Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

Ο Γέροντας Μου Ισαάκ Ο Λιβανέζος – Μέρος Γ´

ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΝ ΣΤΑΘΜΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΔΡΥΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΠΩΓΩΝΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΚΟΝΙΤΣΗΣ
ΜΕΡΟΣ Γ´

Π. ΙΩΗΛ – ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΕΚΤΗ: Πῆτε μας τώρα ὅ,τι ἐπιτρέπεται ἀπό τήν ζωή τοῦ Κελλιοῦ σας στήν Καψάλα. Ποιό ἦταν τό πρόγραμμά σας καθώς ἐπίσης καί ἐάν ὑπάρχουν κάποια περιστατικά πού αὐθορμήτως ὁ Γέροντάς σας ξεδίπλωνε τήν ἀγάπη του καί τήν ἐν γένει ἐμπειρία καί ἀρετή του πού ἔκρυβε μέσα στήν καρδιά του.
Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ: Γιά τό πρόγραμμα, ὅπως καταλαβαίνετε, εἶναι λεπτή ἡ θέσις μας. Ἄς μή ποῦμε συγκεκριμένα τό τυπικό, κλπ.
Πάντως, σέ γενικές γραμμές, μέναμε ἀρκετές ὧρες στά κελλιά μας γιά νά λέμε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ. Ὑπῆρχε ὁ κανόνας μέ τά λεγόμενα »σταυρωτά» κομβοσχοίνια, τίς μετάνοιες καί ἐπί πλέον πολλά ἄλλα ἐλεύθερα ἤ καί σταυρωτά κομβοσχοίνια γιά τόν ἑαυτό μας, γιά τούς ζῶντες, γιά τούς κεκοιμημένους, κλπ. Ἐπίσης, στά κελλιά μας κάναμε κομβοσχοίνι στούς Ἁγίους τῆς κάθε ἡμέρας, μελέτη βιβλίων, ἀνάγνωσι τοῦ Ψαλτηρίου, κλπ. Ἐκάναμε ὅλες τίς ἀκολουθίες τῆς ἡμέρας στό παρεκκλήσι.
Ὅταν ἤμαστε δόκιμοι, ὁ Γέροντας προσάρμοζε τό τυπικό τοῦ Κελλιοῦ στήν ἰδική μας ἀνάγκη καί ἀδυναμία. Μᾶς ἔμαθε σωστά νά χειριζώμαστε τά ἱερά βιβλία καί νά ὠφελούμεθα ἀπό αὐτά, νά ψάλλωμε τά βασικά, νά ξελειτουργοῦμε σωστά τόν ἱερέα, κλπ.
Βέβαια, σέ ὅλα αὐτά μᾶς βοηθοῦσε πρόθυμα ὁ ἀγαπητός παραδελφός μας π. Εὐθύμιος, πού εἶναι τώρα ὁ Γέροντας τῆς Καλύβης.
Λειτουργίες ἐκάναμε συχνά.
Γενικῶς, τό πρόγραμμα ἦτο ἄκρως καλογερικό. Τά πρωϊνά συνήθως κάναμε ἐργόχειρο ἤ κάποιες δουλειές. Γενικῶς, ὑπῆρχε πολύ καλή ἰσορροπία.
Ὁ π. Ἰσαάκ ἦτο πιστός τηρητής τοῦ προγράμματος. Μοῦ ἔλεγε γιά παράδειγμα: «Στίς τρεῖς παρά δέκα θά χτυπήσης γιά ἑσπερινό. Καί στίς τρεῖς θά βάλω »εὐλογητός ὁ Θεός»». Εἶχε φοβερή τάξι καί συνέπεια σέ ὅλα καί αὐτό μᾶς βοηθοῦσε ἀφάνταστα.
Ἄς μή ποῦμε ἄλλες λεπτομέριες ἐπ᾽ αὐτοῦ. Τό μόνο πού εὐγνωμόνως ἀναφέρω εἶναι ὅτι καί μέχρι τήν σήμερον, μέ τίς εὐχές τῶν Γερόντων, προσπαθῶ νά τηρῶ καί νά ἐφαρμόζω αὐτό τό τυπικό καί νά ἐμφοροῦμαι ἀπό τό πνεῦμα πού μοῦ ἐδίδαξε καί μετέδωσε ὁ Γέρων Ἰσαάκ στό Ἅγιον Ὄρος. Αὐτό τό τυπικό κατά περιστάσεις μοῦ τό προσήρμοσε στά δεδομένα τοῦ Μοναστηριοῦ μου στήν Φθιώτιδα, ὅπου δι᾽ εὐχῶν τῶν Γερόντων εὑρίσκομαι ἤδη εἴκοσι τρία χρόνια…!
Μοῦ ἐτόνιζε: «Νά κρατήσης τόν μοναχό. Ἐάν ὁ ἱερομόναχος εἶναι σωστός μοναχός μετά εἶναι εὔκολο νά εἶναι καί σωστός ἱερέας».
Ἄλλωστε, καί ὁ ἴδιος, ἄν καί ἦτο ἄριστος λειτουργός μέ πλούσια ποιμαντική δρᾶσι, χωρίς νά ἀγνοῆ τό ἀνυπέρβλητο μεγαλεῖο τῆς ἱερωσύνης, πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἠσθάνετο μοναχός, καί μάλιστα ἡσυχαστής, ἐραστής τῆς νοερᾶς προσευχῆς καί τῆς νήψεως.
Τώρα, γιά τό δεύτερο σκέλος τῆς ἐρωτήσεώς σας λέμε τά ἑξῆς γενικά γιά τήν προσωπικότητα, τήν τακτική τοῦ Γέροντα καί θά ἀναφέρωμε καί κάποια λίγα περιστατικά ἀπό τήν ζωή του.
Π. ΙΩΗΛ: Σᾶς ἀκοῦμε μετά ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος.
Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ: Κατ᾽ ἀρχάς, νά τονίσωμε ὅτι προσπαθοῦσε νά κρύβη τό μέγεθος τῆς ἀγάπης του πρός τούς ὑποτακτικούς, τούς μοναχούς καί πρός ὅλον τόν κόσμο. Ὅμως ὁ ἔνθεος καί πλούσιος συναισθηματισμός του, ἡ ψυχοσύνθεσίς του καί κυρίως τό περίσσευμα τῆς ἀγάπης του ἦσαν τόσο μεγάλα, πού δέν ἦταν δυνατόν συχνά-πυκνά νά μήν ἐκδηλώνωνται μέ πολλούς τρόπους. Συνήθως ἐξέπεμπε στοργή, τρυφερότητα, παράκλησι, κλπ. Κάποιες ὅμως φορές, λόγῳ τῆς στενοχώριας του ὅταν μπλόκαρα ἀπό τά πάθη μου, τόν ὀρθολογισμό μου, τόν Διάβολο, κλπ., αὐτή ἡ ἴδια ἀγάπη ἐνεργοῦσε ὡσεί »φερομένη βιαία πνοή», δηλαδή φωνή, παρατήρησι, πόνο, ἀγωνία, κλπ.
Μία φορά, ὅταν μέ μάλωσε πολύ, μετά ἐστενοχωρεῖτο. Ἀργότερα ὅμως ἦλθε καί μοῦ λέει: «Τό ἔκανα ἀπό τήν πολλή μου ἀγάπη». Τώρα ὅμως, μετά ἀπό τόσα χρόνια, πού κάνω τήν ἀποτίμησι, τελικά ἐκτιμῶ ὅτι τότε μέ μάλωσε πολύ λίγο σχετικά. Τελικά τότε ἐπειδή ἤμουν βραχυκυκλωμένος ἀπό διαφόρους ἐγκεφαλικούς λαβυρίνθους γι᾽ αὐτό καί δέν μποροῦσα ἀμέσως νά ἀποδώσω καί νά ἀνταποκριθῶ. Ὅμως εἶδα στήν πρᾶξι ὅτι συγκεντρωνόταν τότε μέσα μου ἀνεκμετάλλευτη δυναμική πνευματική ἐνέργεια, ἡ ὁποία δι᾽ εὐχῶν τοῦ Γέροντα λίγο ἀργότερα ἐξεδηλώθη σέ κινητική-παραγωγική. Καί φυσικά ὁ Γέροντας κατόπιν ἐχαίρετο γι᾽ αὐτό καί ἔλεγε μέ ἱκανοποίησι: «Τελικά, τίποτε δέν πάει χαμένο».
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἐκείνην τήν περίοδο τούς εἶχα ὅλους κουράσει μέ πολλές καί δύσκολες ἐρωτήσεις καί ὅτι μοῦ ἔκαναν πολλή ὑπομονή. Αὐτό ὅμως βγῆκε σέ μεγάλο καλό, γιατί, παρά τόν ἐμπαιγμό τοῦ Διαβόλου, πού μερικές φορές μέ ἐμπέρδευε τεχνηέντως, ἔπαιρνα ἀπό τόν Γέροντα καταπληκτικές ἀπαντήσεις σέ πλεῖστα ὅσα θέματα (δογματικά, θεολογικά, θεοδικίας, πνευματικά, κλπ.). Ἐδῶ ἐβοήθησε τά μέγιστα καί ὁ Γέρων Παΐσιος τοῦ ὁποίου οἱ ἀπαντήσεις ἦσαν μοναδικές.
Στό σημεῖο αὐτό, π. Ἰωήλ, ἄς ἀναφέρω ἐπιγραμματικά κάποια λίγα σχετικά περιστατικά στά ὁποῖα ὁ Γέροντας ξεδίπλωνε τό μοναχικό μεγαλεῖο καί τόν ἐν Χριστῷ πλοῦτο του.
Π. ΙΩΗΛ: Μέσῳ αὐτῶν ἀσφαλῶς καί θά τυπωθοῦν καλύτερα τά τοῦ Γέροντος Ἰσαάκ στίς καρδιές τῶν ἀκροατῶν μας.
Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ: Τό ἐλπίζω. Ἄξιον καί δίκαιον εἶναι νά ἀρχίσω μέ τήν πρώτη μου καί εὐθύς ἀμέσως νά ἀναφέρω τήν τελευταία μου συνάντησι μέ τόν μακαριστό Γέροντα.
Τήν πρώτη φορά στήν ζωή μου τόν συνάντησα στήν Καψάλα καί τοῦ εἶπα μεταξύ τῶν ἄλλων: »Γέροντα, ἀπό πολλούς πατέρες ἔχω ἀκούσει πολύ καλά λόγια γιά σᾶς». Ὦ τῆς ἀφελείας μου καί τῆς ἀπειρίας μου! Τό μόνο ἐλαφρυντικό πού ἔχω εἶναι ὅτι τότε ἤμουν εἴκοσι ἑνός ἐτῶν περίπου. Ἀμέσως τότε διέκρινα ὅτι, ὅταν τοῦ εἶπα τά προαναφερθέντα, αὐτομάτως ὁ Γέροντας ἔβγαλε δάκρυα πόνου, πού προσπάθησε νά μοῦ τά κρύψη. Γιά νά εἶμαι ἀκόμη πιό ἀκριβής, ἀνεστέναξε γιά τόν ἑαυτό του καί πληγώθηκε πάρα πολύ. Πῶς κάνουν συνήθως οἱ ἄνθρωποι ὅταν οἱ ἄλλοι τούς φέρωνται ἀχάριστα, ἄσχημα, προσβλητικά, μέ κακία, κλπ.; Ἔτσι, καί ἀκόμη περισσότερο, στενοχωρήθηκε ὁ Γέροντας.
Βέβαια, αὐτή ἡ θλῖψις τοῦ Γέροντα ἦτο ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, καρπός τῆς πλουτοποιοῦ ἐν Χριστῷ ταπεινώσεώς του, καί δέν ἔχει στήν οὐσία καμμία σχέσι μέ τίς ἄλλες στενοχώριες τῶν ἀνθρώπων πού προαναφέραμε. Τότε βέβαια, λόγῳ πνευματικῆς ἀνωριμότητος, δέν ἤμουν σέ θέσι νά ἐκτιμήσω πλήρως τήν σημασία τῶν λόγων τοῦ Γέροντα καί τήν ἐν γένει στάσι του. Ὅμως μοῦ ἔκανε πολύ καλή πρώτη ἐντύπωσι. Εἶχα ἕνα αἴσθημα χαρμολύπης. Χαρά, γιά τήν βαθειά καί ἀδιασάλευτη ταπείνωσι τοῦ Γέροντα καί λύπη, γιατί ἀναλογίσθηκα καί εἶπα στόν ἑαυτό μου: »Μέ γκάφα ξεκίνησα τήν γνωριμία». Ἀλλά εὐτυχῶς ἄλλαξα θέμα καί ξεπεράσθηκε γρήγορα.
Τό ἀντίστροφο τώρα συνέβη τήν τελευταία φορά πού συνάντησα τόν Γέροντα λίγα λεπτά πρίν τήν μακαρία του κοίμησι. Εἶχε βγῆ γιά λίγο ἀπό τό νοσοκομεῖο, ὅπου ἐνοσηλεύετο καί παρέμεινε γιά ἀνάρρωσι λίγες μόνο ἡμέρες στήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου στήν Μεταμόρφωσι Χαλκιδικῆς, ἀπ᾽ ὅπου ἐκ νέου θά ἔκανε εἰσαγωγή στό νοσοκομεῖο γιά περαιτέρω νοσηλεία.
Ἐκεῖ λοιπόν, στόν προαύλειο χῶρο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, κατά τήν τελευταία μας κατ᾽ ἰδίαν συζήτησι πού εἴχαμε, ὁ Γέροντας, κάθε λίγο, παρά τίς προηγηθεῖσες του ταλαιπωρεῖες λόγῳ τῆς ἀρρώστειας του καί τῆς ἐν γένει νοσηλείας του, ἔλεγε συχνά-πυκνά, ἐκ βάθους πανηγυριζούσης καρδίας, »Δόξα τῷ Θεῷ, δόξα τῷ Θεῷ!».
Κατά τά δέκα πέντε καί πλέον χρόνια πού τόν ἔζησα, προφανῶς τόν εἶχα ἀκούσει χιλιάδες φορές νά προφέρη πάντα πηγαῖα τό »Δόξα σοι ὁ Θεός». Ὅπως ὅμως τό ἔλεγε ἐλάχιστα λεπτά πρίν κοιμηθῆ, καί μάλιστα τόσο πυκνά, δέν τόν εἶχα ἀκούσει ποτέ.
Θά χρησιμοποιήσω μία φρᾶσι τοῦ ἰδίου τοῦ Γέροντα, πού ἐδῶ δέν ἦταν σχῆμα λόγου, ἀλλά ἐπληροῦτο κατά κυριολεξίαν. Ἔλεγε γιά κάποιους χαριτωμένους, εὐχαρίστους καί εἰρηνικούς χαρακτῆρες: »Ὁ τάδε εἶναι ἀναστάσιμος τύπος». Ἔτσι ἐν προκειμένῳ, τά τελευταῖα »Δόξα σοι ὁ Θεός» τοῦ Γέροντα Ἰσαάκ δέν ἦσαν ἁπλῶς εὐγνώμονα καί δοξολογικά, ἀλλά ἦσαν ἐπί πλέον πέρα γιά πέρα ἀναστάσιμα. Αὐτό ἦτο ἀποτέλεσμα καί προϊόν τῆς ἰδικῆς του προσωπικῆς ὁλοκληρωτικῆςἀναστάσεως, πού ἁγιοπνευματικά καί χάριτι Θεοῦ εἶχε βιώσει σέ ὅλο του τό εἶναι, καθότι ὄντως ἐτεθέατο τήν τοῦ Χριστοῦ λαμπροφόρον Ἀνάστασιν, κατόπιν βέβαια τῆς μακροχρονίου σκληρᾶς ἀσκήσεώς του στό Κελλί τῆς Ἀναστάσεως.
Περιττό πλέον νά εἴπωμε ὅτι τίς τελευταῖες του στιγμές εἶχε ἔνθεη χαρά, γαλήνη καί εἰρήνη, τήν »πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν», καί γενικῶς τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἀπαριθμεῖ ὁ Ἀπόστολος.
Π. ΙΩΗΛ: Ἐδῶ τά γεγονότα ὁμιλοῦν ἀπό μόνα τους. Ἀλλά παρακαλῶ συνεχῖστε.
Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ: Συχνά-πυκνά ὁ Γέροντας στό Ἅγιον Ὄρος, καί ὄχι μόνον, εἶχε ἔντονο πατρικό ἐνδιαφέρον καί ἄγρυπνον ὄμμα γιά τό πῶς ἐπήγαινε ἡ καθημερινή μας ἀγρυπνία στό κελλί.
Μοῦ ἔλεγε: «Θά μοῦ λές ὅλα τά στάδια τοῦ ἀγῶνα καί τῆς προσευχῆς, πῶς πέρασες, π.χ. »νύσταζα», »κουραζόμουν», »εἶχα τούς τάδε λογισμούς πού μέ πίεζαν», καί τά λυπηρά καί τά εὐχάριστα, κλπ. Μή κρύβης τίποτα καί ὁ Γέροντας μετά θά κρίνη τί πρέπει νά κάνη».
Μάλιστα, μοῦ ἔλεγε νά ἔχω τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ μου ξεκλείδωτη. Ἐγώ φυσικά τό ἔκανα αὐτό πρόθυμα.
Ἕνα βράδυ, προχωρημένη νύκτα, σέ ὥρα πού τό πρόγραμμα προέβλεπε ἀγρυπνία μέ κομβοσχοίνι, μπῆκε ξαφνικά στό κελλί μου γιά νά δῆ πῶς πήγαινε ἡ ἀγρυπνία μου.
Ἐπειδή, παρά τήν θέλησί μου, μέ εἶχε πάρει καθιστό ἐλαφρά ὁ ὕπνος μέ τό κομβοσχοίνι στό χέρι – πότε κοιμόμουν, πότε ἔκανα κανένα κόμβο -, δέν ἄκουσα τά βήματα ἀπ᾽ ἔξω καί τρόμαξα ὥσπου νά καταλάβω τί συνέβη. Μάλιστα, ἐπειδή ἤμουν »μεταξύ φθορᾶς καί ἀφθαρσίας», ἴσως νά ἔβλεπα καί κανένα ὄνειρο – εἶχε σβήσει καί τό καντῆλι τοῦ κελλιοῦ -, νόμισα ὅτι συνέβη κάτι πειρασμικό. Μάλιστα, ἐν τῇ εἰλικρινῇ ἀφελείᾳ μου εἶπα στόν Γέροντα μέ ἁπλότητα καί αὐθορμητισμό: «Γέροντα, νά μέ συγχωρῆτε, ἀλλά στήν ἀρχή σᾶς πέρασα γιά τόν Διάβολο». Καί μοῦ λέγει: «Ἐγώ, εὐλογημένε, ἦλθα ἀπό πόνο καί ἀγάπη γιά νά δῶ πῶς πάει ὁ ἀγῶνας. Ἄν εἶσαι ἑτοιμοπόλεμος». Πάντως, μετά ξύπνησα γιά τά καλά. Τό μόνο ἐλαφρυντικό πού ἄς ποῦμε ὅτι εἶχα, εἶναι ὅτι ἦταν ἡ πρώτη φορά μέχρι τότε πού δέν εἶχα συνειδητοποιήσει τί ἐσήμαινε νά εἶναι ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ μου ξεκλείδωτη.
Αὐτές οἱ μετέπειτα πολλαπλές νυκτερινές ἐπισκέψεις τοῦ Γέροντα Ἰσαάκ στό κελλί μου θά μοῦ μείνουν γιά πάντα ἀξέχαστες. Τότε κατά κανόνα ὁ Γέροντας ἐξέπεμπε ἰδιαίτερη πνευματική ἀκτινοβολία ὅλων τῶν συχνοτήτων.
Στίς 27-7-1988, ὅπως γράφω στίς σημειώσεις μου, μοῦ ἀντικατέστησε τό παληό μου κρεββάτι στό κελλί μου φτιάχνοντάς μου ἕνα καινούργιο, στά μέτρα μου. Σ᾽ αὐτό τό κρεββάτι πρῶτα κοιμήθηκε ὁ ἴδιος, ἔκανε καί προσευχή γιά νά καθαρισθῆ, ὅπως ἔλεγε, ὁ τόπος ἀπό τά δαιμόνια καί νά εὐλογηθῆ τό κελλί. Πῶς νά μή συγκινοῦμαι λοιπόν καί νά μή αἰσθάνωμαι ἀναπολόγητος ἀπό τέτοιες ἐνέργειες τοῦ Γέροντα;
Π. ΙΩΗΛ: Καί οἱ μικρές λεπτομέρειες ἔχουν τήν χάρι τους.
Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ: Λίγες ἡμέρες πρίν ἀπό αὐτό, ἔψαχνε νά μέ βρῆ, μαζί μέ τόν π. Εὐθύμιο, τήν νύχτα, στά γνωστά Κελλιά πού εὑρίσκοντο κοντά στόν π. Παΐσιο, γιατί ἄργησα νά ἐπιστρέψω πίσω στό Κελλί ἀπό ἕνα ἐξωτερικό διακόνημα πού μέ εἶχε στείλει. Ἔψαχναν σέ μία ἀπόστασι σαράντα πέντε λεπτῶν μακρυά ἀπο τό Κελλί μας στήν Καψάλα γιά νά μέ βροῦν. Ἐδῶ, εἶχε γίνει μία κακή συνεννόησις, καί, παρά τήν θέλησί μου, εἶχα ἀργήσει νά ἐπιστρέψω. Αὐτή ἡ ἀγωνία του δείχνει ἕνα μέρος ἀπό τήν μεγάλη πατρική του ἀγάπη.
Μία φορά, γιά νά μέ »κλαδέψη» πνευματικά, μοῦ ἔκανε τό ἑξῆς:
Μοῦ λέγει: «Πάρε αὐτό τό κουτί μέ τίς τρύπες. Μέσα ἔχω βάλει μερικά γατάκια. Νά τό πᾶς στήν Ἰβήρων, στό τάδε σημεῖο. Ἐκεῖ, νά ἀνοίξης τό κουτί καί νά ἀφήσης τίς γάτες. Ἔτσι δέν θά ὑπάρχη κίνδυνος νά ἐπιστρέψουν στό Κελλί. Νά προσκυνήσης τήν Παναγία (Πορταΐτισσα) καί θά περιμένω νά γυρίσης πίσω».
Ὅλα αὐτά ἀπαιτοῦσαν διάστημα δύο ὡρῶν περίπου. Ἐπειδή μοῦ ἄρεσε πολύ καί τό περπάτημα, τό ἔκανα μέ μεγάλη προθυμία. Πάνω ἀπ᾽ ὅλα, ἤμουν ἀναπαυμένος πλήρως, διότι ἤμουν στήν ὑπακοή τοῦ Γέροντα. Μία ὑπακοή ὅμως πού ἐν προκειμένῳ εἶχε λογική. Καταλάβαινα ὅ,τι ἔκανα, γιά ποιόν λόγο τό ἔκανα, κλπ.
Μόλις ἐγύρισα πίσω χαρούμενος, ἀλλά καί σχετικά κουρασμένος, λόγῳ τῆς ἀνηφόρας, ἀμέσως μέ πῆρε ὁ Γέροντας καί ἐπήγαμε σέ ἕνα σημεῖο κοντά στό Κελλί πού εἶχε ὁρατότητα πανταχόθεν πάνω ἀπό 30 μέτρα. Στό σημεῖο ἐκεῖνο ὑπῆρχε ἄμμος. Ἐγέμισε κατά τά 3/4 ἕναν τενεκέ μέ ἄμμο καί μοῦ λέγει ἀπροσδόκητα: «Τώρα ξαναπήγαινε αὐτόν τόν τενεκέ στήν Ἰβήρων». Μοῦ ἦλθε μέσα μου κεραυνός ἐν αἰθρίᾳ. Μονολόγησα καί εἶπα: «Καλά, τό βάρος ὑποφέρεται κάπως – 4-5 κιλά -, ἀλλά γιά ποιόν λόγο νά πάω; Στήν Ἰβήρων ὑπάρχουν τόνοι ἀπό ἄμμο». Παρά ὅμως τό ἐνδόμυχο μουρμουρητό καί τήν ἀπορία, εἶπα – εὐτυχῶς – «Νἆναι εὐλογημένο» καί ξεκίνησα γιά τήν Ἱερά Μονή Ἰβήρων μέσα στήν ζέστη τοῦ κατακαλόκαιρου. Προχωροῦσα »ζάλην ἔνδοθεν ἔχων ὀρθολογιστικῶν λογισμῶν καί ἀποριῶν ἀμφιβόλων». Σημασία ὅμως ἔχει, ὅτι παρά ταῦτα ἐπήγαινα… Φυσικά δέν κοιτοῦσα πίσω. Ἐνόμιζα ὅτι ὁ Γέροντας εἶχε πάρει τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς γιά τό Κελλί μας.
Μόλις ξεκίνησα νά περπατῶ σηκώνοντας τό ἐλαφρύ φορτίο τῆς ὑπακοῆς – καί μεταφορικῶς καί κυριολεκτικῶς -, μετά ἀπό τριάντα μέτρα περίπου, ἔφθασα σέ ἕνα σημεῖο ὅπου μετά ἀπό λίγο θά ἐχάνετο ἡ ὁρατότης ἀπό τό σημεῖο πού ἀποχαιρέτησα τόν Γέροντα. Τότε ἀκούω ἀπροσδοκήτως τήν φωνή τοῦ Γέροντα νά μοῦ φωνάζη: «Γύρνα πίσω. Φθάνει!».
Τά ὑπόλοιπα τά καταλαβαίνετε. Τά ἔχασα στήν ἀρχή, ἀλλά ἀπό τότε ἄρχισα νά μπαίνω στό βαθύτερο πνευματικό νόημα τῆς ὑπακοῆς, ὅτι κάποιες φορές εἶναι ὑπέρλογη, κλπ. Ἀργότερα μοῦ ἐξήγησε ὁ Γέροντας: «Τό ἀνώτερο ἀπ᾽ ὅλα θά ἦταν νά μή κουβέντιαζες καθόλου μέ τούς λογισμούς. Ἀλλά πάντως, πῆγες». Κι ἐγώ τοῦ ἀπήντησα: «Ναί, Γέροντα, ἄρα παίρνω ἄριστα 5»!
Π. ΙΩΗΛ: Πολύ διδακτικό τό ὅλο γεγονός καί σοφή ἡ τακτική τοῦ Γέροντός σας.
Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ: Δέν ἀμφιβάλλω. Ἀλλά ἄλλο πρᾶγμα εἶναι νά τά ἀφηγούμεθα ἐκ τῶν ὑστέρων μέ συγκίνησι, καί ἄλλη εἶναι ἡ ψυχολογία καί ἡ δυσκολία ὅταν τά ζῆ κανείς.
Καί μιᾶς καί ἀφηγούμεθα περιστατικά πού ἔχουν σχέσι μέ ἀρκετό ποδαρόδρομο, ἄς ὁλοκληρώσω τήν ἐξιστόρησι κάποιων λίγων περιστατικῶν πού μέ συνεκίνησαν καί μέ ἐδίδαξαν.
Στό Μοναστήρι μου, δέκα ὀκτώ χιλιόμετρα μακρυά ἀπό τήν Λαμία, τά πρῶτα ἔτη μετά τήν ἄφιξί μου δέν ὑπῆρχε βατός δρόμος. Ἐχρειάζετο ἁμάξι μέ κίνησι στούς τέσσερις τροχούς γιά νά πάη κανείς στό Μοναστήρι, ἀλλά καί πάλι ἦτο πολύ δύσκολο, ἰδιαίτερα κατά τούς μή καλοκαιρινούς μῆνες. Ἑπομένως, ὅταν ἐχρειάζετο νά κατεβῶ στήν πόλι, κατά κανόνα ἐπήγαινα μέ τά πόδια μέσῳ ἐγκαταλελειμμένων δυσβάτων μονοπατιῶν μήκους περίπου ἑπτά χιλιομέτρων.
Ὅταν εἶχε ἔλθει ὁ π. Ἰσαάκ στό Μοναστήρι μου καί ἔπρεπε νά κατεβοῦμε στήν Λαμία γιά κάποιον σκοπό, τοῦ λέγω: «Γέροντα, νά πῶ στόν τάδε πού ἔχει εἰδικό ἁμάξι νά μᾶς πάη στήν πόλι;». Καί ξαφνιάζοντάς με μοῦ λέγει: «Ὄχι, θέλω νά πᾶμε μέ τά πόδια γιά νά δῶ ἀπό ποιά σημεῖα πηγαίνεις». Καί μάλιστα αὐτό ἔγινε κατ᾽ ἐπανάληψιν καί ἄλλες χρονιές. Τότε, αὐθόρμητα τοῦ εἶπα: «Καλά, Γέροντα, μπορεῖτε;». Καί μοῦ ἀπάντησε: «Καλά, τί μέ πέρασες;». Τότε ὁ Γέροντας ἦτο μεταξύ 54 καί 56 ἐτῶν.
Αὐτές οἱ ἁπλές κατά τό φαινόμενο πορεῖες μέ συνεκίνησαν πάρα πολύ γιατί εἰσέπραττα στοργή, ἀγάπη, συμπόνια καί πάνω ἀπ᾽ ὅλα εὐλογία σέ ὅ,τι ἔκανα. Αἰσθανόμουν, ὅτι ὁ Γέροντας εὐλόγησε κατ᾽ ἐπανάληψιν τά μέρη καί τά μονοπάτια ἀπ᾽ ὅπου περνοῦσα συχνάκις.
Ἐπί πλέον δέ μοῦ ἐθύμιζαν πολλές κατανυκτικές ἐν Ἁγίῳ Ὄρει πορεῖες πού ἐκάναμε. Ἀποκορύφωμα ἴσως ὅλων ἦταν μία περιοδεία πού ἐκάναμε μέ τόν Γέροντα καί τόν π. Εὐθύμιο.
Ἐφθάσαμε στήν Μεγίστη Λαύρα καί ἀπό ἐκεῖ μέ τά πόδια ἀνεβήκαμε μέχρι τήν κορυφή τοῦ Ἄθωνα. Ἐκεῖ, ἐλειτούργησε ὁ Γεροντάς μας καί ἐμεῖς οἱ δύο ἐψάλαμε. Ἐννοεῖται, ὅτι μέχρι νά φθάσωμε ἐκεῖ κάναμε διανυκτερεύσεις σέ διάφορα Κελλιά. Ἀξέχαστα θά μοῦ μείνουν ἡ μορφή καί οἱ διδαχές τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Εὐθυμίου τοῦ Βιγλιώτου, πού τότε ἐγηροκομεῖτο στήν Μεγίστη Λαύρα. Τόν εἶχαν σέ ἀπέραντη εὐλάβεια καί ὁ Γέροντας Παΐσιος καί ὁ Γέροντας Ἰσαάκ. Ἐπίσης τοῦ μακαριστοῦ Ρουμάνου Γέροντος Πετρωνίου στήν Ρουμανική Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρὀμου, τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Θεοφυλάκτου, ὑποτακτικοῦ τοῦ Γέροντος Ἰωακείμ Σπετσιέρη στήν Νέα Σκήτη, τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἀνθίμου στήν Ἁγία Ἄννα, τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γερασίμου τοῦ Μικραγιαννανίτου, τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἐφραίμ τοῦ Κατουνακιώτου, κλπ.
Ἀλλά καιρός εἶναι, π. Ἰωήλ, νά κλίνωμε σιγά-σιγά τό ἀνεξάντλητο κεφάλαιο πού λέγεται Γέρων Ἰσαάκ ὁ Λιβανέζος.
Π. ΙΩΗΛ – ΕΒΔΟΜΗ ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Δυστυχῶς γιά μᾶς, π. Ἀρσένιε, ἔχετε δίκιο, διότι ἡ κλεψύδρα τοῦ χρόνου εἶναι ἀνελέητος. Γι᾽ αὐτό, πῆτε μας λοιπόν ὡς ἑβδόμη καί τελευταία ἐρώτησι ὅ,τι ἄλλο θέλετε, πού νά συνδέεται μέ τήν ἁγιασμένη προσωπικότητα τοῦ Γέροντός σας.
Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ: Θά ἀναφέρω, π. Ἰωήλ, κατ᾽ ἀρχάς ἕνα τελευταῖο περιστατικό. Καί αὐτό ἔχει σχέσι μέ πεζοπορεία γιά νά εἶμαι στήν ἴδια »συχνότητα».
Μία φορά ἐπηγαίναμε οἱ τρεῖς μας ἀπό τήν Καψάλα στήν Παναγούδα γιά νά κάνωμε, οἱ γνωστοί πατέρες, τήν ἀγρυπνία τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων. Ἡ ἀπόστασις μεταξύ τῶν δύο Κελλιῶν εἶναι περίπου 50-55 λεπτά. Καθ᾽ ὁδόν ἐσυναντήσαμε μία παρέα μοναχῶν πού ἔκανε τήν ἀντίστροφη πορεία. Ἐνῷ δηλαδή ἔμεναν σέ ἕνα Κελλί κοντά στόν Γέροντα Παΐσιο, ἐπήγαιναν γιά τήν ἴδια ἀγρυπνία κάπου κοντά στό δικό μας Κελλί στήν Καψάλα. Χαιρετηθήκαμε καί μόλις ἀπομακρυνθήκαμε λίγο, λέγω στόν Γέροντα: «Καλά, πῶς ἐξηγεῖται Γέροντα ἐμεῖς ἀπό ἐδῶ νά πηγαίνωμε ἐκεῖ καί αὐτοί ἀπό ἐκεῖ νά ἔρχωνται στά δικά μας τά μέρη γιά τήν ἴδια ἀγρυπνία;» Καί μοῦ ἔδωσε μία σύντομη, σοφή καί περιεκτική ἀπάντησι ὁ π. Ἰσαάκ: «Ὁ καθένας, παιδί μου, πηγαίνει ὅπου τρέφεται…».
Π. ΙΩΗΛ: Ὄντως καταπληκτική ἀπάντησις πού τά ἐμπεριέχει ὅλα.
Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ: Ἀκριβῶς. Καί ἔτσι ἐξηγεῖται τό πῶς καί ἡ ἀναξιότης μου τελικά ἐπροτίμησε, εὐγνωμόνως καί κατά συγκατάβασιν τοῦ Γέροντος, νά παραμείνη ὑπό τήν πνευματική καθοδήγησι τοῦ Γέροντος Ἰσαάκ μέχρι τό τέλος του.
Ὁ Γέροντας Ἰσαάκ ἦτο μία ἐνυπόστατος λύρα τοῦ Πνεύματος πού ἐσυντονίζετο μέ ὅλες τίς ἐξωτερικές συχνότητες. Γιά παράδειγμα, ἠσθάνετο ἐξ ἴσου ἄνετα μέ ὅλους, ἀπό τά πιό ὑψηλά ἱστάμενα πρόσωπα (ἐκκλησιαστικά-κοινωνικά) μέχρι τόν πιό ἁπλό ἄνθρωπο.
Ἦτο πολυτεχνίτης. Ἤξερε πολύ καλά κηπουρική, μαγειρική, ξυλουργική καί γενικῶς »ἔπιανε τό χέρι του» ἀπ᾽ ὅλα. Ἔκανε καί διακοσμοῦσε μικρούς σταυρούς, κλπ. Ἦταν ἱκανός – ὅπως καί τό ἔκανε – νά φτιάξη μόνος του σπίτι, σκεπές, ξύλινες καλύβες, κτιστές σόμπες, κλπ. Ἄλλο θέμα εἶναι τώρα τό ὅτι, ἐπειδή ἤθελε νά ἀδολεσχῆ ἐπί πολύ στήν »ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν», πού εἶναι ἡ πλήρης ἀφοσίωσις στό μοναχικό ἰδεῶδες, ἀπέφευγε συστηματικά τίς διάφορες δουλειές καί τά ἀνοίγματα. Μόνον ὅταν ὑπῆρχε μεγάλη ἀνάγκη ἠσχολεῖτο.
Τώρα ἐν κατακλεῖδι, ἄς ἀναφέρωμε δύο μόνο μαρτυρίες περί τοῦ Γέροντος Ἰσαάκ χωρίς σχόλια.
Ἡ πρώτη ἀφορᾶ τόν σεβαστό Γέροντα Γρηγόριο, πνευματικό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Μεταμορφώσεως Χαλκιδικῆς. Σᾶς ἀναφέρω μέρος τῶν συμβουλῶν πού μοῦ ἔδωσε, ὅταν μέ πρωτοσυνάντησε ὡς δόκιμο στό Κελλί τοῦ Γέροντος Ἰσαάκ. Μοῦ εἶπε:
«Ἡ ἀπόφασίς σου νά γίνης μοναχός γιά τόν Διάβολο εἶναι φωτιά, εἶναι χρυσή ὅμως γιά σένα. Ἔχεις πέσει σέ καπεταναίους (ἐννοοῦσε τούς Γέροντα Παΐσιο καί Γέροντα Ἰσαάκ – ἐδῶ πέφτει ὅλο τό βάρος τῶν συμβουλῶν του). Μήν κρύβης κανέναν λογισμό. Μή δέχεσαι τήν ἀμφιβολία πού θά σοῦ σπείρη ὁ Διάβολος. Νά μή λές » ὅλα ἐν τάξει, ἀλλά σ᾽ αὐτό δέν μέ κατάλαβε ὁ Γέροντας». Ἐπίσης, ὁ Διάβολος θά σοῦ καλλιεργῆ καί τήν »ἀγάπη» νά μήν ἐξαγορεύης ὅλους τούς λογισμούς γιά νά μήν λυπῆς δῆθεν τόν Γέροντα πού τόσο σέ ἀγάπησε καί μετά ὁ Διάβολος θά σέ »τηγανίζη». Στήν ἀρχή ὑπάρχει ἔνας ὀρθολογισμός. Τώρα μπῆκες στο πραγματικό πανεπιστήμιο», κλπ.
Ἡ δεύτερη μαρτυρία εἶναι τοῦ Ρουμάνου Γέροντος Ἡρωδίωνος, τοῦ ἐγκλείστου ἀσκητοῦ τῆς Καψάλας, τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ.
Ὁ Γέρων Ἡρωδίων συμβούλευε κάποιον μοναχό, πού ἤθελε νά βρῆ πνευματικό καθοδηγητή, καί τοῦ ἔλεγε, ἐπιμένοντας νά πάη εἰδικά στόν παπα-Ἰσαάκ: «Ὁ παπα-Ἰσαάκ εἶναι μία καλή μητερούλα».
Καί τοῦ εἶπε: «Θά σοῦ πῆ ὁ παπα-Ἰσαάκ »βλέπεις ἐκεῖνο τό Κελλί πού εἶναι πέτρινο;». »Ναί, Γέροντα», νά τοῦ πῆς. Μετά θά σοῦ ξαναπῆ ὁ παπα-Ἰσαάκ »βλέπεις ἐκεῖνο τό Κελλί πού εἶναι ξύλινο;». Καί θά ἐννοῆ τό ἴδιο Κελλί, πού προηγουμένως εἶπε ὅτι ἦταν πέτρινο. Τότε νά ξαναπῆς »Ναί, Γέροντα!». Καί ἔτσι γίνεται τό θαῦμα!». Δηλαδή, ὁ Γέροντας Ἡρωδίων ἐννοοῦσε, ὅτι ὁ π. Ἰσαάκ, ἐπειδή ἤξερε νά ὁδηγήση κάποιον πνευματικά, ἐάν ἔκοβε κι ἐκεῖνος ὁ μοναχός τό θέλημά του, τότε θά γινόταν τό »θαῦμα». Δηλαδή, θά ἐγνώριζε τά ἀτελεύτητα ὑπέρλογα μυστήρια τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
Σ᾽ αὐτά, π. Ἰωήλ, ἄς μή προσθέσωμε τίποτε δικό μας.
Ἀντί ἐπιλόγου, ὅμως, ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ νά σᾶς διαβάσω, καθηκόντως καί εὐγνωμόνως πρός τόν Γέροντά μου, ἕνα ποίημά μου, πού εἶναι βέβαια προσωπικό μου ἀφιέρωμα πρός τήν σεπτή του μορφή.
Π. ΙΩΗΛ: Βεβαίως. Πιστεύω, ὅτι αὐτό θά ἦταν τό καλύτερο κλείσιμο τῆς μικρῆς αὐτῆς ἀφιερώσεώς μας στόν Γέροντα Ἰσαάκ.
Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ:
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΜΟΥ ΙΣΑΑΚ ΤΟΝ ΛΙΒΑΝΕΖΟ

Ἄφησες τόν Λίβανο
γιά τόν Γερο-Παΐσιο
καί στό Ἅγιον Ὄρος ἔμεινες
ἕνας ἀναμμένος λύχνος
Ἀγωνιστής καί νηστευτής
μέγας ἀσκητής καί ψάλτης
στήν Παναγούδα ὑπάκουες
καί στήν Καψάλα ἐτάχθης

Εἶχες Χάρι, σοφία καί σύνεσι
διάκρισι καί τόσα ἄλλα
καί θά μείνη αἰώνια
τό ὄνομά σου στήν Καψάλα
Σάν ἔψαλλες μελωδικά
σέ ὅλα σου τά χρόνια
ἄκουγαν καί σώπαιναν
ἀκόμη καί τ᾽ ἀηδόνια
Ἀναρωτιοῦνται οἱ προσκυνητές
ἀποροῦνε καί θαυμάζουν
τοῦτον τόν Ἕλληνα ἀσκητή
γιατί Λιβανέζο τόν φωνάζουν;
Γιατί σάν γνήσιος Ἕλληνας
μίλαγες ἄπταιστα Ἑλληνικά κι Ἀρχαῖα
πνευματικός καί Γέροντας
μέ ὑποτακτικούς παρέα
Ὁ Γερο-Παΐσιος μ᾽ ἔφερε
νά μαθητεύσω στό κελλί σου
γι᾽ αὐτό διπλᾶ θά εἶμαι ἀναπολόγητος
σέ ὅλη τή ζωή μου
Μαθήτευσα Γέροντα κι ἐγώ
σάν ὑποτακτικός σου
καί διδάχτηκα πολλά στῆς Ἀναστάσεως τό Κελλί
ἀπό τό ἀσκητικό καί ἅγιο τυπικό σου
Τό τυπικό πού μοὔδωσες
λάφυρο τό κρατάω
μετάνοια σοῦ βάζω Γέροντα
καί σέ προσκυνάω
Πόσα ταξείδια πήγαμε μαζί
καί πόσες ἀναμνήσεις
ἔζησα κοντά σου ἅγιες στιγμές
γεμᾶτες συγκινήσεις
Κοζάνη καί Μικρόκαστρο
Κόνιτσα καί τόσα ἄλλα
εὐλογίες ἕνα σωρό
καί διδάγματα μεγάλα
Ἦλθες ἀρκετές φορές
στό ταπεινό μου Μοναστήρι
μέ ἄπειρες διδαχές
στοῦ Ἅη Νικόλα τό καντῆλι
Ἐσύ μέ προσήγαγες
στήν χειροτονία
καί θυμᾶται τήν Ἅγια σου μορφή
ὅλη ἡ Λαμία
Στό σπίτι μου τό πατρικό
οἱ σεβαστοί γονεῖς μου
ἀσπάσθηκαν τό χέρι σου
καί πῆραν τήν εὐχή σου
Στόν Ἅη Γιάννη τόν Πρόδρομο
τοῦ Γέροντος Γρηγορίου
λίγο πρίν τήν στερνή πνοή σου
γιά τελευταία μου φορά συνωμίλησα μαζί σου
Μοῦ εἶπες τά τελευταῖα λόγια σου
καί τίς στερνές ἐντολές σου
ἐφόδια, δύναμι καί παρηγοριά
στίς δύσκολες στιγμές μου
Γέροντα, μεγάλη εὐλογία καί τιμή
γιά μένα ἀναξίως
νά πάρω τήν εὐχή σου
λίγα μόλις λεπτά πρίν τήν κοίμησί σου
Φτωχά τά λόγια καί λειψά
σάν ὁμιλῶ γιά σένα
μετάνοια σοῦ βάζω Γέροντα
κι εὐγνωμοσύνη ἄπειρη ὀφείλω πρός ἐσένα
Εὔχου Γέροντά μου Ἰσαάκ
γιά μέ τόν μαθητή σου
νἄχω μετάνοια καί προκοπή
σέ ὅλη τή ζωή μου
Μέ τήν εὐχή σου Γέροντα
καί τοῦ Χριστοῦ τή Χάρι
πρέσβευε ν᾽ ἀνταμώσουμε
στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ τή Μεγάλη
Τήν εὐχή του νά ἔχωμε. Θερμές εὐχαριστίες πρός ὅλους, συγγνώμη ἄν σᾶς κούρασα. Παρακαλῶ πολύ, εὔχεσθε καί προσεύχεσθε.
Π. ΙΩΗΛ: Φίλοι ἀκροατές, στό τέλος αὐτῆς τῆς συνομιλίας μέ τόν Γέροντα Ἀρσένιο θά ἤθελα ἐκ μέσης καρδίας νά τόν εὐχαριστήσω γιά τήν ὁλοπρόθυμη καί θυσιαστική του ἀγάπη νά μᾶς προσφέρη μία ζωντανή σκιαγραφία τῆς προσωπικότητος, ἕνα ἀπάνθισμα τῶν λόγων καθώς καί ψυχωφέλημα γεγονότα ἀπό τήν ζωή τοῦ μακαριστοῦ Γέροντός του Ἰσαάκ τοῦ Λιβανέζου, τοῦ ἀσκήσαντος ἐν Ἁγίῳ Ὄρει καί κοιμηθέντος τό ἔτος 1998.
Ἀσφαλῶς θά συμφωνήσετε, ὅτι ὁ τρόπος πού μᾶς παρουσίασε τόν Γέροντά του ἦταν πηγαῖος, πολύ παραστατικός καί αὐθεντικός καί ἔτσι μᾶς βοήθησε τά μέγιστα νά ἐννοήσωμε τό πνευματικό μεγαλεῖο καί τόν πλοῦτο τῆς Χάριτος πού ἔκρυβε ὁ Γέροντας Ἰσαάκ.
Εὐχόμεθα ὁ Θεός καί ἡ Κυρία Θεοτόκος νά εὐλογοῦν τά βήματα καί διαβήματά του καί τόν παρακαλοῦμε νά εὔχεται γιά τήν Μητρόπολί μας καί τούς Κονιτσιῶτες ἀδελφούς του. Ἀμήν.
Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ: Νἆναι εὐλογημένο. Κι ἐγώ ἐκ νέου σᾶς εὐχαριστῶ. Καί πάλιν σᾶς παρακαλῶ ὅλους σας νά εὔχεσθε.
Π. ΙΩΗΛ: Καί πάλι σᾶς εὐχαριστοῦμε. Καλή σας δύναμι.
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
(Ἡ συνέντευξις ἐδόθη στόν πρωτοσύγγελο π. Ἰωήλ Κωνστάνταρο στόν ραδιοφωνικό σταθμό τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς & Κονίτσης τήν 18 – 07 – 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου