Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν (Ἑβρ. 9,11-14) Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου


Ἡ αἰωνία λύτρωσις

«…Αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος…» (Ἑβρ. 9,12)
ΑΧΘΟΦΟΡΟΣ b.Λίγες μέρες ὑπολείπονται, ἀγαπητοί μου, καὶ ἔφθασε ἡ Μεγάλη Ἑ­βδομάδα μὲ τὰ σε­πτὰ πάθη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰ­ησοῦ Χριστοῦ, τὴ Σταύρωσι καὶ τὴν Ἀνάστασι. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ἐρώ­τημα· Πρὸς τί οἱ ἑορτὲς αὐτές; ποιό σκο­­πὸ ἔ­χουν; Εἶνε ἁπλῶς γιὰ μιὰ ποικιλία στὴ ζωή;
Ὄχι. Ὁ σκοπὸς τῆς Ἐκ­κλη­σίας μας εἶνε ὑ­ψη­λός. Εἶ­νε, νὰ ὑψωθοῦμε πάνω ἀπὸ τὰ ὑλικά, νὰ λησμονήσουμε τὰ γήινα καὶ φθαρ­τά, νὰ ἔρ­­θουμε σὲ στενώτερη σχέσι καὶ γνωριμία μ᾽ Ἐ­κεῖνον ποὺ εἶνε καὶ πρέπει νὰ εἶνε τὸ ἄλφα καὶ τὸ ὠ­μέγα τῆς ζωῆς μας, Ἐκεῖνον ποὺ εἶνε ὁ Νυμφί­ος τῆς Ἐκκλησίας· ὁ σκοπὸς εἶνε ν᾽ ἀνάψῃ στὴν καρδιὰ ἡ ἀγάπη γιὰ τὸ Χριστό. Σ᾽ αὐτὸ συντελοῦν τὰ ὑπέροχα τροπάρια ποὺ θ᾽ ἀκούσουμε τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, τὰ ἀ­ναγνώσματα, οἱ ἀπόστολοι καὶ τὰ εὐαγγέλια.
Λόγου χάριν, ὁ ἀπόστολος ποὺ ἀκούσαμε σήμερα μᾶς καλεῖ νὰ σκεφτοῦμε, τί προσέφε­ρε καὶ τί ἐξακολουθεῖ νὰ προσφέρῃ ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο. Διότι ἀνάλογη μὲ τὴν προσφορὰ εἶνε καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη. Ἐὰν κάποιος σὲ κερά­σῃ ἕνα ποτήρι νερό, θέλεις νὰ τοῦ πῇς εὐ­χα­ρι­στῶ. Ἐὰν σοῦ δείξῃ τὸ δρόμο ποὺ ψάχνεις, τὸν εὐχαριστεῖς. Ἐ­ὰν ἔρθῃ βοηθὸς σὲ κάποια οἰκογενει­ακή σου ἀνάγκη, νιώθεις χρέος νὰ τὸν εὐχαριστή­σῃς. Κι ἂν ἀπειλῆσαι ἀπὸ κά­­ποιο κίνδυνο μεγάλο κι αὐτὸς σὲ σώσῃ, τότε ἡ εὐγνω­μοσύνη σου εἶνε ἀκόμα μεγαλύτερη.
Στὸ ἐρώτημα λοιπὸν «Τί μᾶς προσέφερε ὁ Χριστός;» ἀπαντᾷ σήμερα ὁ ἀπόστολος καὶ λέει· μᾶς προσέφερε τὴ μεγαλύτερη, τὴν ὑ­ψί­στη εὐεργεσία· καὶ ἡ εὐεργεσία αὐτὴ εἶνε ὅτι μᾶς χάρισε τὴ λύτρωσι. Ὄχι ἁπλῶς τὴ λύτρωσι, ἀλλὰ τὴν «αἰωνίαν λύτρωσιν» (Ἑβρ. 9,12).
Τὸ θέμα δὲν εἶνε τόσο εὔκολο καὶ ζητῶ τὴν προσοχή σας. Διότι ἐδῶ, ἀγαπητοί μου, εἶνε τὸ «κλειδί». Ἂν καταλάβουμε τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά, σωθήκαμε. Ἐμεῖς, ὅταν λέμε «λυτρώθηκα», συνήθως ἐννοοῦμε ὅτι ἀπαλλαχθή­καμε ἀπὸ κά­ποιον κακοποιὸ ἢ γλυτώσαμε ἀ­πὸ κάποιο κίνδυνο· ὅταν ὁ ἀπόστολος λέῃ ὅτι ὁ Χριστὸς προσέφερε στὸν καθένα καὶ σὲ ὅ­λους μαζὶ «αἰωνίαν λύτρωσιν», τί ἐννοεῖ;

* * *

Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, δὲν βρίσκεται σὲ εὐχάριστη κατάστα­σι. Φαίνεται εὐ­χαριστημένος, ἐν τούτοις ὑποφέρει κι ἀ­να­στενάζει τόσο ὑλι­κῶς – σωματικῶς ὅσο καὶ πνευματικῶς – ἠθι­κῶς. Ἐὰν βάλῃς τὸ αὐτί σου προσεκτικά, θ᾽ ἀ­κούσῃς ὅτι ἡ ἀνθρωπότης ἀναστενάζει.
Καὶ πρῶτα ὑλικῶς – σωματικῶς. Μιὰ ἔρευνα ποὺ ἔγινε ἔ­δειξε, ὅτι ἡ πλειονότης τοῦ κόσμου, καὶ στὰ δύο ἡμισφαίρια, ὑποφέρει ἀπὸ ἔλλειψι τῶν ἀναγ­καίων. Πεινοῦν καὶ ὑποσιτίζονται τὰ τρία τέταρτα τῆς ἀνθρωπότητος· στοὺς 100 ἀνθρώπους οἱ 70 δὲν ἔ­χουν νὰ φᾶνε. Γιατί; Ἡ γῆ αὐτή, ὅπως δημιουργήθηκε, φτάνει νὰ θρέψῃ διπλάσιο πληθυσμό· γιατί λοι­πὸν ὑποφέρουν; Ὑποφέρουν ἀπ᾽ τὴν κακία καὶ τὴν πλεονεξία, ποὺ δὲν ἀ­φήνουν νὰ μοιρα­στοῦν τὰ ἀγαθὰ κατ᾽ ἀναλογία σὲ ὅλους· ἀπ᾽ τὴν πλου­τοκρατία, ποὺ συγκεντρώνει τὰ ἀγαθὰ στὰ χέρια τῶν ὀλίγων. Δὲν ὑποφέρουν ὅμως μόνο οἱ φτωχοί· ὑποφέρουν καὶ οἱ πλούσιοι. Κι αὐ­τοὶ ἀναστενάζουν. Μπορεῖ ἕνας νά ᾽χῃ τοῦ κόσμου τ᾽ ἀγα­θά, ἀλλ᾽ ὅταν πέσῃ στὸ κρεβάτι ἀ­πὸ ἀνίατη ἀ­σθένεια, τί νὰ τοῦ κάνουν τὰ λεφτά; Μποροῦν νὰ τὸν βάλουν σὲ σύγχρονη κλινικὴ ἢ νὰ τὸν μεταφέρουν μὲ εἰδικὸ ἀεροπλάνο σὲ διασήμους γιατροὺς ἢ νὰ τοῦ προμηθεύσουν αἷ­μα καὶ φάρμακα· αὐτὸς ὅμως θὰ προτιμοῦ­σε νά ᾽νε ζητιάνος σὲ μιὰ γωνιὰ νὰ ζητάῃ ἐλεημοσύ­νη, παρὰ καρκινοπαθὴς στὴν καλύτερη κλινική. Κάθε ἄνθρωπος λοιπὸν ἔχει μέσα του «σκουλήκι». Γιατὶ κι αὐτὸς ποὺ εἶνε ὑγιέστατος ἔχει ἀγωνία μήπως χτυπήσῃ τὴν πόρτα του ὁ κακὸς ἐπισκέπτης ποὺ λέγεται χάρος κι ἀ­κού­σῃ «Ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀ­παιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ…» (Λουκ. 12,20).
Ἀλλὰ καὶ πνευματικῶς – ἠθικῶς, ἀδελφοί μου, καὶ μάλιστα πιὸ βαθειά, ἀγωνιᾷ κι ἀναστενάζει ὁ ἄνθρωπος. Εἶνε π.χ. χρόνια τώρα ποὺ ἔ­κανες κάποιο κακό, δίχως νὰ σὲ δῇ ἀνθρώπου μάτι. Κι ὅμως αὐτὸ ποὺ ἔκανες εἶνε κάρβουνο μέσα σου. Περνᾶνε τὰ χρόνια, ἀσπρίζουν τὰ μαλλιά, μὰ αὐτὸ μένει μπροστά σου ζωντανό. Ἀκοῦς μιὰ φωνὴ νὰ σοῦ λέῃ «Ἔκλεψες, ἀτίμασες, ἔ­βαψες τὰ χέρια σου μὲ αἷμα, εἶσαι ἔνοχος!…» καὶ δὲ σ᾿ ἀφήνει νὰ ἡσυχά­σῃς. Εἶνε ἡ συνείδησις. Καὶ προτιμότερο νὰ σὲ δαγκάσῃ ὀχιὰ ἢ σκορπιός, παρὰ οἱ τύψεις τῆς συνειδήσεως. Κάθε ἄνθρωπος στὸν κόσμο αὐτόν, μικρὸς – μεγάλος, γραμ­ματισμένος – ἀγράμματος, γυναίκα – ἄντρας, σὲ ὅποιο τόπο καὶ ἐποχὴ κι ἂν ζῇ, ἔχει κάποιον ἔ­λεγχο τῆς συνειδήσεως ἀλλὰ καὶ φόβο τῶν εὐθυνῶν του. Κάποτε ἕνας αὐλοκόλακας εἶπε σ᾽ ἕνα βασιλιᾶ· ―Δὲν εἶδα ἄλλον εὐ­τυχέστερο στὸν κόσμο ἀ­πὸ σένα. —Ἔτσι λές; Ἔ­λα λοιπὸν αὔριο στὸ τραπέζι μου νὰ δῇς… Τὴν ἄλλη μέρα ὁ βασιλιᾶς τοῦ παρέθεσε τὰ κα­λύτερα φαγητὰ σὲ σερβίτσια πολυτελείας, ἀλλὰ εἶ­πε σ᾽ ἕναν ὑ­πηρέτη καὶ κρέμασε στὴν ὀρο­φὴ ἀπὸ μιὰ τρίχα ἀλόγου ἕνα σπαθὶ ζυγισμένο πάνω του, ἕ­τοιμο νὰ πέσῃ στὸ κεφάλι του. Μόλις τὸ εἶδε αὐτός, τοῦ κόπηκε ἡ ὄρεξι, τὰ χέρια του ἔτρε­μαν, ἤθελε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴ θέσι ἐκείνη. —Νά, τοῦ λέει ὁ βασιλιᾶς, ἡ εὐτυχία μου· ἂν μπο­ρῇς φάε…
Ἀδελφοί μου, μὴ ἀπατώμεθα· εἴτε βασιλιᾶς εἶσαι εἴτε ζητιάνος, ὅ,τι καὶ νά ᾿σαι στὸν κόσμο αὐτόν, πάνω ἀπ᾽ τὸ κεφάλι σου κρέμεται ἡ δικαία ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιουργεῖ αἴ­σθημα ἀνασφαλείας, προσωρινότητος, μαται­ότητος, ἐνοχῆς γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά μας. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ἀπὸ ὅλο αὐτὸ τὸ κακὸ καὶ τὴ στενοχώρια ὑπάρχει τρόπος σωτηρίας; ποιά δύναμις μπορεῖ νὰ μᾶς γλυτώσῃ;
Ὁ ἄνθρωπος μόνος του δὲν μπορεῖ. Πολλὲς προσπάθειες ἔκανε καὶ πολλὰ μέσα δοκίμασε γιὰ νὰ λυτρωθῇ καὶ νὰ διώξῃ μακριά του τὴ στενοχώρια· καὶ μελέτη καὶ φιλοσοφία καὶ ἐ­­πι­στήμη καὶ γνώσεις καὶ τέχνη καὶ μουσικὴ καὶ τόσα ἄλλα. Ὅλ᾽ αὐτὰ ξέρετε πῶς μοιάζουν; Εἶνε σὰν κάποιος νά ᾽νε ἄρρωστος βαρειά, κι ὁ γιατρὸς νὰ τοῦ δίνῃ ἀσπιρίνη, ποὺ φέρνει προσωρινὴ ἀνακούφισι καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο ὁ πόνος ἐπανέρχεται. Γιατρέ, τὴν ἀσπιρίνη τὴν ξέρω κ᾽ ἐγώ· μπορεῖς νὰ μὲ θεραπεύσῃς;

* * *

Τὰ μέσα, ἀδέρφια μου, ποὺ χρησιμοποιοῦν ὅλοι, δεξιοὶ – ἀριστεροὶ – ὅλες οἱ ἰδεολογίες, αὐτὰ τὰ μέσα ―γράψατέ το― εἶνε ἀσπιρίνες. Καὶ ἡ ἀνθρωπότης δὲν θεραπεύεται μὲ ἀσπιρίνες. Αὐτὸ ποὺ προσφέρουν οἱ ἀσπιρίνες εἶ­νε μία προσωρινὴ λύτρωσις· αὐτὸ ποὺ χαρίζει ὁ Χριστὸς ―τώρα ἔφθασα στὴν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου― εἶνε ἡ «αἰωνία λύτρω­σις»· ἔτσι τὸ λέει σήμερα ὁ ἀπόστολος. Πάρε ζυγαριὰ καὶ ζύγισε αὐτὴ τὴ λέξι, «αἰωνίαν λύτρωσιν». Ὦ Χριστέ, ἂν μπορούσαμε νὰ τὸ καταλάβου­με! Δὲν εἴμαστε Χριστιανοί. Ἂν δὲν τὸ πιστέψου­με αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, εἰς μάτην οἱ μετάνοιες μας, εἰς μάτην ὅλα. «Αἰωνίαν λύτρωσιν» ἔ­δωσε, ὄ­χι προσωρινὴ λύτρωσι, ὄχι ἀσπιρίνη ἀλλὰ ῥιζικὴ καὶ ὁριστικὴ καὶ μόνιμη πλέον θεραπεία.
Δὲν θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος μὲ καταπλάσματα. Ἡ ἀρρώστια του εἶνε πολὺ σοβαρή, τὸ κα­κὸ εἶνε πολὺ μεγάλο· εἶνε ἕνα εἶδος καρκίνου, ἕνα μικρόβιο ποὺ δὲν μπορεῖ ἡ ἐπιστήμη νὰ νικήσῃ. Θὰ ἔρθῃ μέρα ―τὸ πιστεύω― ποὺ ἡ ἐπιστήμη θὰ νικήσῃ τὸ μικρόβιο καὶ τοῦ καρκί­νου ἀκόμα· ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ νικήσῃ τὸ φοβερώτερο μικρόβιο ποὺ εἶνε μέσ᾿ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ λέγεται ἁμαρτία· τὸ φθόνο, τὴν κακία, τὸ μῖσος, τὴν ἀσέλγεια, τὴ φιλοδοξία…, ποὺ ἀναστατώνουν πρόσωπα, οἰκογένειες, ἔθνη καὶ κοινωνίες.
Τὰ μικρόβια αὐτὰ ποιός τὰ φονεύει; Ἕνα μόνο. Μιὰ σταγόνα. Ποιά σταγόνα; Μιὰ σταγόνα – τί λέω; ἕνα ἠλεκτρόνιο ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Μόλις πέσῃ ἐπάνω στὸν ἁμαρτωλό, λυτρώνεται – σῴζεται. Αὐτὸ τονίζει σήμερα ὁ ἀπόστολος· ὅτι ὁ Χριστὸς διὰ τῆς θυσίας του ἐπέτυχε γιὰ μᾶς αὐτὸ τὸ ἀκατόρθωτο· μὲ μία εἴσοδό του στὸν οὐρανὸ μᾶς προξένησε μία παντοτικὴ εὐεργεσία, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

* * *

Πιστεύεις, Χριστιανέ, σὲ ρωτῶ, πιστεύεις ὅ­τι ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιὰ σένα; ὅτι σταυρώθηκε γιὰ σένα; ὅτι τὸ αἷμα του εἶνε λύτρο «ὑ­πὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας» (θ. Λειτ. Μ. Βασ., καθαγ.); Ἂν τὸ πιστεύῃς, τότε εἶσαι Χριστιανὸς καὶ θ᾽ ἀλ­λά­ξῃ ἡ ζωή σου. Κι ὅ­ταν ἔρθῃ ἡ Μεγάλη Ἑ­βδομάδα, τὸ Μέγα Σάββατο, ἀκούγον­τας στὸν κανόνα τὸν ὕμνο «Ἄφραστον θαῦ­μα!…» (καν. Μ. Σαβ. ᾠδ. ζ΄), θὰ ὑ­μνήσῃς κ᾽ ἐσὺ τὸ Χριστὸ γιὰ τὸ ἀνέκφραστο θαῦμα τῆς σωτηρίας σου καὶ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς σεσωσμένους (τὸν τελώνη, τὴν πόρνη, τὸ λῃ­στή, τὸν Πέτρο…) θὰ τοῦ πῇς· «Λυτρωτά, ὁ Θεός, εὐλογητὸς εἶ»! Λυτρωτής μας εἶνε Αὐ­τός· δὲν εἶνε ὁ πλοῦτος, δὲν εἶνε οἱ ἡδονές, δὲν εἶνε τὰ κόμματα, δὲν εἶνε οἱ ἰδεολογίες…
Ἂς τὸν ὑμνοῦμε καὶ ἂς τὸν δοξάζουμε· αὐ­τὸς εἶνε ἡ «αἰωνία λύτρωσίς» μας· Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς αἰῶνας αἰώνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου