Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Ἡ θεία Λειτουργία στήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή


Στα πλαίσια τον εορταστικών εκδηλώσεων με την ονομασία «Δημήτρια » που διοργανώνει ο Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου ομωνύμου Δήμου Αττικής πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου μια άκρως ενδιαφέρουσα ομιλία από τον Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο με κυρίως θέμα «Ἡ θεία Λειτουργία στήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή». Μετά το πέρας τις ομιλίας ακολούθησε το Ενοριακό Αρχονταρίκι με ερωτήσεις, για θέματα ορθοδόξου πνευματικότητος.

Παραθέτουμε ολόκληρη την ομιλία του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ.κ. Ιεροθέου.
Εὐχαριστῶ καί γιά τήν νέα πρόσκληση νά ἔλθω σέ αὐτήν τήν ὀργανωμένη Ἐνορία τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν γιά νά ὁμιλήσω. Καί αὐτό ὀφείλεται στόν δραστήριο Ἐφημέριο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ π. Ματθαῖο Χάλαρη, ὁ ὁποῖος ἔχει βαθύτατη αἴσθηση τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς. Ὅταν τοῦ ἀνακοίνωσα τό θέμα πού ἐπιθυμῶ νά κάνω ἐνθουσιάστηκε, ἀκριβῶς γιατί γνωρίζει τί σημαίνει Ἐνορία καί τί σημαίνει θεία Λειτουργία μέσα στήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή. Εὐχαριστῶ καί τήν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμο, γιατί χορήγησε τήν κανονική ἄδεια γιά νά γίνη ἡ ὁμιλία.
Συνήθως, μερικοί θεολόγοι τονίζουν τήν μεγάλη ἀξία τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλά δέ ἀσκοῦν ποιμαντική διακονία σέ Ἐνορία καί δέν γνωρίζουν τά προβλήματα πού ἀναφύονται, καί γι’ αὐτό ὁμιλοῦν θεωρητικά. Ὁ λόγος τῶν ἀνθρώπων πού ὁμιλοῦν θεωρητικά, χωρίς οἱ ἴδιοι νά ἀσκοῦν ποιμαντική διακονία δέν ἔχει δύναμη καί ἐνέργεια. Ὅπως ἐπίσης ὑπάρχουν καί μερικοί ἄλλοι πού ὁμιλοῦν γιά Ἐνορία, ἀλλά τήν βλέπουν ὡς μιά ἐξωτερική διακονία, ὡς μιά ἁπλή συντροφιά ἀνθρώπου πού ἐκκλησιάζονται καί λειτουργοῦνται χωρίς νά ἐντάξουν τήν θεία Λει-τουργία σέ ὅλες τίς διαστάσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας. Γιατί ἡ τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας ἐντάσσεται στίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
Βεβαίως, ἡ θεία Λειτουργία εἶναι τό κέντρο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τό τέλος της, ἀλλά εἶναι καί ἡ τελείωσή της. Εἶναι τό τέλος τῆς μυστηριακῆς καί ἀσκητικῆς ζωῆς, ἀλλά εἶναι καί ἡ τελείωση τῆς ὅλης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ καί τῆς πνευματικῆς του ἀναγέννησης. Ἐπί πλέον ἡ θεία Λειτουργία γίνεται μέσα στά πλαίσια τῆς ὅλης πνευματικῆς ζωῆς μέ τήν προοπτική τῆς ἐσχατολογίας.
Γιά νά τό ἀναλύσω αὐτό θά καταγράψω τά κεντρικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὅπως φαίνεται σέ ἕνα καταπληκτικό κείμενό του πού λέγεται «Μυσταγωγία». Τό κείμενο αὐτό ἀναφέρεται στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί στό μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας. Ἐκκλησία καί θεία Λειτουργία συμπλέκονται ἁρμονικότατα, λειτουργεῖ, δηλαδή, ἡ ἀρχή τῆς περιχώρησης τῆς Ἐκκλησίας μέσα στήν θεία Λειτουργία καί τῆς θείας Λειτουργίας μέσα στήν Ἐκκλησία. Καί αὐτή ἡ περιχώρηση γίνεται μέσα ἀπό τήν νηπτική καί ἐσχατολογική προοπτική. Πρόκειται γιά μιά μεγαλειώδη σύλληψη πού ἔκανε ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής.
Γιά νά γίνουν κατανοητά ὅσα θά λεχθοῦν πιό κάτω πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁμιλεῖ γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν θεία Λειτουργία καί συμπλέκει καί τά δύο μέ τόν Ἱερό Ναό. Ἄλλωστε αὐτές οἱ ἔννοιες συνδέονται μεταξύ τους. Λέμε πηγαίνω στήν Ἐκκλησία καί ἐννοοῦμε ὅτι πηγαίνω στόν Ἱερό Ναό γιά νά συμμετάσχω στήν θεία Λειτουργία. Λέμε ὅτι τελείωσε ἡ Ἐκκλησία καί ἐννοοῦμε ὅτι τελείωσε ἡ θεία Λειτουργία καί φύγαμε ἀπό τόν Ἱερό Ναό.
Ὁ Ἱερός Ναός εἶναι ὁ χῶρος ἐκεῖνος στόν ὁποῖο συγκεντρώνονται τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, καί γενικά τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μαζί μέ τήν κεφαλή τόν Χριστό, γιά νά τελέσουν τήν θεία Λειτουργία πού εἶναι ἡ σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς, ἡ ἕνωση τῆς ὁρατῆς καί ἀοράτου Ἐκκλησίας.
Ὁ Ἱερός Ναός χωρίζεται σέ τρία. Εἶναι ὁ Νάρθηκας, ὁ κυρίως Ναός καί τό Ἱερό Βῆμα. Στούς τρεῖς αὐτούς χώρους, παραμένουν οἱ τρεῖς κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων, ἤτοι οἱ κατηχούμενοι καί οἱ μεταννοοῦντες παραμένουν στόν Νάρθηκα∙ οἱ πιστοί παραμένουν στόν κυρίως Ναό∙ καί οἱ Κληρικοί εἰσέρχονται στό Ἱερό Βῆμα. Αὐτό τό βλέπουμε καί στήν ὅλη διάταξη τῆς θείας Λειτουργίας μέ ὅλο τό πνευματικό καί ἐσωτερικό νόημά της.
Θά δοῦμε στήν συνέχεια δύο σημεῖα. Πρῶτον τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί δεύτερον ποιά εἶναι ἡ βαθύτερη σημασία τῆς θείας Λειτουργίας, καί τελικά πῶς συνδέονται μεταξύ τους καί συγκροτοῦν τήν πνευματική ζωή τῶν Χριστιανῶν, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ.
1. Τί εἶναι Ἐκκλησία
Γιά νά κατανοήσουμε ὅσα γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι ἑρμηνεύει τήν Ἐκκλησία μέσα ἀπό τήν χωροδιάταξη τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ἤτοι νάρθηκας, κυρίως Ναός καί Ἱερό Βῆμα.
Κατ’ ἀρχάς ἡ Ἐκκλησία εἶναι τύπος καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἀόρατο καί τόν ὁρατό κόσμο, τούς ἀγγέλους, τήν κτίση καί τούς ἀνθρώπους. Ὄχι μόνον τά δημιούργησε, ἀλλά καί τά συνέχει καί προνοεῖ καί τά διευθύνει. Ὁ Θεός δέν δημιούργησε τόν κόσμο καί τόν ἐγκατέλειψε ἀλλά τόν διευθύνει μέ τίς ἐνέργειές Του. Ὁ κόσμος ἀποτελεῖται ἀπό νοητά καί αἰσθητά, ἀλλά καί τά αἰσθητά χωρίζονται σέ πολλές κατηγορίες, εἶναι τά ὑλικά ἀντικείμενα, τά ὄντα πού ἔχουν ζωή, τά φυτά, τά ζῶα, οἱ ἄνθρωποι κάθε κατηγορίας καί κάθε φυλῆς. Ὅλα αὐτά πού διαφέρουν μεταξύ τους τά ἑνώνει ὁ Θεός καί δέν γίνονται διασπάσεις.
Αὐτό πού κάνει ὁ Θεός μέ ὅλη τήν κτίση κάνει καί ἡ Ἐκκλησία. Ἑνώνει ὅλους ἐκείνους πού ζοῦν μέσα σέ αὐτήν σέ μιά ἑνότητα, παρά τήν διαφορά πού ὑπάρχει μεταξύ τους. Ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας διαφέρουν ὡς πρός τό φύλο, τό γένος, τήν ἐθνικότητα, τίς γλῶσσες, τίς ἡλικίες, τίς γνῶμες, τούς τρόπους, τά ἐπαγγέλματα, τίς ἐπιστῆμες, τίς διαθέσεις. Καί ὅμως ὅλα αὐτά τά συγκρατεῖ σέ μιά ἑνότητα. Αὐτό φαίνεται στό ὅτι μέσα στόν Ναό εἰσέρχονται ἄνθρωποι ἀπό ὅλα τά ἔθνη, τίς ἡλικίες καί τούς τρόπους καί ὅλοι αὐτοί ἀποτελοῦν μία ἑνότητα, ὅλοι συμμετέχουν στήν κοινή θεία Λειτουργία. Ἐπίσης ἑνώνει, παρά τό διαφορετικό χάρισμα πού ἔχει ὁ καθένας, τούς Κληρικούς μέ τούς λαϊκούς, καί τούς μοναχούς.
Αὐτό δείχνει τήν οἰκουμενικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάνω ἀπό κάθε πατρίδα καί ἁπλώνεται σέ ὅλο τόν κόσμο. Ἡ λέξη οἰκουμενικότητα εἶναι διαφορετική ἀπό τόν οἰκουμενισμό καί δείχνει τήν καθολικότητα, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα τά ἔθνη καί εἰσχωρεῖ μέσα στήν ὅλη ζωή τῆς οἰκουμένης, ὅπως ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καί διεισδύει παντοῦ, χωρίς νά μολύνεται ἀπό τίς ἀκαθαρσίες.
Αὐτό τό βλέπουμε στήν πρώτη Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων πού ὅλοι οἱ Χριστιανοί εἶχαν μιά ψυχή καί καρδία καί ὅλα τά ἔχουν κοινά. Ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ Ἰουδαίου καί Ἕλληνος, μεταξύ δούλου καί ἐλεύθερου, μεταξύ ἀνδρός καί γυναικός, γιατί ὅλοι εἶναι ἕνας ἐν Χριστῷ.
Ἔπειτα, ἡ Ἐκκλησία εἶναι τύπος καί εἰκόνα τοῦ σύμπαντος κόσμου, πού ὑφίσταται ἀπό ὁρατές καί ἀόρατες οὐσίες.
Ὁ Θεός δημιούργησε πρῶτα τόν νοητό κόσμο, δηλαδή τούς ἀγγέλους, πού εἶναι ἀόρατοι στά μάτια τῶν ἀνθρώπων καί ἔπειτα δημιούργησε τόν ὁρατό κόσμο καί φυσικά καί τόν ἄνθρωπο.
Ὅσοι ἔχουν πνευματικές αἰσθήσεις καταλαβαίνουν ὅτι ὅλος ὁ νοητός κόσμος φαίνεται τυπούμενος μυστικῶς στά συμβολικά εἴδη τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, ἀφοῦ αὐτοί πού ἔχουν καθαρές αἰσθήσεις βλέπουν ἀγγέλους, ἀλλά καί ὅλος ὁ αἰσθητός κόσμος ἐνυπάρχει μέσα στόν νοητό κόσμο, μέ τούς λόγους τῶν ὄντων. Μέσα σέ ὅλη τήν κτίση ὑπάρχουν οἱ λόγοι τῶν ὄντων, ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ τοῦ νοητοῦ καί τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἀνθρώπων, τῶν ζώντων καί τῶν κεκοιμημένων. Ὁ Θεός μέ τήν ἐνέργειά Του ἑνώνει τά πάντα.
Αὐτό φαίνεται καί στόν Ἱερό Ναό. Ὁ κυρίως Ναός εἶναι γιά τούς πιστούς πού ἔχουν βαπτισθῆ καί ζοῦν σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, καί τό ἱερό Βῆμα εἶναι γιά τούς Κληρικούς, πού πρέπει νά εἶναι στόν φωτισμό καί τήν θέωση, δηλαδή βρίσκονται στόν τύπο τῶν νοητῶν. Δέν ὑπάρχει ὅμως διαίρεση μεταξύ Κληρικῶν καί λαϊκῶν, γιατί ὑπάρχει θαυμαστή ἑνότητα μεταξύ τους, παρά τήν διαφορετικότητα τῶν ἰδιαιτέρων χαρισμάτων πού ἔχουν μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὅλους τούς ἑνώνει ὁ Ναός, στόν ὁποῖον συγκεντρώνεται ἡ Ἐκκλησία.
Ἀκόμη, ἡ Ἐκκλησία εἶναι εἰκόνα μόνο τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου.
Ὁ αἰσθητός κόσμος εἶναι αὐτός πού βλέπουμε καί αἰσθανόμαστε μέ τίς αἰσθήσεις μας. Εἶναι ὁ ἔναστρος οὐρανός, ἡ ἀτμόσφαιρα πού περιβάλλει τήν γῆ, ὅπου πετοῦν τά πουλιά, καί ἡ γῆ ὅπου ὑπάρχει ὅλη ἡ ἄλλη κτίση μαζί μέ τόν ἄνθρωπο.
Αὐτό τό βλέπουμε στόν Ἱερό Ναό πού συμβολίζει τήν Ἐκκλησία. Ὁ κυρίως Ναός εἶναι γήινος χῶρος, ἐνῶ τό ἱερό Βῆμα, ἀκόμη καί ὁ τροῦλος δείχνει τόν οὐρανό μέ τά οὐράνια σώματα, τά ἀστέρια καί τούς γαλαξίες, ὁπότε εἶναι εἰκόνα τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου.
Ἐπί πλέον, ἡ Ἐκκλησία εἰκονίζει συμβολικῶς τόν ἄνθρωπο καί εἰκονίζεται ὡς ἄνθρωπος.
Ὁ Ἱερός Ναός, ὅπου συγκεντρώνεται ἡ Ἐκκλησία, ἔχει τό Ἱερό Βῆμα μέσα στό ὁποῖο ὑπάρχει ἡ ἁγία Τράπεζα καί τόν κυρίως Ναό. Συμβαίνει ὅ,τι καί μέ τόν ἄνθρωπο πού ἔχει ψυχή, τῆς ὁποίας τό κέντρο εἶναι ὁ νοῦς, καί τό σῶμα του. Ὁ Ναός εἶναι τό σῶμα καί τό Ἱερό Βῆμα εἶναι ἡ ψυχή. Ὁ ἄνθρωπος μέ τό σῶμα ἀσκεῖ τήν ἠθική φιλοσοφία, τήν κάθαρση πού εἶναι τό πρῶτο στάδιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς∙ μέ τήν ψυχή βιώνει τήν φυσική θεωρία πού εἶναι ἡ ἐσωτερική λατρεία∙ καί μέ τόν νοῦ ἀνέρχεται στήν μυστική θεολογία.
Ἡ διαμόρφωση τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ὡς Νάρθηκος, κυρίως Ναοῦ καί Θυσιαστηρίου, δείχνει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο πού ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα. Ἡ ψυχή διευθύνει τό σῶμα καί ὅλες οἱ σωματικές ἐνέργειες, καθώς ἐπίσης καί τό σῶμα, ὁδηγοῦνται πρός τήν ψυχή. Ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ ψυχῆς καί σώματος, ὅπως ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ τοῦ Ἱεροῦ Βήματος καί τοῦ κυρίως Ναοῦ.
Ἐπίσης, ἡ Ἐκκλησία εἶναι εἰκόνα καί τύπος τῆς ἰδίας τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου.
Στό σημεῖο αὐτό ὁ ἅγιος Μάξιμος προχωρεῖ ἀκόμη πιό πέρα, γιά νά δείξη τό βαθύτερο νόημα τῆς Ἐκκλησίας. Πρῶτα εἶδε τήν Ἐκκλησία ὡς τύπο καί εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου, τώρα προχωρεῖ γιά νά τήν δῆ ὡς τύπο τῆς ψυχῆς.
Ἡ ψυχή διαιρεῖται στήν θεωρητική δύναμη καί τήν πρακτική δύναμη. Στήν θεωρητική δύναμη ἀνήκει ὁ νοῦς, ἐνῶ στήν πρακτική δύναμη ἀνήκει ὁ λόγος. Ὁπότε, ἡ ὅλη πρόοδος τοῦ ἀνθρώπου συνίσταται στήν διαρκῆ ἐξέλιξη τοῦ νοῦ καί τοῦ λόγου, οἱ ὁποῖοι πρέπει νά κινηθοῦν παράλληλα μεταξύ τους. Ὁ νοῦς πρέπει νά κινηθῆ πρός τήν σοφία, τήν θεωρία, τήν γνώση καί τήν ἀλησμόνητη γνώση, καί κατάληξη τους εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὁ λόγος πρέπει νά κινηθῆ πρός τήν φρόνηση, τήν πράξη, τήν ἀρετή, τήν πίστη, καί κατάληξή του εἶναι τό ἀγαθό. Ὅμως, αὐτές οἱ δυνάμεις δέν κινοῦνται ἀπό μόνες τους, ἀλλά παραλλήλως, καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ὁλοκληρώνεται. Δηλαδή, ὁ νοῦς πρέπει νά συνδεθῆ μέ τόν λόγο, ἡ σοφία μέ τήν φρόνηση, ἡ θεωρία μέ τήν πράξη, ἡ γνώση μέ τήν ἀρετή, ἡ ἀλησμόνητη γνώση μέ τήν πίστη καί ἡ ἀλήθεια μέ τό ἀγαθό.
Τό σημαντικό εἶναι ὅτι δέν πρέπει νά καλλιεργῆται μόνον ἡ λογική μέ τήν ἀνθρώπινη σπουδή, ἀλλά καί ὁ νοῦς μέ τήν καθαρότητα καί τήν προσευχή. Τότε ὁ ἄνθρωπος ὁλοκληρώνεται πνευματικά.
Ἡ Ἐκκλησία καί ὁ Ναός εἶναι εἰκόνα τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, γιατί ὅ,τι γίνεται στόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου σημαίνονται μέ τό ἱερό Βῆμα καί ὅ,τι γίνεται στόν λόγο φανερώνονται καί σαφηνίζονται μέ τόν κυρίως Ναό. Καί τά δύο αὐτά πρέπει νά εἶναι ἑνωμένα μεταξύ τους, ὅπως ὁ Ἱερός Ναός ἑνώνει ἁρμονικά τόν κυρίως Ναό μέ τό Ἱερό Βῆμα. Ὁ Ἱερός Ναός κατακευάσθηκε μέ τό σχῆμα αὐτό, δηλαδή ἀπό τόν Νάρθηκα νά προχωρᾶμε στόν κυρίως Ναό καί στό Ἱερό Θυσιαστήριο, ὥστε νά εἶναι παράδειγμα καί σύμβολο ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά κινῆται ἀπό τήν πράξη στήν θεωρία.
Μέ ὅλα τά ἀνωτέρω ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ἔδειξε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι εἰκόνα καί τύπος τοῦ Θεοῦ, τοῦ νοητοῦ καί αἰσθητοῦ κόσμου, μόνου τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, τοῦ ἀνθρώπου, πού ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, καί τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου πού ἀποτελεῖται ἀπό τήν νοερά καί λογική ἐνέργεια. Μέ τόν τρόπο αὐτόν κατασκευάσθηκε καί ὁ Ἱερός Ναός, γιά νά δείξη τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Νάρθηκα στόν κυρίως Ναό καί στήν συνέχεια στό Θυσιαστήριο, ἀλλά καί τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν κάθαρση, στόν φωτισμό καί τήν θέωση. Πρόκειται γιά τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ἡ ὁποία τόν ἔχει ἐπηρεάσει βαθύτατα. Αὐτό θά φανῆ ἀκόμη περισσότερο στό δεύτερο μέρος τῆς «Μυσταγωγίας», ὅπου ἀναλύεται ἡ θεία Λειτουργία.
Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία εἶναι οἰκουμενική, δηλαδή ἑνότητα τῶν πάντων, κατευθύνεται ἀπό τόν Θεό καί πορεύεται πρός Αὐτόν. Αὐτό δείχνει ὁ Ἱερός Ναός, ἀφοῦ εἰσερχόμαστε στόν κυρίως Ναό, καί ὅσοι παραμένουν στόν Ἱερό Ναό, διευθύνονται ἀπό τό Ἱερό Βῆμα.
2. Τί εἶναι ἡ θεία Λειτουργία
Ἀφοῦ εἴδαμε τήν Ἐκκλησία καί τόν Ἱερό Ναό ὡς κίνηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν πρακτική φιλοσοφία στήν φυσική θεωρία καί τήν μυστική θεολογία, δηλαδή τήν κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό, πρέπει νά δοῦμε αὐτή τήν κίνηση πῶς ἐκπληρώνεται μέσα στό Μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ ὁποία τελεῖται στόν Ἱερό Ναό.
Συνδέονται στενά ὁ Ἱερός Ναός μέ τήν Ἐκκλησία, τήν θεία Λειτουργία καί τόν πνευματικό ἄνθρωπο. Ὅ,τι γίνεται στόν Ἱερό Ναό, καί στήν θεία Λειτουργία γίνεται καί μέσα στήν ψυχή τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ἱερός Ναός εἶναι ὁ χῶρος πού γίνεται ἡ θεία Λειτουργία, καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στόν ὁποῖο γίνεται ἀδιάλειπτα ἡ νοερά θεία Λειτουργία.
Στήν ἀνάλυση πού κάνει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής φαίνονται καθαρά οἱ τρεῖς κινήσεις πού γίνονται κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας.
Θά παρουσιάσω αὐτό τό θέμα ὅσο μπορέσω πιό ἁπλά καί συνοπτικά.
Ἡ πρώτη κίνηση εἶναι τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας πού συνδέεται μέ τό μυστήριο τῆς ἐσχατολογίας.
Στήν θεία Λειτουργία πρῶτα γίνεται ἡ Μικρά Εἴσοδος μέ τό Εὐαγγέλιο, πού συμβολίζει τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο∙ ἔπειτα διαβάζονται τά ἀναγνώσματα∙ στήν συνέχεια ἐξέρχονται οἱ κατηχούμενοι ἀπό τόν Ναό καί παραμένουν οἱ πιστοί∙ γίνεται ἡ Μεγάλη Εἴσοδος, ὅπως ὁ Χριστός πορεύθηκε πρός τόν Γολγοθᾶ καί ἀκολούθησε ἡ Ἀνάσταση∙ ἀκολούθως διαβάζεται ἡ εὐχή τῆς ἀναφορᾶς κατά τήν ὁποία παρακαλεῖται ὁ Πατήρ νά στείλη τό Ἅγιον Πνεῦμα καί νά μεταβάλη τόν ἄρτον καί τόν οἶνον σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ∙ οἱ πιστοί κοινωνοῦν τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Τό σημαντικό εἶναι ὅτι οἱ πιστοί προχωροῦν πρός τήν θεία Κοινωνία, ἀλλά καί τό ἔσχατο, πού εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος ἔρχεται στήν ἱστορία. Ὁ πιστός μαζί μέ τόν Χριστό βιώνει τά ἔσχατα, ἀλλά καί προχωρεῖ πρός τά ἔσχατα πρός τό τέλος τοῦ κόσμου. Ἄς τό δοῦμε αὐτό ἀναλυτικότερα.
Ἡ πρώτη εἴσοδος τοῦ ἀρχιερέως στόν Ναό γιά τήν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι τύπος καί εἰκόνα τῆς πρώτης παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο διά τῆς σαρκός Του. Στόν σλαβικό κόσμο φαίνεται καθαρά αὐτό. Ὁ Ἀρχιερεύς ἐνδύεται στό μέσον τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καί ἀμέσως ἀρχίζει ἡ θεία Λειτουργία. Ὅταν γίνεται ἀρχιερατικό συλλείτουργο συνήθως οἱ Ἀρχιερεῖς καί οἱ Ἱερεῖς ἐνδύονται σέ κτίσμα ἔξω τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καί στήν συνέχεια μέ πομπή εἰσέρχονται στόν Ἱερό Ναό, μέ τούς πιστούς γιά νά ἀρχίση ἡ θεία Λειτουργία.
Αὐτό δείχνει τήν πρώτη παρουσία τοῦ Χριστοῦ, τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο.
Μέ τό ἔργο Του ὁ Χριστός ἐλευθέρωσε τήν φύση τῶν ἀνθρώπων ἀπό τήν φθορά, τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο καί τόν διάβολο. Αὐτοί εἶναι οἱ μεγαλύτεροι τύραννοι τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστός, «ὁ ἀνεύθυνος καί ἀναμάρτητος», ἀπέδωσε ὅλη τήν ὀφειλή «ὡς ὑπεύθυνος» καί ὁδήγησε τόν ἄνθρωπο στήν ἐξ ἀρχῆς χάρη τῆς βασιλείας. Ὁ Χριστός μέ τά ζωοποιά Πάθη Του προσέφερε φάρμακο θεραπευτικό στό ἀνθρώπινο γένος, καί ἔτσι τά ζωοποιά Πάθη τοῦ Χριστοῦ θεραπεύουν τά δικά μας φθοροποιά παθήματα. Ὁ ἀρχιερεύς μετά τήν εἲσοδο στόν Ναό ἀνέρχεται στόν θρόνο. Καί αὐτό δείχνει τήν εἰς τούς οὐρανούς ἄνοδο τοῦ Μεγάλου ᾽Αρχιερέως Χριστοῦ καί τήν ἀποκατάστασή Του στόν ὑπερουράνιο θρόνο.
Ἡ εἲσοδος ὅλου τοῦ λαοῦ μαζί μέ τόν ἱεράρχη δείχνει τήν ἐπιστροφή τῶν ἀπίστων ἀπό τήν ἄγνοια καί τήν πλάνη στήν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ, καθώς ἐπίσης καί τήν μετάθεση τῶν πιστῶν ἀπό τήν ἀγνωσία στήν ἀρετή καί τήν γνώση. Συγχρόνως δείχνει καί τήν ἐπιστροφή ἡμῶν τῶν πιστῶν ἀπό τήν ἀθέτηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί τήν διά τῆς μετανοίας διόρθωση ἀπό τόν ἀκόλαστο καί ἀσχήμονα βίο. Ὁ ἄνθρωπος πού ἁμαρτάνει καί διαπράττει τά πάθη μέ τόν προσωπικό του ἀγώνα ἐπιστρέφει στήν ἀρετή, πού δηλώνεται μέ τήν εἴσοδο στήν ᾽Εκκλησία.
Ἡ ἀνάγνωση «τῶν ἱερῶν βιβλίων», ἡ ἀνάγνωση τῶν Ἁγίων Γραφῶν, δηλώνει τίς βουλήσεις καί τά θελήματα τοῦ Θεοῦ. Μέ ὅσα ἀναγινώσκουμε λαμβάνουμε τίς ὑποθῆκες τῶν πρακτέων, τά ὁποῖα πρέπει νά πραγματοποιήσουμε ἀνάλογα μέ τήν δύναμή μας. Μαθαίνουμε τούς νόμους τῶν μακαρίων ἀγώνων διά τῶν ὁποίων θά ἀποκτήσουμε νομίμως τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ πνευματική τερπνότητα τῶν θείων ἀσμάτων δηλώνει τήν ἡδονή τῶν θείων ἀγαθῶν. Αὐτή ἡ ἡδονή ἀνακινεῖ τίς ψυχές πρός τόν ἀκήρατο καί μακάριο ἔρωτα τοῦ Θεοῦ καί τίς ἐγείρει πρός τό μίσος ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας.
Οἱ προτροπές γιά τήν εἰρήνη πού δίνονται μέσα στό Ἱερό Βῆμα μέ ὁρισμό τοῦ ἀρχιερέως ἔπειτα ἀπό κάθε ἀνάγνωσμα φανερώνουν ὅτι ὁ Θεός δέχεται τούς ἀγῶνες ἐκείνων πού ἀγωνίζονται μέ νόμιμη ἄθληση καί προσφέρει τήν εἰρήνη, πού διαλύει τίς ἀόρατες συμπλοκές καί καταργεῖ τό σῶμα τῆς ἁμαρτίας, προσφέροντας συγχρόνως στούς ἁγίους πού ἀγωνίσθηκαν στούς ἀγῶνες ὑπέρ τῆς ἀρετῆς τήν χάρη τῆς ἀπαθείας. Μέ αὐτόν τόν τρόπο κατευθύνουν τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς στήν ἐργασία τῶν ἀρετῶν.
Μετά τίς ἀντιφωνήσεις γιά τήν εἰρήνη ἀναγινώσκεται τό θεῖο καί ἅγιο Εὐαγγέλιο. Σκοπός εἶναι νά εἰσηγηθῆ στούς σπουδαίους, στούς ἀγωνιζομένους, τήν κακοπάθεια ὑπέρ τοῦ λόγου. Μέ αὐτήν τήν κακοπάθεια ὁ Λόγος τῆς γνωστικῆς θεωρίας σάν ᾽Αρχιερεύς ἐπιδημεῖ ἀπό τόν οὐρανό σ᾿ αὐτούς καί συστέλλει τό φρόνημα «ὥσπερ τινά κόσμον αἰσθητόν». ᾽Απωθεῖ τούς γηΐνους λογισμούς καί τούς φέρνει στήν ἐποψία τῶν νοητῶν, ἀφοῦ κλείση τίς θύρες, δηλαδή τίς αἰσθήσεις. Μέ αὐτήν τήν λεγομένη ἡσυχαστική κίνηση, τήν ἐπιστροφή τοῦ νοῦ μέσα στήν καρδιά καί τήν ἕνωσή του μέ τόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος γίνεται υἱός κατά Χάριν τοῦ Θεοῦ, ὅπως θά μᾶς ἀναλύση στήν συνέχεια.
Ἡ δεύτερη κίνηση πού φαίνεται στήν θεία Λειτουργία εἶναι ἡ ἐσχατολογική, ἡ ὁποία εἶναι συνέχεια τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας. Τό ἐσχατολογικό βιώνεται ἀπό τώρα στήν θεία Λειτουργία.
Ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐξηγεῖ ὅτι ἡ ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου δηλώνει τήν συντέλεια τοῦ κόσμου. Μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου ὁ ᾽Αρχιερεύς κατέρχεται ἀπό τόν θρόνο του, γίνεται ἡ ἀπόλυση τῆς Λειτουργίας τῶν Κατηχουμένων, ἐξέρχονται οἱ Κατηχούμενοι ἀπό τόν Ναό, ἀλλά καί ὅσοι εἶναι ἀνάξιοι «τῆς θείας τῶν δειχθησομένων μυστηρίων θεωρίας». ᾽Από αὐτό τό χωρίο φαίνεται πώς ἐξέρχονταν τοῦ Ναοῦ ὄχι μόνον οἱ Κατηχούμενοι, ἀλλά καί οἱ Χριστιανοί πού ἦταν ἀνάξιοι τῆς θεωρίας τῶν θείων Μυστηρίων. Αὐτή ἡ πράξη δείχνει ὅτι τό Εὐαγγέλιο ἔχει κηρυχθῆ σέ ὅλον τόν κόσμο καί ἔρχεται ἡ κρίση. Τότε διά τῶν ἁγίων Του ἀγγέλων θά χωρίση τούς πιστούς ἀπό τούς ἀπίστους, τούς δικαίους ἀπό τούς ἀδίκους καί τούς ἁγίους ἀπό τούς ἁμαρτωλούς. Θά δώση δικαία ἀμοιβή στόν καθένα ἀνάλογα μέ τήν ζωή του.
Τό κλείσιμο τῶν θυρῶν μετά τήν ἔξοδο τῶν Κατηχουμένων δείχνει τήν πάροδο τῶν ὑλικῶν καί τήν εἲσοδο τῶν ἀξίων στόν νοητό κόσμο, στόν νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ. ᾽Ακόμη φανερώνει τήν τελεία ἀποβολή τῆς ἀπάτης πού γίνεται μέ τίς αἰσθήσεις.
Ἡ εἲσοδος τῶν σεπτῶν Μυστηρίων εἶναι ἀρχή καί προοίμιο τῆς καινούριας διδασκαλίας περί τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ καί ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας, πού εἶναι κρυμμένο στά ἄδυτα τῆς θείας κρυφιότητος.
Ὁ πνευματικός ἀσπασμός πού γίνεται πρίν τήν μεταβολή τῶν Τιμίων Δώρων προτυπώνει καί προδιαγράφει τήν ὁμόνοια καί ὁμογνωμοσύνη καί λογική ταυτότητα κατά τόν καιρό τῆς ἀποκαλύψεως τῶν μελλόντων ἀρρήτων ἀγαθῶν. Ἄλλωστε, τό στόμα εἶναι σύμβολο τοῦ λόγου. Καί ὅσοι κοινωνοῦν τοῦ Λόγου, ἔχουν κοινωνία μέ ὅλα καθώς ἐπίσης καί μέ τόν Λόγο, πού εἶναι ὁ αἲτιος κάθε λόγου.
Ἡ ὁμολογία τοῦ θείου συμβόλου τῆς πίστεως προσημαίνει τήν μυστική εὐχαριστία πού θά κάνουμε στόν μέλλοντα αἰώνα. Μέ τήν εὐχαριστία αὐτή οἱ ἀξιωθέντες τῶν ἀγαθῶν ἐκείνων θά εὐγνωμονοῦν τόν Θεό γιά τήν μεγάλη δωρεά.
Ἡ τριπλή ἀναφώνηση τοῦ «ἁγιασμοῦ τῆς θείας ὑμνολογίας», δηλαδή ἡ ψαλμωδία «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος», δείχνει τήν ἕνωση καί τήν ἰσοτιμία μέ τίς ἀσώματες δυνάμεις, μέ τούς ἀγγέλους, πού θά φανῆ στό μέλλον. Τότε θά διδαχθῆ ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων νά ὑμνῆ καί νά ἁγιάζη τήν μία τρισυπόστατη θεότητα.
Ἡ παναγία καί σεπτή ἐπίκληση τοῦ μεγάλου καί μακαρίου Θεοῦ, δηλαδή ἡ ἐκφώνηση τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», εἶναι σύμβολο τῆς ἐνυποστάτου καί ἐνυπάρκτου υἱοθεσίας, πού δίδεται κατά τήν δωρεά καί τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέ αὐτήν ὅλοι οἱ ἅγιοι, πού ἀπό τήν ζωή αὐτή στόλισαν τόν ἑαυτό τους μέ τίς ἀρετές, θά γίνουν υἱοί Θεοῦ καί θά ἀποκτήσουν τήν κατά Χάριν υἱοθεσία.
Ἡ ὁμολογία ὅλου τοῦ λαοῦ στό τέλος τῆς μυστικῆς ἱερουργίας «εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος…» δηλώνει τήν ὑπέρ λόγο καί νοῦ συναγωγή καί ἕνωση «πρός τό ἕν τῆς θείας ἁπλότητος κρύφιον γενησομένην τῶν μυστικῶς τε καί σοφῶς κατά Θεόν τετελεσμένων» στόν ἄφθαρτο αἰώνα τῶν νοητῶν.
Ἡ μετάληψη τῶν ἁγιασμάτων εἶναι μέθεξη τῆς θείας ζωῆς, καί δι᾿ αὐτοῦ τοῦ τρόπου μποροῦν καί οἱ ἄνθρωποι νά κληθοῦν κατά Χάριν θεοί, ἐπειδή γέμισαν ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ἡ προτροπή τοῦ ᾽Αρχιερέως ἤ τοῦ Ἱερέως, «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε», δείχνει τίς τρεῖς τάξεις τῶν σωζομένων. Στήν πρώτη κατηγορία (μετά φόβου) ἀνήκουν οἱ δοῦλοι, πού ἐργάζονται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀπό φόβο. Στήν δεύτερη κατηγορία (μετά πίστεως) ἀνήκουν οἱ μισθωτοί πού ἀπό τόν πόθο τῶν μελλόντων ἀγαθῶν βαστάζουν μέ ὑπομονή τό βάρος καί τόν καύσωνα τῆς ἡμέρας, δηλαδή τήν θλίψη ἀπό τήν προπατορική καταδίκη, πού εἶναι συνεζευγμένη μέ τήν παροῦσα ζωή καί τούς πειρασμούς γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς. Καί στήν τρίτη κατηγορία (καί ἀγάπης) συγκαταλέγονται οἱ υἱοί τοῦ Θεοῦ, αὐτοί πού δέν χωρίζονται ἀπό τόν Θεό ποτέ, ἀλλά ἀγωνίζονται νά διατηροῦν αὐτήν τήν σχέση καί ἑνότητα, καί δέν τό κάνουν ἀπό τόν φόβο τῶν ἀπειλῶν, οὔτε ἀπό τόν πόθο τῶν ἐπηγγελμένων, «ἀλλά τρόπῳ καί ἕξει τῆς πρός τό καλόν κατά γνώμην τῆς ψυχῆς ῥοπῆς τε καί διαθέσεως».
Ἔτσι, μέ αὐτήν τήν ἑρμηνεία, ἡ θεία Εὐχαριστία δείχνει ὅλη τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν μέθεξη τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν καί τήν μετοχή του στόν μέλλοντα ἄληκτο αἰώνα. Ὑπάρχει μιά πρόγευση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἀπό τώρα. Ὅπως ἡ Παλαιά Διαθήκη ἦταν τύπος τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἔτσι ἡ Καινή Διαθήκη, ὅπως ἐκφράζεται στήν θεία Λειτουργία εἶναι τύπος καί εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν πρώτη φορά τό συνειδητοποίησα αὐτό, ὅτι δηλαδή ἡ τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας φανερώνει τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν οὐράνια θεία Λειτουργία, πού γίνεται στόν οὐρανό καί θά τελῆται αἰωνίως μετά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Θεοῦ, τότε αἰσθανόμουν διαφορετικά τήν θεία Λειτουργία καί μοῦ ἔδινε ἰδιαίτερη ἔμπνευση.
Ἡ τρίτη κίνηση εἶναι ἡ τελείωση τῆς ψυχῆς διά τῆς γνώσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ εἴσοδος τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μέσα στό θυσιαστήριο τῆς καρδίας, πρόκειται γιά τήν ἐσωτερική θεία Λειτουργία.
Ἔχουμε ἤδη ἐντοπίσει ὅτι ἐκτός ἀπό τό κτίσμα τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ ὑπάρχει καί ὁ πνευματικός ναός, πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπό σῶμα καί ψυχή. Καί ἐκτός ἀπό τήν θεία Εὐχαριστία-Λειτουργία πού γίνεται στόν Ναό ὑπάρχει καί ἡ θεία Λειτουργία πού γίνεται μέσα στήν καρδία τοῦ ἀνθρώπου.
Ἔτσι, συμπλέκεται ἡ θεία Λειτουργία στόν Ναό μέ τήν θεία Λειτουργία στήν καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ λογική λατρεία συνδέεται στενά μέ τήν νοερά λατρεία. Ἑπομένως, οὔτε ἡ λογική λατρεία γίνεται ἐγκεφαλικά καί ψυχολογικά, ἀποκοπτομμένη ἀπό τήν ἐσωτερική λατρεία, ἀλλά οὔτε καί ἡ νοερά λατρεία ἀποκόπτεται ἀπό τήν λατρεία πού γίνεται στόν Ναό. Ἄς τό δοῦμε αὐτό ἀναλυτικότερα.
Ἡ εἴσοδος στόν Ναό δηλώνει τήν ἀπομάκρυνση τῆς ψυχῆς «ἀπό τῆς ἔξωθεν τῶν ὑλικῶν πλάνης καί ταραχῆς». Οἱ φιλόσοφοι τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, πού ὀνομάζονται ἀπό τόν ἅγιο Μάξιμο ἄσοφοι σοφοί, ἒλεγαν ὅτι ἡ θεωρία τοῦ Θεοῦ ἔρχεται διά τῆς ὁράσεως τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων. Ὅμως ἡ θεωρία στήν ᾽Ορθόδοξη ᾽Εκκλησία ἔχει ἄλλη ἔννοια καί σημασία. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ ὅραση τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων, γιατί στά αἰσθητά καί ὑλικά πράγματα ὑπάρχει ἕνας διαρκής καί ἀσταμάτητος πόλεμος καί τό ἕνα καταστρέφει τό ἄλλο. Ποτέ δέν ὑπάρχει τό ἄμαχο καί ἀστασίαστο. Ἡ ψυχή διά τῆς φυσικῆς θεωρίας, πού εἶναι ὁ φωτισμός τοῦ νοός στήν θεολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου καί ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, εἰσέρχεται μέσα της σάν σέ ᾽Εκκλησία. Αὐτή ἡ ἐπιστροφή τῆς ψυχῆς γίνεται μετά λόγου καί ὑπό τοῦ Λόγου, τοῦ μεγάλου καί ἀληθινοῦ Θεοῦ. ᾽Εκεῖ ἀπαλλάσσεται ἀπό κάθε ταραχή καί ἀποκτᾶ βαθυτάτη εἰρήνη. Τότε διδάσκεται τούς λόγους τῶν ὄντων. Αὐτό δηλώνει ἡ ἀνάγνωση τῶν θείων ἀναγνωσμάτων τοῦ νόμου καί τῶν προφητῶν. Ἡ εἰρήνη συνδέεται μέ τήν θεία καί διάπυρη κατά Θεόν ἔφεση.
Αὐτή εἶναι ἡ ἡσυχαστική κίνηση τῆς ψυχῆς. ᾽Αποσπᾶται ὁ νοῦς καί ἐλευθερώνεται ἀπό τήν περιπλάνησή του στά αἰσθητά καί κτιστά πράγματα, εἰσέρχεται μέσα στήν καρδιά καί ἐκεῖ βρίσκει τήν φυσική του κατάσταση, ἀποκτᾶ τήν εἰρήνη. Μέ αὐτήν τήν κίνηση μεταβαίνει στήν μόνη κορυφή, πού εἶναι τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, ὅπου συναντᾶ τούς λόγους τῆς προνοίας καί τούς λόγους τῶν ὄντων. Ἔπειτα, ὅπως ὁ ἀρχιερεύς κατεβαίνει ἀπό τόν θρόνο, ἔτσι ἀξιώνονται οἱ φιλόθεοι νά δοῦν μέ τούς ὀφθαλμούς τοῦ ἀρεμβάστου νοός τόν ἲδιο τόν Λόγο καί Θεό. Καί μέ αὐτόν τόν τρόπο διακρίνονται οἱ πιστοί ἀπό τούς κατηχουμένους. Κατηχούμενοι, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος, εἶναι αὐτοί πού ἐντρυφοῦν στήν αἴσθηση καί κατέχονται ἀπό τούς φαντασιουμένους λογισμούς, οἱ ὁποῖοι συνδέονται μέ τήν αἲσθηση, ἐνῶ πιστοί εἶναι ὅσοι εἰσέρχονται στήν προοπτική τῆς θεωρίας.
Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἀξιώνεται νά δῆ τόν Λόγο, πού τήν ὁδηγεῖ στήν «ἄϋλον καί ἁπλῆν καί ἀναλλοίωτον καί θεοειδῆ, καί παντός ἐλευθέραν εἲδους καί σχήματος ἐπιστήμην τῶν νοητῶν». Διά τοῦ νοεροῦ ἀσπασμοῦ ἡ ψυχή ἔρχεται στόν Λόγο, ἀφοῦ συγκεντρώσει τούς «περί ἑαυτήν» λόγους τῆς σωτηρίας, καί ὁ Λόγος τήν διδάσκει νά τό ὁμολογῆ εὐχαρίστως διά τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως.
᾽Αφοῦ ἡ ψυχή περιλάβη τούς λόγους τῶν αἰσθητῶν καί τῶν νοητῶν, ὁδηγεῖται στήν γνώση τῆς ἀποκαλυπτικῆς θεολογίας. Τότε ἡ ψυχή διδάσκεται, ὅσο εἶναι δυνατόν, ἕνα Θεό, μία οὐσία, τρεῖς ὑποστάσεις, μονάδα οὐσίας τρισυπόστατη καί τριάδα ὁμοούσια ὑποστάσεων, «μονάδα ἐν τριάδι καί τριάδα ἐν μονάδι». Γιατί δέν ἔχει μερισθῆ ἡ μονάδα στίς ὑποστάσεις, οὔτε ἔχουν συντεθῆ οἱ ὑποστάσεις σέ μονάδα. Ὁ Θεός παραμένει μονάς παρά τό τριαδικό Του καί εἶναι Τριάς παρά τό ὅτι εἶναι ἕνας. Ἡ Ἁγία Τριάς τῶν ὑποστάσεων εἶναι ἀσύγχυτη ὡς πρός τήν οὐσία καί ἡ ἁγία Μονάς εἶναι τριάς ὡς πρός τίς ὑποστάσεις καί τόν τρόπο ὑπάρξεως. Κατά τόν χαρακτηριστικό λόγο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἡ κεκαθαρμένη ψυχή, ὅταν ὁδηγῆται στήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ ὁρᾶ μία καί μόνη, ἀδιαίρετη καί ἀσύγχυτη καί ἁπλή καί ἀμείωτη καί ἀπαράλλακτη θεότητα, «μονάδα κατά τήν οὐσίαν ὅλην ὑπάρχουσαν, καί ὅλην τριάδα τήν αὐτήν ταῖς ὑποστάσεσι, καί μίαν ἑνός τρισσοφαοῦς ἀκτῖνα φωτός μονοειδῶς ἐπιλάμπουσαν».
Τότε ἡ ψυχή ὁδηγεῖται στήν κατά Χάριν υἱοθεσία. Καί αὐτό ἔχει σάν ἀποτέλεσμα ἡ ψυχή νά μή θέλη πιά νά ἀνήκη στόν ἑαυτό της, παρά μόνον νά θέλη νά προσφερθῆ ὁλοκληρωτικά στόν Θεό καί νά ἀνήκη ἀποκλειστικά σ᾽ Αὐτόν.
Μέ αὐτήν τήν ἀνάλυση τῆς θείας Λειτουργίας πού γίνεται ἀπό τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή φαίνεται ὁ τρόπος πού διαθέτει ἡ ᾽Ορθόδοξη Ἐκκλησία γιά τήν ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό καί τήν μέθεξη τῆς κατά Χάριν υἱοθεσίας, τήν μέθεξη τῆς θεώσεως.
Ἡ ψυχή συνάγεται ἀπό τήν ὑποδούλωση στά αἰσθητά, ἐλευθερώνεται ἀπό τήν κυριαρχία τους, συνάγεται στόν ἑαυτό της, ὁ νοῦς φωτίζεται καί βλέπει τούς λόγους τῶν ὄντων, στήν συνέχεια ἀνέρχεται στήν θεοπτία, καί ἐκεῖ γνωρίζει τό Τρισυπόστατο τοῦ Θεοῦ, βλέπει, ὅσο εἶναι δυνατόν, τήν Ἁγία Τριάδα, φυσικά ὄχι τήν ἀκήρατη οὐσία, ἀλλά τήν ἄκτιστη ἐνέργειά Της. Γι᾿ αὐτό ἡ ὀρθόδοξη θεολογία συνδέεται μέ τήν ἄσκηση, τήν λεγομένη ἡσυχαστική μέθοδο. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἡ ψυχή τελειοῦται καί βιώνει τήν μυστική θεία Εὐχαριστία.
Ἑπομένως, ἡ θεία Λειτουργία δείχνει τίς τρεῖς κινήσεις, δηλαδή τήν κίνηση τοῦ Θεοῦ πρός τόν κόσμο πού ἔγινε μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τήν κίνηση τῶν ἀνθρώπων πρός τήν μέλλουσα ζωή, στήν οὐράνια θεία Λειτουργία, καί τήν κίνηση τοῦ νοῦ ἀπό τόν ἔξω κόσμο μέσα στόν ναό καί τό θυσιαστήριο τῆς καρδίας. Ἔτσι, συμπλέκεται τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, μέ τό μυστήριο τῆς ἐσχατολογίας καί τό μυστήριο τῆς νοερᾶς καρδιακῆς θείας Λειτουργίας.
Πρόκειται γιά μιά καταπληκτική σύλληψη τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, πού συνδέει τήν θεολογία μέ τήν ἱστορία, τήν ἱστορία μέ τήν ἐσχατολογία, καί τήν θεία Λειτουργία στόν Ναό μέ τήν ἡσυχαστική νοερά λειτουργία στήν καρδιά.
3. Ἀνακεφαλαίωση καί προτροπές
Στό τέλος τῆς «Μυσταγωγίας» ὁ ἅγιος Μάξιμος κάνει μιά ἀνακεφαλαίωση τῶν ὅσων εἶπε προηγουμένως, τήν ὁποία συνδέει μέ διάφορες προτροπές γιά νά εἰσέρχωνται οἱ Χριστιανοί στόν Ἱερό Ναό καί νά μετέχουν τῆς θείας Εὐχαριστίας.
Ἀναφερόμενος στόν ἃγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, γράφει ὃτι προέτρεπε τούς πιστούς νά σχολάζουν καί νά παραμένουν στήν ᾽Εκκλησία, στόν Ἱερό Ναό, καί νά μή λείπουν ἀπό τίς τελούμενες ἱερές συνάξεις μέσα στήν ᾽Εκκλησία. Μάλιστα, ἒλεγε ὅτι οἱ ἄγγελοι καταγράφουν αὐτούς πού εἰσέρχονται μέσα στόν Ναό, τούς ἐμφανίζουν στόν Θεό καί προσεύχονται γι᾿ αὐτούς. ᾽Ακόμη μέσα στόν Ναό, ἰδιαιτέρως κατά τήν ὥρα τῆς ἁγίας Συνάξεως, ὑπάρχει ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία μεταβάλλει τόν καθένα ἀνάλογα μέ τήν κατάστασή του καί τόν ὁδηγεῖ σ᾿ αὐτά πού συμβολίζουν τά ἱερά μυστήρια.
Πραγματικά, μέσα στόν Ναό ἰδιαιτέρως κατά τήν ὥρα τῆς θείας Εὐχαριστίας γίνεται ἡ ἀλλοίωση τῆς ψυχῆς τοῦ Χριστιανοῦ. Μέ τήν πρώτη εἴσοδο φανερώνεται ἡ ἀποβολή τῆς ἀπιστίας καί ἡ αὔξηση τῆς πίστεως, ἡ μείωση τῆς κακίας, ἡ ἐπίδοση τῆς ἀρετῆς, ὁ ἐξαφανισμός τῆς ἀγνοίας καί ἡ προσθήκη τῆς γνώσεως. Μέ τήν ἀκρόαση τῶν θείων λόγων δηλώνονται οἱ μόνιμες καί ἀμετάθετες ἕξεις καί διαθέσεις τῆς πίστεως, τῆς ἀρετῆς καί τῆς γνώσεως. Μέ τούς ὕμνους δηλώνεται ἡ συγκατάθεση τῆς ψυχῆς πρός τίς ἀρετές καί ἡ πνευματική καί νοερά ἡδονή πού προέρχονται ἀπό αὐτές. Μέ τήν ἀνάγνωση τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου δηλώνεται τό τέλος τοῦ σαρκικοῦ, χοϊκοῦ φρονήματος. Μέ τό κλείσιμο τῶν θυρῶν φανερώνεται ἡ ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς νά πορευθῆ ἀπό τόν φθαρτό πρός τόν νοητό κόσμο∙ κλείνει τίς αἰσθήσεις καί τίς καθαρίζει ἀπό τά εἲδωλα τῆς ἁμαρτίας. Μέ τήν εἲσοδο τῶν ἁγίων Μυστηρίων δηλώνεται ἡ τελεία καί νέα διδασκαλία καί γνώση πού προσφέρεται διά τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν ἀσπασμό φανερώνεται ἡ ὁμογνωμοσύνη καί ἡ ταυτότητα τῆς ἀγάπης, καθενός πιστοῦ μέ τόν ἑαυτό του, τούς ἄλλους καί τόν Θεό. Μέ τό Σύμβολο τῆς Πίστεως δηλώνεται ἡ εὐχαριστία μας γιά τήν σωτηρία. Μέ τόν τρισάγιο ὕμνο φανερώνεται ἡ ἕνωση καί ἰσοτιμία μέ τούς ἀγγέλους. Μέ τήν προσευχή «πάτερ ἡμῶν» δηλώνεται ἡ κατά Χάριν υἱοθεσία μας. Μέ τό «εἷς ἅγιος… » δηλώνεται ἡ Χάρη πού μᾶς ἑνώνει μέ τόν Θεό. Ἡ μετάληψη τῶν Τιμίων Δώρων δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀξιώθηκε νά γίνη κατά Χάριν Θεός.
Ἡ μέθεξη τῆς θείας Χάριτος καί ἡ κατά Χάριν υἱοθεσία μας εἶναι ἀπαραίτητα γιατί, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος, ὅσα δῶρα λάβει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν παροῦσα ζωή διά τῆς ἐν Χάριτι πίστεως, αὐτά θά λάβη καί στήν μέλλουσα ζωή ἀληθινά.
Καί μετά ἀπό αὐτήν τήν ἀνάλυση ὁ ἅγιος προτρέπει νά μή λείπουμε ποτέ ἀπό τόν Ἱερό Ναό, ἰδιαιτέρως ἀπό τήν Ἱερά Σύναξη, δηλαδή τήν τέλεση τῆς ἀναιμάκτου Μυσταγωγίας .
Ἑπομένως, ὅταν εἰσερχόμαστε στόν Ἱερό Ναό γιά νά συμμετάσχουμε στήν θεία Λειτουργία, πρέπει νά αἰσθανόμαστε ὅτι ὅλη αὐτή ἡ κίνηση εἶναι κατ’ ἐξοχήν θεολογική. Ὁμολογοῦμε τήν πίστη μας στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ζοῦμε τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας καί αἰσθανόμαστε, ἀνάλογα μέ τήν πνευματική μας κατάσταση, τήν οὐράνια θεία Λειτουργία. Δηλαδή, συνδέεται ὁ Ἱερός Ναός μέ τήν Ἐκκλησία καί τήν θεία Λειτουργία.
Ὅμως αὐτό μπορεῖ κανείς νά τό αἰσθανθῆ, ἀνάλογα μέ τήν κίνηση τοῦ νοῦ πρός τήν καρδιά, δηλαδή τήν ἀπομάκρυνση τοῦ νοῦ ἀπό τό περιβάλλον, τά πάθη καί τήν λογική, καί τήν εἴσοδό του στόν ἐσωτερικό ναό, στόν λεγόμενο «ἔσω ἄνθρωπο», στόν «κρυπτό τῆς καρδίας ἄνθρωπο», ἐκεῖ πού ὑπάρχει τό πραγματικό θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἁγιάζεται ὁ Θεός. Σέ αὐτό τό θέμα ἀναφέρονται ὅλες οἱ ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καί τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου.
Δυστυχῶς, ὑπάρχουν θεολόγοι πού μιλοῦν μόνον γιά τήν πρώτη κίνηση, δηλαδή τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, ἤ μόνον γιά τήν ζωή τῶν ἐσχάτων, καί ἀγνοοῦν παντελῶς ἤ περιφρονοῦν τήν ἡσυχαστική παράδοση καί τήν νηπτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας.
Κατά συνέπειαν, ὑπάρχει ὁ εὐλογημένος Ἱερός Ναός, ὅπου τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία, ὑπάρχει ἡ θεία Λειτουργία πού εἶναι σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς, ἀλλά αὐτό τό βιώνει ὁ ἄνθρωπος, ἀνάλογα μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς ἐσωτερικῆς ἐν τῇ καρδίᾳ νοερᾶς λειτουργίας.
Ἔτσι, ἡ θεία Λειτουργία καί ὁ Ναός εἶναι κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ κόσμος τοῦ κόσμου, ἡ ὡραιότης τῶν πάντων. Μέ αὐτό τό πνεῦμα λέγεται ἀπό τούς Ἀποστολικούς Πατέρες ὅτι ὁ Χριστός δέν ἵδρυσε τήν Ἐκκλησία γιά νά βοηθήση τόν κόσμο, ἀλλά ὁ κόσμος δημιουργήθηκε γιά νά γίνη Ἐκκλησία καί θεία Λειτουργία καί νά ὑμνῆται ὁ Θεός.
Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ μεγάλος αὐτός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, νά μᾶς ἐμπνέη, νά μᾶς καθοδηγῆ καί νά προσεύχεται γιά μᾶς νά ἀποκτήσουμε γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα.
naypaktou_dimitria2 naypaktou_dimitria1 naypaktou_dimitria4 naypaktou_dimitria3 naypaktou_dimitria5 naypaktou_dimitria10 naypaktou_dimitria8 naypaktou_dimitria7 naypaktou_dimitria9

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου