Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

«ΑΡΧΙΕΠ. ANTONY BLOOM- ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ» Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ



Σ’ εκείνους που έχουν διαβάσει το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού» ,είναι πολύ γνώριμη η έκφραση : «Προσευχή του Ιησού». Το βιβλίο αυτό αναφέρεται σε μια σύντομη προσευχή ,που αποτελείται από αυτές τις λέξεις: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του θεού, ελέησέ με τον αμαρτωλό». Αυτές οι λέξεις επαναλαμβάνονται συνεχώς.
Οι «περιπέτειες ενός προσκυνητού» ,είναι η ιστορία ενός ανθρώπου, που ήθελε να μάθει να προσεύχεται αδιάλειπτα ( Α΄ Θεσ. 5,17). Ο άνθρωπος ,του οποίου η εμπειρία εξιστορείται, ήταν προσκυνητής. Γι’ αυτό πάρα πολλά από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του και ο τρόπος με τον οποίο έμαθε και εφάρμοσε την προσευχή, εξαρτήθηκαν από το γεγονός ότι αυτός έζησε «κατά ιδιάζοντα» τρόπο. Αυτό κάνει το βιβλίο να μην είναι τόσο εφαρμόσιμο απ’ τον καθένα, όσο θα μπορούσε να ήταν εξαιτίας του περιεχομένου του. Παρόλα αυτά είναι η καλύτερη εισαγωγή , που θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτή την προσευχή , η οποία είναι ένας από τους μεγαλύτερους θησαυρούς της Ορθόδοξης εκκλησίας.
Η προσευχή είναι βαθιά ριζωμένη στο πνεύμα του ευαγγελίου και δεν είναι χωρίς νόημα το ότι οι μεγάλοι δάσκαλοι της Ορθοδοξίας πάντοτε επέμειναν στο γεγονός ότι «η Προσευχή του Ιησού» συνοψίζει ολόκληρο το Ευαγγέλιο . Να γιατί μόνο ένας που η ζωή του έχει καλά ριζώσει πάνω στην καινή Διαθήκη ,που είναι δηλαδή ζωντανό μέλος της Εκκλησίας του Χριστού , μπορεί να χρησιμοποιεί με όλο της το νόημα την προσευχή του Ιησού.
Και όχι μόνο η διδασκαλία, αλλά ολόκληρη η θεανδρική πραγματικότητα που αποκαλύπτεται στην Καινή Διαθήκη ,βρίσκεται μέσα στο Όνομα , στο Πρόσωπο του Ιησού. Αν πάρουμε το πρώτο μισό μέρος της προσευχής, θα δούμε ότι εκφράζει την πίστη μας στον Κύριο: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού». Στη μέση αυτής της ευχής βρίσκουμε το όνομα του Ιησού. Είναι το όνομα που μπροστά του «θα λυγίσει κάθε γόνατο» ( Ησ. 45,23 ) και όταν το προφέρουμε επιβεβαιώνουμε το ιστορικό γεγονός της σαρκώσεως του Θεού Λόγου. Επιβεβαιώνουμε ότι ο Θεός, ο Λόγος του θεού, ο «συναϊδιος» με τον Πατέρα, έγινε άνθρωπος. Και ολόκληρο αυτό το πλήρωμα της θεότητας κατοικεί ανάμεσά μας σωματικά στο πρόσωπο του Χριστού (Κολ. 2,9 ) .
Για να δούμε στο Ναζωραίο ,στον προφήτη του Ισραήλ το Σαρκωμένο Λόγο του Θεού, το Θεό που έγινε άνθρωπος, πρέπει να οδηγηθούμε από το Άγιον Πνεύμα . Γιατί το Άγιον πνεύμα είναι Εκείνο που μας αποκαλύπτει το Χριστό και ως Θεό και ως Άνθρωπο. Τον αποκαλούμε «Χριστό» κι έτσι επιβεβαιώνουμε ότι σ’ Αυτόν εκπληρώθηκαν οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης. Η επιβεβαίωση ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός σημαίνει πως ολόκληρη η ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης είναι και δική μας ιστορία. Σημαίνει ότι τη δεχόμαστε σαν την αλήθεια του Θεού. Τον αποκαλούμε «Υιό του Θεού», γιατί γνωρίζουμε ότι ο αναμενόμενος από τους Εβραίους Μεσσίας, ο άνθρωπος που ο Βαρτιμαίος τον προσφώνησε «Υιό του Δαυίδ», είναι ο Σαρκωμένος Υιός του Θεού. Αυτές οι λέξεις της προσευχής συνοψίζουν όλα όσα γνωρίζουμε, όλα όσα πιστεύουμε για τον Ιησού Χριστό, από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και από την μακροχρόνια πείρα της Εκκλησίας . Μ’ αυτές τις λέξεις κάνουμε πλήρη και ολοκληρωμένη ομολογία πίστεως.
Αλλά δεν φθάνει μόνο να κάνουμε αυτή την ομολογία πίστεως. Δεν είναι αρκετό το να πιστεύουμε. Και τα δαιμόνια πιστεύουν και φρίττουν ( Ιακ. 2,19 ). Δεν φτάνει η πίστη για να σωθούμε. Πρέπει συγχρόνως να μας οδηγήσει και στην σωστή σχέση με τον Θεό. Και έτσι έχοντας πλέον ομολογήσει στην πληρότητά της, ξεκάθαρα και με σαφήνεια, την πίστη μας στο Πρόσωπο του Κυρίου, στην ιστορικότητα και στη θεότητα του Χριστού, ερχόμαστε ενώπιόν του πρόσωπο με πρόσωπο, με τη σωστή πνευματική στάση, λέγοντας το : «Ελεήσέ με τον αμαρτωλό».
Η λέξη «ελέησον» είναι σε χρήση σε όλες τις χριστιανικές εκκλησίες. Στην Ορθόδοξη λατρεία είναι η απόκριση του λαού σ’ όλες τις αιτήσεις που εκφωνούνται από τον ιερέα. Έχει την ίδια ρίζα που έχει η λέξη «έλαιον», η οποία ,μας θυμίζει την ελιά και το λάδι. Αν αναζητήσουμε αυτή τη βασική ιδέα σε χωρία τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης , θα την βρούμε να αναφέρεται σε ποικιλία παραβολών και γεγονότων, τα οποία μας βοηθάνε να ολοκληρώσουμε την έννοια της λέξεως. Στη Γένεση βρίσκουμε την εικόνα της ελιάς. Μετά τον κατακλυσμό ο Νώε έστειλε διάφορα πουλιά, το ένα μετά το άλλο, για να εξακριβώσει αν υπήρχε ή όχι, έστω και λίγη στεγνή γη. Ένα από αυτά τα πουλιά, ένα περιστέρι- και έχει σημασία το ότι είναι περιστέρι- έφερε πίσω στο Νώε ένα μικρό κλαδί ελιάς. Αυτό το κλαδί μετέφερε στο Νώε, και σ’ όλους όσους βρίσκονταν στην Κιβωτό, την είδηση ότι η οργή του Θεού έπαψε και ότι ο θεός πρόσφερε στον άνθρωπο μια νέα ευκαιρία. Όλοι εκείνοι που βρίσκονταν στην Κιβωτό, θα μπορούσαν να εγκατασταθούν πάλι σε στέρεο έδαφος , ν’ αγωνιστούν να ζήσουν και ίσως ποτέ πια , αν και οι ίδιοι το ήθελαν, να μη δοκίμαζαν την οργή του Θεού.
Στην καινή Διαθήκη, στην παραβολή του καλού Σαμαρείτη, βλέπουμε το λάδι της ελιάς να ,μαλακώνει και να θεραπεύει τις πληγές. Κατά την τελετή του χρίσματος των βασιλέων και των ιερέων στην παλαιά Διαθήκη, έχυναν λάδι ελιάς πάνω στο κεφάλι εκείνου που χριόταν. Αυτό ήταν μια απεικόνιση και ένα σύμβολο της Χάρης του Θεού, η οποία κατέβαινε και τους περιέλουζε , δίνοντάς τους νέα δύναμη ( Ψαλμ. 133,2 ) , για να εκπληρώσουν κατά την αποστολή τους ό,τι ξεπερνούσε τις ανθρώπινες δυνάμεις . Ο Βασιλιάς στέκεται στο κατώφλι μεταξύ του θελήματος του θεού και του θελήματος των ανθρώπων. Και καλείται να οδηγήσει το λαό Του στην εκπλήρωση του θελήματος του θεού. Ο ιερέας στέκεται επίσης σ’ αυτό το κατώφλι, για να κηρύξει το θέλημα του Θεού και ακόμα για να κάνει κάτι περισσότερο: Να ενεργήσει «εξ ονόματος» του θεού , να κάνει γνωστές τις εντολές Του και να θέσει σε εφαρμογή τις αποφάσεις Του.
Το λάδι μιλάει, πρώτ’ απ’ όλα ,για το τέλος της οργής του Θεού και για την ειρήνη που προσφέρει ο θεός στο λαό που έχει αμαρτήσει ενώπιόν Του. Το λάδι μιλάει ακόμα για το Θεό, ο Οποίος μας θεραπεύει , ώστε να γίνουμε ικανοί να ζήσουμε και να εκπληρώσουμε το σκοπό της υπάρξεώς μας. Επειδή ακριβώς ο θεός γνωρίζει ότι δεν είμαστε από μόνοι μας ικανοί να ζήσουμε , ούτε σύμφωνα με το θέλημά Του, ούτε σύμφωνα με τους νόμους της φύσεώς μας, χύνει πάνω μας άφθονη τη χάρη Του. Μας χαρίζει τη δύναμή Του, για να κατορθώσουμε να κάνουμε ό,τι δεν θα ήταν δυνατόν να καταφέρουμε με τις δικές μας δυνάμεις.
Στα Σλαβονικά οι λέξεις Milost και Pomiluy έχουν την ίδια ρίζα με τις λέξεις που εκφράζουν στοργή και τρυφερότητα. Όταν λοιπόν λέμε «ελέησον», δεν ζητάμε μόνο από το Θεό να αποστρέψει από μας την οργή Του, αλλά του ζητάμε να μας χαρίσει και την αγάπη του.
Αν γυρίσουμε πάλι στις λέξεις της προσευχής του Ιησού «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησέ με τον αμαρτωλό» , θα δούμε ότι οι πρώτες εκφράζουν με ακρίβεια και πληρότητα την πίστη μας στο Χριστό, όπως την διδάσκουν τα ευαγγέλια και ακόμα την ιστορική ενσάρκωση του Θεού Λόγου. Το τέλος δε της προσευχής εκφράζει την πλούσια και πολύπλευρη σχέση αγάπης του θεού με τα δημιουργήματά Του.
Η «Προσευχή του Ιησού» είναι γνωστή σε πάρα πολλούς Ορθοδόξους χριστιανούς είτε σαν κανόνας προσευχής, είτε ακόμα σαν τρόπος λατρευτικής αφοσίωσης, σαν σύντομος και περιεκτικός τύπος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί παντού και πάντοτε.
Πολλοί συγγραφείς έχουν καταπιαστεί με τις φυσικές πλευρές της προσευχής. Δηλαδή την άσκηση κατά την αναπνοή, την προσοχή στους κτύπους της καρδιάς και μερικά άλλα δευτερεύοντα στοιχεία.
Η φιλοκαλία είναι γεμάτη από λεπτομερείς οδηγίες για την προσευχή της καρδιάς. Οι Πατέρες τόσο της πρώτης όσο και της σύγχρονης Εκκλησίας έχουν ασχοληθεί με το θέμα , καταλήγοντας πάντα στο ίδιο συμπέρασμα: Ποτέ να μην επιχειρούμε σωματικές ασκήσεις, χωρίς να έχουμε στενή παρακολούθηση από ένα πνευματικό πατέρα.
Εκείνο που είναι δοσμένο από το Θεό για κοινή χρήση είναι η προσευχή, η επανάληψη των λέξεων, χωρίς καμιά σωματική προσπάθεια – ούτε καν την κίνηση της γλώσσας- η οποία όταν λειτουργείται συστηματικά , «μεταμορφώνει» τον «έσω άνθρωπο». Περισσότερο από κάθε άλλη , η «Προσευχή του Ιησού», έχει σκοπό να μας φέρει ενώπιον του Θεού, χωρίς άλλο λογισμό, παρά μονάχα τη συναίσθηση του θαύματος, ότι δηλαδή βρισκόμαστε μαζί με το Θεό. Γιατί όταν προσευχόμαστε με την «ευχή του Ιησού» δεν υπάρχει τίποτα και κανείς άλλος, παρά μονάχα εμείς κι ο Θεός.
Η χρήση της «Προσευχής του Ιησού» είναι διπλή. Αρχικά είναι μια έκφραση λατρείας ,όπως άλλωστε και κάθε άλλη προσευχή. Έπειτα, στη ζωή της ασκήσεως, λειτουργεί σαν εστία, η οποία κρατάει την προσοχή μας στραμμένη διαρκώς στην παρουσία του Θεού. Είναι, παρά τη μονότονη επανάληψή της, πολύ κατανυκτική, φιλική, πάντοτε πρόχειρη και πολύ προσωπική. Τόσο στη χαρά όσο και στη λύπη, όταν ταυτιστεί μαζί μας, γίνεται τόνωση της ψυχής και ανταπόκριση σε κάθε θεϊκό κάλεσμα. Για όλα δε τα πιθανά αποτελέσματα, που η προσευχή του Ιησού μπορεί να έχει σε μας, είναι σκόπιμο να θυμόμαστε τα λόγια του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: «Μην ανησυχείς για το τι θα επακολουθήσει. Θα το γευτείς, όταν θα ‘ρθει» (παρμένο από το βιβλίο Guide of Pastoral Psychology, No 95 p. 91 ) .

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΒΑΡΤΙΜΑΙΟΥ

Η περίπτωση του Βαρτίμαιου, όπως αναφέρεται από τον Ευαγγελιστή Μάρκο ( 10,46) , μας βοηθάει να κατανοήσουμε κάπως ικανοποιητικά μερικά θέματα που έχουν σχέση με την προσευχή.
«Και έρχονται στην Ιεριχώ. Και την ώρα που έβγαιναν από την Ιεριχώ, Αυτός και οι μαθητές του και λαός πολύς, καθόταν κοντά στο δρόμο και ζητιάνευε ο τυφλός Βαρτίμαιος, ο γιός του Τίμαιου. Και όταν άκουσε ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος ήταν εκεί, άρχισε να φωνάζει δυνατά και να λέει: Ιησού, υιέ του Δαυίδ, ελέησέ με. Και τον απόπαιρναν μερικοί και του έλεγαν να σιωπήσει. Αυτός όμως φώναζε όλο και περισσότερο: υιέ του Δαυίδ, ελέησέ με. Τότε σταμάτησε ο Ιησούς και είπε να τον φέρουν κοντά του. Πήγαν λοιπόν και είπαν στον τυφλό. Κουράγιο, σήκω να πας, σε φωνάζει. Κι αυτός, αφού πέταξε το εξωτερικό του ρούχο, για να μην τον εμποδίζει στο τρέξιμο, σηκώθηκε και ήρθε κοντά στον Ιησού. Και ο Ιησούς αποκρίθηκε και του είπε: Τι θέλεις να σου κάνω; Και ο τυφλός του απάντησε: Δάσκαλε, θέλω να ξαναβρώ το φως μου. Ο δε Ιησούς είπε: Πήγαινε, η πίστη σου σε έσωσε. Και αμέσως ξαναβρήκε το φως του και ακολούθησε τον Ιησού στην πορεία Του.
Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος, ο Βαρτίμαιος, δεν πρέπει, απ’ ό, τι φαίνεται να ήταν νέος. Στεκόταν εδώ και πολλά χρόνια στην πύλη της Ιεριχώ, ζώντας από την εύσπλαχνη ή την αδιάφορη βοήθεια των περαστικών. Πιθανόν κατά τη διάρκεια της ζωής του να είχε δοκιμάσει όλα τα γνωστά φάρμακα και όλες τις θεραπευτικές μεθόδους. Θα τον είχαν ασφαλώς πάει ,όταν ήταν μικρός, στο Ναό, θα είχαν προσευχηθεί και θα είχαν προσφέρει θυσίες για να βρει την υγεία του. Είχε επισκεφθεί όλους εκείνους που, είτε γιατί είχαν κάποιο χάρισμα, είτε γιατί είχαν ειδικές γνώσεις, μπορούσαν να τον θεραπεύσουν. Είχε ασφαλώς πολύ αγωνιστεί για να βρει το φως του και τελικά είχε εντελώς απογοητευτεί. Είχε δοκιμάσει όλα όσα μπορούσε να βάλει το μυαλό του ανθρώπου, αλλά παρόλα αυτά ήταν ακόμα τυφλός. Πιθανόν είχε ακόμα ακούσει ότι τους τελευταίους μήνες είχε εμφανιστεί στη Γαλιλαία ένας νέος κήρυκας, ένας άνθρωπος που αγαπούσε το λαό, ήταν εύσπλαχνος, και άνθρωπος του Θεού που μπορούσε να θεραπεύει και να κάνει θαύματα. Ο Βαρτίμαιος πιθανόν να είχε πολλές φορές σκεφθεί ότι αν μπορούσε θα πήγαινε να τον συναντήσει. Ο Χριστός όμως πήγαινε από τον ένα τόπο στον άλλο και υπήρχε πολύ μικρή πιθανότητα ένας τυφλός άνθρωπος να τον απαντήσει. Έτσι, μ’ αυτή τη σπίθα της ελπίδας, που έκανε την απελπισία ακόμα πιο βαθιά και πιο έντονη, καθόταν κοντά στην πύλη της Ιεριχώ.
Μια μέρα ένα πλήθος πέρασε δίπλα του, ένα πλήθος μεγαλύτερο από το συνηθισμένο, ένα θορυβώδες ανατολίτικο μπουλούκι. Ο τυφλός το άκουσε και ρώτησε ποιος ήταν. Όταν του είπαν ότι ήταν ο Ιησούς ο Ναζωραίος, άρχισε να φωνάζει. Κάθε σπίθα ελπίδας, που είχε στην ψυχή του, έγινε ξαφνικά φωτιά, μια πυρκαϊα ελπίδας. Ο Ιησούς τον Οποίον δεν μπόρεσε μέχρι εκείνη τη στιγμή να συναντήσει, πέρναγε τώρα από κοντά του. Ήταν δίπλα του και κάθε βήμα τον έφερνε όλο και κοντύτερα.
Μετά όμως κάθε βήμα θα τον πήγαινε απελπιστικά όλο και πιο μακριά. Άρχισε τότε να φωνάζει : «Ιησού, Υιέ Δαυίδ, ελέησέ με». Αυτό που έκανε εκείνη τη στιγμή ήταν η πιο τέλεια ομολογία πίστεως. Αναγνώρισε στο πρόσωπο του Ιησού τον απόγονο του Δαυίδ, το Μεσσία. Δεν μπορούσε τότε να τον αποκαλέσει Υιό του Θεού, γιατί αυτό δεν το ήξεραν ακόμα ούτε οι ίδιοι οι μαθητές του. Στο πρόσωπό Του αναγνώρισε το «αναμενόμενο». Τότε συνέβη κάτι που πολύ συνηθίζεται και στη δική μας τη ζωή. Μερικοί τριγύρω του του έλεγαν να σιωπήσει.
Μήπως δεν συμβαίνει πολύ συχνά αυτό και σε μας, όταν μετά από αναζήτηση και αγώνα πολλών ετών αρχίζουμε απροσδόκητα να φωνάζουμε στο Θεό; Πόσες φωνές τότε δεν προσπαθούν να κατασιγάσουν την προσευχή μας ! Φωνές εξωτερικές και εσωτερικές. Αξίζει, λένε, να προσεύχεσαι; Τόσα χρόνια αγωνιζόσουν κι ο Θεός δεν νοιάστηκε για σένα. Τώρα θα νοιαστεί; Τι νόημα έχει η προσευχή ; Ξαναγύρισε στην απελπισία σου, είσαι τυφλός και τυφλός για πάντα. Όσο όμως μεγαλύτερη είναι η αντίσταση τόσο μεγαλύτερη είναι η απόδειξη ότι η βοήθεια είναι πολύ κοντά. Ο διάβολος ποτέ άλλοτε δεν μας επιτίθεται τόσο βίαια όσο όταν βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από το τέλος του αγώνα και έχουμε ακόμα δυνατότητα σωτηρίας, την οποία όμως τελικά χάνουμε, γιατί την τελευταία στιγμή υποχωρούμε. Υποχώρησε, λέει ο διάβολος, βιάσου, προσπάθησες πάρα πολύ, βγήκες από τα όρια της αντοχής σου. Τελείωσε αμέσως, μην καθυστερείς, δεν μπορείς να αντέξεις περισσότερο .Και τότε αυτοκτονούμε σωματικά, ηθικά, πνευματικά. Εγκαταλείπουμε την αγώνα και αγκαλιάζουμε το θάνατο, τη στιγμή ακριβώς που η βοήθεια βρίσκεται δίπλα μας και μπορούμε να σωθούμε.
Δεν πρέπει να δίνουμε σημασία σ’ αυτές τις φωνές. Όσο δυνατότερα ηχούν τόσο πιο γερά πρέπει να δενόμαστε με το σκοπό μας. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να κραυγάσουμε τόσο, όσο χρειάζεται. Να φωνάξουμε τόσο δυνατά, όσο ο Βαρτίμαιος. Ο Ιησούς Χριστός πέρναγε δίπλα του . Η τελευταία του ελπίδα βρισκόταν σιμά του, αλλά οι άνθρωποι που τον περιτριγύριζαν ήταν απέναντί του αδιάφοροι ή προσπαθούσαν να τον κάνουν να σιωπήσει. Ο πόνος και η θλίψη του δεν είχαν θέση. Εκείνοι που περιτριγύριζαν το Χριστό – και που τον χρειάζονταν πολύ λιγότερο- ήθελαν να ασχολείται μαζί τους. Γιατί αυτός ο τυφλός και βασανισμένος άνθρωπος να τους διακόπτει; Ο Βαρτίμαιος όμως ήξερε καλά ότι δεν θα υπήρχε πια γι’ αυτόν άλλη ελπίδα, αν έχανε κι αυτή την τελευταία. Η βαθιά αυτή απελπισία του έγινε πηγή απ’ την οποία ανέβλυσε μια πίστη, μια προσευχή γεμάτη από τέτοια πεποίθηση και μια επιμονή που έσπασε όλους τους φραγμούς . Μια προσευχή που, όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ηχεί στην πύλη του ουρανού . Γιατί η απόγνωσή του ήταν τόσο βαθιά, ώστε δεν άκουγε καθόλου τις φωνές του πλήθους που τον πρόσταζαν να ησυχάσει και να καθήσει στην άκρη. Και όσο προσπαθούσαν να τον εμποδίσουν να πλησιάσει το Χριστό, τόσο περισσότερο κι αυτός φώναζε : «Υιέ Δαυίδ, ελέησέ με». Ο Χριστός σταμάτησε, ζήτησε να τον φέρουν μπροστά του και έκανε το θαύμα.
Μπορούμε να διδαχτούμε από το Βαρτίμαιο πρακτικά, το πώς μπορούμε κι εμείς να εξοικειωθούμε με την προσευχή . Όταν στρεφόμαστε με όλη μας την καρδιά στο Θεό, ο Θεός πάντα μας ακούει.
Συνήθως δεν έχουμε την ετοιμότητα να αρνηθούμε αμέσως όλα εκείνα τα οποία βρίσκονται στο περιβάλλον μας και τα οποία έχουμε συνηθίσει να εμπιστευόμαστε , μόλις διαπιστώσουμε ότι δεν μπορούμε πια να εξαρτώμαστε απ’ αυτά. Βλέπουμε ότι δεν υπάρχει ελπίδα όσο και αν ανακινήσουμε ανθρώπινα και επίγεια μέσα. Έχουμε ένα σκοπό. Ψάχνουμε για το φως μας και συνέχεια απογοητευόμαστε. Αυτό ισοδυναμεί με μαρτύριο, είναι απόγνωση και αν σταματήσουμε εκεί, έχουμε νικηθεί. Αν όμως αυτή ακριβώς τη στιγμή, στραφούμε στο Θεό, γνωρίζοντας ότι μόνο ο Θεός μας έχει πια απομείνει και του πούμε, «Σε εμπιστεύομαι και παραδίδω στα χέρια Σου την ψυχή και το σώμα μου , ολόκληρη τη ζωή μου», τότε η απόγνωση μας έχει οδηγήσει στην πίστη.
Η απόγνωση οδηγεί σε μια νέα πνευματική ζωή, όταν έχουμε το κουράγιο να προχωρήσουμε βαθύτερα και μακρύτερα, αναγνωρίζοντας ότι κείνο για το οποίο έχουμε απογοητευθεί δεν είναι το ότι τελικά χάσαμε τη νίκη, αλλά το ότι μας απογοήτευσαν τα μέσα που χρησιμοποιήσαμε για να φθάσουμε σ’ αυτή. Τότε αρχίζουμε να βάζουμε θεμέλια με ένα νέο τρόπο. Ο Θεός μπορεί να μας ξαναφέρει σ’ ένα από τα μέσα που είχαμε ήδη δοκιμάσει, το οποίο όμως τώρα, κάτω από τη δική Του καθοδήγηση, θα μπορέσουμε να το χρησιμοποιήσουμε με επιτυχία. Πρέπει πάντα να υπάρχει αληθινή συνεργασία Θεού και ανθρώπου και τότε ο Θεός χαρίζει φρόνηση, σοφία και δύναμη να κάνουμε το σωστό και να βρίσκουμε τον επιδιωκόμενο στόχο μας.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΑΡΧΑΡΙΟΥΣ

…θα ήθελα να μοιραστούμε μια προσευχή , η οποία θα μας ενώνει όλους μπροστά στο θρόνο του Θεού:
«Κύριε, δεν γνωρίζω τι να Σου ζητήσω. Συ μόνο γνωρίζεις τις πραγματικές μου ανάγκες. Με αγαπάς περισσότερο απ’ όσο αγαπώ εγώ τον εαυτό μου. Βοήθησέ με να δω τις πραγματικές μου ανάγκες, που δεν τις έχω συνειδητοποιημένες. Δεν τολμώ να Σου ζητήσω να σταυρωθώ ούτε να μου στείλεις ενίσχυση και παρηγοριά. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να Σε περιμένω, με ανοιχτή την καρδιά μου. Έλα και βοήθησέ με, κατά το μέγα Σου έλεος. Δοκίμασέ με και γιάτρεψε ταυτόχρονα τα τραύματά μου. Ρίξε με καταγής και πάλι ανόρθωσέ με. Προσκυνώ σιωπηλά το Θείο Σου θέλημα και τις ανεξιχνίαστες οδούς Σου. Σου προσφέρω θυσία τον εαυτό μου . Εμπιστεύομαι απόλυτα σε Σένα. Η μόνη μου επιθυμία είναι να εκπληρώσω το θέλημά Σου. Δίδαξέ με πώς να προσεύχομαι. Προσευχήσου Συ ο Ίδιος μέσα μου. Αμήν».

ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΕΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΙΚΕΣΙΕΣ

Στο επεισόδιο της Χαναναίας ( Ματθ. 15,22 ) ,βλέπουμε το Χριστό να αρνείται, στην αρχή τουλάχιστον, να απαντήσει σε μια προσευχή. Η γυναίκα παραδοκιμάζεται με τον πιο σκληρό τρόπο. Η γυναίκα παρακαλεί για κάτι που είναι απόλυτα δίκαιο. Έρχεται με πλήρη πίστη και ούτε καν λέει «αν μπορείς». Έρχεται με τη βεβαιότητα ότι ο Χριστός μπορεί, ότι ο Χριστός θα είναι πρόθυμος και θα θεραπεύσει το παιδί της. Σ’ όλη αυτή την πίστη, η απάντηση είναι : «Όχι». Και αυτό, όχι γιατί η προσευχή δεν ήταν ισχυρή, έντονη και γνήσια ή γιατί η πίστη δεν ήταν επαρκής ,αλλά απλώς και μόνο γιατί η Χαναναία δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο. Ο Χριστός είχε έρθει για τους Ιουδαίους , ενώ αυτή ήταν ειδωλολάτρισσα. Ο Χριστός δεν είχε έρθει γι’ αυτή. Εκείνη όμως επέμενε λέγοντας: «Ναι, δεν είμαι αυτή που πρέπει να είμαι , αλλά και τα σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν απ’ τα τραπέζια των αφεντικών τους». Στέκεται περιμένοντας και ελπίζοντας στην αγάπη του Θεού, παρά τα όσα της λέει ο Χριστός, αφημένη τόσο ταπεινά σ’ Αυτόν, παρά την εξήγησή που Εκείνος της δίνει. Δεν επικαλείται καν την αγάπη Του, μόνο κάνει έκκληση για την εκδήλωση αυτής της αγάπης, όπως συμβαίνει στις απλές, καθημερινές σχέσεις. «Δεν έχω δικαίωμα να ζητήσω ολόκληρο καρβέλι, δος μου μόνο λίγα ψίχουλα». Η κατηγορηματική και σκληρή άρνηση του Χριστού δοκιμάζει την πίστη της και η προσευχή της ολοκληρώνεται.
Πολύ συχνά ικετεύουμε το Θεό λέγοντας: «Θεέ μου, αν θέλεις, μπορείς …αν…», ακριβώς σαν τον πατέρα που λέει στο Χριστό: «Οι μαθητές Σου δεν μπόρεσαν να θεραπεύσουν το παιδί μου. Αν Συ μπορείς να κάνεις κάτι, κάνε το» ( Ματθ. 9,22 ) . Ο Χριστός απαντάει μ’ ένα άλλο «εάν». Εάν πιστεύεις, έστω και λίγο, «όλα είναι δυνατά σε κείνον που πιστεύει». Τότε ο άνθρωπος λέει: « Πιστεύω, Κύριε, βοήθησε την απιστία μου». Το ένα «εάν» βρίσκεται σε άμεση σχέση με το άλλο. Γιατί, αν δεν υπάρχει πίστη, δεν δίνει ο άνθρωπος στο Θεό τη δυνατότητα να επέμβει ουσιαστικά και ρυθμιστικά στα πράγματα.
Το γεγονός ότι στρέφεται κανείς στο Θεό θα μπορούσε να θεωρηθεί μια απόδειξη της πίστεώς του, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο. Πιστεύουμε και δεν πιστεύουμε την ίδια στιγμή και το πόσο πιστεύουμε φαίνεται από το πόσο ξεπερνάμε τις αμφιβολίες μας. Όταν λέμε: «Ναι, αμφιβάλλω, αλλά πιστεύω στην αγάπη του Θεού περισσότερο απ’ όσο εμπιστεύομαι στις αμφιβολίες μου», τότε δίνω στο Θεό τη δυνατότητα να ενεργήσει. Αλλά αν κανείς πιστεύει στο νόμο και όχι στη Χάρη, αν κάποιος πιστεύει ότι ο κόσμος, όπως τον γνωρίζουμε με τους μηχανικούς νόμους του, είναι τέτοιος – γιατί ο Θεός θέλησε να μην είναι τίποτε άλλο, παρά μια μηχανή- τότε δεν υπάρχει τόπος για το Θεό. Η εμπειρία επίσης της καρδιάς , όσο και η σύγχρονη επιστήμη, μας διδάσκουν ότι δεν υπάρχει αυτή η απόλυτη νομοτέλεια, στην οποία πίστευαν οι άνθρωποι του 19ου αιώνα. Κάθε φορά που με την πίστη η Βασιλεία του θεού αποκαθίσταται μέσα μας, δίνεται η δυνατότητα στους νόμους αυτής της Βασιλείας να λειτουργήσουν . Δηλαδή επεμβαίνει ο Θεός με τη σοφία Του και τη Δύναμή Του και κάνει το καλό, σε μια δύσκολη περίσταση, χωρίς να χρειαστεί να ανατρέψει το σύμπαν. Οι αμφιβολίες μας έχουν σχέση περισσότερο με την αγάπη και τη φροντίδα του Θεού για μας, παρά με τη δύναμή Του. Ο Θεός όμως απαντάει: «Εάν μπορείς να πιστέψεις στην αγάπη μου, όλα μπορούν να γίνουν». Μ’ αυτό εννοεί πως ένα θαύμα μπορεί να γίνει μόνο όταν ζούμε τη Bασιλεία του Θεού, έστω κι αν ακόμα βρισκόμαστε στο πρώτο στάδιο της πνευματικής ζωής.
Το θαύμα δεν είναι παραβίαση των νόμων που διέπουν μεταπτωτικά τον κόσμο, αλλά είναι επάνοδος της κυριαρχικής επικράτησης των νόμων της Βασιλείας του Θεού. Ένα θαύμα γίνεται μόνο όταν πιστεύουμε ότι ο νόμος βασίζεται στην αγάπη του Θεού και όχι στη δύναμή Του. Μπορεί να πιστεύουμε πως ο Θεός είναι παντοδύναμος αλλά να μην πιστεύουμε στον πρόνοιά Του και τότε το θαύμα δεν μπορεί να γίνει. Διαφορετικά θα έπρεπε ο Θεός να επιβάλει δια της βίας την θέλησή Του. Αυτό όμως δεν το κάνει. Γιατί το πιο βασικό και ευαίσθητο σημείο στις σχέσεις Του με τον κόσμο, παρά την πτώση του ανθρώπου ,είναι ότι σέβεται απόλυτα την ανθρώπινη ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν λέμε στο Θεό: «Πιστεύω, γι’ αυτό ζητάω τη βοήθειά Σου», είναι σαν να του λέμε: «Πιστεύω, πως είσαι πρόθυμος να με εισακούσεις, ότι έχεις αγάπη και ότι ενδιαφέρεσαι για το κάθε γεγονός της ζωής μου». Όταν έτσι καταθέτουμε την αδύνατη πίστη μας, τότε δημιουργούμε σωστή κοινωνία με το Θεό και δίνουμε τη δυνατότητα να γίνει το θαύμα.
Εκτός όμως από αυτή την κατηγορία των αμφιβολιών μας, που αναφέρονται στην αγάπη του Θεού και που είναι λανθασμένες, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία αμφιβολιών που επιτρέπονται. Μπορούμε να λέμε στο Θεό: «Σου ζητώ αυτό , αν είναι σύμφωνο με το θέλημά Σου ή είναι για το καλό μου ή αν δεν υπάρχει κάποιος κρυφός κακός σκοπός μέσα μου όταν Σου το ζητώ», και άλλα παρόμοια . Αυτού του είδους οι αμφιβολίες επιτρέπονται γιατί δείχνουν πως δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο λογισμό μας. Και όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε.
Όπως ακριβώς η Εκκλησία είναι η συνέχεια της παρουσίας του Χριστού στο χρόνο και στο χώρο , έτσι και η προσευχή του χριστιανού πρέπει να είναι προσευχή του Χριστού, αν και αυτό προϋποθέτει αγνότητα καρδιάς , την οποία δεν έχουμε. Η προσευχή της Εκκλησίας είναι η προσευχή του Χριστού, ειδικώτερα όμως η Θεία Λειτουργία, όπου αποκλειστικά και αδιάλειπτα ο Χριστός προσεύχεται. Αλλά οποιαδήποτε άλλη προσευχή , με την οποία ζητάμε κάτι συγκεκριμένο από το θεό, είναι προσευχή γεμάτη ερωτηματικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε τι θα ζητούσε ο Χριστός , αν βρισκόταν σε μια τέτοια περίσταση. Γι’ αυτό, πριν από τα λόγια της προσευχής μας βάζουμε ένα «εάν», που σημαίνει: Σύμφωνα με όσα εγώ καταλαβαίνω, σύμφωνα με εκείνο που γνωρίζω για το θέλημα του Θεού, θα ήθελα να γίνει έτσι αυτό το πράγμα, για να εκπληρωθεί το θέλημά Του.
Ένα τέτοιο «εάν» επίσης σημαίνει ότι περικλείω στα λόγια της προσευχής μου την επιθυμία μου να γίνει το καλύτερο δυνατό σε κάθε περίπτωση. Γι’ αυτό, Θεέ μου, Συ μπορείς να μεταβάλεις το κάθε συγκεκριμένο αίτημά μου σε ο,τιδήποτε Εσύ θα έκρινες ασύμφορο, διατηρώντας μόνο την πρόθεσή μου, που είναι να γίνει και στο θέμα αυτό το θέλημά Σου, ακόμη και τότε που τόσο ανόητα σου υποδεικνύω και το πώς θα μου άρεσε εμένα να γίνει το θέλημά Σου ( Ρωμ. 8,26 ) .
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Όταν προσευχόμαστε για να γίνει κάποιος καλά, ή να επιστρέψει από ένα ταξίδι σ’ ένα ορισμένο χρονικό διάστημα- γιατί υπάρχει σοβαρός λόγος γι’ αυτό- τότε η προσευχή μας έχει σκοπό το καλό αυτού του προσώπου. Δεν έχουμε όμως τόσο καθαρή πνευματική όραση, ώστε να διακρίνουμε το πραγματικό καλό του προσώπου και πιθανόν το χρονοδιάγραμμα που εμείς συσχετίζουμε με το πρόσωπο αυτό να είναι λανθασμένο.
Το «εάν» επίσης σημαίνει πως, σύμφωνα με τα κριτήριά μου, αυτό που Σου ζητώ είναι σωστό και σκόπιμο να γίνει έτσι, με τον τρόπο , που εγώ νομίζω. Αν όμως κάνω λάθος, να μην λάβεις υπόψη Σου τα λόγια μου, αλλά την πρόθεσή μου.
Ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα είχε το χάρισμα να διαβλέπει ποιό ήταν το πραγματικό καλό για έναν άνθρωπο. Ο αγιογράφος της Μονής είχε πάρει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει για την πατρίδα του. Θα είχε οπωσδήποτε προσευχηθεί να φύγει σύντομα. Αλλά ο στάρετς τον καθυστέρησε επίτηδες τρεις μέρες και έτσι τον έσωσε από τη ληστεία και τη δολοφονία ,που είχε σχεδιάσει εναντίον του ένας από τους εργάτες του. Όταν ο αγιογράφος ανεχώρησε από τη Μονή ο κακοποιός είχε εγκαταλείψει την κρυψώνα του. Πέρασαν χρόνια για να ανακαλύψει ο αγιογράφος τον κίνδυνο από τον οποίο τον γλίτωσε ο στάρετς.
Μερικές φορές προσευχόμαστε για κάποιον που αγαπάμε και που έχει κάποια ανάγκη , χωρίς να μπορούμε να τον βοηθήσουμε. Πολλές φορές δεν ξέρουμε και τι είναι σωστό να ζητήσουμε. Δεν βρίσκουμε λέξεις, ακόμα και για να βοηθήσουμε κάποιον που υπεραγαπάμε.

ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ

Η περισυλλογή και η προσευχή συχνά συγχέονται, αλλά, αν η περισυλλογή εξελίσσεται σε προσευχή ,δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος απ’ αυτή τη σύγχυση. Κίνδυνος υπάρχει μόνο όταν η προσευχή εκφυλίζεται σε περισυλλογή. Περισυλλογή αρχικά σημαίνει σκέψη , ακόμα και όταν το αντικείμενο της σκέψης είναι ο Θεός. Αν η σκέψη φέρνει σιγά-σιγά το αποτέλεσμα να οδηγούμαστε σε μια κατάσταση ευλάβειας και λατρείας, αν η παρουσία του Θεού προβάλει τόσο ισχυρά ώστε να νιώθουμε κοντά Του και αν λίγο- λίγο από την περισυλλογή μεταφερόμαστε στην προσευχή, πάει καλά. Δεν επιτρέπεται όμως ποτέ να συμβεί το αντίθετο και απ’ αυτή την άποψη υπάρχει απόλυτη διαφορά μεταξύ περισυλλογής και προσευχής.
Η βασική διάκριση μεταξύ περισυλλογής και καθημερινών τυχαίων σκέψεων είναι ότι στην περισυλλογή υπάρχει συνοχή σκέψεων. Η περισυλλογή είναι ασκητική προσπάθεια που γίνεται μόνο με διανοητική νηφαλιότητα. Ο Θεοφάνης ο Έγκλειστος ,μιλώντας για τον τρόπο με τον οποίο σκέπτονται συνήθως οι άνθρωποι, λέει ότι οι σκέψεις βουίζουν γύρω από τα κεφάλια μας ,σαν σμήνος κουνουπιών, προς όλες τις κατευθύνσεις, μονότονα, χωρίς σκοπό και χωρίς συγκεκριμένη κατάληξη.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να μάθουμε , οποιοδήποτε θέμα και αν έχουμε εκλέξει για να αποτελέσει το αντικείμενο της σκέψης μας, είναι το να ακολουθήσουμε μια ενιαία πορεία. Κάθε φορά που αρχίζουμε να σκεφτόμαστε το Θεό, τα του Θεού, καθετί που σχετίζεται με την πνευματική ζωή, μας έρχονται στο νου δευτερεύουσες σκέψεις. Βλέπουμε σε κάθε πλευρά του θέματος τόσες πολλές δυνατότητες , τόσα πολλά πράγματα τα οποία είναι γεμάτα ενδιαφέρον και πλούτο. Εμείς όμως, αφού έχουμε επιλέξει ένα θέμα για να σκεφθούμε, πρέπει να απομακρύνουμε όλα τα άλλα εκτός από αυτό το ένα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να κρατηθούν οι σκέψεις μας στην σωστή πορεία και να προχωρήσουν πιο βαθιά.
Σκοπός της περισυλλογής δεν είναι το να πετύχουμε μια θεωρητική απασχόληση της σκέψης. Η περισυλλογή δεν αποβλέπει στο να γίνει μια άψογη διανοητική λειτουργία, ούτε ένα αριστούργημα σκέψης, χωρίς άλλες συνέπειες. Αποβλέπει στο να γίνει καθάρια σκέψη που καθοδηγείται από το Θεό και κατευθύνεται σ’ Αυτόν και που μπορεί να μας οδηγήσει στο να πάρουμε αποφάσεις για τη ζωή μας.
Είναι πολύ σπουδαίο πράγμα να συνειδητοποιήσουμε από την αρχή ότι η περισυλλογή θα φέρει αποτέλεσμα μόνο όταν έχει σαν συνέπεια της το να μπορέσουμε να ζήσουμε με περισσότερη ακρίβεια και μεγαλύτερη συνεπέστερη εφαρμογή σύμφωνα με το Ευαγγέλιο.
Καθένας μας από άλλα προβλήματα είναι ανεπηρέαστος και σε άλλα είναι ανοιχτός. Στην αρχή, όταν δεν έχουμε ακόμα συνηθίσει να σκεπτόμαστε, είναι καλύτερα να ξεκινάμε με κάτι που είναι ζωτικό για μας. Να παίρνουμε εκείνα τα ρητά που μας ελκύουν ιδιαιτέρα , που κάνουν την καρδιά μας να είναι «καιομένη εν ημίν» ή αντίθετα εκείνα που μας κάνουν να επαναστατούμε και τα οποία δεν μπορούμε να αποδεχτούμε . Και τα δύο είδη αυτών των ρητών υπάρχουν στο Ευαγγέλιο.
Ό,τι και αν διαλέξουμε, ένα στίχο, μια εντολή, ένα γεγονός από τη ζωή του Χριστού, πρέπει να προσδιορίσουμε πρώτα απ’ όλα το πραγματικό, το αντικειμενικό του περιεχόμενο. Αυτό είναι πάρα πολύ σπουδαίο, γιατί σκοπός της περισυλλογής δεν είναι να συγκροτήσουμε μια φανταστική δομή, αλλά να κατανοήσουμε μια αλήθεια. Η αλήθεια βρίσκεται εκεί δοσμένη. Είναι η αλήθεια του Θεού και η περισυλλογή αποβλέπει στο να γίνει γέφυρα μεταξύ της δικής μας αδυναμίας για κατανόηση και της αλήθειας που έχει αποκαλυφθεί. Αυτή είναι μια μέθοδος μες την οποία μπορούμε να εκπαιδεύσουμε το νου μας και λίγο- λίγο , όπως λέει ο Απόστολος Παύλος ( Α΄ Κορινθ. 2,16 ), να μάθουμε να έχουμε «νουν Χριστού»…



…Όταν πλέον έχουμε ανακαλύψει το νόημα του κειμένου, όταν ο Θεός μ’ αυτή την φράση μας έχει μιλήσει , πρέπει να μπούμε πιο βαθιά στο θέμα και να δούμε τί μπορούμε τώρα να κάνουμε, όπως πραγματικά κάνουμε κάθε φορά που μας έρχεται ξαφνικά μια καλή ιδέα. Όταν συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό ή εκείνο είναι το σωστό, αμέσως σκεφτόμαστε πώς να το κάνουμε ζωή μας, με ποιο τρόπο, σε ποια περίσταση και με ποια μέθοδο. Δεν φτάνει να καταλάβουμε τί πρέπει να κάνουμε και να αρχίσουμε με ενθουσιασμό να μιλάμε γι’ αυτό στους φίλους μας. Πρέπει ν’ αρχίσουμε να το εφαρμόζουμε. Ο Άγιος Παύλος ο Απλούς , ένας ορθόδοξος μοναχός από την Αίγυπτο, μόλις άκουσε τον Μ. Αντώνιο να διαβάζει τον πρώτο στίχο του Ψαλμού , «Μακάριος είναι ο άνθρωπος που δεν πορεύτηκε σύμφωνα με τις σκέψεις και τα θελήματα των ασεβών», αμέσως αναχώρησε για την έρημο. Μόνο μετά από τριάντα περίπου χρόνια , όταν ξανασυναντήθηκε με τον Μ. Αντώνιο , του είπε με βαθιά ταπείνωση: «Πέρασα όλο τον καιρό προσπαθώντας να γίνω ο άνθρωπος εκείνος που δεν πορεύεται σύμφωνα με τις σκέψεις και τα θελήματα των ασεβών». Δεν χρειάζεται να κατανοήσουμε πολλά πράγματα για να φτάσουμε στην τελειότητα. Εκείνο που χρειάζεται είναι τριάντα χρόνια προσπάθειας για να αποκτήσουμε και τη γνώση και τη χάρη να γίνουμε «καινή κτίση», δηλαδή νέοι, αναγεννημένοι άνθρωποι.
Συχνά μελετάμε ένα-δυο σημεία και προχωράμε στο επόμενο κείμενο. Αυτό είναι λάθος. Έχουμε ήδη πει ότι απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα για να γίνουμε στοχαστικοί, να γίνουμε εκείνο που οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν «νηπτικό πρόσωπο». Δηλαδή να ικανωθούμε να εμβαθύνουμε σε μια ιδέα τόσο πολύ, ώστε να μην μας ξεφύγει κανένα σημάδι που περιέχει. Οι πνευματικοί συγγραφείς του παρελθόντος και του παρόντος έχουν όλοι να μας πουν το ίδιο πράγμα: Διαλέξτε ένα χωρίο, μελετήστε το για πολλές ώρες ,για πολλές μέρες, μέχρι να εξαντλήσετε όλες σας τις διανοητικές και συναισθηματικές δυνατότητες. Χάρη σ’ αυτήν την προσεχτική ανάγνωση και επανάληψη του χωρίου θα οδηγηθείτε σε μια νέα εσωτερική κατάσταση.
Πολύ συχνά, η περισυλλογή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έρευνα του κειμένου, η επανάληψη των λόγων, που ο Θεός μας απευθύνει. Έτσι θα εξοικειωθούμε και θα εμποτιστούμε τόσο απ’ αυτούς, ώστε λίγο-λίγο να ταυτιστούμε μαζί τους. Και αν ακόμα νομίζουμε ότι σ’ αυτή την μέθοδο δεν βρήκαμε κάποιο ιδιαίτερο πνευματικό θησαυρό, οπωσδήποτε όμως θα έχουμε σε κάτι αλλάξει…

…Οι Πατέρες των πρώτων αιώνων και ολόκληρη η Ορθόδοξη Παράδοση μας διδάσκουν ότι πρέπει να συγκεντρωνόμαστε , με βουλητική και αποκλειστική συγκέντρωση, στις λέξεις της προσευχής που προφέρουμε. Πρέπει να προφέρουμε τις λέξεις προσεκτικά , απροκάλυπτα, χωρίς προσπάθεια δημιουργίας κάποιας συναισθηματικής καταστάσεως. Πρέπει ακόμα να αφήνουμε στον Θεό, το πότε και πώς θα χαρίσει στην ψυχή μας οποιαδήποτε συγκίνηση, που είμαστε ικανοί και άξιοι να γευθούμε την ώρα της προσευχής…






Από το βιβλίο «ΑΡΧΙΕΠ. ANTONY BLOOM
ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ»
Μετάφραση από το αγγλικό
Δ΄ έκδοση Αναθεωρημένη και Βελτιωμένη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΣΔΡΟΜΟΥ
ΚΑΡΕΑΣ 1989

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου