Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

Η φράση: "Πρωτότοκος πάσης κτίσεως" Μπορεί να σημαίνει ότι ο Χριστός είναι... κτίσμα;





Από την εμφάνισή του τον 4ο αιώνα μ.Χ., ο Αριανισμός, μπέρδευε τη λέξη: "κτίσμα" με τη λέξη: "γέννημα". Και ως σήμερα, οι σύγχρονοι εκπρόσωποί του Ρωσσελιστές, συνεχίζουν να μπερδεύουν τις δύο αυτές έννοιες.



Η έννοια του εδαφίου

Καθώς μπερδεύουν τις έννοιες: "γέννημα" και "κτίσμα", οι Ρωσσελιστές (ή θυγατρικές θρησκείες των Ρωσσελιστών, όπως οι αυτοαποκαλούμενοι Μάρτυρες του Ιεχωβά"), στην απελπισμένη τους προσπάθεια να βρουν στην Αγία Γραφή, κάτι που να συμφωνεί με τις απόψεις τους του 4ου αιώνα μ.Χ., χρησιμοποιούν και το εδάφιο που θα εξετάσουμε σε αυτό το άρθρο.

Για να αποδείξουν, ότι δήθεν ο Χριστός δεν είναι κτίστης, αλλά κτίσμα, προτείνουν το εδάφιο: Κολοσσαείς 1/α: 15. Το εδάφιο αυτό λέει για τον Χριστό: "ος εστιν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως".

-"Ορίστε!" (μας λένε). "Βλέπετε ότι ο Χριστός είναι το πρώτο κτίσμα";

Φυσικά ο καθένας που ξέρει Ελληνικά, σε αυτό το εδάφιο μπορεί να δει τον παραλογισμό αυτής τους της ερμηνείας. Γιατί το εδάφιο δεν αποκαλεί τον Χριστό: "πρωτόκτιστο", όπως το κατανοούν αυτοί. Τον αποκαλεί: "πρωτότοκο". Και έχει μεγάλη διαφορά το "γέννημα" από το "κτίσμα". Το γέννημα το γεννάς, και είναι της ιδίας ουσίας με εσένα. Το κτίσμα το κατασκευάζεις, και είναι άλλης ουσίας. Το σπίτι το "κτίζεις", δεν το "γεννάς". Και το παιδί σου το "γεννάς", δεν το "κτίζεις".

Ομοίως, και το εδάφιο αυτό, έχει την έννοια, ότι ο Χριστός, ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ, (δεν κτίσθηκε), "πριν" από όλη την κτίση. Και βάζουμε τη λέξη: "πριν" σε εισαγωγικά, γιατί ακόμα και το "πριν", "ήταν" ανύπαρκτο "πριν" γίνει ο χρόνος, καθώς ο ίδιος ο χρόνος είναι κτίσμα του Θεού δια του Λόγου Του, του Ιησού Χριστού. Και εφόσον ο χρόνος έχει αρχή, πώς είναι δυνατόν ο κατασκευαστής του, ο Υιός του Θεού, να έχει και αυτός αρχή; Αφού αυτός δεν βρίσκεται μέσα στον χρόνο κατά τη Θεϊκή του φύση.

Όμως η λέξη: "πρωτότοκος" για τον Χριστό, έχει μία επιπλέον έννοια. Όπως γνωρίζουμε, ο πρωτότοκος ήταν για τους Εβραίους, ο δικαιωματικός κάτοχος της περιουσίας του πατέρα του, σε διπλό βαθμό από τα άλλα αδέλφια του. Πολύ δε περισσότερο, όταν ο "πρωτότοκος" ήταν και "μονογενής", όπως ο Χριστός (Ιωάννης 3/γ: 16). Και οι απόστολοι ήταν Εβραίοι. Όταν λοιπόν έλεγαν ή έγραφαν "πρωτότοκος", η λέξη περιελάμβανε γι' αυτούς, όλο το φορτίο αυτής της έννοιας. Και όταν ο Παύλος έγραφε: "πρωτότοκος πάσης κτίσεως", είχε στο μυαλό του, όλη αυτή τη σημασία της λέξης "πρωτότοκος". Δεν εννοούσε απλώς αυτόν που γεννήθηκε πριν από όλη την κτίση, αλλά και τον απόλυτο κληρονόμο αυτής της κτίσεως, μάλιστα "πάσης" της κτίσεως κατά τα λόγια του. Και αυτό το έγραψε σαφέστερα σε άλλο χωρίο, λέγοντας για τον Χριστό: "Ον έθηκε κληρονόμον πάντων, δι' ου και τους αιώνας εποίησεν" (Εβραίους 1/α: 2).

Όπως παρατηρείτε, το εδάφιο αυτό έχει την ίδια ακριβώς έννοια με το εδάφιο: "πρωτότοκος πάσης κτίσεως", με άλλα λόγια. Και στο ένα και στο άλλο εδάφιο, τονίζεται η πρωτεραιότητα του Χριστού από όλη την κτίση, καθώς στο ένα αναφέρεται ότι "γεννήθηκε πριν από όλη την κτίση" (πρωτότοκος), και στο άλλο τονίζεται ότι ο Χριστός "εποίησε και τους αιώνες", δηλαδή τις χρονικές περιόδους της κτίσης. Και κάποιος που πλάθει το χρόνο, είναι ταυτόχρονα πλάστης όλης της κτίσης, η οποία είναι "εν χρόνω". Και ακόμα, και στο ένα και στο άλλο, τονίζεται το ότι είναι "κληρονόμος όλης της κτίσης", στο ένα με τη λέξη: "κληρονόμος", και στο άλλο με τη λέξη: "πρωτότοκος".

Και μια τρίτη έννοια που μας δίνει η λέξη: "πρωτότοκος" στο χωρίο αυτό, είναι Η ΔΟΞΑ ενός πρωτοτόκου, (και μάλιστα μονογενούς), από τον πατέρα του. Και αυτό πάλι φαίνεται πιο καθαρά σε άλλο χωρίο: "Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας" (Ιωάννης 1/α: 14).

Το εδάφιο που εξετάζουμε λοιπόν, μας δείχνει καθαρά τέσσερα πράγματα:

1. Ότι ο Χριστός είναι ομοούσιος του Πατρός, ως γέννημα ("πρωτότοκος" και όχι "πρωτόκτιστος").

2. Ότι γεννάται από τον Πατέρα προαιωνίως, προ της κτίσεως και του χωροχρόνου.

3. Ότι είναι κληρονόμος όλης της κτίσεως του Θεού.

4. Ότι είναι ένδοξος.



Απάντηση σε μια ένσταση

Βέβαια, οι οπαδοί του Αρείου, δεν παραδίδουν έτσι εύκολα τα όπλα, αλλά ψάχνουν να βρουν κάτι, για να πλήξουν την ορθή ερμηνεία του εδαφίου. Μια ερμηνεία την οποία φυσικά ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ, αλλά εξακολουθούν να το διαστρέφουν. Και στην απελπισμένη τους προσπάθεια να βρουν κάτι τέτοιο, τυφλώνονται, και δεν βλέπουν τον παραλογισμό που εισάγουν στη λογική τους, όπως θα δούμε...

Λένε λοιπόν, ότι το "πρωτότοκος πάσης κτίσεως", σημαίνει ότι ο Χριστός είναι κτίσμα, επειδή η λέξη: "πρωτότοκος", στην Αγία Γραφή, όταν συντάσσεται με Γενική, (π.χ. της κτίσεως), δείχνει την προέλευση του υποκειμένου, από την πηγή αυτή. Για παράδειγμα, στο εδάφιο Γένεσις 35/λε: 23: "πρωτότοκος Ιακώβ Ρουβήν" (ο Ρουβήν, πρωτότοκος του Ιακώβ). Δείχνει δηλαδή το εδάφιο αυτό, ότι ο Ρουβήν, είναι πρωτότοκος του Ιακώβ, ότι προήλθε από τον Ιακώβ. Και πράγματι, σε όλα τα σημεία της Αγίας Γραφής, όπου υπάρχει η λέξη: "πρωτότοκος" με Γενική, δείχνει την προέλευση του πρωτοτόκου, από το αντικείμενο της Γενικής που ακολουθεί. Μήπως λοιπόν έχουν δίκιο; Ας το εξετάσουμε αυτό, για να δούμε τι παραλογισμό εισάγει μια τέτοια άποψη.

Αν αυτό ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις που συντάσσεται η λέξη με Γενική, τότε θα είχαμε το εξής παράλογο: Ο Χριστός, θα ήταν "πρωτότοκος" ΟΧΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ!!! Γιατί το εδάφιο λέει: "πρωτότοκος πάσης κτίσεως". Αν λοιπόν η Γενική έδειχνε την προέλευση του Χριστού από το αντικείμενο που ακολουθεί, η προέλευσή του θα ήταν ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΤΙΣΗ, και όχι από τον Θεό. Και μάλιστα, η προέλευσή του θα ήταν ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΤΙΣΗ. Γιατί λέει: "πάσης κτίσεως". Κάτι τέτοιο φυσικά, είναι αντίθετο από την Αγία Γραφή, στην οποία ο Χριστός είναι Αυτός που έπλασε την κτίση, και όχι αυτός που ΠΛΑΣΘΗΚΕ από την κτίση, (και μάλιστα από "ολόκληρη" την κτίση!) "πάντα δι' αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν" (Ιωάννης 1/α: 3). Η Αγία Γραφή λοιπόν, λέει σαφώς, ότι η κτίση προήλθε από τον Χριστό, και όχι ο Χριστός από την κτίση.

Μάλιστα, η εν λόγω προσπάθεια διαστρέβλωσης του εδαφίου, είναι στην πραγματικότητα, αντίθετη και με την ερμηνεία που δίνουν οι ίδιοι οι Αριανιστές! Γιατί αυτοί όπως είδαμε, ερμηνεύουν το εδάφιο: "το πρώτο κτίσμα". Αν λοιπόν η Γενική δηλώνει προέλευση του Χριστού, (και μάλιστα από ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΤΙΣΗ), τότε ο Χριστός δεν είναι "το πρώτο κτίσμα", αλλά "ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ"!!! Εκτός αν έχουν (με την ίδια τη δική τους λογική), να μας δείξουν ένα εδάφιο της Αγίας Γραφής, που όταν η λέξη: "πρωτότοκος" συντάσσεται με Γενική, να δείχνει όχι την προέλευση, αλλά μόνο τη "συμμετοχή" του στο αντικείμενο που ακολουθεί. Ή να μας δείξουν ένα εδάφιο, που να χρησιμοποιεί τη λέξη: "πρωτότοκος" για "κατασκεύασμα" και όχι για τον γιο κάποιου. Φυσικά δεν θα βρουν πουθενά κάτι τέτοιο! Πώς λοιπόν το ερμηνεύουν: "το πρώτο κτίσμα";

Η μόνη περίπτωση, που χρησιμοποιείται η λέξη: "πρωτότοκος", ως "συμμετοχή" στο ακολουθούν αντικείμενο, είναι σε δύο μόνο σημεία, (Έξοδος 13/ιγ: 15. 34/λδ: 20), όπου η λέξη Πρωτότοκος είναι στην Αιτιατική και η Γενική που ακολουθεί, συντάσσεται ΠΑΝΤΟΤΕ ΜΕ ΑΡΘΡΟ. ("πρωτότοκον των υιών σου"). Στην Αγία Γραφή, μόνο με άρθρο η λέξη σημαίνει συμμετοχή! Σε όλες τις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει άρθρο, (όπως το εδάφιο που εξετάζουμε), η λέξη "πρωτότοκος" δείχνει ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ, και όχι συμμετοχή, όπως θέλουν να το μεταφράζουν οι Αριανιστές.

Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος Γραμματικός κανόνας που απαγορεύει μια τέτοια χρήση της φράσης, (χρήση συμμετοχής), όπως τη θέλουν οι Αριανιστές. Όμως το ότι στην Αγία Γραφή, αυτή η λέξη δεν έχει ΠΟΥΘΕΝΑ ΑΛΛΟΥ χρήση "συμμετοχής" σε τέτοιο τύπο πρότασης, αφήνει το ενδεχόμενο αυτό αστήρικτο. Πολύ δε περισσότερο, όταν η λέξη: "πρωτότοκος" αναφέρεται σε "γέννηση" και όχι σε "κτίση".



Συμπέρασμα

Παρατηρούμε λοιπόν, ότι η προχειρότητα αυτών των σπασμωδικών προσπαθειών, να πλήξουν οι Αριανιστές τη σωστή ερμηνεία του εδαφίου, τους οδηγούν σε μεγαλύτερες αντιφάσεις και προβλήματα. Αλλά σε αντίθεση με αυτούς που είναι παντελώς αστήρικτοι, εμείς θα δείξουμε παράδειγμα από την Αγία Γραφή, για την έννοια της λέξης, με σύνταξη Γενικής.

Δείξαμε πιο πάνω, ότι η λέξη "πρωτότοκος", έχει ΚΑΙ την έννοια "κληρονόμος". Ας ξαναδούμε ένα εδάφιο που ήδη δείξαμε πιο πάνω, πιο προσεκτικά: "Ον έθηκε κληρονόμον πάντων, δι' ου και τους αιώνας εποίησεν" (Εβραίους 1/α: 2). Παρατηρούμε κι εδώ, τη σύνταξη της πρότασης, γίνεται με τη λέξη: "κληρονόμος", ακολουθούμενη από τη Γενική "πάντων". Φυσικά δεν δείχνει προέλευση! Αλλά ούτε και "συμμετοχή", μια και ως "γέννημα" δεν συμπεριλαμβάνεται στην "κτίση". Ούτε υπάρχει γραμματικός κανόνας, που να λέει ότι το υποκείμενο, όταν συντάσσεται με Γενική, δείχνει κατ' ανάγκην προέλευση ή συμμετοχή. Και εφόσον η λέξη: "πρωτότοκος" σημαίνει στην Αγία Γραφή και "κληρονόμος", λογικό είναι, να μπορεί να συνταχθεί με Γενική, και να μη σημαίνει κατ' ανάγκην προέλευση ή συμμετοχή. Εάν οι Αριανιστές πιστεύουν ότι η φράση: "πρωτότοκος πάσης κτίσεως" μπορεί να έχει την έννοια της συμμετοχής ΜΟΝΟ σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο της Αγίας Γραφής, αν και δεν μαρτυρείται κάτι παρόμοιο αλλού στην Αγία Γραφή, κατά τον ίδιο τρόπο, τίποτα δεν τους εμποδίζει να δεχθούν, ότι και εδώ, αυτή η ίδια σύνταξη υπάρχει έστω μία φορά. Και κανένας Γραμματικός κανόνας δεν το αποκλείει. Εκτός αν έχουν να μας υποδείξουν έναν τέτοιο κανόνα.

Άρα το συγκεκριμένο εδάφιο, δεν μπορεί να αποτελέσει απόδειξη ότι ο Χριστός είναι κτίσμα. Όχι μόνο επειδή τον αναφέρει σαφέστατα "γέννημα", και όχι "κτίσμα", αλλά και επειδή η φράση αυτή μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα από γραμματολογική άποψη[*]. Και τίποτα δεν αναγκάζει τον ερμηνευτή να αποδεχθεί την αυθαίρετη ερμηνεία που κάνουν οι Αριανιστές, για να βρουν επιχείρημα για τις απόψεις τους. Και ακόμα και αν γραμματολογικά (και όχι εννοιολογικά), θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι είναι πιθανή η ερμηνεία τους, γιατί άραγε θα έπρεπε να δεχθούμε τη δική τους ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ και αντιφατική ερμηνεία, και όχι τη Χριστιανική;

Κείμενο: Γ. Κ.

Επεξεργασία Ν. Μ.


[*]  Για τη σύνταξη αυτή, που είναι Γενική Κατηγορηματική, αντιγράφουμε από το  Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής  του Α. Β. Μουμτζάκη (Αθήνα, ΙΖ' έκδ. 1997: ΟΕΔΒ, σ. 19-20):

«Γενική κατηγορηματική

Όταν το κατηγορούμενο είναι ουσιαστικό, πολλές φορές δεν μπαίνει σε ονομαστική, σύμφωνα με τον κανόνα, αλλά σε γενική που λέγεται γενική κατηγορηματική και φανερώνει:

α) κτήση [...]

β) ένα σύνολο, από το οποίο ένα μέρος είναι το υποκείμενο (γενική κατηγορηματική διαιρετική):

    Σόλων των επτά σοφών εκλήθη  (= ονομάστηκε ένας από τους επτά σοφούς) [...]

γ) ύλη [...]

δ) ιδιότητα [...]

ε) αξία [...]»

Στα παραπάνω που παραθέσαμε από το λεξικό, παρατηρούμε ότι στη φράση υπάρχουν 5 διαφορετικές έννοιες. Από τις 5 αυτές έννοιες, οι Αριανιστές διαλέγουν αυθαίρετα την 2η, χωρίς να λάβουν υπ' όψιν ότι αυτή ειδικά η έννοια εξαιρείται από το εξεταζόμενο χωρίο, επειδή το υποκείμενο είναι "γέννημα" και όχι "κτίσμα". Εδώ δεν μας απασχολεί η 2η έννοια. Εδώ έχουμε τη λέξη "πρωτότοκος", που σίγουρα δεν σημαίνει αυτόν που "κατασκευάστηκε" πρώτος. Αντιθέτως, η πρώτη, η τέταρτη και η πέμπτη έννοια, είναι συμβατές με τη φράση.

Γραμματολογικές παρατηρήσεις: Β. Α. (Γλωσσολόγος)

Η ιστορία τού Δόγματος από τής εποχής τών Απολογητών μέχρι του 318 μ.Χ. Μέρος Δεύτερον Τού Ανδρέα Θεοδώρου Τακτικού Καθηγητού τού Πανεπιστημίου Αθηνών



Γ΄ Κεφάλαιο

Η θεολογία των Aντιγνωστικών Πατέρων



α) Η θεολογία του Ειρηναίου, Επισκόπου Λουγδούνων και Μάρτυρος

3. Η θεία περί τον άνθρωπον οικονομία:

Η εν Χριστώ Ιησού ανακεφαλαίωσις του ανθρώπου και του σύμπαντος

Τον πεπτωκότα άνθρωπον ουδεμία δύναμις ηδύνατο να ανασύρη εκ του βαράθρου της πτώσεως και να αποκαταστήση αυτόν εις την αρχέγονον προπτωτικήν του κατάστασιν.



Το έργον της ανορθώσεως του παραβάτου ήτο έργον αποκλειστικόν της απείρου αγαθότητος και δυνάμεως του Θεού, ο οποίος ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν επί της γης τον Υιόν αυτού τον Μονογενή (Γαλ. 4,4), όστις γεννηθείς εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, εξεπλήρωσε το σχέδιον της θείας περί τον άνθρωπον οικονομίας531 ανακεφαλαιώσας τα πάντα εν εαυτώ.

Το ανακεφαλαιωτικόν έργον αυτού ο Σωτήρ επετέλεσεν επί της γης ως Θεάνθρωπος δηλαδή ως αληθής Θεός και αληθής άνθρωπος ο Αυτός. Οιαδήποτε γνωστική παραχάραξις της περί του Χριστού διδασκαλίας της πίστεως (άρνησις της θεότητος ή της ανθρωπότητας) καθιστά την εν Χριστώ Ιησού ανακεφαλαίωσιν έργον αποθετικόν και ανενέργητον. Δια τούτο και ημείς κρίνομεν σκόπιμον, όπως αρχίσωμεν την περί ανακεφαλαιώσεως532 διδασκαλίαν του Ειρηναίου δια συντόμου εκθέσεως της διδασκαλίας αυτού περί της θεότητος και της ανθρωπότητος του Σωτήρος.



Α. Η χριστολογία του Ειρηναίου.

Η περί των δύο φύσεων του Χριστού διδασκαλία

Η χριστολογία του Ειρηναίου, σαφώς πλουσιωτέρα της χριστολογίας των Απολογητών (αν εξαιρέσωμεν την περί Χριστού διδασκαλίαν του Ιουστίνου, η χριστολογία των υπολοίπων Απολογητών είναι κατά κανόνα στοιχειώδης και πενιχρά), χαρακτηρίζεται δια την βιβλικήν θεμελίωσιν αυτής (συνάρμοσις Ιωαννείου και Παυλείου χριστολογίας) ως και την σαφή αντιγνωστικήν τοποθέτησίν της.



α) Η θεότης του Χριστού

Κατά τον Ειρηναίον ο Κανών της πίστεως, επί του οποίου στηρίζεται η σωτηρία των ανθρώπων, έχει ως ακολούθως: «Ο Θεός Πατήρ αγέννητος, αχώρητος, αόρατος, είς Θεός δημιουργός πάντων». Τούτο είναι το πρώτον άρθρον της πίστεώς μας. Ιδού και το δεύτερον: «Ο Λόγος Θεού, ο Υιός Θεού, Χριστός Ιησούς ο Κύριος ημών, ός τοις προφήταις εφανερώθη κατά μορφήν της προφητείας αυτών και κατά την οικονομίαν του Πατρός, δι' ου τα πάντα εγένετο, ός και εν εσχάτοις καιροίς, προς το ανακεφαλαιούσθαι τα πάντα, άνθρωπος εν ανθρώποις εγένετο, ορατός και ψηλαφητός, Ίνα καταργήση θάνατον και δείξη ζωήν και εργάση κοινωνίαν Θεού και ανθρώπου». Ιδού και το τρίτον άρθρον: «Το Άγιον Πνεύμα.»533

Εν τη ανωτέρω ομολογία πίστεως εκτίθενται συνεπτυγμένως, παραλλήλως προς το τριαδικόν δόγμα, ολόκληρος η χριστολογία και η σωτηριολογία της Χριστιανικής πίστεως, ιδιαιτέρως δε τονίζεται η εν Χριστώ παρουσία της θείας και ανθρωπίνης φύσεως.

Την περί θεότητος του Ιησού Χριστού διδασκαλίαν αντιβάλλει ο Ειρηναίος προς τους γνωστικούς αιρετικούς Καρποκράτην, Κήρινθον και Εβιωνίτας,534 οι οποίοι, αρνούμενοι την θεότητα του Κυρίου εδέχοντο αυτόν απλούν άνθρωπον, γεννηθέντα εκ της γαμικής ενώσεως του Ιωσήφ μετά της Μαρίας. Κατά τον Ειρηναίον οφείλομεν να πιστεύωμεν σταθερώς εις τον ύψιστον Θεόν, ως και εις τον Υιόν αυτού, ο οποίος δεν έλαβε την αρχήν αυτού το πρώτον, ότε κατήλθεν εις τον κόσμον, αλλ' υφίστατο προαιωνίως (προ πάσης δημιουργίας), δι' αυτού δε εδημιουργήθησαν τα πάντα, επί των οποίων ασκεί κυριαρχικήν δύναμιν και εξουσίαν.535

Είναι ο μόνος Κύριος, ο σαρκωθείς υπέρ της σωτηρίας ημών (Ιωάννειος διδασκαλία),536 του οποίου οι Προφήται προανήγγειλαν την γέννησιν, τον βίον, τον θάνατον, την ανάστασιν, την ανάληψιν και την δευτέραν έλευσιν ως δικαίου κριτού του κόσμου.537 Πριν ή ακόμη εμφανισθή επί της γης καθωδήγει δια των θεοφανιών του τον λαόν του Θεού (Ισραήλ), ούτος δε και μόνος απεκάλυπτε τον Πατέρα εις τους ανθρώπους και δι' αυτού και μόνου εσώζοντο οι ενάρετοι και οι δίκαιοι.538

Ο Λόγος ενανθρωπήσας επί της γης, εγεννήθη εκ της Παρθένου Μαρίας, ουχί τη συνδρομή του Ιωσήφ, αλλά τη Ενεργεία του Αγ. Πνεύματος (Επίδ. 32. Καραβ. 48. C.H. I, 10, 1). Ως Θεός δε διεκηρύχθη υπό του Ιωάννου του Βαπτιστού, υπό των αγγέλων, των Μάγων και του Συμεών (Επίδ. 41. 58. Καραβ. 52, 62-63). Το θείον αυτού αξίωμα εξαίρει η Αγ. Γραφή, αλλά και ο ίδιος ο Ιησούς πολλάκις απεκάλεσεν εαυτόν «Υιόν του Θεού» (C.H. III, 6, 1-2). Είναι ο κατ’ εξοχήν «Υιός του Θεού» («ipsum solum esse Filium Dei». C.H. ΙΙ, 32. 4).539 Έκαμε θαύματα πολλά, κατήλθεν εις τον Άδην (C.H. III, 20. 4), ανέστη εκ των νεκρών (in carne, corporaliter) την τρίτην ημέραν (C.H. V, 31) και ανελήφθη εις τους ουρανούς, καταπέμψας το Πνεύμα το Άγιον εις τους Αποστόλους (C.H. III, 17, 2-3). Είναι ο πρωτότοκος των νεκρών, η ειρήνη και η αναψυχή των τεθνεώτων, ο Άρχων της θείας ζωής (C.H. III, 16, 4). Είναι ο Υιός του Θεού, ο Ων (Επίδ. 95. Καραβ. 79), ο υπεράνω πάντων, ο οποίος πρόκειται να έλθη δια δευτέραν φοράν επί της γης εν τη πατρώα δόξη, δια να κρίνη ζώντας και νεκρούς (Επίδ. 41. 62. 85. Καραβ. 62, 65, 75). Τέλος η βασιλεία αυτού Θα είναι βασιλεία ατελεύτητος και αιωνία (Επίδ. 36, 64. Καραβ. 50, 66).



Σημειώσεις

531. Περί της «οικονομίας» παρ' Ειρηναίω, βλέπε: A d' Alés, «Le mot oikonomia dens la langue théologique de seint Irénée», εν REG (1919), σελ. 1-9.

532. Περί της σημασίας του όρου εν τη εξωχριστιανική και τη αρχαία Εκκλησιαστική γραμματεία βλέπε: A. Θεοδώρου, Η περί ανακεφαλαιώσεως διδασκαλία του Ειρηναίου, εν Αθήναις 1972, σελ. 9 και εξής.

533. Επίδ. 6 (Καραβ. 30-31).

534. C.Η. I, 5, 1. I, 6, 1. IV, 33, 4.

535. C.Η. III, 6, 1. IV, 20. 2.

536. C.H. I, 10, 1. B.E.Π. 5, 115. Βλέπε Ιω. 1, 14.

537. Επίδ. 44-85 (Καραβ. 54-75).

538. C.H. IV, 5-7.

539. «A quo igitur missus est Fillus ad eos colonos, qui intorfacsrunt sum, ab hoc at sarvi; sed Fillus quidem, quasi a Patri venians, principall auctoritate dioebat; Ego autem dico vobia; servi autem quasi a Domino sarviliter, at propter ho dicebant: Hasc dicit Dominus» (C.H. IV, 36,1).

Ερμηνευτικές Αντιαιρετικές Μελέτες Ιερά Μητρόπολη Σιδηροκάστρου Γεωργίου Παν. Τσιμπιρίδη . «Εγώ και ο Πατήρ έν εσμεν». (Ιωάν. Ι/10: 30).




Μέρος 2ο: Ερμηνεία τού κατά Ιωάννην Ευαγγελίου



30. «Εγώ και ο Πατήρ έν εσμεν». (Ιωάν. Ι/10: 30).

Ερμηνεία τής υψίστου Θεολογικής σημασίας διακηρύξεως τού Ιησού: "Εγώ και ο Πατήρ έν εσμεν"

«Τα πρόβατα τα εμά τής φωνής μου ακούει, καγώ γινώσκω αυτά, και ακολουθούσι μοι, καγώ ζωήν αιώνιον δίδωμι αυτοίς, και ου μη απόλωνται εις τον αιώνα, και ουχ αρπάσει τις αυτά εκ τής χειρός μου. Ο Πατήρ Μου, ος δέδωκέ μοι, μείζων πάντων εστί, και ουδείς δύναται αρπάζειν εκ τής χειρός τού Πατρός Μου. Εγώ και ο Πατήρ έν εσμεν» (Ιωάν. I: 27-30) δηλ.

«Τα πρόβατα τα δικά Μου γνωρίζουν τη φωνή Μου, και εγώ τα γνωρίζω, και με ακολουθούν, και εγώ τούς δίνω ζωή αιώνια, και δεν θα θανατωθούν ποτέ, διότι δεν θα τα αρπάξει κανείς από το χέρι Μου. Ο Πατέρας Μου, ο Οποίος μού τα έχει δώσει, είναι ανώτερος όλων, και κανείς δεν μπορεί να τα αρπάξει από το χέρι τού Πατέρα Μου. Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα»

Κατά τον στίχ.28 ο Χριστός για τα πρόβατά Του είπε: «ουχ αρπάσει τις αυτά εκ τής χειρός μου» δηλ. «δεν θα τα αρπάξει κανείς από το χέρι Μου» και άρα, σύμφωνα με αυτόν τον λόγο τού Ιησού, τα πρόβατα βρίσκονται στο χέρι τού Χριστού. Αλλά σύμφωνα με τον αμέσως επόμενο λόγο τού Ιησού στον στίχ.29 («ουδείς δύναται αρπάζειν εκ τής χειρός τού Πατρός Μου» δηλ. «κανείς δεν μπορεί να τα αρπάξει από το χέρι τού Πατέρα Μου»), παραδόξως τα πρόβατα βρίσκονται στο χέρι τού Πατέρα, αν και ο Πατέρας τα έδωσε στον Χριστό!!! («Ο Πατήρ Μου, ος δέδωκέ μοι» δηλ. «Ο Πατέρας Μου, ο Οποίος μού τα έχει δώσει») Πώς είναι δυνατόν τα πρόβατα να βρίσκονται ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ και στο χέρι τού Χριστού και στο χέρι τού Πατέρα;

Εάν κάτι βρίσκεται στο χέρι τού Α, είναι αδύνατο να βρίσκεται συγχρόνως και στο χέρι τού Β. Το παράδοξο αίρεται και η απορία λύνεται με τη δήλωση και διακήρυξη τού Χριστού εις τον στίχ.30: «Εγώ και ο Πατήρ έν εσμεν», «Εγώ και ο Πατέρας ένα είμαστε». Κι εφόσον είναι ΕΝΑ αυτό σημαίνει, ότι το χέρι τού Πατέρα είναι ΚΑΙ χέρι τού Χριστού, δηλαδή δεν υπάρχουν δύο χέρια, αλλά ΕΝΑ χέρι, ΜΙΑ δύναμη.

Η φράση «Ο Πατήρ Μου, ος δέδωκέ μοι» δηλ. «Ο Πατέρας Μου, ο Οποίος μού τα έχει δώσει» έχει την έννοια, ότι ο Πατέρας έδωσε τα πρόβατα στον Χριστό ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟ. Ο Χριστός ως άνθρωπος έλαβε ό,τι είχε ως Θεός! [πρβλ. «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ κι επί γης» (Ματθ. 28:18), «και Κύριον και Χριστόν αυτόν ο Θεός εποίησεν» (Πράξ. 2:36).

Η φράση «μείζων πάντων εστί», «είναι ανώτερος όλων» σημαίνει ότι ο Θεός Πατέρας είναι μεγαλύτερος, ανώτερος και ισχυρότερος από ΟΛΟΥΣ τούς εχθρούς τών προβάτων, ανθρώπων και δαιμόνων, εφόσον η δύναμη τού Θεού είναι άπειρη, ενώ η δύναμη τών κτισμάτων πεπερασμένη. Μπροστά δηλαδή στη δύναμη τού Θεού, θα λέγαμε, όλες γενικώς οι σκοτεινές δυνάμεις εκμηδενίζονται. Και αφού ο Θεός είναι ασυγκρίτως ισχυρότερος από όλους τούς εχθρούς, που επιβουλεύονται τα πρόβατα και επιζητούν να τα βλάψουν, γι’ αυτό τα πρόβατα «ουδείς δύναται αρπάζειν εκ τής χειρός τού Πατρός» δηλ. «κανείς δεν μπορεί να τα αρπάξει από το χέρι τού Πατέρα».

Στο χέρι τού Θεού τα πρόβατα είναι απολύτως ασφαλή. Και γι’ αυτό, όσοι είναι πρόβατα τού Θεού και τού Χριστού, δεν πρέπει να φοβούνται κανέναν εχθρό που επιβουλεύεται να κάνει κακό. Πόσοι, κατά τις δύο μέχρι σήμερα χιλιετίες, πολέμησαν την Εκκλησία, την ιερή ποίμνη τού Χριστού, και δεν μπόρεσαν να τη διαλύσουν και να την αφανίσουν; Η Εκκλησία υπάρχει και θα υπάρχει, διότι βρίσκεται στο κοινό, προστατευτικό & παντοδύναμο χέρι τού Θεού & τού Χριστού! (πρβλ. Αποκ. 22:3-4)

Η δήλωση και διακήρυξη τού Ιησού «Εγώ και ο Πατήρ έν εσμεν», «Εγώ και ο Πατέρας ένα είμαστε», είναι υψίστης θεολογικής σημασίας. Όπως ήδη είπαμε, επειδή προηγουμένως ο Χριστός παρουσίασε τα πρόβατα στο χέρι Του και συγχρόνως στο χέρι τού Πατέρα, πράγμα παράδοξο, γι’ αυτό κατόπιν, για να μάς εξηγήσει αυτήν την παράδοξη ταύτιση, έκανε την εν λόγω δήλωση και διακήρυξη, ότι Χριστός και Πατέρας είναι ΕΝΑ, και συνεπώς το χέρι τού Χριστού είναι και χέρι τού Πατέρα, δεν υπάρχουν δύο χέρια, αλλά ΕΝΑ χέρι, δηλαδή ΜΙΑ δύναμη.

Τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτή τη δήλωση είναι ΔΥΟ, αλλά τα δύο αυτά πρόσωπα είναι ΕΝΑ πράγμα, ΜΙΑ Θεία ουσία, ΜΙΑ Θεότητα. Ο Πατήρ και ο Υιός δηλαδή είναι ομοούσιοι, έχουν ομού (μαζί) την Θεία ουσία, από κοινού και εξ αδιαιρέτου. Η Εταιρία Σκοπιά τώρα, προκειμένου να παροδηγήσει τούς αναγνώστες ως προς την υψίστη αλήθεια τής φυσικής ενότητος Πατρός και Υιού, διαστρεβλώνει αυτόν τον λόγο τού Χριστού γράφοντας, ότι όποιος πιστεύει στη φυσική ενότητα τότε πιστεύει ότι Πατέρας και Υιός είναι ΕΝΑ πρόσωπο!!! Διδασκαλίες απαράδεκτες που όμως κηρύσσονται και διαδίδονται αβασάνιστα από τούς πλανημένους ακολούθους της.

«Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα», είπε ο Ιησούς. (Ιωάννης 10:30) Μερικοί παραθέτουν αυτό το εδάφιο για να αποδείξουν ότι ο Ιησούς και ο Πατέρας του αποτελούν τα δύο μέρη ενός τριαδικού Θεού. Αυτό εννοούσε, όμως, ο Ιησούς με τη δήλωσή του; Ας ρίξουμε μια ματιά στα συμφραζόμενα. Στο εδάφιο 25, ο Ιησούς ανέφερε ότι έκανε έργα στο όνομα του Πατέρα του. Στα εδάφια 27 ως 29, μίλησε για τα συμβολικά πρόβατα, τα οποία του είχε δώσει ο Πατέρας του. Και οι δύο δηλώσεις του δεν θα είχαν κανένα νόημα για τους ακροατές του αν εκείνος και ο Πατέρας του ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο. Απεναντίας, ο Ιησούς ουσιαστικά έλεγε: “Ο Πατέρας μου και εγώ είμαστε τόσο ενωμένοι ώστε κανένας δεν μπορεί να πάρει τα πρόβατα από εμένα, όπως ακριβώς κανένας δεν μπορεί να τα πάρει από τον Πατέρα μου”. Είναι όπως όταν ένας γιος λέει στον εχθρό του πατέρα του: “Αν επιτεθείς στον πατέρα μου, επιτίθεσαι σε εμένα”. Κανείς δεν θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αυτός ο γιος και ο πατέρας του είναι το ίδιο πρόσωπο. Όλοι, όμως, θα αντιλαμβάνονταν τον ισχυρό δεσμό ενότητας ανάμεσά τους. Ο Ιησούς και ο Πατέρας του, ο Ιεχωβά Θεός, είναι επίσης «ένα» με την έννοια ότι βρίσκονται σε πλήρη αρμονία όσον αφορά τις προθέσεις, τα κριτήρια και τις αξίες.....Αν ο Ιησούς και ο Πατέρας του ήταν πράγματι ένα πρόσωπο, γιατί προσευχόταν ο Ιησούς στον Θεό και γιατί παραδέχτηκε ταπεινά ότι δεν γνώριζε πράγματα τα οποία γνώριζε μόνο ο Πατέρας του;» (Σκοπιά, 01.09.2009, σελ.28 οι υπογραμμίσεις δικές μας).

«Συχνά παρατίθεται αυτή η περικοπή, στο εδάφιο Ιωάννης 10:30, για να υποστηριχθεί η Τριάδα, μολονότι δεν αναφέρεται εδώ κάποιο τρίτο πρόσωπο. Ο ίδιος ο Ιησούς, όμως, έδειξε τι εννοούσε όταν έλεγε ότι είναι ‘ένα’ με τον Πατέρα. Στα εδάφια Ιωάννης 17:21, 22, ΝΔΜ, προσευχήθηκε στον Θεό ζητώντας οι μαθητές του «να είναι όλοι ένα, όπως εσύ, Πατέρα, είσαι ενωμένος μ’ εμένα κι εγώ μ’ εσένα, να είναι κι αυτοί ενωμένοι μ’ εμάς . . . για να είναι ένα μεταξύ τους, όπως εμείς είμαστε ένα».

Μήπως ο Ιησούς προσευχόταν να γίνουν όλοι οι μαθητές του μια οντότητα; Όχι, είναι ολοφάνερο ότι ο Ιησούς προσευχόταν να είναι ενωμένοι στον τρόπο σκέψης τους και να είναι ενωμένοι όσον αφορά το σκοπό, όπως ήταν αυτός με τον Θεό.» (Τριάδα, σελ.24 οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Συνεπώς ο Χριστός κατά την ανωτέρα Του φύση, ως Υιός δηλαδή, ΔΕΝ είναι κατώτερος από τον Πατέρα, όπως δίδασκαν οι Αρειανοί και διδάσκουν σήμερα οι μιμητές τους αυτοαποκαλούμενοι «Μάρτυρες τού Ιεχωβά» καθώς και άλλοι Αντιτριαδίτες. Ο Χριστός, ως Υιός, είναι ΙΣΟΣ με τον Πατέρα, ΙΣΟΘΕΟΣ, όπως ο Απόστολος Παύλος κηρύττει στο Φιλιπ. 2:6 με τις φράσεις για τον Χριστό «εν μορφή Θεού» και «ίσα Θεώ».

Την ισότητά Του με τον Πατέρα δείχνει ο Χριστός και με το ότι ΠΡΟΤΑΣΣΕΙ τον εαυτό Του από τον Πατέρα. Δεν λέγει δηλαδή «Ο Πατήρ και εγώ έν εσμεν», αλλά λέγει «Εγώ και ο Πατήρ έν εσμεν». Το όνομα τού Χριστού προτάσσεται από τον Θεό Πατέρα και σε άλλα εδάφια τής Γραφής, όπως π.χ. στο Β΄ Κορ. 13:13 «Η χάρις τού Κυρίου Ιησού Χριστού και η αγάπη τού Θεού και η κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος μετά πάντων υμών».

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος για τον τρόπο υπάρξεως τού Πατρός και τού Υιού Είναι ο Υιός τού Θεού, Υιός θελήσεως; Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου




Πηγή: «Η οντολογία τού προσώπου»: η συστηµατική παρερµηνεία τών αγίων Αθανασίου, Καππαδοκών και Μαξίµου από τον Μητροπολίτη Περγάµου Ιωάννη Ζηζιούλα. Ναύπακτος, Φεβρουάριος 2016. Σελ. 49-52.

Αναδημοσίευση από pdf: http://www.parembasis.g



Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στους θεολογικούς του λόγους αντιµετώπισε και κονιορτοποίησε τους Ευνοµιανούς, πού ήταν η κυριότερη µερίδα τών Αρειανών στην εποχή του. Στον τρίτο θεολογικό του λόγο αναφέρεται διεξοδικά στο θέµα τού Υιού και Λόγου τού Θεού, ήτοι τής γεννήσεως από τον Πατέρα.

Στην αρχή, αναλύοντας τις κύριες απόψεις που υπάρχουν για τον Θεό, αναφέρει τρεις, ήτοι την αναρχία, την πολυαρχία και την µοναρχία. Οι δύο πρώτες υποστηρίζονται από τους ειδωλολάτρες, ενώ σε µάς «µοναρχία το τιµώµενον». Αλλά όταν κάνη λόγο για την µοναρχία, γράφει ότι δεν περιορίζεται σε ένα Πρόσωπο, «ουχ ην έν περιγράφει πρόσωπον». Πρόκειται για την µοναρχία την οποία «φύσεως οµοτιµία συνίστησι» ή σύµπνοια γνώµης, ή ταυτότητα τής κινήσεως και η συµφωνία µε το ένα πρόσωπο, πράγµα το οποίο δεν γίνεται στην κτιστή φύση. Ο Πατήρ είναι αίτιος τής γεννήσεως τού Υιού και τής εκπορεύσεως τού Αγίου Πνεύµατος, αλλά υπάρχει ισοτιµία τών προσώπων τής Αγίας Τριάδος. Καίτοι υπάρχει διαφορά στον αριθµό, όµως δεν τέµνονται τα πρόσωπα ως προς την ουσία. Ο Πατήρ είναι γεννήτωρ τού Υιού και προβολεύς τού Αγίου Πνεύµατος «απαθώς και αχρόνως και ασωµάτως», αλλά υπάρχει µια φύση στον Τριαδικό Θεό112.

Στην συνέχεια ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θέτει πολλά ερωτήµατα στους Ευνοµιανούς, προκειµένου να ανατρέψη τις εσφαλµένες θεολογικές απόψεις τους και να δείξη ότι η θεολογία τής Εκκλησίας δεν είναι στοχαστική. Θα καταγραφούν µερικές µόνον θεολογικές θέσεις πού µε ενδιαφέρουν στο θέµα αυτό.

Πιστεύουµε ότι ο Πατήρ είναι η αιτία τών άλλων δύο προσώπων, «το αίτιον ως ου πάντως πρεσβύτερον τών ων εστιν αίτιον»113.

Οι Ευνοµιανοί έθεταν στον άγιο Γρηγόριο το ερώτηµα: «βουληθείς γεγέννηκε τον Υιό ή µη βουλόµενος;». Και στην συνέχεια ερωτούσαν: Εάν εγέννησε τον Υιό χωρίς να θέλη, τότε «τετυράννηται», δηλαδή αναγκάσθηκε.

Εάν, όµως, Τον γέννησε µε την θέλησή Του, τότε ο Υιός είναι υιός θελήσεως.

Ο άγιος Γρηγόριος στο ερώτηµα, εάν Τον γέννησε χωρίς να θέλη, σηµαίνει ότι έχει αναγκασθή, απαντά: «Και τις ο τυραννήσας; και πώς ο τυραννηθείς Θεός;». Στην ερώτηση τών Ευνοµιανών, ότι, εάν Τον γέννησε µέ την θέλησή Του, σηµαίνει ότι ο Υιος είναι υιός τής θελήσεως, απαντά ερωτηµατικώς: τότε πώς γεννήθηκε από τον Πατέρα; Και καταλήγει ότι µε το σκεπτικό αυτό οι Ευνοµιανοί «καινήν τινα µητέρα την θέλησιν αντί τού Πατρός αναπλάττουσιν»114, πράγµα πού είναι απαράδεκτον.

Αντιµετωπίζοντας αυτό το ερώτηµα τών Ευνοµιανών, χρησιµοποιεί παραδείγµατα από την ανθρώπινη γέννηση, και ζητά από τον αιρετικό να απαντήση στο ερώτηµα εάν ο ίδιος γεννήθηκε από την θέληση τού πατρός ή χωρίς την θέλησή του. Και συνεχίζει ότι διακρίνεται ο θέλων και η θέληση, ο γεννών και η γέννηση, ο λέγων και ο λόγος. Τα πρώτα, δηλαδή ο θέλων, ο γεννών και ο λέγων δείχνουν αυτόν που ενεργεί, που κάνει, τα άλλα δείχνουν την κίνηση, ή την ενέργεια. Έτσι, το θέληµα δεν είναι καρπός τής θελήσεως, ούτε το γέννηµα τής γεννήσεως, ούτε το άκουσµα τής εκφωνήσεως «αλλά τού θέλοντος και τού γεννώντος και τού λέγοντος». Αυτά γίνονται στα κτιστά.

Όµως «τα τού Θεού και υπέρ πάντα ταύτα, ω γέννησίς εστιν ίσως ή τού γεννάν θέλησις, αλλ' ουδέν µέσον», δηλαδή στον Θεό η γέννηση είναι το ίδιο µέ την θέληση να γεννήση και δεν υπάρχει ενδιάµεσο µεταξύ αυτών115. Ο Θεός Πατήρ γεννά τον Υιό από την φύση Του και αυτό δεν είναι αναγκαστικό ούτε παρεµβάλλεται κάποια θέληση µεταξύ τού Πατρός και τού Υιού.

Οι Ευνοµιανοί έθεταν και το ερώτηµα: «θέλων Θεός ο Πατήρ ή µή θέλων;». Ο άγιος Γρηγόριος κονιορτοποιεί τέτοια ερωτήµατα µε µια σκωπτική, αλλά και αποφατική σκέψη. Γράφει: «Βούλει τι προσπαίξω και τον Πατέρα;», δηλαδή θέλεις να αστειευτώ ακόµη και µέ τον Πατέρα; Αφού ο Πατήρ είναι Θεός µέ την θέλησή Του, πότε άρχισε να θέλη; Μήπως ένα µέρος θέλησε, το άλλο είναι θεληθέν και είναι µεριστός; Πώς δεν είναι και αυτός, κατά την γνώµη σου, καρπός θελήσεως; Εάν είναι Θεός χωρίς την θέλησή Του «τι το βιασάµενον εις το είναι;». Και πώς είναι Θεός εάν έχη υποστή βία για να είναι Θεός;116.

Με τα ερωτήµατα αυτά θέλει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος να δείξη ότι δεν µπορούµε να στοχαζόµαστε για τον τρόπο υπάρξεως τού Πατρός και τών άλλων προσώπων τής Αγίας Τριάδος, δεν µπορούµε µε ανθρώπινες προϋποθέσεις και εικόνες από την ζωή µας να προσπαθούµε να ερµηνεύουµε το µυστήριο τού Τριαδικού Θεού. Μπορούµε να µιλάµε για τον Θεό ότι υπάρχει, ότι είναι Τριαδικός, ότι ο Πατήρ είναι αγέννητος, ο Υιος είναι γεννητός, ότι το Άγιον Πνεύµα είναι εκπορευτό, γιατί αυτό το γνώρισαν οι Προφήτες, οι Απόστολοι και οι Άγιοι από την εµπειρία· γνώρισαν το «τριλαµπές τής µιας θεότητος», αλλά αγνοούµε τον τρόπο µέ τον οποίον υπάρχουν. Δηλαδή, αγνοούµε τι είναι αγέννητο, τι είναι γεννητό και τι είναι εκπορευτό.

Στο ερώτηµα τών Ευνοµιανών «πώς ουν γεγέννηται» ο Λόγος, ο άγιος Γρηγόριος απαντά ότι δεν θα ήταν µεγάλη η γέννηση, αν µπορούσες να την κατανοήσης εσύ, αφού δεν γνωρίζεις και την δική σου γέννηση, ή έχεις κατανοήσει ένα µικρό µέρος αυτής. Και στην συνέχεια, αφού αναφέρει τα σχετικά άγνωστα από την γέννηση τού ανθρώπου, καταλήγει: «Θεού γέννησις σιωπή τιµάσθω. µέγα σοι το µαθείν, ότι γεγέννηται. το δε πώς, ουδέ αγγέλοις εννοείν, µη ότι γε σοι νοείν συγχωρήσοµεν». Είναι άγνωστο στην ανθρώπινη λογική πώς γεννήθηκε ο Υιός από τον Πατέρα. Αν µπορή κανείς να πη κάτι γι' αυτό είναι: «Ως οίδεν ο γεννήσας Πατήρ και ο γεννηθείς Υιος». Τα περισσότερα από αυτά κρύπτονται από τα νέφη και διαφεύγουν από την δική σου «αµβλυωπίαν», δηλαδή την ασθενή όραση117.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να δούµε τι λέγει ο άγιος Γρηγόριος για τον τρόπο υπάρξεως τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος. Αντιµετωπίζοντας την ερώτηση «τις ουν η εκπόρευσις;», λέγει: «ειπέ συ την αγεννησίαν τού Πατρός, καγώ την γέννησιν τού Υιού φυσιολογήσω, και την εκπόρευσιν τού Πνεύµατος, και παραπληκτίσοµεν άµφω εις Θεού µυστήρια παρακύπτοντες»118. Δηλαδή, όταν προσπαθούµε να εξηγήσουµε το τι είναι αγεννησία τού Πατρός, τι είναι γέννηση τού Υιού και τι είναι εκπόρευση τού Αγίου Πνεύµατος, τότε οδηγούµαστε σε παραφροσύνη, σε τρέλα, διότι εγκύπτουµε στα µυστήρια τού Θεού.

Έτσι θεολογούσαν οι άγιοι Πατέρες. Είχαν εµπειρία τού Φωτός τής Αγίας Τριάδος, ήξεραν από την µέθεξη τών ενεργειών ότι ο Θεός είναι Τριαδικός –Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύµα– αλλά ήξεραν ότι η ουσία τού Θεού είναι αµέθεκτη και άγνωστη, καθώς επίσης είναι άγνωστος και ο τρόπος τής υπάρξεώς τους. Εποµένως, το να στοχαζόµαστε σχετικά µέ την γέννηση τού Υιού από τον Πατέρα είναι σχολαστικισµός. Ο λόγος τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου είναι σαφέστατος, Θεόν «φράσαι µεν αδύνατον, ως ο εµός λόγος, νοήσαι δε αδυνατώτερον»119.



Σημειώσεις

112. Γρηγορίου Θεολόγου, Έργα, τόµ. 4, ΕΠΕ, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαµάς», Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 106.

113. ένθ. ανωτ. σελ. 108.

114. ένθ. ανωτ. σελ. 112-114.

115. ένθ. ανωτ. σελ. 114-116.

116. ένθ. ανωτ. σελ. 116.

117. ένθ. ανωτ. σελ. 116-118.

118. ένθ. ανωτ. σελ. 208.

119. ένθ. ανωτ. σελ. 40.

Είναι ο Χριστός Υιός τού Πατρός ή τής "θέλησης" τού Πατρός; Περί τής διαφοράς τών: ‘θέλων και θέληση’, ‘γεννών και γέννηση’, ‘λέγων και λόγος’ Αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού




Πηγή: Μαξίμου τού Ομολογητού "Περί Διαφόρων Αποριών" "Προς Ιωάννην Αρχιεπίσκοπον Κυζίκου". ΕΠΕ Τόμος 14Δ. Σελ. 356-361.

Κείμενο     Μετάφραση

Περί τής διαφοράς τών: ‘θέλων και θέληση’, ‘γεννών και γέννηση’, ‘λέγων και λόγος’

πγ΄

Εκ τού αυτού λόγου εις το «Αλλ' έτερον, οίμαι, θέλων και θέλησις, γεννών και γέννησις, λέγων και λόγος, ει μη μεθύομεν· τα μεν ο κινούμενος, τα δε οίον η κίνησις.

Ούκουν θελήσεως το θεληθέν, ουδέ το γεννηθεν γεννήσεως (ουδέ γαρ έπεται πάντως), ου δε το ακουσθέν εκφωνήσεως, αλλά τού θέλοντος και τού γεννώντος και τού λέγοντος. Τα τού Θεού δε και υπέρ πάντα ταύτα, ω γέννησίς εστίν ίσως η τού γεννάν θέλησις». (Γρηγορίου Θεολόγου: Λόγος κθ' Περί υιού, Θεολογικός γ', κ. 6, ΕΠΕ Άπαντα Γρηγορίου θεολόγου τ. 4, σσ. 114).

Προς τους Αρειανούς πάντα κινούντας τρόπον, προς το ευεπίβατον αυτοίς είναι την κατά τού Μονογενούς βλασφημίαν, και λέγοντας θελήσεως, αλλ' ου Πατρός Υιόν είναι τον μονογενή Υιόν, ταύτά φησιν ο σοφός διδάσκαλος, ευδιάλυτον ούσαν δεικνύς πάσαν αυτών εντεύθεν την κατά της αληθείας μηχανήν. Ει γαρ τας της ψυχής δυνάμεις, άς ίσως φαίη τις είναι συμπληρωτικάς της ουσίας αυτής, δύνασθαι μεν ταύτας ενεργείν λέγομεν εν ή σύνεισιν ουσία, μη μέντοι και κινείσθαι πάντως κατ’ ενέργειαν αποτελεσματικήν χωρίς της τού θέλοντος επινεύσεως δύνασθαι.

Ει δε και δοθείη καθ' υπόθεσιν το ίδιον εθέλειν αυτάς ενεργείν εκ της φυσικής κινήσεως, χωρίς τής τού ταύτας, ιν’ ούτως είπω, κεκτημένου ροπής μηδέν ισχείν αυτάς καθάπαξ αποτελεσματικώς ενεργείν της ιδίας ορμής. Ου γαρ ακολουθεί πάντως τη δυνάμει το έργον, μη εχούση την τού ού εστί δύναμις ροπήν, συνεισφέρουσαν αυτή το κατ’ ενέργειαν εν πράγματι τέλος, καθ’ εαυτήν ούση ανυποστάτω. Μάτην την θέλησιν προεβάλοντο, μη ούσάν τίνος αποτελεστικήν, χωρίς τού αυτήν έχοντός τε και θέλοντος. Και τούτό εστίν ό φησιν ο διδάσκαλος. Ουδέ γαρ έπεται πάντως δηλονότι τη θελήσει το θεληθέν, και ταις λοιπαίς ωσαύτως τα λοιπά, χωρίς της τού ταύταις υποκειμένου εν ώ και εισί συνεισφοράς.

Ει τοίνυν εκ τών καθ’ ημάς παραδειγμάτων τεκμαίρεσθαι τα θεία, ω ούτοι, δέξασθε ταις υμών γουν αυτών στοιχούντες υποθέσεσι των άμα πάντως είναι τα κατά την μέσην σχέσιν αλλήλοις συνόντα, λέγω δη τον θέλοντα και το θεληθέν, τον γεννώντα και τα γεννηθέν, κατά την σχέσιν, φημί δε τη θέλησιν και την γέννησιν, αλλήλοις συνόντα. Ως γαρ τού ορώντος και τού ορωμένου χωρίς ουκ εστίν όρασις, ούτε τού νοούντος και τού νοουμένου νόησις, ούτως ουδέ τού γεννώντος και τού γεννωμένου γέννησις, ουδέ τού θέλοντος και τού θελομένου θέλησις, ότι μηδέ έπεται θελήσει τα θεληθέν, ως εδείχθη, χωρίς της τού θέλοντος συνεισφοράς. Ει δε των άμα ταύτά εστί κατά την σχέσιν, ακίνητος γαρ η επ' αμφοίν σχέσις, άμα ην άρα τω γεννώντι Πατρί, αεί όντι Πατρί, δια γεννήσεως, και καθ' υμάς ο γεννώμενος Υιός, μη παραδεχόμενος καθ’ οιονδήποτε τρόπον μεταξύ αυτού και τού γεννώντος Πατρός παρενθήκην χρόνου, και ουκ έτι θελήσεώς εστίν Υιός ο Υιός, αλλά τού γεννώντος Πατρός.
Και ταύτα, φησίν, εκ τών καθ’ ημάς παραδειγμάτων ειρήσθω, τα δε τού Θεού και υπέρ πάντα ταύτα, ώ γέννησις ίσως εστίν η τού γεννάν θέλησις. Αμφέβαλε δε τούτο δια τού «ίσως» επιρρήματος δια το και υπέρ θέλησιν είναι την εκ τού Πατρός τού Υιού γέννησιν. Ου γαρ μεσάζεται θελήσει εκ τού Πατρός ο Υιός, ουδέ προεπινοείται τού Υιού καθ' οτιούν η τού Πατρός θέλησις, ότι μηδέ προϋπήν ο Πατήρ τού Υιού, ώσπερ ουδέ νους λόγου τού εξ αυτού, ούτε φως τού απαυγάσματος. Άμα γαρ το είναι έχοντες και θέλησιν μίαν έχουσιν ο τε Πατήρ και ο εξ αυτού ανάρχως γεννηθείς Υιός, απλήν τε και αδιαίρετον, ώσπερ ουν και ουσίαν μίαν και φύσιν.    

Σχετικά με τη διαφορά τών: "θέλοντος και θέλησης", "γεννώντος και γεννήσεως", "λέγοντος και λόγου"

83

Από τον ίδιο λόγο στα λεγάμενα: «Αλλά είναι, νομίζω, διαφορετικά το ‘θέλων και θέληση’, ‘γεννών και γέννηση’, ‘λέγων και λόγος’, αν δεν είμαστε μεθυσμένοι· τα πρώτα από αυτά είναι αυτός που κινείται, τα άλλα είναι όπως η κίνηση.

Δεν είναι λοιπόν αυτό που θελήσαμε της θέλησης ούτε αυτό που γεννήθηκε της γέννησης (γιατί οπωσδήποτε δεν είναι επακόλουθο), ούτε αυτό που ακούστηκε είναι της εκφώνησης, αλλά αυτού που θέλει (θέλων) και αυτού που γεννά (γεννών) κι αυτού που λέει (λέγων). Τα τού Θεού όμως είναι και πάνω από όλα αυτά, για τον οποίο γέννηση είναι ίσως η θέληση να γεννά»  (Γρηγορίου Θεολόγου: Λόγος κθ' Περί υιού, Θεολογικός γ', κ. 6, ΕΠΕ Άπαντα Γρηγορίου θεολόγου τ. 4, σσ. 114).

Οι Αρειανοί μεταχειρίζονταν κάθε τρόπο για να μπορούν να χρησιμοποιούν τη βλασφημία κατά τού Μονογενούς και ισχυρίζονταν ότι ο μονογενής Υιός ήταν όχι Υιός τού Πατέρα, αλλά της θέλησης. Προς αυτούς απευθύνει τους παραπάνω λόγους ο σοφός δάσκαλος κι από αυτά δείχνει ότι μπορεί εύκολα να διαλυθεί κάθε μηχανή τους κατά της αλήθειας. Γιατί, αν λέμε ότι οι δυνάμεις της ψυχής, που ίσως θα πει κάποιος ότι συμπληρώνουν την ουσία της, μπορούν να ενεργούν στην ουσία όπου βρίσκονται, οπωσδήποτε όμως δεν μπορούν να κινούνται με μια ενέργεια αποτελεσματική χωρίς τη συγκατάθεση εκείνου που θέλει.

Κι αν δεχθούμε υποθετικά ότι από τη φυσική κίνηση θέλουν να ενεργούν το δικό τους, χωρίς, για να πω έτσι, την ώθηση εκείνου που τις έχει, τίποτε δεν τις εμποδίζει από την ορμή τους να ενεργούν δια μιας αποτελεσματικά. Γιατί το έργο δεν ακολουθεί οπωσδήποτε τη δύναμη, αν δεν έχει την ώθηση εκείνου τού οποίου είναι δύναμη, η οποία ώθηση συνεισφέρει σ' αυτή την σύμφωνη με την ενέργεια εμπράγμονη τελείωση, ενώ είναι καθεαυτήν χωρίς υπόσταση. Άδικα πρόβαλαν τη θέληση, γιατί δεν μπορεί να έχει κανένα αποτέλεσμα, δίχως αυτόν που την έχει και θέλει. Κι αυτό είναι που λέει ο δάσκαλος. Γιατί είναι φανερό ούτε ακολουθεί οπωσδήποτε τη θέληση αυτό που θελήσαμε και τις άλλες επίσης δυνάμεις τα λοιπά, χωρίς τη συνεισφορά τού υποκειμένου στο οποίο αυτές είναι.

Αν λοιπόν από τα δικά μας παραδείγματα εσείς τεκμαίρεσθε για τα θεία, δεχθείτε, ακολουθώντας τις ίδιες σας τις υποθέσεις, ότι είναι οπωσδήποτε από τα ταυτόχρονα, αυτά που συνυπάρχουν σύμφωνα με τη μέση σχέση, λέγω αυτόν που θέλει κι αυτό που αυτός θέλησε, αυτόν που γεννά κι αυτό που γεννήθηκε, που υπάρχουν μαζί σύμφωνα με τη σχέση, εννοώ τη θέληση και τη γέννηση. Όπως δηλαδή δεν υπάρχει δράση χωρίς αυτόν που βλέπει και αυτό που αυτός βλέπει, και νόηση χωρίς αυτόν που νοεί κι αυτό που νοείται, έτσι και χωρίς αυτόν που γεννά κι αυτό που γεννιέται δεν υπάρχει γέννηση, ούτε και θέληση χωρίς αυτόν που θέλει κι αυτό που αυτός θέλει, επειδή δεν ακολουθεί τη θέληση αυτό που θελήσαμε, όπως έδειξα, χωρίς τη συνεισφορά εκείνου που θέλει. Κι αν αυτά είναι από τα ταυτόχρονα κατά τη σχέση, γιατί η σχέση επάνω στα δύο είναι αμετακίνητη, άρα ήταν μαζί με τον Πατέρα που γεννά, που είναι πάντοτε Πατέρας, μέσω της γέννησης, και κατά την άποψή σας ο Υιός που γεννιέται, χωρίς να δέχεται με οποιοδήποτε τρόπο παρεμβολή χρόνου ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Πατέρα που τον γεννά.
Κι αυτά, λέει, ας λεχθούν από τα δικά μας παραδείγματα, τα σχετικά όμως με τον Θεό είναι και πάνω απ' όλα αυτά, για τον οποίο η γέννηση είναι ίσως η θέληση να γεννά. Αυτό το έθεσε σε αμφιβολία με το επίρρημα «ίσως», επειδή η γέννηση τού Υιού από τον Πατέρα είναι πάνω από τη θέληση. Γιατί ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό δεν μεσολαβεί η θέληση, ούτε η θέλησή τού Πατέρα επινοείται κατά οτιδήποτε πριν από τον Υιό, επειδή ούτε που υπήρχε ο Πατέρας πριν από τον Υιό, όπως ούτε ο νους υπάρχει πριν από το λόγο που προέρχεται από αυτόν, ούτε το φως από την ακτινοβολία του. Γιατί, αφού έχουν ταυτόχρονα το είναι, έχουν και μια θέληση ο Πατέρας και ο Υιός που γεννήθηκε χωρίς αρχή από αυτόν, θέληση απλή και αδιαίρετη, όπως ακριβώς και μια ουσία και μια φύση.

«Απαύγασμα τής δόξης» Ο Υιός είναι η λάμψη τής ακτινοβολίας τού Πατρός Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου





Πηγή: Ναυπάκτου Ιεροθέου: "Δεσποτικές Εορτές".

Αναδημοσίευση από: Περιοδικό "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Τεύχος 245 - Δεκέμβριος 2016. http://www.parembasis.gr



Η μαρτυρία τού Πατρός ότι ο βαπτιζόμενος δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος, αλλά ο Υιός Του ο αγαπητός δείχνει την θεότητα τού Λόγου, το ομοούσιό Του με τον Πατέρα.

Μαρτυρούμενος ο Υιός από τον Πατέρα, φανερώνεται ότι είναι «απαύγασμα τής δόξης τού Πατρός», αφού κοινή είναι η ουσία και η ενέργεια τού Τριαδικού Θεού. Στην προς Εβραίους επιστολή του ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί αυτήν την φράση για να δείξει την θεότητα τού Λόγου: «ος ων απαύγασμα τής δόξης και χαρακτήρ τής υποστάσεως αυτού» (Εβρ. α΄, 3).

Η λέξη απαύγασμα δηλώνει την λάμψη, την ακτινοβολία που προέρχεται από ένα φωτεινό σώμα. Όταν το σώμα είναι κτιστό, και το απαύγασμα είναι κτιστό, όταν πρόκειται για άκτιστη δόξα, και το απαύγασμά της είναι άκτιστο. Βέβαια, όταν λέγεται ότι ο Υιός είναι απαύγασμα (δόξα) τού Πατρός δεν εννοείται ότι είναι ενέργειά Του, αφού ο Λόγος είναι ένα ιδιαίτερο Πρόσωπο, αλλά το Πρόσωπο αυτό είναι Θεός, όμοιος με τον Πατέρα, και γι' αυτό έχουν την ίδια δόξα, ενέργεια, όπως το ίδιο ισχύει και για το Άγιον Πνεύμα. Στην Αγία Τριάδα υπάρχει ουσία, ενέργεια και Πρόσωπα. Τρία είναι τα Πρόσωπα, τα οποία έχουν κοινή φύση, ουσία, ενέργεια, δόξα.

Χρησιμοποιείται η λέξη απαύγασμα για να δηλωθούν μερικές θεολογικές αλήθειες, όπως τις εκφράζει ο ιερός Θεοφύλακτος.

Πρώτον, για να φανεί ότι, όπως το απαύγασμα γεννάται από τον ήλιο, έτσι και ο Υιός γεννάται από τον Πατέρα.

Δεύτερον, για να αποδειχθεί ότι γεννάται ο Υιός απαθώς από τον Πατέρα, όπως η δόξα τού ηλίου.

Τρίτον, όπως ο ήλιος με την λάμψη του δεν ελαττώνεται, έτσι και ο Πατήρ δεν ελαττώθηκε, γεννώντας τον Υιό.

Τέταρτον, όπως η δόξα, το απαύγασμα τού ηλίου, είναι αχώριστο από αυτόν, έτσι και ο Υιός ελλάμπει αϊδίως και ανάρχως από τον Πατέρα.

Λεξικογραφική ανάλυση των λέξεων: "γεννητός" και "κτιστός" Για όσους συγχέουν τις δύο αυτές πολύ διαφορετικές λέξεις



Από την εμφάνισή του τον 4ο αιώνα μ.Χ., ο Αριανισμός, μπέρδευε τη λέξη: "κτίσμα" με τη λέξη: "γέννημα". Και ως σήμερα, οι σύγχρονοι εκπρόσωποί του Ρωσσελιστές, συνεχίζουν να μπερδεύουν τις δύο αυτές έννοιες.

Στο Σύμβολο της Πίστης, κάνουμε σαφή διαχωρισμό του "γεννητού" από το "κτιστό". Λέμε για τον Ιησού Χριστό: "Γεννηθέντα, ου ποιηθέντα". Δηλαδή: "γεννήθηκε, και δεν κατασκευάστηκε". Και πράγματι, οι Ελληνικές αυτές λέξεις: "γέννημα" και "κτίσμα", έχουν σαφή διαφορά μεταξύ τους.

Το πρώτο λοιπόν που πρέπει να παρατηρήσουμε εδώ, είναι ότι τη διάκριση των δύο αυτών λέξεων, πρέπει να τις κάνουμε από Ελληνικά κείμενα, και όχι από αντίστοιχες έννοιες άλλων γλωσσών, που ίσως κάποιες από αυτές τις γλώσσες τις συγχέουν. Γιατί οι Αριανιστές, χρησιμοποιούν αντίστοιχες λέξεις άλλων γλωσσών, για να "θολώσουν τα νερά".

Μια έρευνα με ένα ταμείο της Καινής Διαθήκης, είναι αρκετή για να δείξει, ότι στην Καινή Διαθήκη, η λέξη: «γεννώ», ΔΕΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ. Χρησιμοποιείται μόνο για τη γέννηση ομοουσίων από ομοούσια. Χρησιμοποιείται και μια – δυο φορές μεταφορικά σε άψυχα για να δείξει προέλευση, με την έννοια του: "φύω", και επίσης ως Θεολογικός τεχνικός όρος, στην αναγέννηση του Πνεύματος των Χριστιανών. Ποτέ δεν χρησιμοποιείται με την έννοια «ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΩ». Και προκαλούμε οποιονδήποτε, να μας βρει αυτή την έννοια στην Καινή Διαθήκη.

Αντίστοιχα, μια έρευνα με τη λέξη: «κτίζω» στην Καινή Διαθήκη, αποδεικνύει, ότι χρησιμοποιείται ΜΟΝΟ για τα δημιουργήματα του Θεού, και ΠΟΤΕ με την έννοια της γέννησης.

Μάρκος 13/ιγ: 19: «έσονται γαρ αι ημέραι εκείναι θλίψις, οία ου γέγονε τοιαύτη απ’ αρχής κτίσεως ης έκτισεν ο Θεός»

Είναι σαφές εδώ τι σημαίνει «κτίση». Ας μας βρουν οι σύγχρονοι Αριανιστές, έστω και ένα εδάφιο στα πρωτότυπα Ελληνικά κείμενα, που να λέει ότι ο Θεός «γέννησε» την κτίση. Ή ας μας βρουν έστω και ένα χωρίο στις ίδιες Γραφές, που να λέει ότι ο Θεός «έκτισε» τον Υιό Του κατά τη Θεϊκή του φύση. Πουθενά δεν θα το βρουν.

Περί δε του Χριστού, προσέξτε πώς τον αντιπαραβάλλει με κάθε κτίσμα: «16 ότι εν αυτώ (εν τω Χριστώ) εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι· τα πάντα δι' αυτού και εις αυτόν έκτισται· 17 και αυτός εστι προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε» (Κολοσσαείς 1/α: 16,17). Βλέπετε τη διαφορά μεταξύ Κτίστη και κτίσματος;

Προχωράμε τώρα σε λεξικογραφική ανάλυση, από το πολύτομο «Μέγα Λεξικό Όλης Της Ελληνικής Γλώσσης» Δ. Δημητράκου, όπου παρέχει εκτός από τις λέξεις, και παραδείγματα:

Το «γεννώ» στα αρχαία Ελληνικά, έχει ανάλογη σημασία, με το θέμα της συζήτησης. Όταν για παράδειγμα μιλάμε για ανθρώπους, έχει τη σημασία της «γέννησης από την κοιλιά». Όταν μιλάμε για πτηνά, έχει τη σημασία της γέννησης αυγού. Σε άλλες περιπτώσεις, κυρίως μεταφορικές, έχει την έννοια του «φύω», δηλαδή «παράγω, αυξάνω», όπως για παράδειγμα: «η αμαρτία γεννά θάνατον». Πρέπει λοιπόν να γνωρίζουμε το συμφραζόμενο, για να βγάλουμε συμπέρασμα, για τι πράγμα μιλάει κάθε φορά.

Το σημαντικότερο περί της λέξης «γεννώ» στο λεξικό αυτό, (και με όλα τα παράγωγα αυτής της λέξης), είναι ότι σύμφωνα με το έγκυρο αυτό και σημαντικό λεξικό, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ, ή ΜΕ ΚΤΙΣΗ, ή ΜΕ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. Καμία από τις πολλές της έννοιες, δεν είναι σχετική με κάτι τέτοιο.

Στο ίδιο λεξικό όμως, αν δούμε τη λέξη: «γεννητός», που είναι και η λέξη που μας ενδιαφέρει, αντιλαμβανόμαστε ΑΚΡΙΒΩΣ τη Χριστιανική διάκριση που κάνουν οι Χριστιανοί μεταξύ των λέξεων: «γεννητός» και «ποιητός». Λέει λοιπόν το λεξικό για τη λέξη: «γεννητός»:

Γεννητός: Ο δια γεννήσεως λαβών ύπαρξιν, συνήθως κατ’ αντίθεσιν προς το «ποιητός»: Πλάτωνος Νόμοι 923 Ε: «είτε γεννητός ων (υιός), είτε ποιητός».

Ειδικά το παράδειγμα αυτό, δείχνει ότι η διάκριση «γεννητού» και «ποιητού», είναι κάτι γνωστό από την προχριστιανική ακόμα εποχή, από τον 5ο αιώνα μ.Χ. στον καιρό του Πλάτωνος [1]. Και σήμερα, 2,5 χιλιετίες αργότερα, έχουμε τους Μάρτυρες της Σκοπιάς, να μη μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά των δύο αυτών εννοιών! Δηλαδή βρίσκονται ακόμα πιο πίσω από την εποχή του Πλάτωνα; Χειρότερα και από τους ειδωλολάτρες;

Μάλιστα ψάχνοντας στο ίδιο λεξικό, και για τη λέξη: «κτιστός», βρίσκουμε ότι σημαίνει: «ο υπό του Θεού δημιουργηθείς». Πουθενά δεν μιλάει για γέννηση. Ομοίως και οι λέξεις: «κτίσμα», «κτίσις» και «κτίζω», πουθενά δεν έχουν στις πολλές τους έννοιες, οτιδήποτε που να θυμίζει «γέννηση».

Μάλλιστα στη λέξη «κτίζω», όσον αφορά την εφαρμογή που μας ενδιαφέρει, δίνει τον εξής ορισμό: «Κτίζω: Πλάττω, δημιουργώ εκ του μη όντος, φέρω εις ύπαρξιν». Και αυτή η έννοια, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ, γιατί δεν εφαρμόζεται σε εκτός χρόνου (άρα άναρχα) πρόσωπα, αλλά σε κτιστά.

Άρα, βάσει λεξικών, η λέξη: «κτιστός», είναι όχι απλώς διαφορετική, αλλά και ΑΝΤΙΘΕΤΗ με τη λέξη: «γεννητός».

Βλέποντας όμως οι Αριανιστές, ότι δεν μπορούν να αποδείξουν τίποτα για δήθεν ταύτιση των λέξεων: "κτίσμα" και "γέννημα", καταφεύγουν σε άλλες λέξεις, προσπαθώντας να εξάγουν από αυτές τη σχέση που επιθυμούν.

Για παράδειγμα, χρησιμοποιούν τα εδάφια της Αγίας Γραφής, όπως το Ιώβ 1/α: 6, όπου στο Εβραϊκό κείμενο, οι άγγελοι ονομάζονται: "υιοί του Θεού", και το Γένεσις 6/ς: 2, όπου αναφέρονται κάποιοι: "υιοί του Θεού". Λένε λοιπόν, ότι εφόσον κτίσματα αναφέρονται ως: "υιοί του Θεού", δεν είναι δυνατόν, να διαφέρει το "γεννώ" από το "κτίζω". Όμως εδώ, τους διαφεύγουν κάποιες λεπτομέρειες:

1. Άλλη η χρήση της λέξης: "υιός", και άλλη η χρήση της λέξης: "γέννημα". Η λέξη "υιός", ισχύει και για τους εξ υιοθεσίας υιούς.

2. Στο Γέννεσις 5/ε: 1, δεν μιλάει για Αγγέλους, αλλά για ανθρώπους. Η λέξη: «υιοί του Θεού», στα Εβραϊκά είναι: «μπενέ Ελοχίμ», που σημαίνει επίσης και: «γιοι των ισχυρών». Μιλάει για ανθρώπους από τα γύρω έθνη, που νυμφεύθηκαν γυναίκες από τον λαό του Θεού, τις «μπενέ χα Αδάμ», δηλαδή τις θυγατέρες του λαού Αδάμ. Δεν γράφει λοιπόν τίποτα περί υιών εκεί, άρα άσχετη η παράθεση.

3. Τα χωρία τα οποία αναφέρονται σε αγγέλους ως «υιούς του Θεού», μιλούν για ΥΙΟΘΕΣΙΑ, και όχι για κατά φύσιν υιότητα. Ως απόδειξη, ΠΟΥΘΕΝΑ δεν αναφέρονται ως «υιοί του Θεού» οι δαίμονες. Δεν είναι και αυτοί κτίσματα του Θεού; Γιατί δεν τους λέει κι αυτούς «υιούς του Θεού»; Απλούστατα, επειδή δεν είναι πλέον υιοθετημένοι από τον Θεό. Ας μας δείξουν οι Αριανιστές, έστω και ένα εδάφιο, που να αποκαλεί τους δαίμονες «υιούς του Θεού». Αν όχι, ας δεχθούν ότι μιλάει για υιοθεσία, όπως δείχνουν και τα λόγια του Χριστού προς τους απίστους: «υμείς εκ του πατρός του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας του πατρός υμών θέλετε ποιείν» (Ιωάννης 8/η: 44).

Και φυσικά στην ίδια κατηγορία "υιοθεσίας", εντάσσονται όλα τα πιστά νοήμονα κτίσματα του Θεού,  τα οποία είναι "κατά χάριν" υιοί, και όχι "κατά φύσιν" όπως ο Χριστός.

Γι' αυτό ο Χριστός, ΠΟΤΕ δεν έβαλε τον εαυτό του μαζί με τους ανθρώπους, ή άλλα κτίσματα, καθώς μιλούσε για την πατρότητα του Θεού. "Αναβαίνω προς τον πατέρα μου και πατέρα υμών" (Ιωάννης 20/κ: 17). Παρατηρήστε, πώς διαχώριζε τη δική του υιότητα από την υιότητα των άλλων ανθρώπων. Επειδή γι' Αυτόν, ο Θεός, ήταν Πατέρας κατά φύσιν, ενώ των ανθρώπων, επρόκειτο για κατά χάριν υιοθεσία: "ελάβετε Πνεύμα υιοθεσίας, εν ω κράζομεν· αββά ο Πατήρ" (Ρωμαίους 8/η: 15).

Από όλα αυτά, γίνεται εμφανές, πως οι Αριανιστές διαστρέφουν και συγχέουν άσχετες έννοιες, για να υποστηρίξουν τις βλάσφημες απόψεις τους, ότι ο Χριστός είναι "κτίσμα". Και ως Χριστιανοί, τους παρακαλούμε με πολλή αγάπη, να επανεξετάσουν τις θέσεις τους, γιατί δεν βλάπτουν με αυτές ούτε εμάς, ούτε τον Θεό, αλλά μόνο τους εαυτούς τους και τα αγαπημένα τους πρόσωπα, που οδηγούν στην απώλεια, παραπλανώντας τους.

Ν. Μ.

Σημείωση:

[1] Ορισμένοι, μόνο και μόνο για να βρουν κάτι να διαφωνήσουν, ώστε να δικαιολογήσουν την άρνησή τους επί της Χριστιανικής πίστεως, και παραβλέποντας τα υπόλοιπα που παρουσιάζει αυτό το άρθρο, προσπάθησαν να βρουν αφορμή στο απόσπασμα που βάλαμε από τον Πλάτωνα, ισχυριζόμενοι ότι δήθεν διαστρέψαμε τα λόγια του! Επ' αυτού έγραψαν το εξής: "Όμως αλίμονο, στ’ αρχαία Ελληνικά το ποιητός όταν αναφερόταν σε τέκνο, ΔΕΝ σήμαινε… κατασκευασμένος (και… πώς να σήμαινε κάτι τέτοιο άλλωστε;;!!), αλλά… «υιοθετημένος»! Όταν δηλαδή ο κακόμοιρος ο Πλάτωνας αντιδιέστελλε τον γεννητό υιό προς τον ποιητό, δε συμφωνούσε... προκαταβολικά και πλήρης… σπερματικού λόγου μ’ αυτό που θα πίστευαν… αιώνες αργότερα οι χριστιανοί, αλλά διαφοροποιούσε το φυσικό τέκνο από το υιοθετημένο!! Η υποσημασία αυτή μάλιστα δεν απαντούσε μόνο με αναφορά σε τέκνα, αλλά και σε γονείς (θετούς) όπως επίσης και σε πολίτες (πολιτογραφημένους)! Το τερατώδες αυτό λάθος, παρότι έχει επισημανθεί ίσαμε μια ντουζινα φορές στην Ο.Ο.Δ.Ε., εξακολουθεί ακόμα να είναι εκεί! Δηλαδή ούτε που ιδρώνει τ’ αφτί τους!".

Λογικό ήταν φυσικά το να "μην ιδρώνει το αφτί μας", από τέτοιου είδους γελοία επιχειρήματα, (όπως και ΟΛΑ τα άλλα επιχειρήματα του εν λόγω "πνεύματος αντιλογίας"), μια και ουσιαστικά δεν λέει τίποτα σοβαρό! Επειδή, όσο και αν ψάξετε αυτά που γράψαμε εμείς, θα διαπιστώσετε ότι ΠΟΥΘΕΝΑ δεν είπαμε, ότι ο Πλάτωνας τεκμηριώνει τη Χριστιανική θέση περί γεννητού και ποιητού, ή ότι εννοεί "κατασκευασμένος", αλλά είπαμε σαφώς, ότι απλώς τεκμηριώνει την αρχαιότατη (από τότε) διάκριση, μεταξύ των λέξεων "ποιητό" και "γεννητό". Εμείς σαφέστατα γράψαμε: "Ειδικά το παράδειγμα αυτό, δείχνει ότι η διάκριση «γεννητού» και «ποιητού», είναι κάτι γνωστό από την προχριστιανική ακόμα εποχή, από τον 5ο αιώνα μ.Χ. στον καιρό του Πλάτωνος", και μάλιστα το τονίσαμε και με έντονα γράμματα!!! Προς τι λοιπόν μας κατηγορεί για "παραποίηση"; Τι παραποιήσαμε; Τη διάκριση γεννητού και ποιητού θέλαμε να δείξουμε από τον καιρό του Πλάτωνος, και την αποδείξαμε ξεκάθαρα. Πρόκειται όμως για τη γνωστή τακτική των εχθρών της αληθείας, που πρώτα κατασκευάζουν ένα ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ λάθος, βάζοντας στο στόμα των άλλων πράγματα που ποτέ δεν είπαν, και μετά αναιρούν το ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ κατασκευασμένο λάθος, και λένε ότι αναίρεσαν τους άλλους! Και ύστερα ο συγκεκριμένος επίδοξος "αναιρετής" μας, παραπονείται που δεν τον παίρνουμε στα σοβαρά και δεν ασχολούμαστε με τα επιχειρήματά του! Μα ΟΛΑ όσα γράφει, είναι εξ ίσου αστεία!

Στο προκείμενο τώρα, όσον αφορά την προφανή έννοια του χωρίου του Πλάτωνα, είναι σαφές ότι η λέξη "ποιητός" έχει τεράστια διαφορά από το "γεννητός", γι' αυτό και ο ίδιος ο Πλάτωνας ξεκάθαρα τις αντιδιαστέλλει. Γιατί ο υιοθετημένος "ποιείται" (γίνεται) υιοθετημένος, ενώ ο αληθινός γιος "γεννιέται", και δεν "ποιείται". Η λέξη "ποιώ", δεν σημαίνει φυσικά μόνο "κατασκευάζω", αλλά και "κάνω". Όπως για παράδειγμα, το ίδιο συμβαίνει και στο χωρίο Εβραίους 3/γ: 1,2: "κατανοήσατε τον απόστολον και αρχιερέα της ομολογίας ημών Ιησούν Χριστόν, πιστόν όντα τω ποιήσαντι αυτόν, ως και Μωϋσής εν όλω τω οίκω αυτού". Και είναι προφανής εδώ η έννοια της λέξεως "ποιήσαντι" για τον Ιησού Χριστό, ότι ο Πατήρ "τον έκανε σαν τον Μωυσή" ηγέτη στον οίκο Του. Δεν εννοεί φυσικά "τον κατασκεύασε". Είναι η ίδια έννοια που χρησιμοποιεί ο Πλάτωνας στην ίδια λέξη "ποιητός". Και σίγουρα όχι "κατασκευαστός".

Συνεπώς ουδέποτε υποστηρίξαμε, ότι ο Πλάτωνας εννόησε "κατασκευαστός", όπως ισχυρίζεται ο "αναιρετής" μας. Γι' αυτό και η "λογική" του υποτιθέμενου "αναιρετή" μας, είναι του τύπου: Η ΟΟΔΕ είπε ότι ο Πλάτωνας διακρίνει το "γεννητός" από το "ποιητός", και αφού το ποιητός σημαίνει "κατασκευαστός", άρα η ΟΟΔΕ είπε ότι ο υιοθετημένος είναι "κατασκευαστός". Δηλαδή ουσιαστικά μας λέει: "Το μπουζούκι είναι όργανο. Ο αστυνομικός είναι όργανο, άρα ο αστυνομικός είναι μπουζούκι". Ας μην παραπονιέται λοιπόν που δεν ασχολούμαστε με τα πραγματικά γελοία "επιχειρήματά" του.