Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (6)



Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (6)
ΜΕΡΟΣ ΣΤ'
Το  «βοτάνι του διαβόλου»
Εκτός όμως από την αγάπη και την συμπόνια που έδειχνε ο Στάρετς Θε­όφιλος στα ζώα και τα πουλιά, είχε κι άλλες συνήθειες και ιδιοτροπίες. Κατ' αρχήν, δεν αγαπούσε καθόλου τους καπνι­στές και ο ίδιος δεν μπορούσε να ανεχθή τον καπνό του τσιγάρου.

«Βλέπετε, έχετε δηλητηριασθή μ' αυτό το βοτάνι του διαβόλου», επιτιμούσε αυστηρά τους επισκέπτας που κάπνιζαν. «Ήλθατε ε­δώ στο μοναστήρι να σκορπίσετε το μίασμα του ταμπάκου. Τι καλό θα πρόκυψη για σας αύριο, όταν δεχθήτε τα Άγια Μυστή­ρια με την γεύσι του καπνού στο στόμα; Φύγετε από κοντά μου. Δεν σας δίνω την ευλογία μου!»

Κάποτε ο Θεόφιλος προχωρούσε ανάμε­σα στα δένδρα μέσα στην αυλή του μονα­στηριού μαζί με ένα από τα πιο αγαπημένα του πνευματικά παιδιά από την πόλι κρα­τώντας ένα πήλινο πιάτο γεμάτο ρεπάνια τριμμένα μέσα σε κβας. Τον πλησίασε τότε ο Βίκτωρ Ιγνάτιεβιτς Ασκοτσένσκυ, συντά­κτης και εκδότης της εφημερίδος Οικιακοί Διάλογοι. Εκείνη την ώρα κάπνιζε πούρο και καθώς άνοιξε το στόμα του να μιλήση, φύσηξε τον καπνό μέσα στο φαγητό του Στάρετς. Ο μακάριος δεν είπε τίποτε, βού­τηξε μόνο το δάκτυλο του στο πιάτο και τον πιτσίλισε με λίγο ζουμί.

Όταν επέστρεψε στο σπίτι του ο Ασκοτσένσκυ κάθησε να φάη, μα το γεύμα που του σέρβιραν είχε έντονη μυρωδιά από ρεπάνι. Χωρίς να. υποψιασθή την αιτία, ο Ασκοτσένσκυ έστειλε το φαγητό πίσω και ζή­τησε να του φέρουν άλλο. Μα κι αυτή την φορά υπήρχε η ίδια μυρωδιά. Εξωργισμένος ο Ασκοτσένσκυ φώναξε την μαγείρισ­σα και τους υπηρέτες, κανείς όμως δεν μπορούσε να του εξηγήση από πού προερ­χόταν η μυρωδιά. Σερβίρισαν και το δεύτε­ρο πιάτο, αλλά και αυτό μύριζε έντονα ρεπάνι. Το ίδιο συνέβη και με το τρίτο πιάτο. Ο Ασκοτσένσκυ έχασε την υπομονή του. Βγήκε από το σπίτι και πήγε σ' έναν γνω­στό του. Την ώρα όμως που τον χαιρετού­σε, ο φίλος του παρατήρησε ότι μύριζε έν­τονα ρεπάνι. Παρ' όλα αυτά, ζήτησε κάτι να φάη, προβάλλοντας σαν δικαιολογία ότι το φαγητό στο σπίτι του ήταν κακομαγειρεμένο. Πόσο μεγάλη ήταν όμως η έκπληξίς του, όταν διεπίστωσε ότι ακόμη και το φα­γητό του φίλου του ήταν διαποτισμένο με την μυρωδιά του ρεπανιού. Έχοντάς τα εντελώς χαμένα, πήγε στον φούρνο να αγοράση κουλουράκια. Γύρισε στο σπίτι και κάθισε να πιη τσάι. Αλλοίμονο, όμως! Το τσάι και τα κουλουράκια είχαν την ίδια μυ­ρωδιά του τριμμένου ρεπανιού.

Πέρασαν δύο-τρεις μέρες και ο Ασκοτσένσκυ είχε φθάσει σε τέλεια απόγνωσι, γιατί όσοι τον συναντούσαν του παρατη­ρούσαν πόσο δυσάρεστα μύριζε ρεπάνι. Ο δυστυχής προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρη την αιτία αυτού του παράξενου φαινο­μένου, όταν τελικά θυμήθηκε την συνάντησί του με τον Στάρετς Θεόφιλο. Συνειδητο­ποιώντας την απρέπεια της πράξεώς του, πήγε στο Κιτάγιεφ να βρη τον μακάριο. Του ζήτησε συγχώρησι και από εκείνη την στιγ­μή η δυσάρεστη μυρωδιά εξαφανίσθηκε.

Η γερόντισσα Μαγδαληνή από τη μονή Φλωρόφσκυ διηγείται κάποιο άλλο περι­στατικό:

«Κάποτε ήλθε από την Μόσχα ένας πλού­σιος έμπορος με την σύζυγό του και σταμά­τησαν στο μοναστήρι μας. Ακούγοντας τις διηγήσεις μας για τον Στάρετς Θεόφιλο, ο έμπορος ζήτησε να τον επισκεφθή οπωσδήποτε. Με παρεκάλεσε να τους συνοδεύω αυ­τόν και την σύζυγο του, μια και δεν γνώριζε τον δρόμο για το ερημητήριο του Κιτάγιεφ. Εγώ δέχθηκα κι έτσι ξεκινήσαμε όλοι μαζί. Καθώς περνούσαμε από το δάσος του Γκολοσέγιεφ, ο έμπορος ένοιωσε την επιθυμία να καπνίση. Έψαξε τις τσέπες του, αλλά δεν βρήκε σπίρτα. Τι να κάνη; Ευτυχώς είδε κάποιους να κάθωνται στην άκρη του δρό­μου και να βράζουν κουρκούτι πάνω σε μία πυροστιά. Τους πλησίασε και προσπάθησε να ανάψη το τσιγάρο. Μόλις όμως άγγιξε την φωτιά, η πυροστιά αναποδογύρισε και το φαγητό χύθηκε και την έσβυσε.

«Τι παράξενο! Δεν πρόλαβα να αγγίξω την πυροστιά και το φαγητό αναποδογύ­ρισε».

Προχωρήσαμε παρακάτω. Ο έμπορος εί­δε και πάλι κάποιους άγνωστους να βρά­ζουν χυλό στην άκρη του δρόμου. Έτρεξε στην φωτιά τους για να ανάψη το τσιγάρο, αλλά μόλις έσκυψε πάνω από την φωτιά, πάλι αναποδογύρισε η πυροστιά.

«Τι παράξενη σύμπτωσις!» είπε ο έμπο­ρος γελώντας. «Μήπως είναι μάγια;»

«Όχι», του απάντησα Εγώ. «Ο πατήρ Θε­όφιλος τα κανόνισε έτσι, γιατί δεν συμπα­θεί διόλου αυτούς που καπνίζουν».

Τελικά φθάσαμε στο Κιτάγιεφ και πήγαμε να δούμε τον Στάρετς. Εκείνος μόλις μας συνάντησε, στράφηκε κατ' ευθείαν στον έμ­πορο:

«Λοιπόν, περιστεράκι μου, ήθελες τόσο πολύ να καπνίσης; Για το δικό σου το πά­θος άφησες χωρίς φαΐ τόσους πεινασμέ­νους».

Κατόπιν του έφερε από το κελλί του ένα μεγάλο κρεμμύδι και του είπε.

«Να, φάε λίγο κρεμμύδι, γιατί με την μυ­ρωδιά του τσιγάρου σου βρώμισες όλο το μοναστήρι!»

Τέτοιο προορατικό χάρισμα είχε!

Μία άλλη χαρακτηριστική αρχή του Στά­ρετς ήταν να μη φτύνη ποτέ στο έδαφος. Συμβούλευε και τους άλλους να το αποφεύ­γουν. Ιδιαίτερα δεν μπορούσε να ανεχθή όσους έφτυναν στον ναό του Θεού, στο πάτωμα της εκκλησίας.

«Γιατί φτύνης στην εκκλησία;» έλεγε σ' όσους το έκαναν. «Εδώ παρίσταται αοράτως ο Θεός και οι άνθρωποι γονατίζουν μπροστά Του για να προσευχηθούν. Γιατί φτύνης στη γη; Κι εσύ ο ίδιος είσαι χώμα και στάχτη, πώς λοιπόν τολμάς να φτύνης την μητέρα σου; Αυτή δεν είναι που θα σε δεχθή στην αγκαλιά της μετά τον θάνατό σου; Αυτή δεν είναι που θα φυλάξη το σώ­μα σου μέχρι την κοινή ανάστασι;»

Ο στάρετς και οι θαυμαστές του

Λίγοι άνθρωποι είχαν την ευκαιρία να πλησιάσουν τον στάρετς Θεόφιλο για να πάρουν την ευλογία του, γιατί περνούσε ό­λη την ημέρα στο δάσος προσευχόμενος και επέστρεφε στο ερημητήριο μόνο κατά την ώρα του εσπερινού, ώστε να είναι στην ώρα του για την έναρξι της ακολουθίας. Αν πά­λι κάποιος κατόρθωνε να τον πλησίαση, ο στάρετς του έδινε την ευλογία του χωρίς να σταματήση, σαν να βιαζόταν πολύ. Γενικά ο μακάριος δεν ήθελε να στρέφεται επάνω του η προσοχή του κόσμου, για να μη δι­ασπάται από την προσευχή.

Όταν αντιλαμβανόταν ότι στον δρόμο τον περίμεναν προσκυνητές, έστριβε κάπου στο πλάι μέσα στα δένδρα ή, αν ήταν στο μοναστήρι, σκαρφάλωνε ψηλά στην μεγάλη βελανιδιά που ήταν κοντά στον ξενώνα, ή πήγαινε στον κήπο, όπου κρυβόταν σε ένα βαθύ λάκκο που είχε σκάψει.

Φύλακας του κήπου ήταν ένας ειδικευμέ­νος κηπουρός, ο Ιωακείμ Παμφίλιτς, δόκι­μος της Λαύρας, έμπειρος στην δουλειά του και ευνοούμενος του μητροπολίτη Φι­λάρετου. Αυτός εκνευριζόταν που ο μακά­ριος κρυβόταν στην κήπο χωρίς την άδειά του και οι θαυμαστές του τσαλαπατούσαν μέσα σ' αυτόν ψάχνοντας να τον βρουν. Ο Παμφίλιτς επέπληξε πολλές φορές τον στάρετς Θεόφιλο και τελικά, εκνευρισμένος α­πό την μόνιμη ανεξικακία του, τον κτύπησε στο πρόσωπο. Ο μακάριος δεν συγχίσθηκε με αυτό και, σαν να απαντούσε με ευγνω­μοσύνη, του έβαλε μετάνοια. Δίκασον, Κύ­ριε τους αδικούντάς με, πολέμησον τους πολεμούντάς με[1]. ψιθύρισε ήσυχα και πρόσθε­σε: «Ιωακείμ, μη φαντάζεσαι ότι ο μητρο­πολίτης σε αγαπά. Δεν θα γίνης ποτέ μονα­χός...».

Σύντομα τα λόγια του μακαρίου βγήκαν αληθινά. Ο Ιωακείμ μετετέθη στην Λαύρα των Σπηλαίων και από εκεί τον απομάκρυ­ναν εντελώς από το μοναστήρι εξ αιτίας κάποιων πράξεων του.

Ο Θεόφιλος αντιπαθούσε ιδιαίτερα την συναναστροφή με διανοουμένους και με ό­σους υψώνονταν πάνω από το επίπεδο των κοινών ανθρώπων. Περισσότερο δε απ’ ό­λους αντιπαθούσε τους λεγόμενους «αμαξάνθρωπους», αυτούς δηλαδή που έρχον­ταν με άμαξες, συνήθως με μοναδικό σκο­πό να τον δουν σαν κάτι αξιοπερίεργο.

«Τι θέλετε από ένα βρωμερό πλάσμα σαν και μένα;» έλεγε στους επίμονους θαυμα­στές του. «Τι ζητάτε από μένα, ένα φτωχό, ανήμπορο γέροντα και μεγάλο αμαρτωλό;»

«Ένα καλό λόγο, πατερούλη· συμβουλή, καθοδήγησι, παρηγοριά», απαντούσαν συ­νήθως οι επισκέπτες.

«Πηγαίνετε στον μεγαλόσχημο μοναχό Παρθένιο. Αυτός θα σας συμβουλέψη και θα σας διδάξη, εγώ δεν έχω τίποτε να σας πω. Στραφείτε με γνήσια πίστι προς την Υπεραγία Θεοτόκο και τους αγίους Πατέ­ρες της Πετσέρσκαγια Λαύρας. Αυτοί θα σας δώσουν ό,τι είναι απαραίτητο, εγώ δεν έχω τίποτε».

Επί πλέον, ο στάρετς έσπρωχνε μερικές φορές όσους στέκονταν κοντά του και έ­φευγε γρήγορα μακριά τους. Πραγματικά, τι απαντήσεις θα μπορούσε να δώση στις τόσο κοσμικές ερωτήσεις τους; Μερικοί ζητούσαν συμβουλή για την επιτυχή έκβασι κάποιου δικαστηρίου εις βάρος κάποιου φτωχού· άλλοι ήθελαν να μάθουν αν ο γιος τους θα κατελάμβανε περιφανή θέσι κοντά σε γνωστό πρόσωπο· άλλοι τον συμβουλεύ­ονταν για τον γάμο του γιου τους με μία πλούσια νύφη ή της κόρης μ' ένα φημισμέ­νο γαμπρό. Μερικοί ζητούσαν ακόμη και προσευχές για να πάρουν μεγάλες αμοιβές, διακρίσεις και υψηλές συντάξεις. Για το ένα, ου έστι χρεία[2], δηλαδή για την σωτηρία της ψυχής, κανένας δεν σκεφτόταν να ζητήση συμβουλή.

Με σκοπό να αποφεύγη παρόμοιες ανω­φελείς συναντήσεις και να ξεκόβη εκ των προτέρων τους ανεπιθύμητους και κουρα­στικούς επισκέπτες, ο μακάριος επέλεξε έ­να πρωτότυπο τρόπο: σκόρπιζε στο κατώφλι του κελλιού του πίσσα ή κατράμι και έτσι έμενε ήσυχος από αργόσχολους επι­σκέπτες.

Όταν όμως εμφανιζόταν ένας άνθρωπος αληθινά απλός, θεοσεβής και διψασμένος για λόγο ωφελείας, ο στάρετς τον δεχόταν ευχαρίστως, χωρίς ωστόσο να παρατείνη πολύ την συνομιλία τους, και τον απέλυε με κάποια αυστηρή επίπληξι που απεκάλυπτε τις κρυφές αμαρτίες του.

«Ήταν παράδοξο να βλέπης», διηγούν­ταν αυτόπτες, «πώς ο μακάριος εξομολο­γούσε όσους πήγαιναν σ' εκείνον. Δεν ρω­τούσε για τις αμαρτίες τους, όπως κάνουν συνήθως οι πνευματικοί, αλλά βάζοντας τα όσια χέρια του στο κεφάλι του εξομολογουμένου και ατενίζοντας στον ουρανό, α­παριθμούσε αυτός τις κρυφές και φανερές αμαρτίες. Τότε, όχι μόνο ξεσπούσε σε κλά­ματα ο μετανοών, αλλά ακόμη και τα μαλ­λιά της κεφαλής του σηκώνονταν από τον φόβο και την ντροπή».

Ο αμαρτωλός έμπορος

Στην πόλι Βασίλκοφ ζούσε ένας έμπορος αλόγων που με σκοτεινές δουλειές είχε κά­νει μεγάλη περιουσία. Είχε ζήσει όλη του την ζωή μέσα στην διαφθορά, την απάτη και την κακία, στα γεράματά του όμως, ε­πειδή ένοιωθε τύψεις συνειδήσεως, αποφά­σισε να ζητήση συγχώρησι από τον Θεό. Εί­χε ακούσει πολλά για τον μεγάλο ασκητή, τον ιερομόναχο Θεόφιλο, και ξεκίνησε για το Κίεβο με την ελπίδα να τον συναντήση.

Ο προορατικός στάρετς, προγνωρίζοντας την επίσκεψι του διψασμένου για ψυχι­κή σωτηρία αμαρτωλού, αποφάσισε να προλάβη την άφιξί του και να τον συνάντηση πριν φθάση στο ερημητήριο. Για τον λόγο αυτό πήγε στο δάσος και όλη μέρα περίμενε τον έμπορο στον δρόμο που βρίσκεται η Κόκκινη Ταβέρνα. Σύντομα εμφανίστηκε η άμαξα με τον έμπορο καθισμένο περήφανα μέσα της. Αυτός αντιλήφθηκε τον μοναχό που προχωρούσε προς την κατεύθυνσί του, βγήκε από την άμαξα και τον πλησίασε.

«Χαίρετε, πατερούλη...»

«Χαίρετε, κύριε έμπορε...»

«Είναι μακριά από εδώ για το ερημητήριο;»

«Για ποιο θέλετε;»

«Για το Κιτάγιεφ».

«Για τον Θεό είναι ψηλά, για τον Τσάρο είναι μακριά, μα για το ερημητήριο είναι πιο κοντά απ’ όλα. Ποιος είναι ο σκοπός σας; Να προσευχηθήτε στον Θεό;»

«Κάτι τέτοιο... Περισσότερο όμως απ’ ό­λα θέλω να δω κάποιον μοναχό που ονομά­ζεται Θεόφιλος. Μπορείτε να μου πήτε πού μένει;»

«Τι τον θέλετε;».

«Λένε ότι είναι προορατικός άγιος».

«Ποιος, ο Θεόφιλος;»

«Ναι, ο Θεόφιλος».

«Τι αγιότητα είναι αυτή; Πιστέψατε τις ανοησίες που λένε οι γριές;»

«Μα, πώς; Όλοι λένε...»

«Και τι μ' αυτό; Είναι τόσο αισχρός, τό­σο πόρνος, που δεν θα εύρισκες τέτοιον παλιάνθρωπο σ' όλο τον κόσμο. Βίασε γυναί­κες, αποπλάνησε κοπέλες, έκλεψε άλογα γειτόνων του την νύχτα, δάνεισε χρήματα σε φτωχούς με υπερβολικό τόκο. Πόσα ορ­φανά άφησε στον κόσμο χωρίς ένα ρούχο, πόσους ανθρώπους κατέστρεψε με σκοτει­νές δουλειές και απάτες! Έκανε μεγάλη κοιλιά με τα ξένα αγαθά και τώρα επιθυμεί να πλησίαση τον Θεό! Ήρθε στον στάρετς Θεόφιλο με μία στίβα θανάσιμες αμαρτίες από κλοπές αλόγων! Λοιπόν, μετανόησε, μετανόησε! Παρακάλεσε τον Θεό. Ο Κύ­ριος είναι εύσπλαγχνος... Ου βούλεται τον θάνατον τον αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν[3]».

Όμως ο έκπληκτος έμπορος είχε αισθανθή μέσα στην καρδιά του ότι αυτός ήταν ο Θεόφιλος και είχε ήδη πέσει στα πόδια του στάρετς, βρέχοντας τα με δάκρυα μετανοίας.

«Συγχώρεσέ με, πατερούλη. Λύτρωσε με τον καταραμένο. Είμαι ένας φονιάς, ένας λωποδύτης, ένας εγκληματίας...»

«Ο Θεός θα συγχωρήση, ο Θεός θα συγχωρήση. Πήγαινε στους Αγίους του Θεού, πρόσπεσε σ' αυτούς, παρακάλεσέ τους. Αυ­τοί θα σε εξιλεώσουν, θα συγχωρήσουν τα πάντα. Ο πατέρας σου ήταν δίκαιος άνθρωπος και με τις προσευχές του ο Θεός θα ευσπλαγχνισθή και σένα».

«Όχι, δεν θα με ευσπλαγχνισθή. Παρόργισα πάρα πολύ την απέραντη φιλανθρω­πία Του».

«Θα συγχωρήση, θα συγχωρήση. Μόνο μη θόλωσης πάλι με πτώσεις και αμέλειες τις ευεργετικές πηγές, που σήμερα καθάρισαν με την μετάνοια την ψυχή σου. Μη παύσης να προσεύχεσαι, μη δώσης ελευθερία στα πάθη σου. Φύλαξε το έλεος, την αγάπη και διατήρησε τον φόβο του Θεού. Πήγαινε!»

Ο έμπορος ξεκίνησε αμέσως για την Λαύ­ρα, όπου επί ώρες έλεγε σ' όλους τους μο­ναχούς των Σπηλαίων για την συνάντησί του με τον Θεόφιλο.

Προρρήσεις θανάτων

Σε άλλη περίπτωσι ο μακάριος συνάντη­σε στο δάσος του Κιτάγιεφ ένα περαστικό γαιοκτήμονα και του είπε:

«Πού πηγαίνεις:»

«Σπίτι, πατερούλη!»

«Τα τακτοποίησες όμως με τον Θεό:»

Ο γαιοκτήμων απόρησε και προχώρησε χωρίς απάντησι.

«Δεν τα τακτοποίησες;» είπε ο στάρετς ακολουθώντας τον. «Να θυμάσαι, ήρθες ε­δώ καλά, αλλά δεν θα γυρίσης σπίτι υγιής».

Τι συνέβη λοιπόν: Στο ταξίδι της επιστρο­φής, ακριβώς στην είσοδο της πόλεως, τα ά­λογα αφήνιασαν και ανέτρεψαν την άμαξα. Πέφτοντας ο γαιοκτήμονας κτύπησε σε πέ­τρα και σκοτώθηκε.

Ορίστε και άλλο περιστατικό:

Στην πόλι Κερτς. κοντά στο Ταμάν, ζού­σε η χήρα ενός συνταγματάρχη, η Αλεξάν­δρα Σοκόλοβα. Αυτή πήγε με την αδελφή της στο Κιτάγιεφ και ζήτησε από τον στά­ρετς την ευλογία του.

«Δίδαξε την, την ανόητη», είπε ο μακά­ριος στην αδελφή της. δείχνοντας την Σοκόλαβα, «δίδαξε την καλύτερα, γιατί δια­φορετικά θα πηγαίνη με άλογα μέχρι να πεθάνη...»

Η Σοκόλοβα όμως δεν έδωσε σημασία στα λόγια αυτά. Μόλις επέστρεφε στο κτή­μα της πρόσταξε να ζέψουν μια άμαξα και ξεκίνησε για το Κερτς για δουλειές. Τα ά­λογα τρόμαξαν από κάτι στο δρόμο, αφηνίασαν και έριξαν την Σοκόλοβα στο έδα­φος, η οποία πέθανε την ίδια μέρα.

Ακόμη ένα περιστατικό. Κάποτε ο στά­ρετς πήγε στην μεγάλη Εκκλησία της Λαύ­ρας, έλαβε θέσι σ’ ένα από τα στασίδια κα­τά μήκος του τοίχου της εκκλησίας και άρ­χισε να προσεύχεται. Στην διάρκεια της α­ναγνώσεως του Ψαλτηρίου θέλησε να προ­σκυνήση τους τάφους των αγίων που βρί­σκονταν στην εκκλησία και, αφού άφησε το ψαλτήρι του στο στασίδι, πήγε στον τάφο του άγιου Θεοδοσίου. Αυτό το είδαν ο ανα­γνώστης και ο βοηθός τυπικάρης και απο­φάσισαν να κάνουν ένα αστείο στον Θεόφι­λο κρύβοντας το ψαλτήρι του. Όταν ο μα­κάριος επέστρεψε στον κυρίως ναό, δεν γύ­ρισε καν να κοιτάξη στο μέρος όπου καθό­ταν προηγουμένως. Αντιθέτως, πήγε κατ’ ευθείαν στον βοηθό τυπικάρη που είχε κρύ­ψει το ψαλτήρι στην τσέπη του και του είπε αυστηρά:

«Ε, γέροντα, γέροντα... Αύριο θα πεθάνης και σήμερα θέλεις να κάνης ζαβολιές. Συμφορά σου!»

Η πρόρρησις εκπληρώθηκε με ακρίβεια. Το επόμενο πρωί ο ηλικιωμένος μοναχός πέθανε ξαφνικά.

Ο στάρετς Θεόφιλος κρατούσε απόθεμα ενδυμάτων στο κελλί του, καθώς πολλοί φι­λάνθρωποι του έστελναν κάθε λογής ρούχα για τις ελεημοσύνες του. Όταν έβλεπε κά­ποιον ρακένδυτο άνθρωπο, αμέσως τον έ­παιρνε στο κελλί του, του πρόσφερε τηγα­νίτες και του έδινε καινούργιο πουκάμισο ή ακόμη τον έντυνε από την κορφή ως τα νύ­χια.

Κάποτε πήγε στον στάρετς ένας εργάτης από το κεραμοποιείο της Λαύρας, ο Ιβάν Μπολσάκοφ. Είχε πάρει από την Λαύρα τον μηνιαίο μισθό του αλλά, από ανθρώπι­νη αδυναμία, πήγε κατ’ ευθείαν έξω και τα ήπιε μέχρι το τελευταίο καπίκι[4]. Κι έτσι εν­τελώς κουρελής, πήγε στον μακάριο για ε­λεημοσύνη.

«Γιατί ελεημοσύνη σε σένα;» του είπε ο στάρετς. «θα τα πιης όλα με τον ίδιο τρό­πο. Να πάρε ένα καινούργιο πουκάμισο. Σήμερα θα πεθάνης και δεν ταιριάζει να είσαι στο φέρετρο κουρελής».

Ο Ιβάν Μπολσάκοφ πήρε το καινούργιο πουκάμισο και σκέφθηκε: «Περίμενε συ να πεθάνω, θα τρέξω αμέσως τώρα στην τα­βέρνα, Θα πουλήσω το πουκάμισο και θα πιω ένα καλό πιοτό στην υγειά σου».

Όπως είπε, έτσι και έκανε. Ήπιε μέχρι να μεθύση και το βράδυ γύρισε στο κεραμο­ποιείο. Χόρεψε, τραγούδησε, αστειεύθηκε. Ύστερα θυμήθηκε τον Θεόφιλο. Διηγήθηκε πώς πήρε το πουκάμισο και για την πρόρρησι του θανάτου. Τέλος, ζήτησε άδεια να κοιμηθή στο κεραμοποιείο και του επέτρε­ψαν. Σκαρφάλωσε στην ψηλότερη κουκέτα, ακριβώς κάτω από το ταβάνι. Τη νύχτα α­κούστηκε ξαφνικά ένας βαρύς γδούπος. Άναψαν φώτα και είδαν τον Ιβάν Μπολσάκοφ πεσμένο στο πάτωμα, με το πρόσωπο μέσα στο αίμα, να μην αναπνέη... Ακροάσθηκαν την καρδιά του· δεν χτυπούσε. Ο δυστυχής είχε πεθάνει. Τι να κάνουν; Τον έντυσαν την άλλη μέρα με ό,τι βρήκαν και τον έθαψαν στο νεκροταφείο με χριστια­νική κηδεία. Την δε ιστορία του πουκαμί­σου και της προρρήσεως του στάρετς Θεο­φίλου ακόμη και σήμερα μπορεί να την ακούση κανείς.

Ο μικρός μοναχός

Μία αρχόντισσα, η Μαρία Κοζμίνισκα Σεπέλεβα. όποτε ερχόταν στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ με τον τετράχρονο γιο της, πήγαινε στον στάρετς Θεόφιλο για ευλογία. Ο μακάριος την συμπαθούσε πολύ και κάθε φορά που την συναντούσε στην αυλή του μοναστηριού, κοιτούσε τον μικρό της γυιο και έλεγε: «Α! Να, έρχεται ένας μικρός μο­ναχός!»

Κάποτε φώναξε το παιδί στο κελλί του και του έδωσε ένα σωρό μικρά τσουρέκια: «Άνοιξε τα χέρια σου! Φάε τα τσουρέκια!» Το παιδί τα έτρωγε με όρεξι και ο στάρετς το ενθάρρυνε. «Φάε, φάε· όταν μεγαλώσης, θα πάρης τον Χριστό, όχι τα τσουρέκια».

Η πρόρρησις του στάρετς πραγματοποι­ήθηκε. Το παιδί μεγάλωσε, τοποθετήθηκε στο τυπογραφείο της Λαύρας για εκπαίδευσι, κατόπιν έγινε δόκιμος και αργότερα έ­νας πνευματικός της Λαύρας, σεβαστός σε όλους.

Κάποτε ο μακάριος κάλεσε τον συγκελλιώτη του, τον Παντελεήμονα, και του είπε: «Βάλε εδαφιαία μετάνοια σ' αυτό το παιδί. Φίλησε το χέρι του πνευματικού σου!» Ό­ταν το παιδί μεγάλωσε και έγινε ιερομόναχος, έκειρε τον Παντελεήμονα μοναχό στα τελευταία του και όταν πέθανε τον κήδεψε.

«Το φως της ζωής»

Ο αρχιεπιστάτης στην ανέγερσι του Κα­θεδρικού Ναού του αγίου Βλαδιμήρου στο Κίεβο, ο Κοδράτος Κοζμίτς Χοβάλκιν, επι­θυμώντας να περάση την υπόλοιπη ζωή του με γαλήνη και ησυχία, άρχισε να κτίζη στο Κίεβο ένα σπίτι για τον εαυτό του. Ξαφνικά τον βρήκε μεγάλη συμφορά. Πέθα­νε η αγαπημένη του κόρη, η μοναδική πα­ρηγοριά και ανακούφισις στην μοναχική ζωή του. Με θλίψι στην καρδιά, ο Χοβάλ­κιν πήγε στον στάρετς Θεόφιλο για παρη­γοριά.

«Γιατί θλίβεσαι;» του είπε ο μακάριος. «Κάθισε σ' ένα κελλί και λέγε την ευχή του Ιησού: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν. Όλα θα περά­σουν».

«Πού να περάσουν, πατερούλη. Στο πρόσωπο της νεκρής χάθηκε για μένα το φως της ζωής μου».

«Το φως της ζωής σου είναι ο Ανέσπερος Ήλιος, ο Ιησούς Χριστός. Αγόρασε ένα μανδύα. Σύντομα θα γίνης μοναχός».

Λίγο καιρό αργότερα, ο Κοδράτος Κοζ­μίτς προσήλθε στην αδελφότητα του ερημητηρίου του Γκολοσέγιεφ ως δόκιμος, έκτισε εκεί ένα ξενώνα και άρχισε μία άσκησι σωτηρίας. Σύντομα έμεινε τυφλός. έγινε μο­ναχός με το όνομα Έρασμος και έζησε πολλά χρόνια έγκλειστος σ' ένα κελλί κον­τά στην εκκλησία. Όταν πέθανε, στις 15 Αυγούστου 1880, ετάφη λίγο πιο πέρα από τον τάφο του ασκητή στάρετς Παρθενίου.

Η ευλογία του στάρετς

Ένας νέος της μεσαίας τάξεως του Κιέβου, ο Θεράπων Ντομπροβόλσκυ, ένοιωσε βαθιά επιθυμία να γίνη δόκιμος στην Λαύ­ρα. Επί τρεις ημέρες πήγαινε με την μητέρα του στον στάρετς Θεόφιλο για ευλογία, άλ­λα ο μακάριος απέφευγε συνεχώς να συζητήση με τον επισκέπτη, στέλνοντάς τον άλ­λοτε στον ξενώνα και άλλοτε στον ναό. Την τρίτη ημέρα, όταν ο Θεράπων και η μητέρα του είχαν πεινάσει πολύ και φαινόταν ότι η επίσκεψις τους θα έπρεπε να παραταθή, ο νέος στράφηκε για βοήθεια στον συγκελλιώτη του γέροντα, τον Ιβάν. Αυτός τους λυ­πήθηκε κι έστειλε τον Θεράποντα στο κελλί του στάρετς.

«Γιατί τριγυρνάς εδώ γύρω; Μήπως εί­μαι κανένας άγιος;» ερώτησε θυμωμένα ο στάρετς τον νέο.

Σ' ένα λεπτό έστειλε έξω με τον Ιβάν λί­γο ψωμί και λάχανο τουρσί για τον πεινα­σμένο Θεράποντα και την μητέρα του. Μό­λις ο νέος δοκίμασε το "κέρασμα", αισθάν­θηκε την πείνα του να εξαφανίζεται. Σε μι­σή ώρα ο στάρετς ξαναβγήκε από το κελλί του και ο Θεράπων βλέποντάς τον έπεσε στα πόδια του.

«Δώσε μου την ευλογία σου για την Λαύ­ρα, πατερούλη!»

«Τι ευλογία να σου δώσω; Δεν θα γίνης ποτέ ιερομόναχος. Πήγαινε πάντως. Μόνο να ζήσης καλά. Τετάρτη και Παρασκευή να μην τρως ψάρι και να μη χάσης ποτέ την α­κολουθία του Όρθρου».

Ο Θεράπων Ντομπροβόλσκυ έγινε δε­κτός στην Λαύρα και εκάρη μοναχός με το όνομα Σπυρίδων. Έζησε πενήντα ένα χρό­νια στο μοναστήρι ως απλός μοναχός, τη­ρώντας πιστά τις οδηγίες του στάρετς, χω­ρίς να χάση ούτε μία φορά την ακολουθία του Όρθρου.

Ο υγρός τάφος

Ένας ναυτικός από την πόλι Κερτς, ο Ανδρέας Γκαπτσένκο, ήρθε το 1851 για προσκύνημα στο Κίεβο με την γυναίκα του, την μικρή κόρη του και την αδελφή του. Α­φού πέρασαν αρκετές ήμερες στο Κίεβο και είδαν τα αξιοθέατα, οι προσκυνητές πήγαν στο Κιτάγιεφ για τον στάρετς Θεόφιλο.

Ο μακάριος βγήκε από το κελλί του και στράφηκε κατ' ευθείαν στην γυναίκα του Γκαπτσένκο, την Ευδοκία Τρυφόνοβα, και την ρώτησε:

«Ζεις κοντά στην θάλασσα;»

«Ναι, κοντά στην θάλασσα, πατερούλη».

«Και το δέλτα του ποταμού σας είναι βα­θύ;»

«Δεν ξέρω, πατερούλη, δεν το μέτρησα», απάντησε κατάπληκτη η Ευδοκία Τρυφόνο­βα, κοιτώντας τρομαγμένη τους δικούς της.

«Τετάρτη και Παρασκευή να αγοράζης θυμίαμα και κεριά και να τα δίνης στην εκ­κλησία για την σωτηρία της ψυχής σου· γιατί σε έστειλαν για δουλειά και πούλησες μόνο ψάρια».

Με τα λόγια αυτά τους ευλόγησε όλους και έφυγε.

Οι προσκυνητές έφυγαν και σταμάτησαν για λίγο στο Ποτσάγιεφ για προσκύνημα, έπειτα πέρασαν για μία ακόμη φορά από το Κίεβο και, αφού άφησαν την κόρη τους στο μοναστήρι Φλορόφσκυ στην φροντίδα της μοναχής Αγγελίνας, ξεκίνησαν μόνοι τους για το Κερτς.

Πέρασε λίγος καιρός. Στις 28 Ιουνίου, παραμονή της εορτής των αγίων αποστό­λων Πέτρου και Παύλου, ο Ανδρέας Γκα­πτσένκο έπρεπε να φύγη για επείγουσα ε­παγγελματική υπόθεσι. Έπεσε όμως πολύ άρρωστος και αναγκάσθηκε να στείλη την γυναίκα του στη θέσι του, ενώ ο ίδιος έμει­νε σπίτι στο Μιτροντάτ. Η Ευδοκία Τρυ­φόνοβα ξεκίνησε για το ταξίδι με την κόρη της Παρασκευή που ήταν ενός έτους. Έ­πρεπε να διασχίσουν με πλοίο το δέλτα του πόταμου. Τα πλοία όμως ήταν γεμάτα και η νεαρή γυναίκα αναγκάσθηκε να επιβιβαστή σε μία άκατο φορτωμένη ασβέστη.

Σύντομα η άκατος άπλωσε πανιά και βγήκε στην ανοιχτή θάλασσα. Την νύχτα α­κούστηκε ξαφνικά μία απελπισμένη κραυ­γή:

«Σώστε τους εαυτούς σας, βυθιζόμαστε!!»

Μία μεγάλη ρωγμή είχε ανοίξει στην κα­ρίνα και το σκάφος άρχισε να βυθίζεται.

Πολλοί ρίχνονταν στην θάλασσα έντρομοι, άλλοι πηδούσαν στις σωσίβιες λέμβους και άλλοι αφήνονταν στο έλεος της τύχης. Η Ευδοκία Τρυφόνοβα δεν τα έχασε και με θερμές προσευχές στράφηκε στον Θεό για βοήθεια. Πέρασε μισή ώρα. Το σκάφος βού­λιαζε όλο και περισσότερο. Τώρα το κατά­στρωμα είχε καλυφθή με νερό και η Ευδο­κία στεκόταν με το νερό μέχρι τα γόνατα. Ο αδυσώπητος θάνατος πλησίαζε όλο και περισσότερο.

«Κύριε, ευλόγησον!»

Με τα λόγια αυτά η Ευδοκία έκανε τον σταυρό της, έδεσε το παιδί στην πλάτη της και άρχισε να κολυμπά γενναία. Η νέα γυ­ναίκα πάλευε απεγνωσμένα με το νερό βά­ζοντας δεκαπλάσια δύναμι στα χέρια της και διέσχιζε τα ορμητικά κύματα της βαθι­άς θάλασσας. Όλα γύρω ήταν σκοτεινά, ατελείωτο νερό, και από πουθενά δεν φαι­νόταν βοήθεια η σωτηρία. Τα χέρια της άρχισαν να παραλύουν και η Ευδοκία έβα­λε όλη της την δύναμι. Γύρισε με την πλάτη, μετακίνησε το παιδί στο στήθος της και κρατώντας το με τα δόντια συνέχισε να κο­λυμπά, χωρίς να ξέρη προς τα πού. Η ακτή ήταν ακόμη μακριά, πολύ μακριά... Της φαινόταν ότι έβλεπε τους δικούς της να πε­ριμένουν τρομαγμένοι την επιστροφή της.

«Αντίο, αγαπημένοι μου, αντίο!»

Η δύναμί της χανόταν και τα χέρια της δεν μπορούσαν πια να κινηθούν. Της φαι­νόταν ότι γλιστρούσε κάπου μέσα στο κρύ­ο, μέσα στο βάθος, κι ένα τρομακτικό σκο­τάδι σκέπαζε τα μάτια της...

Ο Ανδρέας συντετριμμένος από την συμ­φορά, έψαξε πολύ για την πνιγμένη του σύ­ζυγο και ο Θεός τον λυπήθηκε. Την τρίτη ημέρα τα κύματα έβγαλαν το σώμα της στην ακτή κοντά στο Ταμάν με τον τρόμο αποτυπωμένο στο πρόσωπό της. Η αδύναμη σύντροφος της ζωής του κειτόταν σιωπηλή στην ακρογιαλιά κρατώντας στα ξυλιασμέ­να χέρια της την πεθαμένη κορούλα της, την οποία πίεζε σφιχτά στο μητρικό της στήθος. Αφού κήδεψε την νεκρή σύζυγο του κοντά στο μέρος όπου την είχε βγάλει η θάλασσα, ο Ανδρέας Γκαπτσένκο προσήλθε στην Λαύρα Πετσέρσκαγια του Κιέβου, ό­που έγινε μοναχός με το όνομα Μαλαχίας.


[1] Ψαλμ. λδ’ 1

[2] πρβλ. Λουκ. ι’ 42

[3] πρβλ. Ιεζ. λγ’ 11

[4] Υποδιαίρεσις του ρωσικού νομίσματος, το 1/100 του ρουβλίου

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 12-13
ΙΟΥΝΙΟΣ - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1991

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου