­λό­γων ἀν­δρών, καὶ ἀ­πὸ τὴν πα­λαι­ὰ καὶ νέ­α Δι­α­θή­κη.

ΙΑ. λ­λὰ ἂς ἐ­πι­στρε­ψου­με ὅ­που ἀρ­χι­σα­με, ἐ­ξη­γων­τας γι­α τὸν Ὀρ­θρο. Λαμ­βά­νον­τας ἀ­φορ­μὴ ἀ­πό τις ὑ­πο­θέ­σεις τῶν Ὠ­δῶν, συν­δε­σα­με ται­ρι­α­στα, ὅ­πως ἔ­πρε­πε, μὲ κα­θε Ὠ­δὴ τοὺς Ὕ­μνους. Ἡ πρώ­τη λοι­πὸν Ὠ­δὴ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴν ἀ­λη­θι­νὴ καὶ εἰ­λι­κρι­νῆ καὶ ὀρ­θὴ ὁ­μο­λο­γί­α μας πρὸς τὸν Θε­ο. δι­ό­τι λέ­γει: «οὗ­τός μου Θε­ὸς καὶ δο­ξά­σω αὐ­τόν. Θε­ὸς τοῦ πα­τρός μου καὶ ὑ­ψω­σω αὐ­τόν». Καὶ ἐ­πει­δή με δο­τι­κὴ ἀρ­χι­ζει ἡ Ὠ­δή, μὲ δο­τι­κὴ ὅ­λος ὁ Ὕ­μνος δο­ξο­λο­γει. Ἀ­πὸ τὴν φύ­σῃ τοῦ δὲ ὁ Ὕ­μνος βε­βαι­ω­νει καὶ ἐ­πι­δει­κνυ­ει γι­α τὸν πάν­το­τε ὑ­πάρ­χον­τα καὶ αἰ­τι­ο ὅ­λων ὅ­σων ὑ­παρ­χουν. ὑ­στέ­ρα δὲ κα­τα­λή­γει σύμ­φω­νά με τὴν ὑ­πο­θε­ση τῆς Ὠ­δῆς ἀ­πὸ τὴν δευ­τε­ρη Δό­ξα τῆς τρί­της Στιγ­μῆς, κα­θὼς αὕ­τη πλη­σι­α­ζει στον πρω­το τῆς αἰ­νο. Ἀρ­χι­ζει λοι­πόν, ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ ἀ­πὸ τὰ ὑ­ψη­λο­τε­ρα καὶ κα­τα­λή­γει στα χα­μη­λο­τε­ρα.


Δι­ή­γη­σις πε­ρὶ τῶν Ὕ­μνων

ς. Ταὐτὸν Κά­ποι­α με­ρα ἐ­κεῖ που κα­θο­μου­να, ἔ­πε­σα ξαφ­νι­κὰ σὲ ἐκ­στά­σῃ. Καὶ βλέ­πω στα χε­ρι­α μοῦ τοὺς ὕ­μνους, τὸν κα­θέ­να χω­ρι­σμε­νο σὲ τρί­α τμή­μα­τα, ὅ­πως εἶ­ναι χω­ρι­σμε­νοι καὶ τώ­ρα. Ἀ­φοῦ ἠρ­θα γρή­γο­ρα εἰς ἑ­αυ­τὸν καὶ βα­ρι­α­να­στε­να­ξα μὲ δά­κρυ­α, ἀ­να­φω­νη­σα πρὸς τὸν Θε­ο λέ­γον­τας: «Κύ­ρι­ε, ἐ­πει­δὴ ἔ­χεις πλου­σι­ο τὸ ἔ­λε­ος, εὐ­δο­κη­σε γρή­γο­ρα ἔτ­σι να γι­νει. ἀ­ξι­ω­σε μὲ τὸν ἀ­να­ξι­ο, να γε­μι­σει ἡ ψυ­χή μου σὲ ὁ­λο τῆς τὸ πλά­τος με τε­τοι­ου εἴ­δους Ὕ­μνους τῆς βα­σι­λεί­ας σου.

Δεν πε­ρᾶ­σαν πολ­λες ἡ­με­ρες, καὶ βρι­σκω κά­που τὸ βι­βλι­ο τοῦ ἁ­γί­ου Δι­ο­νυ­σι­ου τοῦ Ἀ­ε­ρο­πα­γι­του. καὶ ἀ­φοῦ δι­α­βᾶ­σα τὰ πε­ρι­ε­χό­με­να καὶ βρη­κα ὅ­τι τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­να­φέ­ρον­ται στην θε­ο­λο­γί­α, χα­ρη­κα ὑ­περ­βο­λι­κά. Ἀ­φοῦ δι­α­βᾶ­σα λοι­πὸν ὁ­λο τὸ βι­βλι­ο, συ­νέ­λε­ξα ὅ­σα ἠ­ταν ται­ρι­α­στα στους Ὕ­μνους καὶ τοὺς συ­νέ­τα­ξά με τὴν βο­η­θεί­ᾳ τῆς χά­ρης καὶ τῶν οἰ­κτιρ­μῶν τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ καὶ σω­τῆ­ρος ἠ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

­ταν συ­νε­γρα­φα συν­τάσ­σον­τας τοὺς Αἰ­νούς, ἐ­βλε­πα ἐ­πα­νῶ μού με τοὺς νο­η­τοὺς ὀ­φθλα­μους πάν­το­τε -καὶ ὅ­ταν συ­νε­γρα­φα καὶ ὅ­ταν προ­σευ­χο­μουν- ἕ­να ὡ­ραι­ο­τα­το χε­ρι ποὺ κρα­του­σε ἕ­να μι­κρο κον­τυ­λι καὶ ἐ­φριτ­τα καὶ μα­ζευ­ο­μουν ἀ­πὸ φο­βο, λέ­γον­τας μο­νο τὸ «Κύ­ρι­ε ἐ­λε­η­σον»

λ­λο­τε κα­τα­λα­βαι­να ὅ­τι ἀγ­γε­λοῖ μου ἐ­πι­δει­κνυ­αν κώ­δι­κά που κρα­τοῦ­σαν στα χε­ρι­α τούς. καὶ ὀ­σο ἐ­βλε­πα αὐ­τά, πολ­λα­πλα­σι­α­ζο­ταν μέ­σα μου ἡ προ­θυ­μί­α καὶ ὁ ἀ­γῶ­νας.

Ι. ­φοῦ σκέ­φθη­κα αὐ­τὰ καὶ θυ­μή­θη­κα ὅ­σα προ­α­νέ­φε­ρα, ἄρ­χι­σά με με­γά­λη ὁρ­μὴ να κα­τα­γρά­φω τοὺς Ὕ­μνους με πο­λὺ ἐ­πι­με­λεί­ᾳ καὶ χω­ρὶς κα­μι­α ἀμ­φι­βο­λί­α. Ὅ­ταν ἀρ­χι­σα λοι­πὸν να γρα­φῶ τὸν Ὑ­μνο τῆς πρώ­της Ὠ­δῆς, ἔ­πε­σε ἡ νυχ­τα. καὶ ἀ­φοῦ ση­κω­θη­κα τὸ με­σο­νυ­κτι­ο, ὅ­πως συ­νη­θι­ζουν οἱ μο­να­χοί, ἐ­ψαλ­λα τὴν δι­α­τε­ταγ­μέ­νη μου ἀ­κο­λου­θί­α. με­τὰ τὴν ἀ­πο­λύ­σῃ κα­θη­σα να κοι­μη­θω γι­α λι­γο. καὶ ἀ­μέ­σως κα­τα­λα­βαι­νω να στε­κε­ται ἐ­πα­νῶ μου κα­ποι­ο εἰ­δὸς ἀρ­χι­στρα­τή­γου, ὁ ὁ­ποῖ­ος φο­ρου­σε βα­σι­λι­κο δι­ά­δη­μα καὶ εἶ­χε φτε­ρα καὶ στους δυ­ο ὠ­μοὺς καὶ κρα­του­σε στο χε­ρι τοῦ χρυ­σο θυ­μι­α­τη­ρι­ο, ἐ­κεῖ που βρι­σκον­ταν τὰ καρ­βου­να, βλέ­πω να κεῖ­ται τὸ σχε­δί­α­σμα τὸ ὁ­ποι­ο ἐ­γρα τὴν προ­η­γου­μέ­νη ἡ­μέ­ρα. Καὶ δεν μοῦ εἶ­ναι δυ­να­τὸν να μι­λη­σω λε­πτο­με­ρῶς γι­α κα­θε Ὑ­μνο, γι' αὐ­το ἂς προ­χω­ρη­σου­με στα τε­λευ­ταί­α.

­ταν ἐ­γρα­φα τὸν Ὑ­μνο τῆς ἐ­νά­της Ὥ­ρας, στο τέ­λος τοῦ το­πο­θε­τη­σα Αἰ­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Μα­ξι­μου ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­λε­γε: «καὶ πάν­των τῶν νο­η­τῶν νο­η­τὸς» καὶ ἀ­κού­ω ἀ­πὸ ἐ­πα­νῶ μου νο­ε­ρη φω­νή, ἡ ὁ­ποί­α μου ἔ­λε­γε: «καὶ πάν­των τῶν νο­η­τῶν ἀ­πε­ρι­νο­η­τος».

Στον Ὑ­μνο τοῦ Ἐ­σπε­ρι­νου, στο δευ­τε­ρο μέ­ρος, με­λε­του­σα πὼς να το­πο­θε­τη­σω τὰ κε­φά­λαι­α τῶν Αἰ­νῶν τοῦ. καὶ ἀ­φοῦ πη­γα στην ἐκ­κλη­σί­α -δι­ό­τι ση­μα­νε τό­τε ὁ Ἐ­σπε­ρι­νος- ἀ­κού­ω ἀ­πὸ τὰ δε­ξι­ὰ μέ­ρη τοῦ ἁ­γί­ου βή­μα­τος κα­ποί­α νο­ε­ρη φω­νὴ να λε­ει: «Εὐ­λο­γη­με­νον τὸ κρά­τος τῆς βα­σι­λεί­ας σου, καὶ ὑ­πε­ρυ­μνη­τον καὶ ὑ­πε­ρυ­ψου­με­νον». καὶ ἀ­μέ­σως δό­ξα­σα τὸν Θε­ο, δι­ό­τι αὐ­το μὲ ἀ­πα­σχο­λου­σε.

­ταν τε­λει­ω­σα τὴν συγ­γρα­φὴ τῆς Εὐ­χα­ρι­στί­ας τῶν Ἀ­πο­δεί­πνων, ἐ­προ­κει­το να ὑ­ψω­σω τὰ χε­ρι­α μοῦ καὶ να δο­ξά­σω τὸν Θε­ο καὶ να εὐ­χα­ρι­στή­σω, ὅ­πως ὀ­φει­λα, αὐ­τόν που ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­γα­θό­τη­τας τοῦ μου δω­ρι­σε ὅ­σα ἀ­γα­πη­σε ἡ ψυ­χή μου, πα­νω ἀπ' ὅ­λα τὰ πο­λύ­τι­μα αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Καὶ πρὶν ση­κω­θω βλέ­πω να κα­τε­βαι­νουν μὲ θο­ρυ­βώ­δη ὁρ­μή, τρεῖς με­γα­λες στα­γό­νες νε­ρο. καὶ ἔ­πε­σαν ἐ­πά­νω στο χαρ­τι, στα γράμ­μα­τά που μό­λις εἰ­χα γρά­ψει. καὶ ἀ­φοῦ κοι­τα­ξα ψη­λα, δεν εἰ­δα οὔ­τε συ­νε­φο οὔ­τε που­λι. Με­τὰ ἀ­πὸ λι­γο, ὅ­ταν τις σκου­πι­σα, τὸ χε­ρι μοῦ καὶ τὸ χαρ­το ὑ­γραν­θη­καν, ἐ­νῶ τὰ γράμ­μα­τα δεν ἀλ­λά­ξαν κα­θό­λου μορ­φή, ἂν καὶ τὸ μέ­λα­νι ἠ­ταν ἀ­κο­μη ὑ­γρο. καὶ αὐ­το εἶ­ναι τὸ με­γα­λυ­τε­ρο θαῦ­μα, ὅ­τι οὔ­τε μι­ᾷ τε­λεί­ᾳ δεν ἑ­ξα­φα­νι­σθη­κε. Ἐ­γὼ λοι­πὸν ἀ­φοῦ εἰ­δα αἰ­σθη­τὰ τὴν φρον­τί­δα τοῦ πα­να­γά­θου Θε­οῦ, ση­κω­θη­κα γε­μα­τος δά­κρυ­α, φο­βο καὶ ἀ­γαλ­λι­α­ση, γι­α να τοῦ ἀ­πο­δώ­σω, ὅ­πως ἠ­ταν δι­και­ο, τὴν δό­ξα καὶ τὴν εὐ­χα­ρι­στί­α καὶ τὴν προ­σκυ­νή­σῃ.

Κς.
...
­ὰν λοι­πὸν ὁ ἀ­δελ­φὸς τοὺς ἀ­γά­πη­σε, θὰ προ­σπα­θή­σει με ὅ­λη τοῦ τῇ δύ­να­μη να τοὺς ἀ­πο­στη­θί­σει (*ἐν­νο­εῖ τοὺς Ὕ­μνους). καὶ θὰ τοῦ πεις ὅ­τι ἐ­ὰν δεν τοὺς ἀ­πο­στη­θι­σεις, δεν θὰ αἰ­σθαν­θεις τὴν εὐ­φρο­σύ­νη ἀ­πὸ τῇ γλυ­κύ­τη­τα τούς, οὔ­τε τὴν δυ­να­μη, οὔ­τε θὰ κα­τα­λα­βεις ἀ­κρι­βῶς σὲ τι δι­α­φε­ρουν ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους.

­ταν­ λοι­πὸν τοὺς ἀ­πο­στη­θι­σει, ἀν­τὶ γι­α ζά­λη καὶ φο­βο, θὰ γε­μι­σει μὲ χα­ρὰ καὶ ἀρ­ρή­τη ἀ­γαλ­λι­α­ση καὶ θὰ στε­ρε­ω­θει μέ­σα τοῦ ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ ἐλ­πί­δα πρὸς τὸν Θε­ο καὶ δεν θὰ μπο­ρει κα­νεὶς ἐ­χθρι­κὸς λο­γι­σμὸς να τὸν κλο­νι­σει. Δι­ό­τι θὰ αἰ­σθαν­θει τὴν χα­ρῇ τοῦ ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος σὰν φω­τι­α ποὺ τοῦ ἀ­να­βει τὸν θεῖ­ο πο­θο. Καὶ θὰ δεῖ με τοὺς νο­ε­ροὺς ὀ­φθαλ­μοὺς τὴν σκέ­πη τοῦ Θε­οῦ να τὸν φυ­λάσ­σει ἀ­πὸ κα­θε κα­κο. Ἀλ­λὰ καὶ κᾆ­τα τάγ­μα­τα τοὺς ἁ­γί­ους ἀγ­γέ­λους στον δρο­μο τῆς ὑ­μνῳ­δί­ας τοῦ θὰ θε­ω­ρή­σει ἡ ψυ­χὴ να στε­κον­ται ἀ­πέ­ναν­τι καὶ ἐ­πα­νῶ τοῦ καὶ να πα­ρα­λαμ­βα­νουν μέ τις χλα­μύ­δες τοὺς τὸν θεῖ­ο Ὑ­μνο, πρᾶγ­μα ἀ­κρι­βῶς που δεν μπο­ρει να δεῖ κα­νεὶς σὲ ξέ­νη προ­σευ­χή. Καὶ τό­τε πό­ση πλη­ρο­φο­ρί­α θὰ μπο­ρου­σε κα­νεὶς να λα­βει ἀ­πὸ τὸν Θε­ο γι' αὐ­τούς!

Αὐ­τοὶ γρή­γο­ρα ἀ­να­βι­βα­ζουν τὸ νοῦ σὲ θε­ω­ρί­α. αὐ­τοὶ σύν­το­μα θὰ προ­κο­ψουν στην ψυ­χή. Καὶ ὅ­ταν κα­νεὶς χρο­νι­σει λέ­γον­τας τοὺς καὶ τοῦ γι­νουν ἕ­ξῃ, τό­τε θὰ δεῖ με τοὺς νο­ε­ροὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ὑ­ψη­λο­τε­ρες θε­ω­ρι­ες, ἀ­πει­ρες δο­ξες, δι­ό­τι θὰ βλέ­πει στον ἰ­δι­ο το­πο ἐ­πα­νῶ τοῦ, σὰν σὲ κα­θρε­πτη, να με­τα­βάλ­λε­ται ἡ μι­ᾷ δό­ξᾳ σὲ ἄλ­λῃ δό­ξᾳ. Ὢ ἄ­βυσ­σος τῶν θαυ­μα­σί­ων τοῦ Θε­οῦ! Ἐ­πει­δὴ κα­θε ἥ­με­ρα ὁ­λο καὶ πε­ρισ­σο­τε­ρες δο­ξες δη­μι­ουρ­γεῖ στῇ στιγ­μὴ ἐ­νώ­πι­ον αὐ­τοῦ που τὸν δο­ξά­ζει με εἰ­λι­κρι­νεί­ᾳ, τὶς ὁ­ποι­ες δεν μπο­ρει στό­μα ἀν­θρώ­που να ἑρ­μη­νεύ­σει.
...


Εκδοσις Ἱ­ε­ρὰ Μο­νὴ Παν­το­κρά­το­ρος - Ἅ­γι­ον Ὅ­ρος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου