Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Η Μαρτυρία της Ορθοδοξίας στη Δύση - Ομιλία Μητροπολίτου Διοκλείας Κάλλιστου Ware, Βόλος, 21, Νοεμβρίου 2015, Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας


(Ομιλία με αφορμή την αναγόρευσή του σε
Εταίρο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών)
(Βόλος, 21, Νοεμβρίου 2015)


Μια θεόσταλτη έξοδος
Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα έλαβε χώρα ένα πρωτόγνωρο στην ιστορία της Εκκλησίας γεγονός. Ένας σημαντικός αριθμός ορθοδόξων χριστιανών - που αριθμούνται όχι σε χιλιάδες αλλά σε εκατομμύρια - μετανάστευσαν από τις παραδοσιακές πατρίδες τους στην Δύση. Ορισμένοι, όπως οι Ρώσοι και άλλοι ορθόδοξοι από την ανατολική Ευρώπη έφυγαν λόγω των κομμουνιστικών διώξεων, ενώ άλλοι όπως οι Έλληνες και οι Άραβες λόγω της οικονομικής πίεσης. Αυτό είχε το αποτέλεσμα, η ορθόδοξη Εκκλησία να πάψει να θεωρείται ειδικά «ανατολική» και έγινε παγκόσμια. Σε κάθε περίπτωση, οι όροι «ανατολικός» και «δυτικός» δεν μπορούν παρά να εκλαμβάνονται πια ως σχετικοί: ο Βόλος λ.χ. βρίσκεται στα ανατολικά του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης αλλά δυτικά της Κωνσταντινούπολης ή της Ιερουσαλήμ.
            Το μέγεθος της «διασποράς» ή της μετακίνησης πληθυσμών στο εξωτερικό είναι δύσκολο να εκτιμηθεί με ακρίβεια. Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν περισσότερα από τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι ελληνορθόδοξης προέλευσης που ζουν στην δυτική Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία. Ο αριθμός των Ρώσων που εξωθήθηκε προς τη Δύση μετά την επανάσταση του 1917 ανερχόταν περί τα 2 εκατομμύρια (έχω την αίσθηση ότι τα στοιχεία αυτά είναι κάπως έωλα, καθώς δεν υπάρχουν ακριβή στατιστικά). Υπάρχουν περισσότεροι ορθόδοξοι χριστιανοί που ανήκουν στο Πατριαρχείο Αντιοχείας και ζουν στον Νέο Κόσμο από εκείνους που έχουν παραμείνει στη Συρία και το Λίβανο. Έχει ειπωθεί ότι περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Ρουμάνοι ζουν μόνο στην Ιταλία. Στους αριθμούς αυτούς θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι μετανάστες από την Σερβία, τη Βουλγαρία και την Αλβανία. Οπουδήποτε και αν έχουν πάει οι ορθόδοξοι αυτοί της διασποράς έχουν ιδρύσει ενορίες, μοναστήρια και θεολογικές σχολές. Ο μακαριστός π. Ιουστίνος Πόποβιτς συνήθιζε να λέει ότι το μέλλον της ορθόδοξης θεολογίας δεν βρίσκεται στις παραδοσιακές ορθόδοξες χώρες αλλά στη Δύση.
            Τώρα ο αναστάς Χριστός είναι ο Κύριος της Ιστορίας. Σε κάθε επιμέρους εξέλιξη μπορούμε να διακρίνουμε την καθοδήγησή του, την σφραγίδα του. Εκείνος είναι που προσδίδει σε κάθε γεγονός νόημα και καλεί τα πάντα προς την ενότητα. Οι πόλεμοι, οι διωγμοί και η οικονομική ανέχεια είναι καθαυτά κακά, αν και είναι δυνατό να οδηγήσουν σε κάτι καλό. Επομένως αυτή η μετακίνηση των πληθυσμών ή η διασπορά, αυτή η εκτεταμένη έξοδος από τις ορθόδοξες πατρίδες δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως το αποτέλεσμα ενός τυχαίου γεγονότος. Στο πνευματικό επίπεδο δεν υπάρχει τίποτε που να είναι απλή σύμπτωση.  Η έξοδος των ορθοδόξων κατά τον 20ο αιώνα αποτελεί μια θεόσταλτη έξοδο. Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν καλούμαστε να αναρωτηθούμε: Υπό το φως του ελέους της θείας πρόνοιας, ποιος είναι άραγε ο απώτερος σκοπός αυτής της μαζικής μετακίνησης;
            Ας εξειδικεύσουμε όπως ακόμη περαιτέρω το ερώτημά μας. Εάν ο Θεός από αγάπη επέτρεψε στους ορθοδόξους να φύγουν από τις μητέρες πατρίδες τους, αυτό συνέβη προκειμένου να δώσουν μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον δυτικό κόσμο. Ποιες είναι επομένως οι αλήθειες για τις οποίες εμείς οι Ορθόδοξοι καλούμαστε να δώσουμε μαρτυρία στη Δύση; Τι είναι αυτό που έχουμε οι Ορθόδοξοι να προσφέρουμε στους αδελφούς και τις αδελφές μας στη Δύση και τι μπορούμε να μάθουμε από αυτούς; Στη σημερινή μου ομιλία θα ασχοληθώ κυρίως με το πρώτο μέρος του ερωτήματος -τι μπορούμε να συνεισφέρουμε- και λόγω της έλλειψης χρόνου θα ασχοληθούμε μονάχα περιστασιακά με τι μπορούμε να μάθουμε από τη Δύση. Ωστόσο δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η παρουσία μας στον δυτικό κόσμο αποτελεί μια αμοιβαία διαδικασία. Δίνουμε μαρτυρία στη Δύση και την ίδια στιγμή μαθαίνουμε από αυτή. Ο άγιος Ιννοκέντιος της Μόσχας, ο απόστολος της Αλάσκας, συνήθιζε να λέει ότι ο επίσκοπος είναι μαζί με τον διδάσκαλο και τον μαθητή του ποιμνίου του. Ανεξάρτητα από τη θέση που έχει ο καθένας από μας στην Εκκλησία, η παραπάνω ρήση του αγίου Ιννοκέντιου βρίσκει σε κάθε περίπτωση εφαρμογή.
            Εμείς οι Ορθόδοξοι βλέπουμε τον εαυτό μας ως την Εκκλησία της Παράδοσης. Με τα λόγια του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού «Σε καμιά περίπτωση δεν μεταβάλλουμε τα αιώνια όρια που έχουν θέσει οι Πατέρες μας, αλλά τηρούμε την Παράδοση όπως ακριβώς την παραλάβαμε» Περί εικόνων ΙΙ, 12). Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η Παράδοση δεν είναι μονάχα στατική αλλά και δυναμική, όχι μια μηχανική επανάληψη του παρελθόντος αλλά μια δημιουργική αναβίωση του παρελθόντος στο παρόν. Η ιερά Παράδοση, προκειμένου να είναι αυθεντική, οφείλει να είναι πάντοτε μια ζώσα Παράδοση. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Βλαδίμηρος Λόσκυ περιγράφει την Παράδοση ως «τη ζωή του αγίου Πνεύματος εν τη Εκκλησία». Στην περιληπτική αυτή διατύπωση πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στη λέξη «ζωή». Παρομοίως, ο π. Δημήτριος Στανιλοάε θα τονίσει ότι η Παράδοση «δεν είναι ένα σύνολο προτάσεων αλλά μια βιωμένη εμπειρία».
            Ποια είναι, λοιπόν, τα βασικά στοιχεία αυτής της «βιωμένης εμπειρίας» που θα αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας μας στην Δύση; Στη συνέχεια θα επικεντρωθούμε σε τρείς βασικές περιοχές:
1.Δημιουργία: η ορθόδοξη θεολογίας της φύσης
2.Ιερουργία: η ορθόδοξη κατανόηση της λειτουργίας
3.Συνοχή: η ορθόδοξη θεώρηση του Θεού ως Τριάδος (εδώ θα γίνει επίσης λόγος και για τον αναστάντα Χριστό).
Συνεπώς, σήμερα το βράδυ θα πρέπει να κινηθούμε από τον κόσμο προς την Εκκλησία και επομένως στον Θεό. Με την ευκαιρία αυτή θα ασχοληθούμε με τρία «Ε» (στα αγγλικά χρησιμοποιούνται οι λέξεις: environment, Eucharist, exchange), δηλαδή με το περιβάλλον, την Ευχαριστία και την ανταλλαγή.
            Επιτρέψτε μου καταρχάς να ξεδιαλύνω οποιαδήποτε ενδεχόμενη παρερμηνεία. Όταν μιλάμε για τα πράγματα που έχει η Ορθοδοξία να προσφέρει στη Δύση, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τα ίδια αυτά πράγματα μπορούν να βρεθούν, ενδεχομένως σε μια κάπως διαφορετική μορφή, και στην δυτική παράδοση. Το μήνυμά μας δεν μπορεί να είναι «ιδού αυτά είναι τα πράγματα που εσείς οι μη ορθόδοξοι δεν γνωρίσατε ποτέ». Αντίθετα το μήνυμά μας οφείλει να είναι «ιδού αυτά είναι τα πράγματα που εσείς και εμείς μοιραζόμαστε από κοινού, αλλά επιτρέψτε μας να σας πούμε με ποιο τρόπο βιώνουμε και εκφράζουμε αυτά τα πράγματα». Αυτό προϋποθέτει, ωστόσο, ότι εμείς οι Ορθόδοξοι είμαστε διατεθειμένοι να ακούσουμε πως η Δύση διαθέτει επίσης τους δικούς της χαρακτηριστικούς και διακριτικούς τρόπους διατύπωσης των ίδιων αυτών αληθειών. Όσο χρειάζεται να ακούσουμε, άλλο τόσο χρειάζεται να μιλήσουμε. Η μαρτυρία που δίνουμε ο ένας στον άλλον δεν είναι παρά μέρος της εκ νέου ανακάλυψης από την πλευρά μας της κοινής κληρονομιάς.
            Ο μεγάλος πρωτοπόρος της χριστιανικής ενότητας, ο π. Σέργιος Bulgakov, συνήθιζε να λέει ότι η ενότητα είναι ταυτόχρονα κάτι που ήδη κατέχουμε και κάτι που εξακολουθούμε να αναζητούμε. Πρόκειται τόσο για μια ήδη παρούσα πραγματικότητα όσο και για μια μέλλουσα ελπίδα, τόσο μια απρόσμενη ευλογία όσο και ένα διαρκές καθήκον. Ας κρατήσουμε, στην μαρτυρία που δίνουμε ο ένας στον άλλο, μια ισορροπία ανάμεσα στο «ήδη» και το «όχι ακόμη». Και καθώς δίνουμε μαρτυρία στα αντίστοιχα δώρα μας, ας αναγνωρίσουμε, ότι όσο περισσότερο ακούμε με ταπεινότητα ο ένας τον άλλο, τόσο περισσότερο ανακαλύπτουμε την ενότητα που κουβαλάμε ακόμη και τώρα.
            Υπό το πνεύμα αυτό, θα μελετήσουμε στη συνέχεια, τα τρία θέματα που έχουμε επιλέξει, ξεκινώντας από την οικολογία.
Ο Κόσμος ως μυστήριο
Σε έναν από τους ύμνους του, ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος μίλησε για τις δυο Βίβλους, την γραπτή αγία Γραφή, τον λόγο του Θεού που έλαβε μελάνι και χαρτί, και την κοσμική Βίβλο, τον Λόγο του Θεού που ενσαρκώθηκε στον κτιστό κόσμο:
«Κοιτάξτε πως η Φύση και η Γραφή συνδέονται μεταξύ τους...
Οπουδήποτε κι αν στρέψεις το βλέμμα σου, βλέπεις σύμβολα του Θεού, οπουδήποτε κι αν διαβάσεις θα συναντήσεις εκεί τους τύπους του.
Προσευχήσου για τον Κύριο της Φύσης, Δόξασε τον Θεό των Γραφών».
Ο άγιος Αντώνιος της Αιγύπτου, ο πρωτεργάτης της ερμητικής κλίσης στον μοναχισμό, αναφέρεται με παρόμοια λόγια στην αποκάλυψη του Θεού στο βιβλίο της φύσης:
«ήρθε στον άγιο Αντώνιο στην έρημο, κάποιος από τους σοφούς της εποχής εκείνης και του είπε: «Πάτερ, πως τα καταφέρνεις και ζεις εδώ, στερούμενος από την παρηγοριά των βιβλίων;» Κι ο Αντώνιος του απάντησε: «το βιβλίο μου, ω φιλόσοφε, είναι η φύση των κτιστών πραγμάτων, και όποτε το επιθυμώ μπορώ να διαβάσω σ' αυτή για τα έργα του Θεού».
Παρόμοια στάση απέναντι στον κτιστό κόσμο συναντάται μέχρι και σήμερα στην Ορθοδοξία. Υπάρχει μια ιστορία που λέγεται για έναν σύγχρονο ερημίτη που ζούσε στο άγιο Όρος. Το κελί του βρισκόταν στην κορφή ενός λόφου, κοιτάζοντας προς τη δύση κατά μήκος της θάλασσας και ο ίδιος είχε τη συνήθεια να κάθεται απέξω κάθε απόγευμα, παρατηρώντας το ηλιοβασίλεμα. Μια μέρα ήρθε για να μείνει κοντά του ένας νεαρός μαθητευόμενος, γεμάτος ενέργεια και πρακτικό ταπεραμέντο. Ο γέροντας του ζήτησε να κάτσει από πίσω του και να παρατηρεί το ηλιοβασίλεμα. Αφού αυτό επαναλήφθηκε για πολλές μέρες, ο μαθητευόμενος άρχισε να ανησυχεί. «Ναι, γέροντα, του είπε, είναι πράγματι μια πανέμορφη θέα. Αλλά την είδαμε και χθες και προχθές. Γιατί πρέπει να τη βλέπουμε κάθε απόγευμα; Τι ακριβώς κάνεις όταν ατενίζεις τη θάλασσα; Κι ο γέροντας μοναχός απάντησε με λακωνικό τρόπο: «Μαζεύω ύλην».
            Αυτό που εννοούσε ήταν ότι, πριν ξεκινήσει για την νυχτερινή αγρυπνία στο σκοτάδι του κελιού του για να συναντήσει τον Θεό στην εσωτερική βασιλεία της καρδιάς του- «μάζευε, πρώτα ύλη», κοιτώντας έξω στον κόσμο που τον περιέβαλε, βιώνοντας την εγγύτητα του Θεού στον κοσμικό ναό του φυσικού κόσμου. Διαβάζοντας τον κόσμο του Θεού στο βιβλίο της φύσης, αντιμετώπιζε τον κόσμο ως μυστήριο της θείας παρουσίας. Αυτή ακριβώς η θέση εκφράστηκε από τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν στο τέλος του έργου του Για να ζήσει ο κόσμος (Δόμος, Αθήνα 1988, σ. 171): «O χριστιανός όπου και να κοιτάξει βρίσκει παντού το Χριστό και χαίρεται μαζί του». Την ίδια προσέγγιση βρίσκει κανείς στα άγραφα λόγια του Χριστού, που δεν έχουν καταγραφεί στα κανονικά ευαγγέλια, αλλά κυκλοφορούσαν μεταξύ των πρώτων χριστιανών: «αν σηκώσεις την πέτρα θα με βρεις από κάτω, αν κόψεις τη λέξη στα δυο θα με βρεις κι εκεί επίσης».
            Είναι περιττό να ειπωθεί, ότι η μυστηριακή αυτή θεώρηση του φυσικού κόσμου συναντάται τόσο στην Δύση όσο και στην Ορθοδοξία. Η Αγγλικανή μυστική συγγραφέας Evelyn Underhill, για παράδειγμα, καταγράφει μια συνομιλία, όπου μια γειτόνισσά της, έχοντας πρόσφατα επισκεφτεί το προσκυνηματικό νησί της Iona, είχε μαζί της τον ορεσίβιο Σκοτσέζο κηπουρό της. «Αα! Η Iona είναι ένα ιδιαίτερο μέρος» είπε. Τον ρώτησε τι εννοούσε με τα λόγια αυτά και εκείνος του απάντησε: «τίποτε σχεδόν δεν παρεμβάλλεται μεταξύ της Iona και του Κυρίου». Ένα «λεπτό μέρος»: εννοούσε ότι υπάρχουν ορισμένα σημεία πάνω στη γη όπου η παρουσία του Θεού φανερώνεται με ιδιαίτερα δυναμικό τρόπο, ώστε το διαχωριστικό τείχος μεταξύ του ορατού και του αόρατου κόσμου, μεταξύ γης και ουρανού, γίνεται τόσο λεπτό, μέχρις ότου γίνει σχεδόν διάφανο.
            Αυτό που βρίσκεται πίσω από την διατύπωση του Αθωνίτη μοναχού («μαζεύω ύλην») και τα λόγια του ορεσίβιου κηπουρού σχετικά με το «λεπτό μέρος», θα μπορούσε να είναι μια ιδιαίτερη και βαθιά κατανόηση του κτιστού κόσμου. Η γη είναι αγία. Η φύση είναι ιερή. Ο Θεός είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Μπορούμε να βλέπουμε το Θεό σε όλα τα πράγματα και όλα τα πράγματα βρίσκονται στον Θεό. Η πύλη του ουρανού βρίσκεται ολογυρά μας. Ολάκερη η φύση είναι μια κοσμική καιόμενη βάτος από τις άκτιστες ενέργειες του Θεού, χωρίς ωστόσο να αναλίσκεται. Εδώ δεν πρόκειται για ένα είδος πανθεϊσμού αλλά για πανενθεϊσμό. Η διάκριση μεταξύ τους είναι ζωτικής σημασίας. Ο πανθεϊστής λέει ότι ο Θεός είναι ο κόσμος, και ότι ο κόσμος είναι ο Θεός. Μια τέτοια άποψη δεν συνιστά χριστιανική επιλογή. Ο πανενθεϊστής από την πλευρά του λέει ότι ο Θεός βρίσκεται εν τω κόσμω και ο κόσμος βρίσκεται εν τω Θεώ. Αυτό ακριβώς πιστεύουμε ως χριστιανοί.
            Τώρα, όσον αφορά στη στάση μας ως χριστιανών απέναντι στον υλικό κόσμο, μια σημαντική αλλαγή φαίνεται ότι έχει λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της δικής μου ζωής. Σήμερα βιώνουμε μια αίσθηση καταδίκης, μια βαθιά ανησυχία, ζούμε υπό το φόβο μιας ολοκληρωτικής περιβαλλοντικής καταστροφής. Πριν από εξήντα χρόνια η αίσθηση αυτή μιας επικείμενης κοσμικής καταστροφής δεν μας είχε κατακυριεύσει, αλλά στις μέρες μας η πραγματικότητα αυτή φαίνεται ότι έγινε αναπόφευκτη. Τα λόγια λειτουργίας σε περίπτωση σεισμού είναι στην περίπτωση αυτή εξόχως αποκαλυπτικά: «Η γη, αν και χωρίς λόγια, ωστόσο κλαίει γοερά: 'Γιατί άνθρωποι μου προκαλείτε τόσα δεινά;' Με έντονη την αίσθηση του κατεπείγοντος του πράγματος και της κρίσης, έχουμε αρχίσει να αναρωτιόμαστε: μήπως τα πράγματα έχουν ξεφύγει από κάθε έλεγχο; Μήπως είναι ήδη πολύ αργά; Διαθέτει άραγε ο πλανήτης Γη μέλλον; Θα υπάρξει Τρίτη χιλιετία;
            Οι ρίζες του προβλήματος δεν είναι οικονομικές ή τεχνολογικές. Αντίθετα είναι ηθικές και πνευματικές. Κάνουμε λόγο για μια «περιβαλλοντική κρίση», αλλά η κρίση δεν βρίσκεται πρωτίστως στο περιβάλλον αλλά στην ανθρώπινη καρδιά. Η ρύπανση και η απαξίωση του περιβάλλοντος δεν είναι τίποτε περισσότερο από το αποτέλεσμα της ανθρώπινης εξαχρείωσης και ιδιοτέλειας, όταν προβληθεί σε ένα κοσμικό επίπεδο. Ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αντιμετωπίζουμε τον υλικό κόσμο δεν οφείλεται απλά σε έναν λανθασμένο υπολογισμό ή μια λάθος κρίση: πρόκειται για αμαρτία. Η αντίληψη αυτή διατυπώθηκε με σαφήνεια στο πλαίσιο του Οικολογικού Συνεδρίου που έλαβε χώρα στην Πάτμο το 1995: Οι σύνεδροι επιβεβαίωσαν ότι η αμαρτία δεν περιορίζεται στον τρόπο που συμπεριφερόμαστε στον εαυτό μας και στους άλλους ανθρώπους, αλλά επεκτείνεται επίσης και στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόμαστε απέναντι στη φυσική δημιουργία. Αυτό που χρειάζεται, επομένως, στο πλαίσιο της τρέχουσας οικολογικής κρίσης, δεν είναι απλά μια πληρέστερη ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας ή καλύτερης τεχνολογίας. Αυτό που μας ζητείται δεν είναι τίποτε περισσότερο από την κοσμική μετάνοια, μια ριζική μετάνοια, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, μια οικολογική «μεταστροφή του νου». Δεν θα πετύχουμε να αλλάξουμε την εικόνα του κόσμου, αν δεν αλλάξουμε την εικόνα για τον εαυτό μας.
            Το ενδιαφέρον για την οικολογία είναι πλέον παγκόσμιο, μια πραγματικότητα ιδιαίτερα αισθητή τόσο στην Δύση όσο και στην Ανατολή. Πιστεύω, ωστόσο ότι οι Ορθόδοξοι χριστιανοί μπορούν στο σημείο αυτό να συμβάλλουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Συγκεκριμένα ο μακαριστός Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος (1991) και ο διάδοχός του, ο νυν Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄ τόνισαν την ιδιαίτερη σημασία του οικολογικού ερωτήματος. Στο χριστουγεννιάτικο μήνυμά του για το 1988 δήλωνε «Ας αναλογιστούμε για λίγο τον εαυτό μας, ο καθένας ανάλογα με τη θέση που βρίσκεται, να είναι προσωπικά υπεύθυνος για τον κόσμο τον οποίο μας εμπιστεύτηκε ο Θεός. Οτιδήποτε κι αν ανέλαβε ο Υιός του Θεού με το οποίο έκτισε το σώμα του, λόγω της Ενανθρώπισής του δεν πρόκειται να φθαρεί. Αντίθετα θα καταστεί μια ευχαριστιακή αναφορά στον Δημιουργό, ένας ζωοποιός άρτος, στον οποίο συμμετέχουν όλοι εν ειρήνη και αγάπη, ένας ύμνος της ειρήνης για όλα τα δημιουργήματα του Θεού». Το 1989 ο Δημήτριος εξέδωσε μια εγκύκλιο καλώντας τους πάντες να δείξουν ένα ευχαριστιακό και ασκητικό πνεύμα, ορίζοντας την 1η Σεπτεμβρίου - την αρχή του εκκλησιαστικού έτους στο ορθόδοξο εκκλησιαστικό ημερολόγιο- ως την «ημέρα για την προστασία του περιβάλλοντος» Ο Πάπας Φραγκίσκος μόλις πρόσφατα ανέλαβε την πρωτοβουλία αυτή και προέτρεψε να λέγονται ειδικές ευχές κατά την ημέρα αυτή σε ολάκερη την Καθολική Εκκλησία.
            Ο διάδοχος του Δημητρίου, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄ ανέλαβε και επέκτεινε την οικολογική έκκληση που έγινε από τον προκάτοχό του. Κανείς άλλος ηγέτης στον χριστιανικό κόσμο δεν προσέδωσε τέτοια κεντρική σημασία στην ποιμαντική του φροντίδα για την προστασία του περιβάλλοντος. Έτσι όχι άδικα χαρακτηρίστηκε ως ο «Πράσινος Πατριάρχης». Η περιβαλλοντική διδασκαλία του υπήρξε κεντρικό θέμα στα δημόσια μηνύματά του τα οποία μπορούν να βρεθούν σε σειρά έργων όπως το Cosmic Grace: Humble Prayer (2003), On Earth as in Heaven (2012). Και τα δυο έργα τα επιμελήθηκε ο π. Ιωάννης Χρυσαυγής. Ο επιφανής θεολόγος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις μέρες μας, ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας) έχει γράψει επίσης πολλές μελέτες σχετικά με το δόγμα της δημιουργίας.
            Ως μέρος της συμβολής τους στις σύγχρονες συζητήσεις για την οικολογία, διάφοροι σύγχρονοι ορθόδοξοι στοχαστές επέστησαν την προσοχή μας σε δυο Έλληνες Πατέρες, οι οποίοι κατά το παρελθόν ήταν κάπως παραμελημένοι στη Δύση: Πρόκειται για τους άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή (+662) και τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά (+1359). Ο Μάξιμος τόνισε τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός, ως ο Δημιουργός Λόγος, είναι πανταχού παρών στον κόσμο δια των λόγων ή των εσώτερων αρχών που έχει εμφυτέψει σε όλα τα κτιστά όντα. Ο Παλαμάς από την πλευρά του έκανε μια διάκριση μεταξύ της υπερβατικής ουσίας του Θεού και των εμμενών ενεργειών του: Ο Θεός, άγνωστος ως προς την ουσία του, αποκαλύπτεται δια των ακτίστων ενεργειών του, οι οποίες διαποτίζουν ολάκερη τη δημιουργία. Αν και πάνω και πέρα από όλα, ο Δημιουργός βρίσκεται ταυτόχρονα στην καρδιά των πάντων. Οι δυο αυτοί ανατολικοί συγγραφείς είναι, κατά κύριο λόγο οι Πατέρες που απευθύνονται στην εποχή μας. Στο σημείο αυτό, είναι προφανές ότι συναντάμε μια ανεκτίμητη συμβολή της Ορθοδοξίας προς τη Δύση.
Φέρνοντας εκ νέου στο προσκήνιο την περί δημιουργίας θεολογία μας και προσδίδοντάς της ιδιαιτερότητα και ζωντάνια, δημιουργείται χώρος για την ορθόδοξη εικόνα στην προσευχή και τη λατρεία μας. Η εικόνα είναι εξάπαντος ένα φυσικό υλικό - έγχρωμες ψηφίδες σε ένα μωσαϊκό, ξύλο και χρώμα πίνακα- που έχει αφιερωθεί στο Θεό, έχοντας μεταμορφωθεί και σφραγιστεί από το άγιο Πνεύμα. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα οι Ορθόδοξοι, ανακαλύψαμε την σημασία της εικόνας, μέσα από το έργο εικονογράφων όπως ο Φώτιος Κόντογλου στην Ελλάδα, και ο Λεωνίδας Ουσπένσκι στη ρωσική διασπορά, μεταφέροντας την ανακάλυψη αυτή στους χριστιανούς της Δύσης. Πράγματι για τους δυτικούς χριστιανούς η εικόνα συχνά λειτουργεί ως μια θύρα, μια εισαγωγή και ένας τρόπος προσέγγισης, δια του οποίου οι άνθρωποι της Δύσης είναι σε θέση να γνωρίσουν στο ήθος της Ορθοδοξίας. Πιο πολύ από τις όλες τις εικόνες, είναι εκείνη της Μεταμορφώσεως, που απεικονίζει το θείο φως να λάμπει από το πρόσωπο του Χριστού και να φωτίζει τους τρεις μαθητές, όπως και τις πέτρες και τα φυτά της ορεινής πλαγιάς. Το μυστήριο της Μεταμόρφωσης κατέχει μια απαράμιλλη θέση στην ορθόδοξη λειτουργική πρακτική απ' ότι στην λατρεία της Δύσης, και συνιστά ένα ιδιαίτερα σημαντικό τμήμα της ορθόδοξης μαρτυρίας στη Δύση.
            Στο σημείο αυτό, ωστόσο, κρίνεται σκόπιμο να επιστήσουμε την προσοχή. Η φύση είναι πράγματι ιερή και τα ζώα διαθέτουν πράγματι δικαιώματα (εμφανίζονται στις ιερές εικόνες), αλλά πολύ περισσότερο ιερά και προικισμένα με δικαιώματα είναι τα ανθρώπινα πρόσωπα, που δημιουργήθηκαν κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του Θεού. Δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε στο ενδιαφέρον μας για την οικολογία να μας κάνει να παραβλέψουμε τον πόνο που εμείς οι άνθρωποι προκαλούμε στους συνανθρώπους μας. Ας μην ξεχνάμε ποτέ τις κακοποιημένες γυναίκες και τα παιδιά που πέφτουν θύματα κακομεταχείρισης. Στην πραγματικότητα, η πνευματική αξία του ανθρώπου αποτελεί το πρωταρχικό στοιχείο της ορθόδοξης πνευματικότητας στις κορυφαίες εκδηλώσεις της. Βεβαίως θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι η ορθόδοξη πρακτική μας απέχει πολύ από τις αρχές μας. Είναι σύνηθες φαινόμενο στις παραδοσιακές ορθόδοξες χώρες να κακομεταχειριζόμαστε στην πράξη το περιβάλλον τους ηλικιωμένους, τα παιδιά και και όλες τις ευάλωτες ομάδες. Ωστόσο αν και παραδεχόμαστε τις αστοχίες μας, αυτό δεν θα πρέπει να μας εμποδίσει να δίνουμε μαρτυρία στα ιδανικά με οποία επιδιώκουμε να ζήσουμε.
Ο ουρανός επί της γης
Έχοντας κάνει λόγο για την περί δημιουργίας ορθόδοξη θεολογία, ας στραφούμε τώρα στο δεύτερο θέμα μας, το οποίο συνδέεται στενά με το πρώτο: την ιερουργία. Η πνευματικότητά μας δεν περιστρέφεται μονάχα γύρω από τη δημιουργία, αλλά είναι επίσης και ευχαριστιακή. Κι αυτό είναι κάτι που επίσης οφείλουμε να μοιραστούμε με τους χριστιανούς αδελφούς μας στη Δύση. Ποιο είναι, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, το σημαντικότερο στοιχείο στη κατανόησή μας για την προσευχή και τη λατρεία; Για μένα το σημαντικότερο είναι η αίσθηση του ουρανού επί της γης. Αμέσως θα σας έρθει στο νου, είμαι βέβαιος, η πολύ γνωστή ιστορία της μεταστροφής της Ρωσίας στο χριστιανισμό. Ο Πρίγκιπας Βλαδίμηρος του Κιέβου, ενώ ήταν ακόμη εθνικός, αναζητούσε να ανακαλύψει ποια ήταν η αληθινή θρησκεία, και για το σκοπό αυτό έστειλε τους απεσταλμένους του σε διάφορες χώρες του κόσμου. Παρακολουθώντας τη λατρεία στις διάφορες κοινότητες τις οποίες επισκέφτηκαν, οι απεσταλμένοι του πρίγκιπα δεν έμεινα ικανοποιημένοι, μέχρις ότου παρακολούθησαν τη θεία λειτουργία στην μεγάλη Εκκλησία της του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Εδώ τουλάχιστον βρήκαν αυτό που αναζητούσαν. Στην αναφορά τους προς τον πρίγκιπα Βλαδίμηρο του εξιστόρησαν ότι: «δεν γνωρίζαμε εάν βρισκόμασταν στον ουρανό ή τη γη, καθώς με βεβαιότητα δεν υπάρχει τέτοιο μεγαλείο ή ομορφιά πουθενά αλλού στον κόσμο. Δεν μπορούμε να σας το περιγράψουμε: το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι εκεί ο Θεός βρίσκεται μεταξύ των ανθρώπων, κι ότι η λειτουργία τους ξεπερνά τη λατρεία κάθε άλλης περιοχής. Διότι δεν μπορούμε να ξεχάσουμε εκείνη την ομορφιά. Δεν γνωρίζαμε εάν ήμασταν στον ουρανό ή τη γη: εδώ ακριβώς βρίσκουμε εν συνόψει την ορθόδοξη κατανόηση της προσευχής. Με τα λόγια του Πατριάρχη Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, «η Εκκλησία είναι ένας επίγειος ουρανός όπου ο ουράνιος Θεός ενοικεί και κινείται». Η θεία λειτουργία λαμβάνει χώρα σε δύο κόσμους ταυτόχρονα στον ουρανό και στη γη, η λειτουργία είναι ίδια και απαράλλακτη, ένα ιερό θυσιαστήριο, μια θυσία, ένας ιερουργός- ο ίδιος ο Χριστός. Με τα λόγια του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, «εκείνοι στον ουρανό και εκείνοι στη γη συναποτελούν μια ενιαία εορταστική σύναξη, υπάρχει ένα κοινό ποτήριο... ένα κοινό δείπνο».
            Πριν περίπου από 63 χρόνια, είχα κι εγώ ο ίδιος μια παρόμοια εμπειρία όπως εκείνη του Βλαδίμηρου στην Κωνσταντινούπολη. Μόλις μπήκα στην ρωσική εκκλησία στο Λονδίνο, ένα απόγευμα Σαββάτου, το πρώτο πράγμα που κέντρισε το ενδιαφέρον μου ήταν η απουσία. Δεν υπήρχαν στασίδια, ούτε καθίσματα σε κανονικές σειρές. Μπροστά μου απλωνόταν η πλατιά και άδεια από έπιπλα επιφάνεια του γυαλιστερού πατώματος. Τότε, καθώς τα μάτια μου συνήθιζαν στο σκοτάδι μέσα στην εκκλησία, κατάλαβα ότι δεν ήταν εντελώς άδεια. Υπήρχαν σκορπισμένοι ορισμένοι ηλικιωμένοι πιστοί, που στέκονταν κοντά στις εικόνες με τα καντήλια να τρεμοπαίζουν μπροστά τους. Κάπου εκεί μακριά από την κοινή θέα, χωρίς να φαίνεται έψαλε ένας μικρός χορός. Βρισκόμουν στην πραγματικότητα στην ακολουθία του εσπερινού. Ξαφνικά η αρχική μου εντύπωση της απουσίας, του άδειου (ναού) αντικαταστάθηκε από μια συντριπτική αίσθηση παρουσίας. Αισθανόμουν ότι η εκκλησία, όχι μόνο δεν ήταν άδεια, αλλά στην πραγματικότητα ήταν γεμάτη από αναρίθμητους αόρατους πιστούς, που με περιέβαλαν απ' όλες τις πλευρές. Διαισθητικά συνειδητοποίησα, τότε, πως εμείς το μικρό ορατό εκκλησίασμα, ήμασταν μέρος ενός πολύ ευρύτερου συνόλου και πως καθώς προσευχόμασταν επιδοκιζόμασταν σε μια πράξη που μας ξεπερνούσε κατά πολύ, σε μια αδιαίρετη, οικουμενική γιορτή που ένωνε τον χρόνο με την αιωνιότητα, τα κάτω πράγματα με τα άνω. Όπως στην περίπτωση του πρίγκιπα Βλαδίμηρου, δεν ήξερα εάν βρίσκομαι στον ουρανό ή στη γη. Η εμπειρία αυτή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου.
            Η αίσθηση αυτή του ουρανού επί της γης, είναι κατά την άποψη μου, ένα δεύτερο θεμελιώδες στοιχείο της μαρτυρία, που μπορούμε να δώσουμε στη Δύση. Όντας κάπως φτωχοί ως προς τα μέσα, ερχόμαστε μπροστά στους χριστιανούς αδελφούς μας της Δύσης, πρωτίστως ως μια προσευχόμενη κοινότητα. Βεβαίως η αίσθηση αυτή του επίγειου ουρανού υπάρχει επίσης και σε πολλές εκφράσεις της δυτικής λατρείας. Την ίδια στιγμή, όπως έχουμε ήδη τονίσει, υφίσταται συχνά ένα θλιβερό χάσμα μεταξύ θεωρίας και πράξης. Σε πολλές ενορίες μας η θεία κοινωνία είναι ακόμη σπάνια, ενώ πολλοί από τους εκκλησιαζόμενους εμφανίζονται στο τέλος της λειτουργίας. Ωστόσο, παρ' όλες τις αποτυχίες μας αυτές, επιδιώκουμε να κρατήσουμε κατά νου την βεβαίωση του αγίου Ιωάννη της Κροστάνδης: «η Ευχαριστία είναι ένα διαρκές θαύμα». Μαζί με την ευχαριστιακή εμπειρία μας, καλούμαστε οι Ορθόδοξοι να μοιραστούμε με τη Δύση και τη μυστική παράδοσή μας όπως ενσαρκώνεται στη Φιλοκαλία, και την εμπειρία μας της καρδιακής προσευχής όπως αυτή βιώνεται στην προσευχή του Ιησού.
Σχεσιακό είναι
Ένα τρίτο καθήκον που συνιστά μέρος της ορθόδοξης αποστολής στη Δύση είναι να δίνουμε μια διαρκή και ακλόνητη μαρτυρία για το δόγμα της αγίας Τριάδος. Ως χριστιανοί δεν είμαστε απλά μονοθεϊστές, που πιστεύουμε σε έναν Θεό όπως συμβαίνει με τους Ιουδαίους και του Μουσουλμάνους. Ούτε βέβαια είμαστε πολυθεϊστές όπως ήταν οι αρχαίοι Έλληνες στην Ιλιάδα του Ομήρου. Αντίθετα, ως χριστιανοί πιστεύουμε σε έναν Θεό που δεν είναι μονάχα ένας αλλά ένας σε τρία (πρόσωπα), στον οποίο υπάρχει πλήρης ενότητα όπως επίσης και αυθεντική προσωπική ετερότητα. Ο χριστιανικός Θεός δεν αποτελεί απλά μια μονάδα αλλά μια ένωση, δεν είναι απλά προσωπικός αλλά διαπροσωπικός. Όπως σημειώνει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας «το είναι του Θεού είναι σχεσιακό, χωρίς την έννοια της κοινωνίας δεν θα ήταν δυνατό να μιλήσουμε για το είναι του Θεού». Η Τριάδα αποτελεί την καρδιά της ζωής μας, η ζωοδότρα πηγή από την οποία πηγάζουν όλες οι δραστηριότητές μας. Όπως υποστήριξε κάποτε ο Nikolai Fyodorov «το κοινωνικό μας πρόγραμμα είναι το δόγμα της αγίας Τριάδος». Κι όπως πολύ ορθά υποστήριξαν οι Pavel Florensky και Βλάδιμιρ Λόσκυ, «μεταξύ της Τριάδος και της κολάσεως δεν υπάρχει άλλη επιλογή».
            Αυτή είναι σε επίπεδο αρχών η βασική μας πεποίθηση. Αλλά τι συμβαίνει άραγε στην πράξη; Όπως έχει σημειώσει ο ρωμαιοκαθολικός θεολόγος Karl Rahner, οι περισσότεροι χριστιανοί, παρά το γεγονός ότι ομολογούν επίσημα την πίστη τους στην αγία Τριάδα, στην καθημερινή του εμπειρία δείχνουν να είναι περισσότερο μονοθεϊστές. Σε πάρα πολλά έργα που ισχυρίζονται ότι κάνουν χριστιανική θεολογία, κάποιος θα μπορούσε εύκολα να απαλείψει τις αναφορές στην Τριάδα χωρίς να επηρεαστεί η επιχειρηματολογία του συγγραφέα.
            Εδώ, λοιπόν βρίσκεται μια πρόκληση την οποία αντιμετωπίζουμε όλοι μας, είτε μιλάμε για τη Δύση είτε για την Ανατολή. Πως μπορούμε να αναθερμάνουμε και να αναζωογονήσουμε την πίστη μας στην αγία Τριάδα; Στα κείμενα των Πατέρων και στην ορθόδοξη λειτουργική τάξη διαθέτουμε μια ιδιαίτερα πλούσια θεολογία περί Τριαδικού Θεού. Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε είναι να εξοικειωθούμε περισσότερο με τους θησαυρούς που βρίσκονται κρυμμένοι στην παράδοσή μας, έτσι ώστε να μπορούμε να τους μεταδώσουμε με περισσότερο αποτελεσματικό τρόπο στη Δύση. Χρειάζεται επίσης να μάθουμε από τη Δύση - για παράδειγμα, από το έργο De Trinitate του αγίου Αυγουστίνου, ή από τα έργα του αγίου Ριχάρδου του αγίου Βίκτωρα -   πως θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα την τριαδική κληρονομιά μας. Ορισμένοι Ορθόδοξοι υποτιμούν το κλασικό έργο του Αυγουστίνου του De Trinitate, επειδή νομίζουν ότι αναπτύσσει την μετέπειτα δυτική διδασκαλία περί filioque, κάτι που από μια άποψη όντως συμβαίνει. Αλλά εάν έπρεπε να κοιτάξουν περισσότερο προσεκτικά σ' αυτά που πραγματικά λέει ο επίσκοπος Ιππώνος, θα αντιλαμβάνονταν ότι το σημείο εκκίνησής του δεν είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο των Καππαδοκών.
            Αναθερμαίνοντας την πίστη μας στην Τριάδα, επιδιώκουμε να αναθερμάνουμε πιο συγκεκριμένα την πίστη μας στον αναστάντα Χριστό. Αυτό συνιστά επίσης ένα βασικό στοιχείο της μαρτυρίας που ως Ορθόδοξοι καλούμαστε να δώσουμε στη Δύση. Είναι ανάγκη να επιβεβαιώνουμε διαρκώς αυτό που τόσο εύγλωττα έχει ειπωθεί από τον π. Δημήτριο Στανιλοάε: «το βαθύτερο θεμέλιο της ζωής και της χαράς που χαρακτηρίζει την Ορθοδοξία και που διαπερνά ολάκερη τη λατρεία της είναι η Ανάσταση. Το Πάσχα, το κέντρο της ορθόδοξης λατρείας, αποτελεί μια έκρηξη χαράς, της ίδιας χαράς που οι μαθητές του Κυρίου ένιωσαν όταν είδαν τον αναστημένο Χριστό. Είναι μια έκρηξη της κοσμικής χαράς για το θρίαμβο της ζωής, επί της δυσβάστακτης θλίψης του θανάτου».
            Χωρίς ειδική αναφορά στην Ανάσταση, ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν αναφέρεται με παρόμοια λόγια στη χαρά που ο Αναστηθείς Χριστός χορηγεί στον κόσμο: «Από την πρώτη κιόλας στιγμή ο χριστιανισμός υπήρξε ένα κήρυγμα χαράς, της μοναδικής χαράς που είναι δυνατή πάνω στη γη... Χωρίς το κήρυγμα αυτό της χαράς ο Χριστιανικός είναι ακατανόητος. Μονάχα ως χαρά μπόρεσε να νικήσει η Εκκλησία τον κόσμο και έχασε τον κόσμο, από την στιγμή που έχασε αυτή τη χαρά, όταν έπαψε να δίδει μαρτυρία για τη χαρά αυτή. Από όλες τις κατηγορίες εναντίον των χριστιανών, η πιο τρομερή εκφράστηκε από τον Νίτσε, όταν είπε ότι οι χριστιανοί στερούνται της χαράς... «Και είπεν αυτοίς ο άγγελος· μη φοβείσθε, ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην» - με τα λόγια αυτά αρχίζει και τελειώνει το ευαγγέλιο- «και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης...» (Λουκ. 2, 10· 24,52). Πρέπει λοιπόν να ανακαλύψουμε τη σημασία αυτής της χαράς».
            Τονίζοντας έτσι, την χαρά του αναστημένου Χριστού, δεν θα πρέπει (αν και δεν χρειάζεται καν να το πούμε) να διακρίνουμε μεταξύ του Σταυρού και της Ανάστασης. Είναι ανάγκη να αποφεύγουμε τις επιζήμιες αντιθέσεις όπως συμβαίνει όταν υποστηρίζεται ότι η Δύση δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην Σταύρωση, ενώ η Ανατολή τονίζει την Ανάσταση. Αντίθετα, τόσο για την Ανατολή όσο και για την Δύση, ο Σταυρός και η Ανάσταση αποτελούν μια ενιαία πράξη, ένα αδιαίρετο δράμα, και οι δυο πλευρές κηρύσσουν τον Σταυρό και την Ανάσταση ως ένα ενιαίο όλο. Θα μπορούσε ωστόσο να ειπωθεί ότι η Ορθοδοξία βίωσε και εξέφρασε την Ανάσταση με μια ιδιαίτερη αμεσότητα, όπως όλοι όσοι έχουν συμμετάσχει την πασχάλια λειτουργία μπορούν να επιβεβαιώσουν. Κι, όντως αυτή η αμεσότητα είναι χωρίς αμφιβολία ένα ζωντανό στοιχείο της μαρτυρίας μας στη Δύση.
            Δεν υπάρχει χρόνος εδώ για να αναφερθούμε με λεπτομέρειες σχετικά με το τι θα μπορούσαμε να μάθουμε από τη Δύση: αυτό θα μπορούσε να είναι το θέμα μιας άλλης ομιλίας. Ένα από τα θέματα εκείνης της διάλεξης θα μπορούσε χωρίς αμφιβολία να είναι το νόημα της ελευθερίας. Κατά το παρελθόν, εμείς οι Ορθόδοξοι ζήσαμε κατά κύριο λόγο την κατάσταση της «κρατικής εκκλησίας», η οποία ετύγχανε της προστασίας και της υποστήριξης από την πολιτεία βασιστήκαμε στον δάσκαλο και τον αστυνόμο προκειμένου να κάνει τη δική μας δουλειά. Αυτή ήταν η κατάσταση στη Ρωσία το 1917 και στη Σερβία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940. Παραδόξως, αν και υπό διωγμόν, η Εκκλησία συνέχισε με πολλούς τρόπους να είναι μια «κρατική εκκλησία» ακόμη και κατά την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σήμερα, ωστόσο η κατάσταση έχει αλλάξει δραστικά. Ο δεσμός μεταξύ Εκκλησίας και κράτους έχει σε όλες τις ορθόδοξες χώρες αποδυναμωθεί, ακόμη και στην Ελλάδα και την Κύπρο ενώ σε πολλές περιπτώσεις έχει λίγο πολύ εξαφανιστεί. Με ραγδαίους ρυθμούς ζούμε σε μια κατάσταση όπου η πολιτική εξουσία, εάν δεν είναι εχθρική, είναι στην καλύτερη περίπτωση ουδέτερη. Παντού ερχόμαστε αντιμέτωποι με την εκκοσμίκευση. Μας δόθηκε το δώρο της ελευθερίας, αλλά πρόκειται για ένα δώρο που δύσκολα χρησιμοποιείται ορθά, ενώ συχνά βιώνεται ως βάρος. Στο σημείο αυτό ο δυτικός χριστιανισμός μπορεί χωρίς αμφιβολία να μας βοηθήσει, στο βαθμό που οι δυτικοί χριστιανοί έχουν ζήσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε μια πολυπολιτισμική κοσμική κατάσταση απ' ότι εμείς οι Ορθόδοξοι. Μπορούμε λοιπόν να μάθουμε από εκείνους τη θετική χρήση του αμφιλεγόμενου δώρου της ελευθερίας.
            Λίγο νωρίτερα, μίλησα για τον αναστημένο Χριστό, και με αυτό θα ήθελα να κλείσω. Ο μεγάλος άγιος της ρωσικής Ορθοδοξίας, ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωθ συνήθιζε να χαιρετάει τους επισκέπτες καθ' όλη τη διάρκεια του έτους με τον γνωστό πασχάλιο χαιρετισμό: «χαρά μου, Χριστός Ανέστη». Στο ίδιο πνεύμα, θα ήθελα να κι εγώ σας χαιρετίσω αυτή τη βραδιά: Χριστός ανέστη!. Ο Σωτήρας ανίσταται από τους νεκρούς και το φως της Ανάστασής του είναι δυνατότερο από όλες τις σκοτεινές δυνάμεις σε ολάκερο τον κόσμο και τις καρδιές μας. Το αναστάσιμο φως λάμπει πάνω σε όλους μας και υπό το φως αυτό, καθώς δίνουμε μαρτυρία ο ένας στον άλλο, μπορούμε να πορευτούμε στο μέλλον με χαρά και ελπίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου